Supreme Court dismisses appeal against bank's default judgment regarding mutual fund investment losses.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellants' request to overturn the Larissa Court of Appeal's judgment. The appellants argued that the bank violated professional conduct codes by accepting oral authority for fund investments, claiming this constituted an actionable tort. The court rejected this, ruling that such code violations result only in administrative penalties and do not invalidate the transaction or create a liability for damages under civil law.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1), 8, 19 of the Code of Civil Procedure; Violations of the Code of Conduct for Mutual Fund Management Companies result in administrative sanctions but do not constitute actionable torts or invalidate financial transactions.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1605 / 2010 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Αναίρεση. Αδικοπραξία, Λόγοι αναίρεσης από το άρθρθο 559 αριθ 1,8 και 19 ΚΠολΔ. Αβάσιμοι κώδικας Δεοντολογίας Εταιριών Διαχείρισης Αμοιβαίων κεφαλαίων. Η παράβασή του επιφέρι διοικητικές μόνο κυρώσεις και όχι ακυρότητα της συναλλαγής. Απορρίπτει αναίρεση κατά της 497/2008 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας.
Αριθμός 1605 / 2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1Χ1 και 2. Χ2 συζ. Χ1, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στέλιο Τουρβάτσιο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ASPIS BANK" που εδρεύει στην ... οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο Εμμανουήλ Παπαπαναγιώτου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και 2. Ψ2, κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-12-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 280/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 497/2008 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά οι αναιρεσείοντες με την από 11-11-2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου ανέγνωσε την από 16-9-2010 έκθεση του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης την καταδίκη των αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την υπ' αριθ. ... έκθεση της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Λάρισας ..., προκύπτει ότι με επίσπευση των αναιρεσειόντων, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με τις κάτω από αυτήν Πράξεις του Προέδρου του Αρείου Πάγου και του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, με τις οποίες ορίστηκε το αρμόδιο για την εκδίκαση της αίτησης Τμήμα του δικαστηρίου αυτού, η δικάσιμος και ο Εισηγητής της υποθέσεως, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον δεύτερο των αναιρεσιβλήτων Ψ2. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία του άνω αναιρεσιβλήτου, ο οποίος δεν εμφανίστηκε και δεν παραστάθηκε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ( άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ ).
Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα της εξής διαδικαστικής διαδρομής : Οι αναιρεσείοντες άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας την από 16-12-2003 αγωγή τους, στην οποία ιστορούσαν ότι στις 14-1-2000 οι δεύτερος και τρίτος των εναγομένων, υπάλληλοι και προστηθέντες της πρώτης εναγομένης Τράπεζας, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, υπαίτια και παράνομα, συνέταξαν χωρίς την εντολή, άλλως έγκριση των εναγόντων και στο όνομα του πρώτου ενάγοντος ως δικαιούχου και της δεύτερης ως συνδικαιούχου την υπ' αριθ. ...
αίτηση κτήσης μεριδίων του Αμοιβαίου Κεφαλαίου " Ασπίς μετοχών εσωτερικού" για το ποσό των 22.925.000 δρχ., το οποίο ανέλαβαν από τον τηρούμενο στην ίδια τράπεζα προθεσμιακό λογαριασμό καταθέσεων τους, υπογράφοντας οι ίδιοι για λογαριασμό της τράπεζας και πλαστογραφώντας την υπογραφή του πρώτου ενάγοντος.
Ότι οι ενάγοντες πληροφορήθηκαν για πρώτη φορά ότι τα χρήματα τους επενδύθηκαν σε αμοιβαία κεφάλαια στις 1-9-2003 και ότι από τον προθεσμιακό τους λογαριασμό είχαν απομείνει μόνο 6.248.281,6 δρχ., τα οποία ανέλαβαν και έτσι ζημιώθηκαν κατά το ποσό των 16.676.719 δρχ. ή 48.941,21 ευρώ ( 22.925.000 δρχ. -6.248.281,6 δρχ. ), το οποίο ζήτησαν να τους επιδικασθεί κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, καθώς και χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης.
Η αγωγή απορρίφθηκε κατ' ουσίαν με την υπ' αριθ. 280/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας. Κατ' αυτής οι ενάγοντες άσκησαν έφεση, η οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν με την προσβαλλόμενη με την αίτηση αναίρεσης απόφαση του Εφετείου Λάρισας.
Κατά το άρθρο 559 αριθμός 19 Κ.Πολ,Δ. λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα αναγκαία περιστατικά για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ως προς την συνδρομή των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή για τη μη συνδρομή τους που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ,Δ., εκτός εάν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε, ανελέκτως, τα εξής : " Η δευτέρα των εναγόντων και ο εξετασθείς με επιμέλεια των εναγομένων πρώτος μάρτυρας Μ1 ήσαν φίλοι από τα παιδικά τους χρόνια, εν συνεχεία τους ενάγοντες συζύγους συνέδεσε οικογενειακή φιλία με τον μάρτυρα, απέκτησαν δε στενές οικογενειακές σχέσεις μετά την εγκατάσταση των εις την ...
αλλά και την επιστροφήν των εις την πόλη της ...κατ' έτος 1984, όπου διέμειναν μέχρι το έτος 1991, ότε οι ενάγοντες, έχοντες απόλυτη εμπιστοσύνη εις τον έμπειρον περί τα οικονομικά θέματα ως άνω μάρτυρα, ανέθεσαν εις αυτόν την επιμέλεια όλων των οικονομικών συμφερόντων τους και παρέδωσαν εις αυτόν τα βιβλιάρια λογαριασμών ταμιευτηρίου πριν την επάνοδόν τους εις την ....
Έκτοτε και μέχρι το έτος 1996, ο προαναφερόμενος μάρτυρας ενεργών ως εντολοδόχος των εναγόντων και δια λογαριασμόν των, προέβαινε εις τις ανανεώσεις των προθεσμιακών καταθέσεων των τελευταίων του τηρουμένου λογαριασμού των εις την τραπεζικήν εταιρεία με τη επωνυμίαν "Κτηματική Τράπεζα" η οποία, κατόπιν τηλεφωνικής εντολής του πρώτου των εναγόντων, εξέδωσε εις διαταγήν των τελευταίων την 2-9-1996 επιταγή ποσού 14.976.000 δραχμών και, κατόπιν της υπ' αριθμ. ...
ταυτοχρόνου αιτήσεως υπογραφείσης από τον εντολοδόχον Μ1 προς την πρώτη εναγομένην τραπεζικήν εταιρείαν, εις την οποίαν δι' οπισθογραφήσεως από τον μάρτυρα μεταβιβάσθηκε η επιταγή, αγοράσθηκαν 19 ομόλογα Ελληνικού Δημοσίου, διαρκείας δώδεκα μηνών, ισόποσου αξίας με ταυτόχρονο άνοιγμα με αίτηση του επ1 ονόματι των εναγόντων του υπ' αριθμ. ...
λογαριασμού ταμιευτηρίου εις τον οποίον επιστώθη το ποσόν των ομολόγων μετά την λήξη των την 2-9-1997, αφού ο εντολοδόχος υπέγραψε την αίτηση εξαγοράς και με εντολή του το ποσόν των 16.924.369 δραχμών τοποθετήθηκε κατόπιν της υπ' αριθμ. ...αιτήσεως του σε αμοιβαίο κεφάλαιο διαχειρίσεως διαθεσίμων και την 2-9-1998 πιστώθηκε κατόπιν εξαγοράς των μεριδίων ο κοινός λογαριασμός των εναγόντων με το ποσόν των δραχμών 18.559.882.
Εν συνεχεία, κατόπιν διαδοχικών αιτήσεων τις οποίες υπέγραφε ο άνω εντολοδόχος επ' ονόματι αμφοτέρων των εναγόντων, συναινούντων προς τούτο δια την αποδοτικότερη επένδυση των χρημάτων τους, προέβη εις τρίμηνες προθεσμιακές καταθέσεις του τηρούμενου εις την εναγομένη κοινού λογαριασμού των εναγόντων ώστε την 14.1.2000 το αρχικό κεφάλαιον ύψους 14.975.631 δραχμών να ανέλθει εις το ποσόν των 22.925.671 δραχμών.
Λόγω της πτώσεως του ποσοστού των τραπεζικών επιτοκίων οι ενάγοντες δεν επιθυμούσαν την περαιτέρω τοποθέτηση των χρημάτων τους σε προθεσμιακές τρίμηνες καταθέσεις και ο άνω εντολοδόχος, την 14-1-2000, κατόπιν τηλεφωνικής επικοινωνίας με τους ενάγοντες, προέβη κατόπιν της υπ' αριθμ. ... αιτήσεως εις την αγορά 4.789,802 μεριδίων του αμοιβαίου μετοχικού κεφαλαίου "Ασπίς Μετοχών Εσωτερικού" με τιμή διαθέσεως μεριδίου 4.786,21 δρχ., επενδύσας το ποσόν των δραχμών 22.925.000 κατ' εντολήν των εναγόντων και δια λογαριασμόν αυτών, εκδοθείσης από την θεματοφύλακα των τίτλων Ασπίς ΑΕΔΑΚ της υπ' αριθμ. ...
βεβαιώσεως αιτήσεως μεριδίων με δικαιούχον τον πρώτο ενάγοντα και συνδικαιούχον την δεύτερη των εναγόντων. Η ανωτέρω επένδυση είχε την πιθανότητα υψηλού κέρδους αλλά και τον κίνδυνο απώλειας του κεφαλαίου, γεγονός το οποίο ο άνω εντολοδόχος επεσήμανε εις τους ενάγοντες κατά την ενημέρωση τους εις την τηλεφωνική των επικοινωνία προ της 14.1.2000, όμως ο πρώτος των εναγόντων λόγω της γενικευμένης πτώσεως των επιτοκίων καταθέσεων αλλά και της τότε ανόδου των κερδών εκ της αγοράς αμοιβαίων μετοχικών κεφαλαίων, εζήτησε να προβεί ο φίλος τους Μ1 εις αυτή την επένδυση.
Ακολούθησε η πτωτική πορεία του χρηματιστηρίου και ο ενάγων είχε ενημέρωση έκτοτε δια την επένδυση του και από τον ως άνω εντολοδόχον αλλά και από τον υποδιευθυντή τότε του υποκαταστήματος της πρώτης εναγομένης τραπεζικής εταιρείας εις την πόλη της ..., τρίτον των εναγομένων, εις τον οποίον τηλεφώνησε μετά την 11.9.2001, μέχρι δε το τέλος Αυγούστου έτους 2003 ουδέποτε εξέφρασε εις τους ανωτέρω την αντίθεση του ή και την διαμαρτυρία του δια την επένδυση των χρημάτων του εις το αμοιβαίο μετοχικό κεφάλαιο.
Ο πρώτος ενάγων το πρώτον επισκέφθηκε το υποκατάστημα της εναγομένης εις την ... την 28-8-2003 ότε εζήτησε και είχε συνάντηση με τους δεύτερον των εναγομένων-αποβιώσαντα ήδη - περιφερειακόν διευθυντή των καταστημάτων της Α5ρϊ5 ΒΒΠΚ της Κεντρικής Ελλάδος, τον τρίτον των εναγομένων υποδιευθυντή του καταστήματος και τον άνω μάρτυρα-εντολοδόχον των εναγόντων, ενημερώθηκε δια την πορείαν των επενδύσεων του διότι είχε απώλεια κεφαλαίου, το οποίο είχε μειωθεί εις το ποσόν των 6.248.282 δραχμών, ενώ εδέχθη ότι είχε εξουσιοδοτήσει τον Μ1 να διαχειρίζεται τις τραπεζικές καταθέσεις των δια λογαριασμόν των εναγόντων.
Εν συνεχεία οι ενάγοντες, εμφανώς δυσαρεστημένοι δια την πορεία της επενδύσεως των, κατόπιν της από 28-8-2003 αιτήσεως εξαγοράς μεριδίων προέβησαν εις την ολική εξαγορά των κτηθέντων από αυτούς την 14.1.2000 αριθμού 4.789,802 μεριδίων του αμοιβαίου κεφαλαίου και την 1-9-2003 εισέπραξαν την αξία των, ήτοι € 18.336,85, αντιστοιχούσα εις δραχμές 6.248.281,60.
Εκ πάντων των προδιαληφθέντων ουδόλως απεδείχθη ότι οι εναγόμενοι υπάλληλοι της εναγομένης τραπεζικής εταιρείας πλαστογράφησαν την 14-1-2000 την υπογραφήν του πρώτου ενάγοντος εις την υπ' αριθμ. ... αίτηση κτήσεως μεριδίων αμοιβαίου κεφαλαίου δια το ποσό των 22.925.000 δραχμών, αλλά ενήργησαν εις τα πλαίσια των εντολών του εντολοδόχου των εναγόντων από το έτος 1991 Μ1, ο οποίος κατ' εντολήν των και δια λογαριασμόν των υπέγραψε την επίδικη από 14.1.2000 αίτηση απόκτησης μεριδίων και επενδύθηκε το προδιαληφθέν ποσόν με πρώτον δικαιούχον τον πρώτο ενάγοντα και συνδικαιούχον την σύζυγόν του δευτέρα των εναγόντων..".
Έτσι που έκρινε, το Εφετείο διέλαβε στην απόφαση του σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 914, 922, 932, 297, 298 Α.Κ. Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε η βάση της αγωγής ότι οι προστηθέντες υπάλληλοι της Τράπεζας πλαστογράφησαν την υπογραφή του πρώτου ενάγοντος στην αίτηση κτήσης μεριδίων αμοιβαίου κεφαλαίου, αλλά ότι αντίθετα αποδείχθηκε ότι την αίτηση αυτή υπέγραψε και υπέβαλε στην Τράπεζα ο Μ1 κατόπιν τηλεφωνικής επικοινωνίας του με τους ενάγοντες και ρητής εντολής των να προβεί στην εν λόγω επένδυση και διαθέσει το αναλογούν ποσό.
Δέχεται δηλαδή το Εφετείο και αιτιολογεί επαρκώς, ως άνω, ότι η ζημία των εναγόντων οφείλεται σε δική τους αποκλειστικά συμπεριφορά, να επενδύσουν δια του εντολοδόχου τους Μ1 σε αγορά μεριδίων Αμοιβαίων Κεφαλαίων. Επομένως ο περί του αντιθέτου τρίτος από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος που προσάπτει πλημμέλειες κατά την εκτίμηση των αποδείξεων είναι απαράδεκτος ( άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ ).
Κατά το άρθρο 20 παρ. 4 του ν. 1969/1991 Η Α.Ε. Διαχειρίσεως μπορεί να διαθέτει τα μερίδια του αμοιβαίου κεφαλαίου και μέσω αντιπροσώπων της. "Δύνανται να ενεργούν ως αντιπρόσωποι, μόνον Τράπεζες, Ασφαλιστικές Εταιρείες και "επιχειρήσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών". Με απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς ρυθμίζονται οι λεπτομέρειες εφαρμογής της παραγράφου αυτής." Περαιτέρω, κατά το άρθρο 10 του Κώδικα Δεοντολογίας Εταιριών Διαχείρισης Αμοιβαίων Κεφαλαίων, που θεσπίσθηκε με την εκδοθείσα κατόπιν νομοθετικής (άρθρο 78 του Ν. 1969/1991) εξουσιοδότησης απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς 8422/18-6-1998 (ΦΕΚ Β 615): 1.
Οι ΑΕΔΑΚ διασφαλίζουν την οργάνωση του δικτύου διάθεσης μεριδίων των ΑΚ που διαχειρίζονται κατά τρόπο ώστε να προστατεύονται πάντοτε τα συμφέροντα των μεριδιούχων. 2. Στο πλαίσιο των ανωτέρω οι ΑΕΔΑΚ έχουν ενδεικτικά τις παρακάτω ευθύνες και υποχρεώσεις: 2.1. Οι ΑΕΔΑΚ έχουν πλήρη ευθύνη: α)., β) ...γ) για τις πράξεις των αντιπροσώπων τους που αναλαμβάνουν τη διάθεση των μεριδίων των ΑΚ, με βάση το άρθρο 20 παρ. 4 του Ν. 1969/1991 καθώς και των συνεργατών των αντιπροσώπων τους.
Η μη τήρηση, όμως, κατά την εκτέλεση των χρηματιστηριακών συναλλαγών, των αρχών που επιβάλλονται από τον Κώδικα Δεοντολογίας Εταιριών Διαχείρισης Αμοιβαίων Κεφαλαίων, μόνον διοικητικής φύσεως κυρώσεις είναι δυνατόν να επιφέρει σε βάρος της χρηματιστηριακής εταιρίας κατ' άρθρο 78 εδ. ε' του Ν. 1969/1991 και δεν αποτελεί βάση αποζημίωσης από το άρθρο 914 του Α.Κ.( Α.Π. 995/2010, 446/2010 ).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με το να δεχθεί ότι δεν υφίσταται παράνομη συμπεριφορά των αναιρεσιβλήτων, παρά την παραδοχή του ότι ο ενεργήσας ως εντολοδόχος των αναιρεσειόντων για την αγορά των μεριδίων αμοιβαίου κεφαλαίου Μ1 είχε προφορική και όχι έγγραφη προς τούτο πληρεξουσιότητα, παραβίασε με εσφαλμένη μη εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 10 παρ. 2.1 γ' του Κώδικα Δεοντολογίας των Εταιρειών Διαχείρισης Αμοιβαίων Κεφαλαίων και 20 παρ.4 του Ν. 1969/1991.
Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι η αποδιδόμενη πλημμέλεια αναφέρεται σε "παράνομη" συμπεριφορά των αναιρεσιβλήτων τα πραγματικά περιστατικά της οποίας ουδόλως διαλαμβάνονται στην αγωγή, η οποία στηρίζεται αποκλειστικά σε εντελώς διαφορετικά πραγματικά περιστατικά, ήτοι στην πλαστογράφηση της υπογραφής του πρώτου των αναιρεσειόντων, σε κάθε δε περίπτωση είναι αβάσιμος, διότι, όπως προαναφέρθηκε, η παραβίαση των αρχών του Κώδικα Δεοντολογίας των Ε.Δ.Α.Κ.
επιφέρει μόνο διοικητικές κυρώσεις και δεν συνιστά παράνομη κατά την έννοια του άρθρου 914 του Α.Κ. πράξη, που γεννά υποχρέωση προς αποζημίωση, ταύτα δε πέραν του ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν γίνεται επίκληση ότι η ζημία των αναιρεσειόντων συνδέεται αιτιωδώς με την έλλειψη έγγραφης πληρεξουσιότητας, την ύπαρξη της οποίας ούτε ο Κώδικας Δεοντολογίας των Ε.Δ.Α.Κ.
ούτε άλλη διάταξη νόμου απαιτεί για το κύρος της χρηματιστηριακής συναλλαγής.
Με τον δεύτερο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, καθόσον " δέχθηκε ότι δήθεν νομίμως οι εναγόμενοι, έστω και με δική μας γνώση και συναίνεση, προέβησαν χωρίς έγγραφη πληρεξουσιότητα σε τοποθέτηση των χρημάτων μας σε αγορά μεριδίων αμοιβαίου Κεφαλαίου, με αποτέλεσμα την απώλεια των χρημάτων μας, χωρίς οι εναγόμενοι να αποδείξουν τον ισχυρισμό τους ότι μας έστειλαν ενημερωτικά Fαχ και επιστολές, αλλά με μόνη την κατάθεση - μαρτυρία του κ. Μ1 και χωρίς να προσκομίσουν στο δικαστήριο αναλυτική κίνηση των δικών μας χρημάτων". Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι υπό την επίφαση της θεμελιώσεως του στην ανωτέρω πλημμέλεια πλήττει την ανεπίδεκτη αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση των αποδείξεων ( άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ ).
Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας των, στα δικαστικά έξοδα της παριστάμενης πρώτης των αναιρεσιβλήτων ( άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11-11-2008 αίτηση των Χ1 και Χ2, κατοίκων ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 497/2008 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της παριστάμενης πρώτης των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια ( 2.700 ) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 23 Νοεμβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του την 1η Δεκεμβρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ