Legislator Case Law & Legislation
1605/2006 AI generated

Supreme Court allows appeal on pension adjustment and equal treatment grounds, remands case for retrial.

Case Number 1605/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding pension adjustments. The court found the lower court erred by accepting claims for family allowances based on equal treatment principles without explicit contractual basis in the bank's statutes. Consequently, the judgment was annulled and the case remanded for retrial before a new panel of judges.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(8), 576(2), 580(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must accept appeals where the lower court relies on legal principles like equal treatment absent explicit statutory or contractual authorization, and remand cases for retrial with a new panel when fundamental errors in legal reasoning are identified.

Keywords

AI generated
pension adjustment family allowance equal treatment principle contractual basis remand for retrial bank statutes civil procedure appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 576(2) of the Code of Civil Procedure
Article 361 of the Civil Code
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1605 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1605/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη και Ηλία Γιαννακάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Μαρτίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Προσωπικού Εμπορικής Τραπέζης της Ελλάδος(ΤΕΑΠΕΤΕ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Σιούγγαρη-Γιακουμή.

Των αναιρεσίβλητων: 1)...., ..., ..., ...., ...., ...., εκ των οποίων οι μεν 1ος, 2ος, 3ος, 5ος και 6ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεμιστοκλή Σοφό, ο δε 4ος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/11/2000 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1106/01 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1631/2002 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 30/11/2004 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ηλίας Γιαννακάκης, ανέγνωσε την από 17/2/2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως και να απορριφθούν οι άλλοι λόγοι. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση.

Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την 6893Γ/23-5-2005 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Μιχαήλ Τσεπενέκα, που επικαλείται και προσκομίζει το αναιρεσείον, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης για αναίρεση με κλήση για συζήτηση κατά την πιο πάνω αναφερόμενη δικάσιμο επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον τέταρτο αναιρεσίβλητο .....

Ο αναιρεσίβλητος, όμως, αυτός δεν εμφανίσθηκε κατά τη συζήτηση και επομένως, αυτή πρέπει να προχωρήσει παρά την απουσία του. Σύμφωνα με το άρθρο 361 ΑΚ για τη σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση τα εξής:

Το προσωπικό της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος είναι ασφαλισμένο και στο Ταμείο Επικουρικής Ασφαλίσεως Προσωπικού Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος (Τ.Ε.Α.Π.Ε.Τ.Ε.), το οποίο ιδρύθηκε με την από 25 Οκτωβρίου 1948 Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, που καταρτίσθηκε μεταξύ της Εμπορικής Τράπεζας και του Συλλόγου των υπαλλήλων της, η οποία δεν αποτελεί νόμο.

Κατά το άρθρο 10α παρ. 3 του Καταστατικού του αναιρεσείοντος, επί της βασικής συντάξεως, που προκύπτει από το άθροισμα των επί μέρους ποσών των διαφόρων μισθολογικών στοιχείων, υπολογίζεται το οικογενειακό επίδομα, όπως διαμορφώνεται κάθε φορά κατά ποσό ή ποσοστό, βάσει των εκάστοτε συλλογικών συμβάσεων εργασίας, διαιτητικών αποφάσεων ή άλλων ευνοϊκοτέρων ρυθμίσεων.

Το οικογενειακό επίδομα καταβάλλεται κάθε μήνα στο συνταξιούχο, που έκανε γάμο πριν ή μετά την αποχώρησή του από το Ταμείο. Εάν λυθεί ο γάμος το επίδομα διακόπτεται. Εξάλλου, κατά το άρθρο 10δ παρ.1 του παραπάνω καταστατικού, μετά από κάθε μεταβολή στο μισθολόγιο του προσωπικού που εργάζεται στην Τράπεζα, το οποίο αποτελεί τη βάση για τον υπολογισμό των μηνιαίων συνολικών συντάξεων, σύμφωνα με τα οριζόμενα στα σχετικά άρθρα, το Διοικητικό Συμβούλιο του Ταμείου προβαίνει στην αναπροσαρμογή των ποσών των μηνιαίων συνολικών συντάξεων από την ημέρα ισχύος του παραπάνω μισθολογίου.

Οι αναιρεσίβλητοι εργάσθηκαν ως υπάλληλοι στην Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος και ήδη έχουν συνταξιοδοτηθεί. Το αναιρεσείον, κατ' εφαρμογή της διάταξης της παρ. 3 του άρθρου 10α του Καταστατικού του, διέκοψε την καταβολή του οικογενειακού επιδόματος στο δεύτερο, τρίτο , τέταρτο, πέμπτο και έκτο ενάγοντα, λόγω θανάτου της συζύγου τους (28-11-1997, 14-4-1997, 4-8-1999, 19-6-1997 και 21-1-1998 αντίστοιχα), ενώ στον πρώτο ενάγοντα δεν καταβλήθηκε από το αναιρεσείον οικογενειακό επίδομα, ως συνταξιούχο, γιατί ο γάμος του είχε λυθεί, λόγω θανάτου της συζύγου του, στις 10-7-1993.

Με την υπ' αριθ. 42494/2143/16-2-2000 εγκύκλιο της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος, η χορήγηση του επιδόματος γάμου επεκτάθηκε, από 1-1-1999 και στους υπαλλήλους της Τράπεζας που βρίσκονται σε κατάσταση χηρείας ή διαζεύξεως και δεν έχουν τέκνα. Μετά την μεταβολή αυτή στο μισθολόγιο του προσωπικού που εργάζεται στην Εμπορική Τράπεζα, όφειλε το εναγόμενο Ταμείο όπως, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 10δ παρ. 1 του Καταστατικού του, αλλά και κατ' εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης (άρθρα 22 παρ. 1 του Συντάγματος και 288ΑΚ), αναπροσαρμόσει, από 1-1-1999, την υπ' αυτού καταβαλλόμενη στους αναιρεσίβλητους μηνιαία σύνταξη, προσαυξάνοντας αυτή με το οικογενειακό επίδομα (γάμου).

Ενόψει αυτών, οι αναιρεσίβλητοι ως συνταξιούχοι, ευρισκόμενοι σε κατάσταση χηρείας, δικαιούνται από 1-1-1999 και εφεξής να λαμβάνουν από το αναιρεσείον οικογενειακό επίδομα, υπολογιζόμενο επί της βασικής συντάξεώς τους. Με όσα παραπάνω δέχθηκε το Εφετείο, ότι δηλαδή επήλθε μεταβολή, από 1-1-1999, στο μισθολόγιο των εν ενεργεία υπαλλήλων της Εμπορικής Τράπεζας, ως προς το οικογενειακό επίδομα, που είχε ως συνέπεια να επέλθει αντίστοιχη μεταβολή και στις συντάξιμες αποδοχές, παραβίασε εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, αφού διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, για ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο.

Ειδικότερα, το Εφετείο, ενώ δέχεται ότι κατά το συμβατικής ισχύος καταστατικό του αναιρεσείοντος η βασική σύνταξη των συνταξιούχων του προκύπτει από το άθροισμα των επί μέρους ποσών των διαφόρων μισθολογικών στοιχείων και ότι επ' αυτής υπολογίζεται το οικογενειακό επίδομα, όπως διαμορφώνεται κάθε φορά κατά ποσό ή ποσοστό βάσει των εκάστοτε σ.σ.ε.

ή δ.α. ή άλλων ευνοϊκότερων ρυθμίσεων και ότι η αναπροσαρμογή των ποσών των μηνιαίων συνολικών συντάξεων επέρχεται ως συνέπεια της μεταβολής του μισθολογίου του προσωπικού που εργάζεται στην Τράπεζα, το οποίο αποτελεί τη βάση για τον υπολογισμό των μηνιαίων συνολικών συνάξεων, δηλαδή άλλων μισθολογικών στοιχείων και όχι του οικογενειακού επιδόματος, το οποίο υπολογίζεται κατά ποσό ή ποσοστό επ' αυτών εν τούτοις δέχεται αντιφατικώς προς ταύτα και ασαφώς ότι η επέκταση του οικογενειακού επιδόματος από 1-1-1999 δια της άνω εγκυκλίου της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος και στους εν χηρεία ή διαζεύξει εν ενεργεία υπαλλήλους συνιστά μεταβολή του μισθολογίου τους και εντεύθεν υποχρέωση του αναιρεσείοντος να αναπροσαρμόσει αναλόγως το ποσό των μηνιαίων συντάξεων των στη κατάσταση αυτή ευρισκομένων συνταξιούχων του, χωρίς μάλιστα να διασαφηνίζει αν πλέον των παραπάνω περιελαμβάνετο στη σύμβαση (καταστατικό) σχετικός όρος δηλαδή αναπροσαρμογής ή επεκτάσεως του οικογενειακού επιδόματος των συνταξιούχων και στην περίπτωση αναπροσαρμογής ή επεκτάσεως του επιδόματος στους εν ενεργεία υπαλλήλους δια μονομερούς δικαιοπραξίας της Τραπέζης.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από τους αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως (κατά το πρώτο σκέλος του), επίσης από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου, με τους οποίους προβάλλεται η πλαγίου παραβίαση της πιο πάνω διάταξης, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που δέχθηκε την αγωγή με βάση τις διατάξεις του Καταστατικού του αναιρεσείοντος.

Σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως πράγματα δε κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται και η κύρια ή επικουρική βάση της αγωγής και τα προς θεμελίωση αυτών πραγματικά περιστατικά. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε ότι οι αναιρεσίβλητοι δικαιούνται το οικογενειακό επίδομα και με βάση την αρχή της ίσης μεταχείρισης, χωρίς όμως να περιέχεται στο δικόγραφο της αγωγής τέτοια επικουρική νομική βάση. Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται η παραβίαση του κανόνα αυτού, είναι ουσιαστικά βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και κατά το μέρος που δέχθηκε την αγωγή με βάση την αρχή της ίσης μεταχείρισης. Μετά από αυτά πρέπει η υπόθεση να παραπεμφθεί προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι σε πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί τη 1631/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους σε πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1100) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Ιουνίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 26 Σεπτεμβρίου 2006. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ