Supreme Court allows appeal against second instance dismissal due to first instance default judgment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the second instance judgment because the first instance court had dismissed the case due to the plaintiff's default. The plaintiffs argued that the dismissal violated substantive law regarding teacher salaries, while the second instance court rejected their appeal citing the procedural default. The court ruled that when an appeal is dismissed for default, the first instance decision is effectively confirmed, making it the proper subject of the appeal.
Legislator headnote
AI generatedArt. 531 para. 1 KPolD; Art. 553 para. 1 KPolD: When an appeal is dismissed ex officio due to the appellant's default, the first instance judgment is deemed substantively rejected and confirmed by the second instance, thereby becoming the sole subject of a subsequent cassation appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1604 / 2023 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1604/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Κωνσταντίνα Νάκου - Εισηγήτρια , Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 27 Σεπτεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΗΡΙΑ ... Α.Ε.", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Δημήτριο Μήλλα, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ν. Π. του Β., κατοίκου ... και 2. Ι. Κ. του Γ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Τσούγκο, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-12-2018 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αμαρουσίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 102/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 8665/2021 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση των αποφάσεων αυτών ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 29-10-2021 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 553 παρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή. Εξάλλου, κατά το άρθρο 531 παρ. 1 ΚΠολΔ, σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος εφαρμόζονται ως προς την έφεση οι διατάξεις για την ερημοδικία του ενάγοντος.
Δηλαδή, κατά προσαρμογή προς τα οριζόμενα στο άρθρο 272 παρ. 1, 2 ΚΠολΔ, η έφεση απορρίπτεται ερήμην του εκκαλούντος, που επιμελήθηκε για τη συζήτηση ή κλητεύθηκε νομίμως κατ' αυτή. Η απόρριψη της έφεσης, λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος, γίνεται κατ' ουσία και όχι κατά τύπους. Γιατί, παρόλο που στην πραγματικότητα οι λόγοι της έφεσης δεν εξετάζονται ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητά τους, θεωρείται, κατά πλάσμα του νόμου, ότι είναι αβάσιμοι και για την αιτία αυτή πάντοτε απορριπτέοι, αφού δεν δίδεται στο δικαστήριο η δυνατότητα έκδοσης αντίθετης απόφασης περί παραδοχής τους.
Επομένως, αν η ασκηθείσα έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης απορριφθεί λόγω ερημοδικίας του εκκαλούντος, προσβλητή με το ένδικο μέσο της αναίρεσης είναι μόνον η (μη υποκείμενη σε ανακοπή ερημοδικίας) απόφαση του Εφετείου, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη. Έτσι, τα τυχόν σφάλματα της απόφασης του πρώτου βαθμού, αφού επικυρώνονται από το εφετείο, μπορούν να προταθούν με την αίτηση αναίρεσης ως σφάλματα της δευτεροβάθμιας απόφασης, εφόσον συνιστούν και αναιρετικούς λόγους, παραδεκτώς προβαλλόμενους (ΟλΑΠ 16/1990, ΑΠ 625/2022, ΑΠ 1403/2021, ΑΠ 1274/2019, ΑΠ 920/2019).
Περαιτέρω, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 553 παρ. 1 περ. β', 309 εδ. α', 321 και 495 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο άσκησης του ως άνω ενδίκου μέσου, δηλαδή κατά το χρόνο της κατάθεσης του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Είναι δε τελεσίδικη η απόφαση, η οποία, απεκδύοντας το δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης (ΟλΑΠ 5/2001 και 9/1996, ΑΠ 1403/2021, ΑΠ 243/2017). Εξάλλου, κατά την παρ. 1 του άρθρου 503 ΚΠολΔ, η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας είναι δέκα πέντε ημέρες, αν ο διάδικος που δικάσθηκε ερήμην διαμένει στην Ελλάδα και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης.
Συνεπώς, η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνο αφού έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας είτε διότι παρήλθε η δεκαπενθήμερη προς άσκηση αυτής προθεσμία από την επίδοση της ερήμην απόφασης, είτε διότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής ερημοδικασθείς διάδικος παραιτήθηκε νομίμως από το δικόγραφο του ασκηθέντος ενδίκου μέσου της ανακοπής ή του δικαιώματος προς άσκηση αυτού, διότι έκτοτε αυτή καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1β' ΚΠολΔ.
Εξάλλου, η δήλωση για παραίτηση από το δικαίωμα προς άσκηση ενδίκου μέσου είναι έγκυρη και χωρίς να τηρηθεί ο διαδικαστικός τύπος του άρθρου 297 ΚΠολΔ, διότι ο τύπος αυτός αφορά αποκλειστικά την παραίτηση από το δικόγραφο ή το δικαίωμα ασκηθέντος ήδη ενδίκου μέσου (ΑΕΔ 42/1980, ΟλΑΠ 626/1980, ΑΠ 1403/2021). Ενόψει τούτου η παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας μπορεί να συνάγεται και σιωπηρώς από το ότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής ερημοδικασθείς διάδικος άσκησε αναίρεση χωρίς να ασκήσει ανακοπή ερημοδικίας. Για το κύρος μιας τέτοιας παραίτησης απαιτείται ειδική προς τούτο πληρεξουσιότητα του υπογράφοντος την αίτηση αναίρεσης δικηγόρου (άρθρο 98 περ. β' ΚΠολΔ). Η έλλειψη, όμως, αυτής μπορεί να καλυφθεί με έγκριση εκ των υστέρων του ασκήσαντος την αναίρεση διαδίκου, με συνέπεια, λόγω της αναδρομικής ενέργειας της έγκρισης που αφορά την παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας, να ισχυροποιείται αναδρομικά η παραίτηση από το χρόνο άσκησης της αναίρεσης και να θεωρείται η απόφαση τελεσίδικη από τότε και ως εκ τούτου να υπόκειται σε αναίρεση από το ίδιο χρονικό σημείο (ΟλΑΠ 17/2013, 9/1996, ΑΠ 938/2018, ΑΠ
779/2017, ΑΠ 243/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη από 29-10-2021 και με αριθ. κατ. 85346/159/29-10-2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα ερήμην της εκκαλούσας, ήδη αναιρεσείουσας, με αριθ. 8665/20-9-2021 απόφαση του, δικάσαντος ως δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε, λόγω της ερημοδικίας αυτής (εκκαλούσας) η ασκηθείσα έφεσή της κατά της με αριθ. 102/4-4-2019 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών.
Η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή, καθόσον ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), επιπλέον δε η προσβαλλόμενη, ερήμην εκδοθείσα, απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, στην οποία, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν, ενσωματώνεται η πρωτόδικη απόφαση, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, καθόσον η ερημοδικασθείσα εκκαλούσα, ήδη αναιρεσείουσα, παραιτήθηκε νομίμως από το δικαίωμα άσκησης του ενδίκου αυτού μέσου, με ρητή δήλωσή που περιέχεται στο δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης, το οποίο υπογράφει ο δικηγόρος Αθηνών Δημήτριος Μήλλας. Στον τελευταίο δε η αναιρεσείουσα χορήγησε ειδική προς τούτο πληρεξουσιότητα, δυνάμει του με αριθ. 9784/26- 10-2021 ειδικού πληρεξουσίου της Συμβολαιογράφου .... Επομένως, η αίτηση αναίρεσης πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ), οι οποίοι αφορούν επικαλούμενα σφάλματα της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που επικυρώθηκαν (με την, λόγω της ερημοδικίας της εκκαλούσας, κατ' ουσίαν απόρριψη της κατ' αυτής ασκηθείσας έφεσης) από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ως σφάλματα του τελευταίου.
Από την, κατά το άρθρο 561 παρ. 2, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την ασκηθείσα ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου από 27- 12-2018 και με αριθ. κατ. 7048/391/2018 αγωγή, οι ενάγοντες ισχυρίσθηκαν ότι είναι καθηγητές μέσης εκπαίδευσης, ότι προσλήφθηκαν σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από την εναγομένη, απασχοληθέντες στο ιδιωτικό εκπαιδευτήριο που διατηρεί αυτή στο ..., ο μεν πρώτος ως καθηγητής κοινωνιολογίας από το έτος 1995 έως 30-6-2015, ο δε δεύτερος ως φιλόλογος από 2-9-1985 έως 12-9-2014 και ότι η τελευταία, από το έτος 2013, έπαυσε να τους καταβάλλει επιδόματα εορτών και αδείας, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του ν. 4093/2012 και στη συνέχεια του ν. 4354/2015, που επέβαλαν περικοπές των αποδοχών στους υπαλλήλους του δημόσιου τομέα.
Ότι η περικοπή των εν λόγω επιδομάτων είναι παράνομη, καθόσον, οι εν λόγω νόμοι, αφενός μεν δεν εφαρμόζονται στους εργαζόμενους στον ιδιωτικό τομέα, όπως οι ενάγοντες, αφετέρου δε είναι αντίθετοι προς το Σύνταγμα και προς το άρθρο πρώτο του Πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. Ζήτησαν δε να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει για τις παραπάνω αιτίες, στον πρώτο ενάγοντα το συνολικό ποσό των 3.513 ευρώ, που αντιστοιχεί στα επιδόματα εορτών και αδείας των ετών 2013, 2014 και 2015 και στο δεύτερο ενάγοντα το συνολικό ποσό των 2.198 ευρώ, που αντιστοιχεί στα επιδόματα εορτών και αδείας των ετών 2013 και 2014 νομιμοτόκως από τότε που κάθε επιμέρους ποσό κατέστη απαιτητό.
Το Ειρηνοδικείο Αμαρουσίου, με τη με αριθ. 102/2019 οριστική απόφαση, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών, αφού έκρινε ότι η εναγομένη νομίμως διαμόρφωσε τις αποδοχές των εναγόντων σύμφωνα με τις ισχύουσες για τους δημόσιους εκπαιδευτικούς διατάξεις, δεχόμενο ότι οι εκπαιδευτικοί λειτουργοί της ιδιωτικής εκπαίδευσης εξομοιώνονται μισθολογικά με τους εκπαιδευτικούς λειτουργούς της δημόσιας εκπαίδευσης, απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή, κατά το μέρος που θεμελιώνεται στον αντίθετο ισχυρισμό των εναγόντων.
Περαιτέρω, αφού έκρινε ότι οι διατάξεις του ν. 4093/2012 και του ν. 4354/2015, με βάση τις οποίες η εναγομένη προέβη στην κατάργηση των επιδίκων επιδομάτων, "τυγχάνουν ανεφάρμοστες ως αντικείμενες στο Σύνταγμα και στις έχουσες υπερνομοθετική ισχύ διατάξεις διεθνών συνθηκών, εφόσον στερούν από τους ενάγοντες το δικαιούμενο ικανοποιητικό και αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης", δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, ως νόμω και ουσία βάσιμη και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει, για τις παραπάνω αιτίες, στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 2.586,40 ευρώ και στο δεύτερο ενάγοντα το ποσό των 1.704,40 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.
Κατά της απόφασης αυτής η εναγομένη άσκησε την από 24-7-2019 και με αριθ. κατ. 6822/364/24-7-2019 έφεση, κατά τη συζήτηση της οποίας δεν παραστάθηκε. Το Μονομελές πρωτοδικείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη με αριθ. 8665/20-9-2021 απόφαση, απέρριψε, λόγω της ερημοδικίας της εκκαλούσας, την έφεση, της απόρριψης θεωρουμένης κατ' ουσίαν, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν.
Το Σύνταγμα ορίζει, στο μεν άρθρο 4 § 5 ότι "Οι Έλληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους", στο δε άρθρο 25 §§ 1 και 4 ότι: "1. Τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους...
Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας. 4. Το Κράτος δικαιούται να αξιώνει από όλους τους πολίτες την εκπλήρωση του χρέους της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης".
Από το συνδυασμό των παραπάνω συνταγματικών διατάξεων συνάγεται ότι σε περιπτώσεις παρατεταμένης οικονομικής κρίσης, ο κοινός νομοθέτης δύναται να θεσπίσει μέτρα περιστολής των δημόσιων δαπανών που συνεπάγονται σοβαρή οικονομική επιβάρυνση μεγάλων κατηγοριών του πληθυσμού και, ιδίως, όσων λαμβάνουν μισθό ή σύνταξη από το δημόσιο ταμείο, λόγω της άμεσης εφαρμογής και αποτελεσματικότητας των επιβαλλόμενων σε βάρος τους μέτρων για τον περιορισμό του δημόσιου ελλείμματος.
Η δυνατότητα, όμως, αυτή δεν μπορεί να είναι απεριόριστη, αλλά έχει ως όριο τις αρχές της αναλογικότητας, της ισότητας στην κατανομή των δημόσιων βαρών και του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, οι οποίες επιτάσσουν το βάρος της δημοσιονομικής προσαρμογής να κατανέμεται μεταξύ όλων των κατηγοριών απασχολουμένων τόσο στον δημόσιο, όσο και στον ιδιωτικό τομέα, όπως, επίσης, και των ασκούντων ελευθέριο επάγγελμα, δεδομένου, μάλιστα, ότι η βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών είναι προς όφελος όλων.
Και τούτο διότι, ενόψει και της καθιερούμενης στο άρθρο 25 § 4 του Συντάγματος αξίωσης του Κράτους να εκπληρώνουν όλοι οι πολίτες το χρέος της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης, δεν είναι επιτρεπτό η επιβάρυνση από τα μέτρα που λαμβάνονται προς αντιμετώπιση της δυσμενούς και παρατεταμένης οικονομικής συγκυρίας να κατανέμεται πάντοτε σε συγκεκριμένες κατηγορίες πολιτών, ώστε η σωρευτική επιβάρυνση αυτών να είναι ιδιαίτερα μεγάλη και να είναι πλέον εμφανής η υπέρβαση των ορίων της αναλογικότητας και της ισότητας στην κατανομή των δημόσιων βαρών, αντί της προώθησης διαρθρωτικών μέτρων ή της είσπραξης των φορολογικών εσόδων, από τη μη εφαρμογή των οποίων ευνοούνται, κυρίως, άλλες κατηγορίες πολιτών (ΟλΣτΕ 481, 431/2018).
Συνεπώς, ο νομοθέτης, εκτιμώντας τις εκάστοτε επικρατούσες κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες και λαμβάνοντας υπόψη τη δημοσιονομική κατάσταση της Χώρας, δύναται, καταρχήν, να προβαίνει σε αναμόρφωση του μισθολογίου των δημοσίων λειτουργών και υπαλλήλων, εισάγοντας νέες ρυθμίσεις, η συνταγματικότητα των οποίων υπόκειται σε οριακό μόνο έλεγχο εκ μέρους του δικαστή.
Η αντίληψη αυτή περί των περιθωρίων εκτίμησης που απολαμβάνει ο εθνικός νομοθέτης σε ζητήματα δημοσιονομικής πολιτικής υιοθετείται και από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Δ.Δ.Α.), το οποίο παγίως δέχεται ότι στο προστατευτικό πεδίο του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α.
εμπίπτουν μεν οι δεδουλευμένες αποδοχές του δημοσιοϋπαλληλικού δικαίου και η προσδοκία για τη μελλοντική καταβολή τους, εφόσον υφίσταται επαρκής νομική βάση στο εθνικό δίκαιο για την ικανοποίηση των σχετικών αξιώσεων, πλην, με τις διατάξεις αυτές δεν κατοχυρώνεται δικαίωμα σε διαρκή απόληψη αποδοχών και συντάξεων συγκεκριμένου ύψους (ΕΔΔΑ, απόφαση της 19.4.2007 Eskelinen κατά Φινλανδίας, απόφαση της 20.3.2012 Panfile κατά Ρουμανίας), εκτός αν συντρέχει περίπτωση διακινδύνευσης της αξιοπρεπούς διαβίωσης του ενδιαφερομένου (ΑΠ 889/2021, ολΣτΕ 1307/2019, 0λΣτΕ1308/2019, ΟλΣτΕ 481/2018 ΟλΣτΕ 668/2012).
Περαιτέρω, με την εμφάνιση της οξύτατης δημοσιονομικής κρίσης στις αρχές του έτους 2010, ο νομοθέτης, εκτιμώντας ότι υφίστατο άμεσος κίνδυνος κατάρρευσης της οικονομίας και χρεοκοπίας της Χώρας και ότι ο μόνος τρόπος για να αντιμετωπισθεί η κατάσταση ήταν η προσφυγή στη χρηματοδοτική υποστήριξη από τα κράτη της Ευρωζώνης και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, έλαβε, έναντι της υποστήριξης αυτής, κυριαρχικώς, σειρά μέτρων περιστολής των δημόσιων δαπανών, μεταξύ των οποίων και η διενέργεια περικοπών και μειώσεων των αποδοχών των υπαλλήλων του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα.
Οι περικοπές και οι μειώσεις αυτές, οι οποίες ξεκίνησαν με την αναδρομική μείωση των αποδοχών κατά 12% και των επιδομάτων εορτών και αδείας κατά 30% και τον ορισμό νέου ορίου στις συνολικές αποδοχές των εργαζομένων στο δημόσιο τομέα (άρθρα 1 §§ 2 & 9, 2 § 1 και 20 § 1 ν. 3833/2010) και συνεχίσθηκαν σε σύντομο χρονικό διάστημα με την περαιτέρω μείωση των αποδοχών κατά 8%, καθώς και με την αποσύνδεση του ύψους των επιδομάτων εορτών και αδείας από το βασικό μισθό, την πρόβλεψη για καθένα από τα επιδόματα αυτά ενός πάγιου και εκ των προτέρων καθορισμένου ποσού και τη θέσπιση μέγιστου ορίου συνολικών αποδοχών για την επιτρεπτή καταβολή των εν λόγω επιδομάτων (άρθρο τρίτο §§ 1 & 6 ν. 3845/2010), την εν συνεχεία αναστολή των διατάξεων περί μισθολογικής εξελίξεως των υπαλλήλων (άρθρο 38 § 5 ν. 3986/2011), την αναδρομική μείωση κατά το ήμισυ, του κινήτρου απόδοσης (άρθρο 55 § 23 περ.
α' ν. 4002/2011), καθώς και την καθιέρωση νέου ενιαίου μισθολογίου-βαθμολογίου (ν. 4024/2011,) με συνέπεια την περαιτέρω περικοπή των αποδοχών, εντάσσονται στις δέσμες μέτρων που είχαν ως βάση τις προβλέψεις του πρώτου "Μνημονίου Συνεννόησης" και του πρώτου "Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής" (ετών 2012-2015) και απέβλεπαν στην άμεση μείωση των κρατικών δαπανών για την εξεύρεση πόρων προς αντιμετώπιση της έκτακτης ανάγκης στην οποία βρέθηκε η Χώρα.
Για τους λόγους δε αυτούς, όπως έχει κριθεί, ειδικώς τα θεσπισθέντα με τους ανωτέρω νόμους 3833/2010, 3845/2010 και 4024/2011 μισθολογικά μέτρα (περικοπές αποδοχών και επιδομάτων) δεν παρίσταντο, καταρχήν, απρόσφορα, και μάλιστα προδήλως, ούτε μη αναγκαία, για την επίτευξη των επιδιωκόμενων με αυτά ως άνω σκοπών (ΟλΣτΕ 3372/2015, ολΣτΕ 3373/2015, ΑΠ 1467/2022, ΑΠ 77/2022).
Στη συνέχεια και προς εφαρμογή του εγκριθέντος με το ν. 4046/2012 δεύτερου Μνημονίου Συνεννόησης, δημοσιεύθηκε ο ν. 4093/2012, με τις διατάξεις του οποίου ο νομοθέτης, αφού διαπίστωσε ότι η οικονομική ύφεση συνεχίζεται και ότι η Χώρα εξακολουθεί να έχει συνεχή προβλήματα με τη φορολογική "συμμόρφωση", την είσπραξη ληξιπρόθεσμων οφειλών προς το Κράτος και την προώθηση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, αποφάσισε να λάβει και πάλι, μεταξύ άλλων, ως άμεσο μέτρο για την αντιμετώπιση της παρατεταμένης οικονομικής και δημοσιονομικής κρίσης, την περαιτέρω μείωση των αποδοχών των μισθοδοτουμένων από το Δημόσιο, στο πλαίσιο δε αυτό, με τη διάταξη της περίπτωσης 1 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 καταργήθηκαν πλήρως, από 1.1.2013, τα επιδόματα εορτών και αδείας.
Ειδικότερα με τη διάταξη αυτή ορίσθηκε ότι: "Τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας, που προβλέπονται από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη, ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητική απόφαση ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία, για λειτουργούς, υπαλλήλους και μισθωτούς του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ., Ν.Π.Ι.Δ., και Ο.Τ.Α., καθώς και για τα μόνιμα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων και αντίστοιχους της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος, καταργούνται από 1.1.2013".
Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 34 ν. 4354/2015 (ΦΕΚ 176/16-12-2015), ορίσθηκε ότι από την έναρξη ισχύος του (1-1-2016) καταργείται, μεταξύ άλλων και η διάταξη του άρθρου 16 ν. 4024/2011, που καθόριζε τα καταβλητέα για επιδόματα εορτών και αδείας ποσά. Περαιτέρω, όπως προαναφέρθηκε, από καμία συνταγματική διάταξη ή αρχή δεν κωλύεται, καταρχήν, ο νομοθέτης, εκτιμώντας τις εκάστοτε συνθήκες και λαμβάνοντας υπόψη τη δημοσιονομική κατάσταση της Χώρας, να προβαίνει σε αναμόρφωση του μισθολογίου των δημοσίων λειτουργών και υπαλλήλων, εισάγοντας νέες ρυθμίσεις, οι οποίες υπόκεινται σε οριακό, μόνο, δικαστικό έλεγχο.
Δύναται, επομένως, ο νομοθέτης, για λόγους που αυτός εκτιμά και η κατ' ουσίαν αξιολόγηση των οποίων δεν υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο, να θεσπίσει μέτρα περιστολής των δημόσιων δαπανών που συνεπάγονται οικονομική επιβάρυνση μεγάλων κατηγοριών του πληθυσμού και, ιδίως, όσων λαμβάνουν μισθό, σύνταξη ή άλλες παροχές από το δημόσιο ταμείο, λόγω της ανάγκης άμεσης απόδοσης και αποτελεσματικότητας των επιβαλλόμενων μέτρων για τον περιορισμό του δημόσιου ελλείμματος.
Στις περιπτώσεις δε αυτές, το επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης δεν προσδιορίζεται με βάση τις προηγούμενες αποδοχές των προσώπων αυτών, αλλά με βάση τις γενικότερα επικρατούσες συνθήκες και σε συνάρτηση με το επίπεδο διαβίωσης του πληθυσμού της Χώρας εν γένει.
Εν προκειμένω, με την επίμαχη διάταξη του ν. 4093/2012 ο νομοθέτης προέβη στην πλήρη κατάργηση των επιδομάτων εορτών και αδείας, μεταξύ άλλων, για τους λειτουργούς και υπαλλήλους του Δημοσίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι δημόσιοι εκπαιδευτικοί, ως άμεσο μέτρο για την αντιμετώπιση της, κατά την εκτίμησή του, συνεχιζόμενης οικονομικής και δημοσιονομικής κρίσης.
Το μέτρο δε αυτό αποτελεί τμήμα ενός ευρύτερου, ολοκληρωμένου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής ("Μεσοπρόθεσμο Σχέδιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013 - 2016") και προώθησης διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων της ελληνικής οικονομίας, το οποίο αποσκοπεί τόσο στην κάλυψη των άμεσων οικονομικών αναγκών της Χώρας και την αντιμετώπιση των ιδιαίτερα αυξημένων ελλειμμάτων, όσο και στη βελτίωση της μελλοντικής δημοσιονομικής κατάστασής της (βλ.
σχετικές αναφορές στο εγκριθέν με το ν. 4046/2012 Μνημόνιο Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής καθώς και στην αιτιολογική έκθεση του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013 - 2016), δηλαδή στην εξυπηρέτηση σκοπών, που συνιστούν σοβαρούς λόγους δημοσίου συμφέροντος, δυνάμενους να δικαιολογήσουν, κατ' αρχήν, τη λήψη μέτρων περιστολής μισθολογικών δαπανών του Δημοσίου, δεδομένου ότι συνδέεται με την εκπλήρωση υποχρεώσεων που απορρέουν από τη συμμετοχή της Ελληνικής Δημοκρατίας στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση.
Εξάλλου, τα επιδόματα εορτών και αδείας δεν συνιστούν απόλυτα προνόμια και ο περιορισμός των αποδοχών των δημοσίων υπαλλήλων με την κατάργησή τους δικαιολογείται για λόγους γενικού συμφέροντος, που αποσκοπεί στη διασφάλιση της δημοσιονομικής εξυγίανσης και στη μείωση των δημοσίων δαπανών της Χώρας και, κατά συνέπεια, το μέτρο αυτό ανταποκρίνεται επίσης στους σκοπούς που επιδιώκει η Ευρωπαϊκή Ένωση, δηλαδή στη διασφάλιση της δημοσιονομικής πειθαρχίας των κρατών - μελών που έχουν ως νόμισμα το ευρώ και στην εξασφάλιση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας της ζώνης του ευρώ.
Επομένως, το επίδικο μέτρο της κατάργησης των επιδομάτων εορτών και αδείας, το οποίο, λόγω της φύσης του, συμβάλλει άμεσα στην περιστολή των δημόσιων δαπανών, τεκμηριώνεται επαρκώς με βάση τα ανωτέρω στοιχεία, δεν παρίσταται δε απρόσφορο, και μάλιστα προδήλως, για την επίτευξη των επιδιωκόμενων ως άνω σκοπών, ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν ήταν αναγκαίο, δεδομένου ότι με αυτό το μέτρο, το οποίο εφαρμόζεται γενικά σε όλους τους μισθωτούς του δημόσιου τομέα, γίνεται προσπάθεια εξοικονόμησης και περιορισμού των διογκωμένων δαπανών της Γενικής Κυβέρνησης, η οποία υπαγορεύεται από επιταγές της Ευρωπαϊκής Ένωσης για μείωση του υπερβολικού δημοσίου ελλείμματος (πρβλ.
αποφάσεις ΔΕΕ C- 49/18, Carlos Escribano Vindel, σκ. 67 και C - 64/16, Associacao Sindical dos Juizes Portugueses, σκ. 49 και 52). Εξάλλου, οι αποδοχές των δημοσίων υπαλλήλων και των δημοσίων εκπαιδευτικών, ειδικότερα, ακόμη και μετά την κατάργηση των επίμαχων επιδομάτων, εξασφάλιζαν αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης, τόσο σε σχέση με όσους διαβιούσαν στα όρια της φτώχειας, όσο και με όσους απασχολούνταν στον ιδιωτικό τομέα με τον κατώτατο βασικό μισθό και ημερομίσθιο.
Εξάλλου, ενόψει του ότι η εκτίμηση του νομοθέτη ως προς τα ληπτέα μέτρα για την αντιμετώπιση της διαπιστωθείσης από αυτόν κρίσιμης κατάστασης υπόκειται, κατά τα ανωτέρω, σε οριακό μόνο δικαστικό έλεγχο, δεδομένου ότι ο νομοθέτης απολαμβάνει μεγάλης ελευθερίας επιλογής στη χάραξη της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής, ιδίως όταν η επιλογή αυτή αναφέρεται σε χορήγηση παροχών και εντάσσεται σε πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής που αποσκοπεί στη δημοσιονομική εξυγίανση, ενόψει των περιορισμένων πόρων του κράτους (βλ.
απόφαση Ε.Δ.Δ.Α., Κουφάκη και ΑΔΕΔΥ κατά Ελλάδος, της 7.5.2013, σκ. 39), τυχόν ύπαρξη εναλλακτικών λύσεων για το νομοθέτη δεν καθιστά από μόνη της μη αιτιολογημένη την επίδικη ρύθμιση, ούτε, άλλωστε, υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο η συγκεκριμένη επιλογή, αν, δηλαδή, ο νομοθέτης επέλεξε τον καλύτερο τρόπο χειρισμού του προβλήματος ή αν έπρεπε να είχε ασκήσει διαφορετικά την εξουσία του (πρβλ.
Ε.Δ.Δ.Α., Κουφάκη και ΑΔΕΔΥ κατά Ελλάδος, σκ. 48). Περαιτέρω, ενόψει της φύσης των επιδομάτων εορτών και αδείας και του λόγου της θέσπισής τους, καθώς και του ύψους, στο οποίο είχαν διαμορφωθεί κατά τον κρίσιμο χρόνο, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η κατάργησή τους στερείται, προδήλως, εύλογης βάσης, ούτε ότι η επερχόμενη με αυτήν μείωση των συνολικών αποδοχών θέτει σε διακινδύνευση την αξιοπρεπή διαβίωση των υπαλλήλων (πρβλ.
ΟλΣτΕ 3404-3406/2014, 3177/2014, πρβλ. και Ε.Δ.Δ.Α., Κουφάκη και ΑΔΕΔΥ κατά Ελλάδος, σκ. 31, 45 και 46). Εξάλλου, εκ μόνου του λόγου ότι άλλες ρυθμίσεις του ν. 4093/2012, οι οποίες αφορούν διαφορετικά θέματα (μισθούς και συντάξεις), κρίθηκαν αντισυνταγματικές, δεν προκύπτει αναγκαίως αντισυνταγματικότητα και της επίδικης ρύθμισης (ΑΠ 899/2021, ΣτΕολ 1307/2019, 1308/2019).
Αντίθετη εκδοχή θα ισοδυναμούσε με αφηρημένο έλεγχο συνταγματικότητας του νόμου, ο οποίος, σύμφωνα με το Σύνταγμα, δεν έχει ανατεθεί στη δικαστική εξουσία. Ενόψει αυτών, η διάταξη της περίπτωσης 1 της υποπ. Γ.1 της παρ. Γ του άρθρου πρώτου του ν.4093/2012, με την οποία, καταργήθηκαν τα επιδόματα εορτών και το επίδομα αδείας, δεν παραβιάζει τη δίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος και της προστασίας των δικαιωμάτων των, ως άνω, υπαλλήλων και συνεπώς αυτή δεν αντίκειται στην κατοχυρωμένη από το άρθρο 25 § 1 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας ούτε στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. (ΑΠ 899/2021, ΑΠ 1280/2020, ολΣτΕ 798/2021, ΟλΣτΕ 1307/2019, 1308/2019).
Τέλος, η επίδικη διάταξη δεν αντίκειται στα άρθρα 4 § 5 και 25 § 4 του Συντάγματος, δεδομένου ότι πρόκειται για μέτρο που αφορά όλους τους υπαλλήλους του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα και ειδικότερα όλους τους δημόσιους εκπαιδευτικούς ( ΑΠ 1467/2022, ΑΠ 476/2022, ΑΠ 899/2021, ΟλΣτΕ 798/2021, ΟλΣτΕ 1307/2019, 1308/2019). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 16 παρ. 2 του Συντάγματος "Η παιδεία αποτελεί βασική αποστολή του Κράτους.." κατά δε την παρ. 8 του ίδιου άρθρου "Νόμος ορίζει τις προϋποθέσεις και τους όρους χορήγησης άδειας για την ίδρυση και λειτουργία εκπαιδευτηρίων που δεν ανήκουν στο Κράτος, τα σχετικά με την εποπτεία που ασκείται πάνω σ' αυτά, καθώς και την υπηρεσιακή κατάσταση του διδακτικού προσωπικού τους".
Κατ' εξουσιοδότηση της συνταγματικής αυτής διάταξης, εκδόθηκε το ΝΔ 3855/1958 "Περί τρόπου προσλήψεως και μισθοδοσίας του διδακτικού προσωπικού των Ιδιωτικών Εκπαιδευτηρίων", με τη διάταξη του άρθρου 3 του οποίου ορίστηκε ότι: "Αι αποδοχαί του διδακτικού προσωπικού των ιδιωτικών σχολείων παρακολουθούν τας αποδοχάς μετά των πάσης φύσεως επιδομάτων (πολυετίας, ευδοκίμου παραμονής εν τω αυτώ βαθμώ, ακριβείας, ειδικού επιδόματος κλπ) ως και τας εκάστοτε αυξομειώσεις των εν ενεργεία ομοιοβάθμων των δημοσίων εκπαιδευτικών λειτουργών (παρ. 1).
Το διδακτικόν προσωπικόν των Ιδιωτικών σχολείων έχει τας αυτάς υποχρεώσεις προς το σχολείον εις ο εργάζεται, τας οποίας έχει και το διδακτικόν προσωπικόν των δημοσίων σχολείων" (παρ. 2). Ακολούθως το άρθρο αυτό, κατά την παρ. 1 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 36 Ν. 682/1977 "Περί Ιδιωτικών σχολείων Γενικής Εκπαιδεύσεως και Σχολικών Οικοτροφείων", με το οποίο, όπως η παρ. 1 αυτού αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 παρ. 1 του ν. 817/1978 ορίστηκε ότι: "Οι Ιδιωτικοί εκπαιδευτικοί λαμβάνουν τουλάχιστον τας εκάστοτε αποδοχάς των ομοιοβάθμων των δημοσίων εκπαιδευτικών μετά των πάσης φύσεως επιδομάτων. ..(παρ. 1)".
Με βάση τι παραπάνω διατάξεις, επήλθε πλήρης μισθολογική εξομοίωση των αποδοχών των ιδιωτικών εκπαιδευτικών με τις αποδοχές των δημόσιων εκπαιδευτικών, όπως κάθε φορά ισχύουν, η οποία άλλωστε προβλεπόταν και από το προϊσχύσαν νομοθετικό καθεστώς (άρθρο 3 ν.δ. 3855/1958). Με τη μισθολογική αυτή εξομοίωση, η οποία εξυπηρετεί πληρέστερα της εργατικής νομοθεσίας τα οικονομικά συμφέροντα των ιδιωτικών εκπαιδευτικών, καθιερώθηκε ως προς τη μισθοδοσία αυτών ιδιαίτερο μισθολογικό καθεστώς, διαφορετικό εκείνου, που κατά την εργατική νομοθεσία διέπει τους λοιπούς με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου απασχολούμενους μισθωτούς και ρυθμίζει τη μισθοδοσία τους σε όλο το εύρος της, δηλαδή περιλαμβάνει κάθε αξίωση αποδοχών, είτε με τη μορφή μισθού είτε με τη μορφή επιδομάτων.
Η χρήση της λέξης "τουλάχιστον", στη διάταξη του άρθρου 36 παρ. 1 ν. 682/1977, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο παρ. 1 του ν. 817/1978, έγινε το μεν προς καθορισμό των κατωτάτων ορίων μέχρι των οποίων κατ' ελάχιστο, μπορούν να συνομολογηθούν με τους εργοδότες τους, οι πάσης φύσεως αποδοχές των ιδιωτικών εκπαιδευτικών λειτουργών, το δε προς υποδήλωση της ελευθερίας των συμβαλλομένων να συνομολογούν, με συμφωνία συναπτόμενη μεταξύ αυτών (ιδιωτικών εκπαιδευτικών και εργοδοτών), στα πλαίσια της ελευθερίας των συμβάσεων, αποδοχές με ευνοϊκότερους - μείζονες όρους εκείνων των δημόσιων εκπαιδευτικών λειτουργών.
Καθόλου όμως δεν εσκοπείτο, με τη χρησιμοποίηση της λέξης αυτής, είτε η διάσπαση του ως άνω καθιερωθέντος συστήματος μισθοδοσίας των λειτουργών της ιδιωτικής εκπαίδευσης, είτε η δημιουργία νομοθετικώς τάξης μισθωτών, η ρύθμιση των αποδοχών των οποίων θα θεμελιωνόταν σε δύο νομοθετικές βάσεις, δηλαδή εκείνης που ρυθμίζει τη μισθοδοσία των δημοσίων υπαλλήλων και εκείνης της εργατικής νομοθεσίας, ανάλογα με το εκάστοτε υπέρτερο ύψος των εκ της μιας ή της άλλης ληπτέων αποδοχών (ΟλΑΠ 1469/1984).
Τούτο άλλωστε είναι συμβατό με τη γενικότερη αρχή εργατικού δικαίου, κατά την οποία δεν είναι επιτρεπτή η σύγχρονη εφαρμογή όλων των πηγών (Νόμου, ΣΣΕ, ατομικής σύμβασης εργασίας..) ως προς την έννοια των αποδοχών του μισθωτού, απαγορευομένης της εκλεκτικής ή σωρευτικής καταβολής αποδοχών από δύο ή περισσότερες ρυθμιστικές πηγές (ΟλΑΠ 5/2011).
Το γεγονός δε ότι η σχέση που συνδέει τους ιδιωτικούς εκπαιδευτικούς λειτουργούς με τους εργοδότες τους είναι εκείνη της σύμβασης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, δεν αποκλείει την δια νόμου ειδική, με κανόνες διαφόρους εκείνων της εργατικής νομοθεσίας, ρύθμιση αυτής της σχέσης, όσον αφορά τις αποδοχές τους, ούτε καθιστά επιτρεπτή και την παράλληλη με αυτήν εφαρμογή, ενόψει, πέραν των προεκτεθέντων και των διαφοροποιήσεων που υπάρχουν ως προς την εν γένει ρύθμιση των όρων εργασίας των εκπαιδευτικών αυτών, (σε αντιστοίχηση με τους όρους εργασίας των δημόσιων εκπαιδευτικών λειτουργών), που τους καθιστούν ιδιαίτερη κατηγορία μισθωτών, εξομοιούμενους μισθολογικά προς δημόσιους υπαλλήλους, έναντι των λοιπών μισθωτών του ιδιωτικού τομέα, που δεν υπόκεινται στη ίδια μεταχείριση.
Συνακόλουθα, εφόσον οι αποδοχές του διδακτικού προσωπικού των ιδιωτικών εκπαιδευτικών παρακολουθούν τις αποδοχές με τα επιδόματα των εν ενεργεία ομοιόβαθμών τους δημόσιων εκπαιδευτικών λειτουργών, πρέπει να διαμορφώνονται σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες για τους τελευταίους σχετικές διατάξεις, σε περίπτωση έλλειψης αντίθετης συμφωνίας για καταβολή υπερτέρων αποδοχών εκείνων των δημόσιων εκπαιδευτικών (ΑΠ 140/2016).
Κατά συνέπεια, εφαρμόζονται ευθέως εκ του νόμου (άρθρο 36 ν.682/1977, όπως ισχύει) και για τους ιδιωτικούς εκπαιδευτικούς, αφότου εφαρμόσθηκαν για τους δημοσίους εκπαιδευτικούς και οι διατάξεις των Ν.3383/2010, 3986/2011, 4002/2011 και 4093/2012. Ως εκ της εφαρμογής δε, ειδικότερα, του ν. 4093/2012 (άρθρο πρώτο παράγραφος Γ υποπαράγραφος Γ.1 περίπτωση 1) επέρχεται από 1-1-2013 κατάργηση των επιδομάτων εορτών και αδείας όχι μόνο για τους δημόσιους αλλά και για τους ιδιωτικούς εκπαιδευτικούς.
Όμως, όπως προεκτέθηκε, η τυχόν καταβολή σε αυτούς, εκ μέρους των εργοδοτών, υπέρτερων των νομίμων ελαχίστων αποδοχών, όπως κατόπιν μεταξύ τους συμφωνίας, ως περιεχόμενο ατομικής σύμβασης εργασίας, ή επιχειρησιακής συνήθειας, δεν αποκλείεται(ΑΠ 290/2022, ΑΠ 140/2016). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ. 1 εδ.
α'του ΚΠολΔ κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια της επικυρωθείσας από αυτήν (με την, λόγω της ερημοδικίας της εκκαλούσας, απόρριψη κατ' ουσίαν της έφεσης) με αριθ. 102/2019 απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ισχυριζόμενη ότι τούτο (πρωτοβάθμιο δικαστήριο) και κατ' επέκταση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, παραβίασε τις, εφαρμοστέες στην ένδικη περίπτωση, διατάξεις του ν. 4093/2012 και του ν. 4354/2015, με το να δεχθεί ότι δεν τυγχάνουν εφαρμογής, λόγω αντίθεσής τους προς το Σύνταγμα.
Ο, ως άνω, λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν, η διάταξη της περίπτωσης 1 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου ν. 4093/2012, που προβλέπει την κατάργηση, από 1-1-2013, των επιδομάτων εορτών και αδείας για τους λειτουργούς και υπαλλήλους του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, η οποία (κατάργηση) διατηρήθηκε από 1-1-2016 με το άρθρο 34 ν. 4354/2015, δεν αντίκειται στο Σύνταγμα και ειδικότερα στις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 5, 5 παρ. 1, 22 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος, ούτε στο άρθρο του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α..
Επομένως, οι παραπάνω διατάξεις είναι εφαρμοστέες για τους δημόσιους εκπαιδευτικούς. Περαιτέρω, εφόσον, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν, οι αποδοχές των ιδιωτικών εκπαιδευτικών πρέπει να διαμορφώνονται σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες για τους δημόσιους εκπαιδευτικούς διατάξεις, ως εκ της μεταξύ τους, εκ του νόμου, πλήρους μισθολογικής εξομοίωσης, που συνεπάγεται το ίδιο, για αμφοτέρους, επίπεδο διαβίωσης, οι επίμαχες διατάξεις εφαρμόζονται και για τους ιδιωτικούς εκπαιδευτικούς, σε περίπτωση έλλειψης αντίθετης συμφωνίας μεταξύ αυτών και του εργοδότη τους για καταβολή υπέρτερων αποδοχών.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι ουδεμία αναφορά γίνεται στο δικόγραφο της περί συνομολόγησης μεταξύ των διαδίκων μερών κατά την κατάρτιση των ενδίκων συμβάσεων εργασίας, ευνοϊκότερων των καθοριζομένων για τους δημόσιους εκπαιδευτικούς αποδοχών.
Επομένως, οι, ως άνω, διατάξεις, εφαρμόζονται ευθέως και για τους ενάγοντες ιδιωτικούς εκπαιδευτικούς, αφότου εφαρμόσθηκαν για τους δημόσιους εκπαιδευτικούς, ως εκ της εφαρμογής τους δε καταργήθηκαν από 1-1-2013 τα επιδόματα εορτών και αδείας και για τους ενάγοντες, οπότε δεν υφίσταται δικαίωμά τους για την καταβολή τους.
Κατά συνέπεια, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, απορρίπτοντας κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσείουσας, λόγω της ερημοδικίας της και επικυρώνοντας έτσι την πρωτόδικη απόφαση, που δέχθηκε ότι η διάταξη της περίπτωσης 1 της υποπαραγράφου Γ 1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 και του ισχύοντος από 1-1-2016 άρθρου 34 του ν. 4354/2015 (που, σε κάθε περίπτωση, αφορά σε μεταγενέστερο του επιδίκου χρόνο, αφού με την αγωγή οι ενάγοντες ζητούν την επιδίκαση των, ως άνω, επιδομάτων μέχρι το έτος 2015), είναι αντισυνταγματική και δεν εφαρμόζεται και ότι οι ενάγοντες δικαιούνται για τις εν λόγω αιτίες τα προαναφερόμενα ποσά δεχόμενο εν μέρει την αγωγή, ως νόμω και ουσία βάσιμη, παραβίασε την, ως άνω, ουσιαστικού δικαίου διάταξη, την οποία δεν εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της.
Κατόπιν των παραπάνω, πρέπει να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος αναίρεσης, μετά την αποδοχή του οποίου παρέλκει η έρευνα των λοιπών, αφού η εμβέλειά του καλύπτει το σύνολο της προσβαλλόμενης απόφασης και να αναιρεθεί αυτή. Περαιτέρω, ενόψει του ότι η υπόθεση δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, πρέπει, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, να κρατηθεί αυτή και δικασθεί από το παρόν αναιρετικό τμήμα και στη συνέχεια να γίνει δεκτή η από 24-7-2019 έφεση, με την οποία η εκκαλούσα, ήδη αναιρεσείουσα παραπονείτο για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων, να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη με αριθ. 102/2019 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου, να δικασθεί η από 27-12- 2018 αγωγή και να απορριφθεί, ως μη νόμιμη.
Τέλος, πρέπει να συμψηφισθούν στο σύνολο τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων των πρώτου και δεύτερου βαθμού δικαιοδοσίας και της παρούσας αναιρετικής δίκης, καθόσον η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαιτέρως δυσχερής (άρθρο 179 εδ. α' του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Αναιρεί τη με αριθ. 8665/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
-Κρατεί και δικάζει την από 24-7-2019 και με αριθ. κατ. 6822/364/2019 έφεση της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της με αριθ. 102/2019 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου.
-Δέχεται την, ως άνω, έφεση.
-Εξαφανίζει τη με αριθ. 102/2019 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου.
-Κρατεί την υπόθεση και δικάζει την από 27-12-2018 και με αριθ. κατ. 7048/391/2018 αγωγή.
-Απορρίπτει την αγωγή.
-Συμψηφίζει στο σύνολο τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων των δύο βαθμών δικαιοδοσίας και της παρούσας αναιρετικής δίκης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Φεβρουαρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Οκτωβρίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ