1604/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή, Γεώργιο Παπανδρέου - Εισηγητή και Λάμπρο Καρέλο, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1604/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 286 επ.περ.α, 287, 291 Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα και στην αναιρετική δίκη, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται αν μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.
Full text
Απόφαση 1604 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1604/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ'Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή, Γεώργιο Παπανδρέου - Εισηγητή και Λάμπρο Καρέλο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 24η Οκτωβρίου 2018 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. συζ. Κ. Γ. το γένος Δ. Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Κωνσταντίνο Φιφλή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: Μ. συζ. Ι. Σ., το γένος Δ. Κ., η οποία δε παραστάθηκε. Στο σημείο αυτό ο πληρεξούσιος δικηγόρος Ιωάννης Ρούσσος, δήλωσε ότι η αναιρεσίβλητη απεβίωσε στις 28-1-2018 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί νόμιμοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της 1.Ι. Σ. του Μ., κάτοικος ... και 2.Ε. Α. του Ι., κάτοικος ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-9-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πάρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 14/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 137/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου (τακτική διαδικασία - Εφέσεις.) Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18-10-2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη .
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 137/2017απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου, που δίκασε ως Εφετείο, κατά την τακτική διαδικασία και απέρριψε κατ' ουσίαν έφεση της αναιρεσείουσας κατά της εκκληθείσας πρωτοβάθμιας απόφασης του Ειρηνοδικείου Πάρου, με την οποία απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη διεκδικητική αγωγή της τελευταίας κατά της αναιρεσιβλήτου, επικυρώνοντας την απόφαση αυτή. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, καταβλήθηκε το προσήκον παράβολο και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω.
Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 286 επ.περ.α, 287, 291 Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα και στην αναιρετική δίκη, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται αν μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.
Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου διακοπής με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξης. Η δίκη που διακόπηκε μπορεί να επαναληφθεί εκουσίως ρητώς με δήλωσή των κληρονόμων του θανόντος στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, ακόμα και ταυτόχρονα με τη δήλωση διακοπής, εφόσον παρίσταται ο αντίδικος, είτε με την επίδοση ιδιαιτέρου δικογράφου ή και με εξώδικη δήλωση αλλά και σιωπηρώς με την κοινοποίηση κλήσης για συζήτηση της υπόθεσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της υπόθεσης η αναιρεσίβλητη Μ. σύζ. Ι. Σ., απεβίωσε την 28-1-2018 δηλαδή μετά την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης (την 19-10-2017) και κληρονομήθηκε από τους: 1) Ι. Σ. του Μ. και 2) Ε. Α. του Ι., μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους της, οι οποίοι με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, που έγινε ακροατήριο κατά την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης δικάσιμο και καταχωρήθηκε στα πρακτικά της συνεδρίασης αυτής, γνωστοποίησαν στην αναιρεσείουσα το γεγονός του θανάτου της προαναφερομένης καθολικού δικαιοπαρόχου τους και ταυτόχρονα δήλωσαν ότι συνεχίζουν για εκείνην τη διακοπείσα δίκη.
Ο θάνατος της τελευταίας και η συγγενική σχέση που στηρίζει την κληρονομική διαδοχή, αποδεικνύονται από το προσκομιζόμενο απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου αυτού, το πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης και το πιστοποιητικά του αρμόδιου γραμματέα περί μη αποποίησης της κληρονομιάς και μη δημοσίευσης διαθήκης αυτού, όπως άλλωστε δεν αμφισβητείται από την αναιρεσείουσα (261 Κ.Πολ.Δ.).
Συνεπώς νομίμως επαναλήφθηκε η προκειμένη δίκη και παραδεκτώς χωρεί η συζήτηση της υπόθεσης.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 2 ΚΠολΔ κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων επιτρέπεται αναίρεση (και) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος. Ο λόγος αυτός, συνδεόμενος με την επιταγή του άρθρου 8 εδάφιο α' του Συντάγματος, που επαναλήφθηκε και στο άρθρο 109 § 1 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία "κανένας δεν στερείται χωρίς τη θέληση του το δικαστή που του έχει ορίσει ο νόμος", ιδρύεται μόνον όταν η σχετική πλημμέλεια βαρύνει τη σύνθεση του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής μη νόμιμη σύνθεση του Δικαστηρίου υπάρχει, αν δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις του ΚΠολΔ, του Οργανισμού των δικαστηρίων ή ειδικών νόμων για τη σύνθεση αυτού και την αναπλήρωση των κωλυόμενων μελών του. Έτσι σύμφωνα με τα άρθρα 5 και 15 του ως άνω Ν. 1756/1988, όπως αντικ. από το άρθρο 2 του ν. 2172/1993, ο καθορισμός της σύνθεσης του δικαστηρίου, με την έννοια του προσδιορισμού του συγκεκριμένου δικαστή ή των συγκεκριμένων δικαστών που θα εκδικάσουν τις υποθέσεις, γίνεται από τον πρόεδρο του δικαστηρίου.
Συναφώς, κατά το άρθρο 305 αρ. 1 ΚΠολΔ, το πρωτότυπο της απόφασης πρέπει να αναφέρει, μεταξύ άλλων, τη σύνθεση του δικαστηρίου. Η απόδειξη δε της κακής σύνθεσης γίνεται από την απόφαση ή από τα πρακτικά, ενόσω δεν προσβάλλονται για πλαστότητα. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 17 Α ΚΠολΔ στην αρμοδιότητα των μονομελών πρωτοδικείων υπάγονται και οι εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων της περιφέρειάς τους.
Στην περίπτωση αυτή τα μονομελή πρωτοδικεία συγκροτούνται από πρόεδρο πρωτοδικών ή πρωτοδίκη με πενταετή τουλάχιστον υπηρεσία, στην οποία συνυπολογίζεται και η υπηρεσία αυτού ως παρέδρου πρωτοδικείου και, σε περίπτωση που δεν υπηρετούν πρωτοδίκες με την πιο πάνω υπηρεσία ή αυτοί που υπηρετούν δεν επαρκούν, από τον αρχαιότερο κατά διορισμό πρωτοδίκη.(ΑΠ 643/2016) Στην προκείμενη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα:
Με την προσβαλλόμενη 137/2017 απόφασή του το Μονομελές Πρωτοδικείο Σύρου, που δίκασε ως Εφετείο, απέρριψε την από 2/6/2015 έφεση της αναιρεσείουσας - ενάγουσας κατά της 14/2015 απόφασης του Ειρηνοδικείου Πάρου. Κατά της ως άνω απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου ασκήθηκε από την αναιρεσείουσα - εκκαλούσα η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.
Στη σύνθεση του Μονομελούς Πρωτοδικείου που συνεδρίασε στις 24/11/2016 και εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση μετείχε ως μονομελής δικαστής η Πρωτοδίκης του δικαστηρίου αυτού Ε. Χ., η οποία όμως δεν είχε συμπληρώσει την κατά νόμο απαιτούμενη πενταετή υπηρεσία ως Πρωτοδίκη, αφού είχε διοριστεί ως πάρεδρος πρωτοδικείου στις 2/4/2015 και ακολούθως, είχε προαχθεί στο βαθμό της Πρωτοδίκη στις 4/4/2016 και τοποθετήθηκε στο Πρωτοδικείο Σύρου, όπου ορκίστηκε στις 4/4/2016 ως Πρωτοδίκης.
Κατά το διάστημα εκείνο υπηρετούσαν στο εν λόγω δικαστήριο πέραν του Προέδρου Πρωτοδικών και οι Πρωτοδίκες Ε. Τ. διορισθείσα την 1-8-2006(ΦΕΚ Γ240/9-8-2006) και Κ. Π. διορισθείς την 1-7-2006 (ΦΕΚ Γ 589/29-7- 2009). όλοι τους δε ήταν αρχαιότεροι κατά διορισμό από την Πρωτοδίκη Ε. Χ.., όπως προκύπτει και από τα προσκομιζόμενα ως άνω ΦΕΚ.
Επομένως, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, η συγκρότηση της σύνθεσης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου που εξέδωσε, ως Εφετείο, την προσβαλλόμενη 137/2017 απόφαση, είναι μη νόμιμη, αφού έγινε κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 17 Α ΚΠολΔ και, συνεπώς, το πιο πάνω δικαστήριο υπέπεσε στην προβλεπόμενη από το άρθρο 560 παρ.2 ΚΠολΔ πλημμέλεια, όπως βάσιμα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον μοναδικό λόγο αναίρεσης, ο οποίος και πρέπει να γίνει δεκτός^απορριπτομένων ως αβασίμων των ισχυρισμών των αναιρεσιβλήτων περί ελλείψεως εννόμου συμφέροντος της αναιρεσείουσας και απαραδέκτου άσκησης της αναίρεσης κατ'άρθρο 562 παρ.3 ΚΠολΔ, καθόσον η επικαλούμενη πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης (μη νόμιμη σύνθεση του δικαστηρίου) δεν προκλήθηκε από τη συμπεριφορά της αναιρεσείουσας.
Μετά την παραδοχή του λόγου αυτού, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., στο ίδιο Πρωτοδικείο, εφόσον είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνη που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του κατατεθέντος παραβόλου (αρθρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι νόμιμοι κληρονόμοι της θανούσας αρχικής αναιρεσίβλητης που συνεχίζουν τη δίκη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 137/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου που δίκασε ως Εφετείο.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Πρωτοδικείο που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνη που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στην αναιρεσείουσα.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Νοεμβρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Νοεμβρίου 2018.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ