1604/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την 98/2017 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ασπασίας Καρέλλου, Δήμητρα Κοκοτίνη, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1604/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Μιχολιάς ανέγνωσε την από 12/1/2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Full text
Απόφαση 1604 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1604/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την 98/2017 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ασπασίας Καρέλλου, Δήμητρα Κοκοτίνη, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 9 Μαΐου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Γιάννα Λάμπρου, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Δ., 2) Γ. Κ., 3) Β. Λ., 4) Ι. Λ., 5) Ε. Μ., 6) Χ. Π., 7) Β. Π., 8) Σ. Π., 9) Α. Π., 10) Β. Π., 11) Δ. Τ., όλων κατοίκων ... και 12) ελληνικής εταιρείας τοπικής ανάπτυξης και αυτοδιοίκησης (ε.ε.τ.α.α.) που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα. Οι 1ος έως 11ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Καμπίτη, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. που δεν κατέθεσε προτάσεις και η 12η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Μπαρμπούρη, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/10/2007 αγωγή των ήδη 1ου έως 11ου των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1205/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 1403/2015 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων Δήμος με την από 7/10/2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Μιχολιάς ανέγνωσε την από 12/1/2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της 12ης αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Επειδή από τον συνδυασμό των διατάξεων των αρθρ. 68, 556 και 558 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι η αίτηση αναιρέσεως απευθύνεται κατά του νικήσαντος αντιδίκου του αναιρεσείοντος, όχι δε και κατά του ομοδίκου του, ως προς τον οποίο είναι απαράδεκτη η αναίρεση ελλείψει έννομου συμφέροντος, εφόσον η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει διατάξεις ως προς τον αναιρεσίβλητο αυτό που να βλάπτουν τον αναιρεσείοντα (Ολ.ΑΠ 24/1997).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι η υπό τον αριθμό δώδεκα (12) αναιρεσίβλητη ήταν στη δευτεροβάθμια δίκη ομόδικη του αναιρεσείοντος επί της κατά αυτών έφεσης των ένδεκα (11) πρώτων αναιρεσιβλήτων - εναγόντων και αντίδικος του αναιρεσείοντος επί της εφέσεως αυτού κατά των εναγόντων (11 πρώτων αναιρεσιβλήτων) και κατά της συνεναγομένης (ομοδίκου του στον πρώτο βαθμό) και δεν περιέχεται διάταξη στην απόφαση αυτή (προσβαλλόμενη) υπέρ της ως άνω αναιρεσίβλητης, που να είναι βλαπτική των συμφερόντων του αναιρεσείοντος.
Κατ’ ακολουθία της αμέσως ως άνω νομικής σκέψης, και με δεδομένο, α) ότι στον πρώτο βαθμό η 12η αναιρεσίβλητη ήταν ομόδικη του αναιρεσείοντος στη δίκη, που ανοίχθηκε σε βάρος των με την αγωγή των 11 πρώτων αναιρεσιβλήτων, επί της οποίας, κατόπιν εφέσεων, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη και β) ότι στην κρινόμενη αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος ουδέν ιστορείται περί του εννόμου συμφέροντος αυτού να στραφεί κατά της αναιρεσίβλητης αυτής, η ένδικη αναίρεση κατά το μέρος που στρέφεται κατά της εν λόγω αναιρεσίβλητης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποιήσεως, που ως διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης εξετάζεται αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο.
2. Από τα άρθρα 118 αριθ. 4, 559 αριθ. Α και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως περί της από το δικαστήριο της ουσίας παραβιάσεως κανόνα ουσιαστικού δικαίου πρέπει σ’ αυτόν να καθορίζεται, πλην άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη (όπως ορισμένο άρθρο ορισμένου νόμου) του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε.(Ολομ. Α.Π18/2005 Α. Π 113/2011). Στην προκείμενη περίπτωση με τον από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτο λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται ότι η αναιρεσιβαλλόμενη εσφαλμένως εφήρμοσε το νόμο διότι δέχθηκε ως νόμιμη την αναδρομική μετατροπή των συμβάσεων των καθ’ ων από ορισμένου χρόνου σε αορίστου, από την ημερομηνία της συντρίψεως τους, παρά το σαφή χαρακτηρισμό τους ως συμβάσεων απόκτησης εργασιακής εμπειρίας, πράγμα που ρητά απαγορεύεται από το Σύνταγμα και κατά συνέπεια είναι αναιρετέα για το λόγο αυτό κατ’ άρθρο 559 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος ως αόριστος, κατά την προαναφερθείσα μείζονα σκέψη, διότι δεν αναφέρεται στην αίτηση αναίρεσης η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε.
4. Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ)1 για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή η οποία; αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός, που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως, είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (Α.Π. 115/2007 Ελ. Δικ/νη 2007 σελ. 13 67).
Στην προκειμένη περίπτωση με τη με αριθμό 1205/2008 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών έγινε εν μέρει δεκτή η από 26-10-2007 αγωγή των 11 πρώτων αναιρεσιβλήτων κατά του αναιρεσείοντος και υποχρεώθηκε ο τελευταίος να καταβάλει σε καθένα από αυτούς τα αναφερόμενα σε αυτή και στην αρχή της παρούσης ποσά για αξιώσεις τους από τη μεταξύ τους σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στην απόφαση αυτή.
Στη συνέχεια , με τη με αριθμό 1403/2015 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών απερρίφθησαν οι εφέσεις που είχαν ασκήσει κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης οι 11 πρώτοι των αναιρεσιβλήτων και ο αναιρεσείων. Με την κρινόμενη αίτηση του, ο τελευταίος ζητά την αναίρεση της ως άνω απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών προβάλλοντας τον ισχυρισμό, που δεν είχε προβάλλει πρωτοδίκως, ότι η κατ’ αυτού αγωγή των αντιδίκων της ασκήθηκε καταχρηστικώς.
Ο ως άνω ισχυρισμός του περί του ότι η κατ’ αυτού αγωγή των 11 πρώτων αναιρεσιβλήτων είναι καταχρηστική, προτάθηκε το πρώτον ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και απορρίφθηκε ως απαράδεκτος επειδή κρίθηκε ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις των άρθρων 527 και 269 του ΚΠολΔ για την πρόταση του στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κρίση η οποία δεν πλήττεται με τον προαναφερόμενο λόγο της αίτησης αναίρεσης.
Με βάση τα προεκτεθέντα και ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αναίρεση.
Τέλος πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω τη ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της 12ης των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσε προτάσεις, σύμφωνα με το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 591 παρ. 1 ΚΠολΔ κατόπιν σχετικού αιτήματος τους, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας (άρθρα 176, 188 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως κατά το ήμισυ κατ’ άρθρο 281 παρ. 2 του Ν. 3463/2006 (το οποίο τυγχάνει εφαρμογής όταν επιδικάζεται δικαστική δαπάνη σε βάρος ή υπέρ των Ο.Τ.Α), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό ενώ ως προς τους λοιπούς αναιρεσίβλητους δεν επιδικάζονται δικαστικά έξοδα καθόσον δεν κατέθεσαν προτάσεις και δεν υποβλήθηκε από αυτούς σχετικό αίτημα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7-10-2015 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 1403/2015 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της 12ης αναιρεσίβλητης ήτοι της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ‘ ... Α.Ε.’ , τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Σεπτεμβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Σεπτεμβρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ