Legislator Case Law & Legislation
1604/2013 AI generated

Supreme Court allows appeal against lower court dismissal of evidence due to vague citation of documents.

Case Number 1604/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appellant's appeal regarding the inadmissibility of evidence cited by the respondent. The lower court dismissed the appeal's primary and tertiary grounds, claiming it had formed a substantive judgment based on all documents submitted by both parties. However, the Court found the respondent's citations at the appellate level were vague and indistinct, failing to specify which documents were referenced or link them to specific prior submissions. Consequently, the Court ruled that the evidence was not properly cited and ordered the appeal to be accepted, remanding the case for further examination while awarding costs to the appellant.

Legislator headnote

AI generated

Articles 240 and 559(11)(b) of the Code of Civil Procedure; A citation of documents is admissible only if it is specific and distinct, allowing the court to identify the exact documents and their relevance to the proceedings.

Keywords

AI generated
vague citation of evidence inadmissible documents Code of Civil Procedure specificity requirement remittal for retrial appellate review court costs

Cited Legislation

AI generated
Article 240 of the Code of Civil Procedure
Article 559(11)(b) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1604 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1604/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 14 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Α. συζύγου Η. Ζ., το γένος Θ. Ζ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Ιατρού.

Της αναιρεσίβλητης: Έ. συζύγου Α. Σ., το γένος Θ. Ζ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Θαλασσινού που διόρισε στο ακροατήριο και τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Κορωναίο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-1-1996 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 337/1996 μη οριστική, 330/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 264/2008 του Εφετείου Αθηνών (μεταβατικής έδρας Χαλκίδας). Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3-7-2009 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευφημία Λαμπροπούλου ανέγνωσε την από 7-10-2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως κατά παραδοχή όλων των λόγων αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η διοίκηση αλλοτρίων, η οποία ρυθμίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 730 έως 740 Α.Κ., είναι ενοχή εξωδικαιοπρακτική που παράγεται αμέσως εκ του νόμου μεταξύ του διοικητή και του κυρίου της υποθέσεως και μάλιστα από μόνο το γεγονός ότι ο διοικητής χειρίζεται και διοικεί ξένη υπόθεση χωρίς να έχει δικαίωμα ή σχετική υποχρέωση.

Η έννοια της γνήσιας διοικήσεως αλλοτρίων δίδεται από τη διάταξη του άρθρου 730 Α.Κ., κατά την οποία όποιος διοικεί χωρίς εντολή ξένη υπόθεση έχει υποχρέωση να τη διεξάγει προς το συμφέρον του κυρίου και σύμφωνα με την πραγματική ή την εικαζόμενη θέληση του κυρίου, ενώ αντίθετη θέληση του τελευταίου για τη διοίκηση της υποθέσεως δεν λαμβάνεται υπόψη αν αντιβαίνει στο νόμο ή στα χρηστά ήθη.

Η γνήσια διοίκηση αλλοτρίων έχει δύο ειδικότερες μορφές, τη θεμιτή (736 Α.Κ.) και την αθέμιτη (737 Α.Κ.) με διάφορες έννομες συνέπειες για καθεμία από αυτές (Α.Π.784/2005). Εξάλλου κατά το άρθρο 739 εδ.α Α.Κ. όποιος, γνωρίζοντας ότι πρόκειται για ξένη υπόθεση, τη διοικεί σαν δική του, με την επιφύλαξη της τυχόν ευθύνης του από αδικοπραξία, έχει τις υποχρεώσεις από τη διοίκηση αλλοτρίων.

Από τη διάταξη αυτή, η οποία ορίζει τις προϋποθέσεις της ευθύνης από τη μη γνήσια διοίκηση αλλοτρίων, προκύπτει ότι οι προϋποθέσεις αυτές είναι: α) Η διεξαγωγή (αντικειμενικώς) ξένης υποθέσεως. Αντικειμενικώς ξένη είναι η υπόθεση όταν, κατά τις αντιλήψεις των συναλλαγών, ανήκει στον κύκλο συμφερόντων τρίτου προσώπου.

β) Η γνώση του διοικητή ότι η υπόθεση είναι ξένη. Η γνώση αυτή πρέπει να είναι πλήρης και πραγματική, δηλαδή πρέπει να γνωρίζει θετικά ο διοικητής ότι πρόκειται για ξένη υπόθεση. γ) Η διοίκηση της ξένης υποθέσεως ως ιδίας. Ο μη γνήσιος διοικητής διαχειρίζεται την ξένη υπόθεση ως δική του όταν ενεργεί με πρόθεση να εξυπηρετήσει αποκλειστικά το δικό του συμφέρον.

Τέλος κατά τις διατάξεις των άρθρων 739 και 734 Α.Κ. ο μη γνήσιος διοικητής αλλοτρίων υποχρεούται να αποδώσει στον κύριο όσα απέκτησε από τη διοίκηση κατά τις διατάξεις για την εντολή που εφαρμόζονται αναλόγως. Από το συνδυασμό όλων των προαναφερθεισών διατάξεων προκύπτει ότι για την ύπαρξη (γνήσιας ή μη) διοικήσεως αλλοτρίων απαιτείται η ανάμειξη του διοικητή να έγινε χωρίς εντολή ή άλλη έννομη σχέση που υποχρεώνει αυτόν σε ενέργεια (Α.Π.1261/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση στην από 15-1-1996 αγωγή της, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η ήδη αναιρεσείουσα εξέθεσε ότι με σύμβαση άτυπης εντολής που καταρτίστηκε μεταξύ αυτής και της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, αδελφής της, ανέθεσε στην τελευταία να αγοράσει το περιγραφόμενο ακίνητο (παλαιό οινοποιείο της εταιρείας " …" που βρισκόταν στη …) κατά το ήμισυ εξ αδιαιρέτου στο όνομα αυτής (της ενάγουσας), ενώ το άλλο ήμισυ εξ αδιαιρέτου του ακινήτου αυτού θα αγόραζε η ίδια η εναγομένη στο δικό της όνομα και ότι η τελευταία, ενώ αγόρασε το ανωτέρω ακίνητο, για το οποίο αυτή (η ενάγουσα) της είχε καταβάλει το μέρος του τιμήματος που της αναλογούσε, το αγόρασε όλο στο δικό της όνομα και όχι κατά το ήμισυ εξ αδιαιρέτου στο όνομα αυτής (της ενάγουσας), όπως όφειλε με βάση τη συμφωνία τους.

Ζήτησε δε να καταδικασθεί η εναγομένη σε δήλωση βουλήσεως περί μεταβιβάσεως σ' αυτήν του ημίσεος εξ αδιαιρέτου του πιο πάνω ακινήτου, κυρίως με βάση τις διατάξεις για την εντολή και επικουρικά με βάση τις διατάξεις: α) για τη μη γνήσια διοίκηση αλλοτρίων, β) για τις αδικοπραξίες και γ) για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.

Ειδικότερα για τη θεμελίωση της πρώτης επικουρικής βάσεως της αγωγής της η αναιρεσείουσα επικαλέσθηκε κατά λέξη τα εξής: "Επικουρικά επάγομαι, αν ήθελε γίνει δεκτό ότι η εναγομένη παρέβη την παραπάνω εντολή, τότε η εναγομένη ενήργησε ως διοικητής αλλότριας υπόθεσης που τη διοίκησε σα δική της αν και εγνώριζε ότι επρόκειτο για αλλότρια υπόθεση, υποχρεούται να αποδώσει ό,τι απέκτησε από τη διοίκηση αυτή και να καταδικαστεί προς τούτο σε δήλωση βουλήσεως μεταβιβάσεως του παραπάνω ποσοστού μου στο παραπάνω ακίνητο, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 730 κ.

επ. Α.Κ. και 949 Κ.Πολ.Δ.". Με αυτό το περιεχόμενο η πρώτη επικουρική βάση της αγωγής ήταν μη νόμιμη αφού, κατά τα προεκτεθέντα, αναγκαίο στοιχείο για τη θεμελίωση της αγωγής από τη μη γνήσια διοίκηση αλλοτρίων είναι η έλλειψη εντολής ή άλλης έννομης σχέσεως που υποχρεώνει το διοικητή σε ενέργεια, στην προκειμένη δε περίπτωση, για τη θεμελίωση και της βάσεως αυτής της αγωγής της, η ενάγουσα επικαλέστηκε ότι υπήρχε εντολή της προς την εναγομένη για την αγορά του ακινήτου, την οποία η εναγομένη παρέβη.

Συνεπώς το εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε τη βάση αυτή της αγωγής ως μη νόμιμη, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 734 και 739 Α.Κ. σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 719 του ίδιου κώδικα, και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη το άρθρο 559 αριθ.1 (εδ.α) Κ.Πολ.Δ., υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.11 περ.β Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως παρέχεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε (Ολ.Α.Π.30/1997, Α.Π.1552/2011).

Η επίκληση εγγράφου είναι σαφής και ορισμένη όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Η επίκληση αυτή μπορεί να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζητήσεως μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προτάσεων προηγούμενης συζητήσεως όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, κατ' ανάλογη για την ταυτότητα του νομικού λόγου εφαρμογή του άρθρου 240 Κ.Πολ.Δ.

που αναφέρεται στον τρόπο επαναφοράς ισχυρισμών (Ολ.Α.Π.9/ 2000, Α.Π.1552/2011). Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφασή του το εφετείο απέρριψε την κύρια και την τρίτη επικουρική βάση της αγωγής της αναιρεσείουσας, από την εντολή και τον αδικαιολόγητο πλουτισμό αντίστοιχα, ως κατ' ουσίαν αβάσιμες.

Στο σκεπτικό της προσβαλλομένης αναγράφεται ότι το δικαστήριο σχημάτισε την επί της ουσίας κρίση του και από "όλα, χωρίς εξαίρεση τα έγγραφα τα οποία οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν". Εν τούτοις στις από 6-5-2008 έγγραφες προτάσεις τις οποίες είχε υποβάλει η αναιρεσίβλητη ενώπιον του εφετείου περιέχονταν μόνο:

α) στη σελίδα 2 αυτών η αόριστη επίκληση "επαναπροσάγω δε και επικαλούμαι και πάλι όλα τα πρωτοδίκως προσκομισθέντα έγγραφα" και β) στη σελίδα 9 αυτών η επίσης αόριστη χειρόγραφη προσθήκη και παραπομπή "προσάγω νόμιμα και επικαλούμαι όλα τα σχετικά της πρωτοδίκου δίκης επικυρωμένα (22 αριθμ. σχετικά)". Η κατ' αυτό τον τρόπο επίκληση εκ μέρους της αναιρεσίβλητης ενώπιον του εφετείου των εγγράφων ως αποδεικτικών μέσων δεν ήταν, κατά τα προεκτεθέντα, σύννομη, δηλαδή σαφής και ορισμένη (ειδική), αφού τα έγγραφα τα οποία επικαλέσθηκε η αναιρεσίβλητη δεν αναφέρθηκαν στις ενώπιον του εφετείου υποβληθείσες προτάσεις της ούτε έγινε αναφορά στις προτάσεις αυτές σε συγκεκριμένο μέρος των πρωτόδικων προτάσεών της, όπου γινόταν σαφής και ορισμένη επίκλησή τους.

Συνεπώς ο πρώτος κατά το πρώτο σκέλος του λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη το άρθρο 559 αριθ.11 (περ.β) Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πιο πάνω πλημμέλεια, είναι βάσιμος.

Επομένως πρέπει να γίνει δεκτός ο αναιρετικός αυτός λόγος, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το προαναφερθέν μέρος της (παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως που αφορούν το αναιρούμενο μέρος της προσβαλλομένης), να παραπεμφθεί δε η υπόθεση κατά το μέρος της αυτό στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου από άλλους δικαστές είναι δυνατή (άρθρο 580 παρ.3 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 264/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών (μεταβατικής έδρας Χαλκίδας) κατά το μέρος της που αναφέρεται στο σκεπτικό.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Απριλίου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στις 24 Ιουλίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ