Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds and substantive review of traffic accident liability.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court's judgment regarding a traffic accident. The appellants argued for a new trial, but the Court found the lower court properly evaluated all evidence, including the bus tachograph, without needing specific mention. Consequently, the appeal was rejected, costs were awarded to the appellants, and the case was split for the second defendant.
Legislator headnote
AI generatedArticles 108, 110, 498, 568, 576, 577 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appellate court is not required to specifically mention every piece of evidence considered when forming its judgment, provided the decision is based on a comprehensive evaluation of the entire case file.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1603 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1603/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σωκράτη Πλαστήρα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Μυρσίνης Παπαχίου και της αρχαιοτέρας της συνθέσεως Αρεοπαγίτου Ασπασίας Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη), Σταύρο Μάλαινο, Α. Τ., Ερασμία Λιούλη και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Μαρτίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Κ. συζ. Γ. Π., που δεν παραστάθηκε και 2) Γ. Π. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Επαμεινώνδα Σωτηρόπουλο, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσειόντων - καλούντων: 1) Γ. Π. του Α., κατοίκου ..., ατομικά και ως κληρονόμου της Α. Κ., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Επαμεινώνδα Σωτηρόπουλο και 2) Α. Π. του Γ., κατοίκου ..., ως κληρονόμου της Α. Κ., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο του Επαμεινώνδα Σωτηρόπουλο, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων - καθ' ων η κλήση: 1) Σ. Γ. του Ι., κατοίκου ..., 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." (... ΑΕ), που εδρεύει στον ... ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων οι 1ος και 3η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ανδρέα Κυριακίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ η 2η δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από ...2011 αγωγή του Γ. Π. του Α. και της ήδη αποβιωσάσης Α. Κ. συζ. Γ. Π., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: ...2013 μη οριστική και ...2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και ...2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από ...2020 αίτησή τους, η συζήτηση της οποίας ορίστηκε για τη δικάσιμο της 7-10-2022, οπότε ματαιώθηκε. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από ...2022 κλήση των αναιρεσειόντων - καλούντων. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Α. Τ., που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων - καλούντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, όταν τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης επισπεύδει ο αναιρεσείων, απαιτείται επίδοση στον αναιρεσίβλητο αφ' ενός μεν του αντιγράφου του δικογράφου της αίτησης που έχει κατατεθεί και αφ' ετέρου της κλήσης που συντάσσεται κάτω από το αντίγραφο του δικογράφου αυτού ή και αυτοτελώς.
Σε αντίθετη περίπτωση και ειδικότερα αν δεν έχει επιδοθεί στον αναιρεσίβλητο και αντίγραφο του δικογράφου της αναίρεσης, η κλήτευση του αναιρεσιβλήτου δεν είναι νόμιμη, και αν ο τελευταίος απουσιάζει κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση και αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 281/2016, ΑΠ 625/2015, ΑΠ 1308/2011, ΑΠ 1098/2005). Στη προκείμενη περίπτωση με την από ...2022 και με αριθμ.
καταθ. ...2022 κλήση των αναιρεσειόντων φέρεται προς συζήτηση η υπό κρίση από ...2020 και με αρ. καταθ. ...2020 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. ...2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, μετά τη ματαίωση της συζήτησής της κατά τη δικάσιμο της 7-10-2022. Από την υπ' αριθμ. ...2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στην περιφέρεια Εφετείου Αθηνών Α.
Μ., προκύπτει ότι αντίγραφο της κλήσης αυτής, με την κάτω από αυτήν πράξη, με την οποία ορίζεται δικάσιμος προς συζήτηση της αίτησης αναίρεσης η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας (15-3-2024), επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην δεύτερη των αναιρεσίβλητων εταιρεία με την επωνυμία "... Α.Ε (...). Από τα λοιπά, όμως, στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει, ούτε οι επισπεύδοντες τη συζήτηση αναιρεσείοντες επικαλούνται ότι έχουν επιδώσει στην ως άνω αναιρεσίβλητη εταιρεία και αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης.
Επομένως, και εφόσον η τελευταία δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατατέθηκε γι' αυτήν έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται κατά τη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης, ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνησή της, πρέπει, υφιστάμενης απλής, εν προκειμένω, ομοδικίας μεταξύ των αναιρεσιβλήτων, ενόψει του αντικειμένου της δίκης, όπως αυτό αναφέρεται ειδικότερα παρακάτω και εφ' όσον δεν αποδεικνύεται νόμιμη κλήτευση της ως άνω δεύτερης αναιρεσίβλητης, να χωριστεί η υπόθεση και αφού κηρυχθεί η συζήτηση απαράδεκτη ως προς αυτήν, να προχωρήσει νομίμως μεταξύ των παρόντων διαδίκων.
Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287 και 290 KΠολΔ, που εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται και όταν, μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.
Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής προς τον αντίδικο με επίδοση δικογράφου ή με τις προτάσεις ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης από εκείνον που έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος.
Ως διάδικος, υπέρ του οποίου επήλθε διακοπή της δίκης στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του). Η επανάληψη της δίκης, που έχει διακοπεί, μπορεί να γίνει εκούσια με ρητή ή σιωπηρή δήλωση του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή. (ΟΛΑΠ 1/2022, ΑΠ 139/2015).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τη με αρ. ...2020 ληξιαρχική πράξη θανάτου, η πρώτη αναιρεσείουσα Α. Κ., απεβίωσε στις ...2020, δηλαδή μετά την άσκηση της υπό κρίση από ...2020 και με αρ. καταθ. ......2020 αίτησης αναίρεσης. Το θάνατο της πρώτης αναιρεσείουσας και την εκούσια στο όνομά τους επανάληψη της δίκης, που διακόπηκε βίαια, γνωστοποίησαν στο Δικαστήριο, με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού, που περιελήφθη στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού και με τις προτάσεις τους, οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της, η κληρονομική ιδιότητα των οποίων δεν αμφισβητήθηκε, και συγκεκριμένα:
α) ο Γ. Π.,δεύτερος των (και αρχήθεν) αναιρεσειόντων, σύζυγος της θανούσας και ο ` γιος της θανούσας. Επομένως, σύμφωνα με τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν, νόμιμα, οι ανωτέρω κληρονόμοι του αρχικού διαδίκου γνωστοποίησαν με την προαναφερθείσα προφορική δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου τους, στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού, το θάνατο της εν λόγω αρχικής πρώτης αναιρεσείουσας και την εκούσια, στο όνομά τους και κατά το ποσοστό της εξ αδιαθέτου κληρονομικής μερίδας του ο καθένας, επανάληψη της βιαίως εκ του λόγου τούτου διακοπείσας δίκης.
Κατόπιν τούτου και αφού (όπως και ανωτέρω αναφέρθηκε) δεν αμφισβητείται από τους αναιρεσίβλητους η ιδιότητα των ανωτέρω προσώπων ως κληρονόμων της θανούσας αναιρεσείουσας, η βιαίως διακοπείσα δίκη νόμιμα και παραδεκτά συνεχίζεται από αυτούς, κατά τα ανωτέρω.
Κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 568 παρ. 4 ΚΠολΔ, αν ο αναιρεσείων επισπεύδει τη συζήτηση, η κλήση συντάσσεται κάτω από το αντίγραφο του δικογράφου, που έχει κατατεθεί και επιδίδεται με επιμέλειά του στους αντιδίκους τουλάχιστον εξήντα ημέρες πριν από τη δικάσιμο, αν όλοι οι διάδικοι που καλούνται διαμένουν στην Ελλάδα.
Η προθεσμία αυτή των εξήντα τουλάχιστον ημερών, που τάσσεται ως ελάχιστη προθεσμία κλήτευσης του αντιδίκου πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, όταν ο κλητευόμενος διάδικος διαμένει στην Ελλάδα, είτε αυτός είναι ο αναιρεσείων, είτε είναι ο αναιρεσίβλητος, σκοπό έχει να λάβει ο κλητευόμενος γνώση της δικασίμου, κατά την οποία θα συζητηθεί η αναίρεση, σε χρόνο που του επιτρέπει να προπαρασκευάσει την υπεράσπισή του στα πλαίσια της θεμελιώδους, αρχής της εκατέρωθεν ακροάσεως, που καθιερώνεται με τη διάταξη του άρθρου 110 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Εξάλλου, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 159 παρ. 3, 160 παρ. 1 και 106 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η παράβαση διάταξης που ρυθμίζει τη διαδικασία συνεπάγεται την ακυρότητα αυτής, μόνο όμως στην περίπτωση της συνδρομής του στοιχείου της βλάβης, η οποία δεν μπορεί να επανορθωθεί, και της οποίας πρέπει να γίνεται συγκεκριμένα επίκληση από το διάδικο που την υφίσταται.
Θεωρείται, πάντως, ότι δεν υπάρχει δικονομική βλάβη στην περίπτωση που παραβιάσθηκαν διατάξεις, που ρυθμίζουν τη διαδικασία, όταν από την παράβαση που σημειώθηκε δεν επηρεάζεται, ούτε ήταν δυνατόν να επηρεασθεί η δυνατότητα της άμυνας του διαδίκου, ιδίως, δε, δεν υφίσταται τέτοια βλάβη, αν ο καλούμενος παρίσταται κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και αντιτάσσει πλήρη υπεράσπιση γι' αυτήν (ΑΠ 91/2024, ΑΠ 1860/2022, ΑΠ 922/ 2020, ΑΠ 329/2019, ΑΠ 1521/2013 ΑΠ 652/1988, ΑΠ 1372/1982).
Επομένως, αν τη συζήτηση της αναίρεσης επισπεύδει ο αναιρεσείων και δεν επιδώσει εμπρόθεσμα την κλήση για τη συζήτηση, δηλαδή πριν από εξήντα ημέρες, όπως επιβάλλει η παραπάνω διάταξη, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη, μόνο εφόσον ο αναιρεσίβλητος εμφανιζόμενος κατ' αυτήν, αντιλέγει στην πρόοδο της δίκης, ισχυριζόμενος ότι εξαιτίας της μη εμπρόθεσμης κλήτευσής του δεν μπόρεσε να προετοιμάσει την υπεράσπισή του, διότι τότε η πρόοδος της δίκης, πάσχει ακυρότητα λόγω δικονομικής βλάβης του αναιρεσίβλητου, κατά το άρθρο 159 παρ. 3 ΚΠολΔ.
Στην προκείμενη περίπτωση οι πρώτος και τρίτος αναιρεσίβλητων με τις από 14-2-2024 έγγραφες προτάσεις τους, τις οποίες κατέθεσαν τουλάχιστον είκοσι μέρες πριν από τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (15-3-2024), σύμφωνα με όσα ορίζονται στην τροποποιηθείσα και ισχύουσα ήδη ως άνω διάταξη του άρθρου 570 παρ. 1 εδ.
α', β' ΚΠολΔ, ισχυρίζονται ότι δεν επιδόθηκε σε αυτούς το δικόγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και ως εκ τούτου είναι απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης. Ο ισχυρισμός αυτός, παρότι υποβλήθηκε παραδεκτά, κρίνεται αβάσιμος, καθώς οι προτείνοντες αυτόν αναιρεσίβλητοι δεν επικαλούνται τη συνδρομή του στοιχείου της δικονομικής τους βλάβης από τη μη εμπρόθεσμη κλήτευσή τους, ούτε κάνουν αναφορά στην βλάβη που τυχόν υπέστησαν, ενώ, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου και τις κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις τους, αυτοί παρέστησαν και αντέταξαν πλήρη υπεράσπιση γι' αυτήν και, όπως προαναφέρθηκε στη αρχή, δεν υπάρχει δικονομική βλάβη, όταν από την παράλειψη που σημειώθηκε δεν επηρεάζεται, ούτε ήταν δυνατόν να επηρεαστεί, η δυνατότητα της άμυνάς τους, ιδίως δε δεν υφίσταται τέτοια βλάβη, καθόσον αυτός που την προτείνει παρέστη κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και αντέταξε πλήρη υπεράσπιση γι' αυτήν καταθέτοντας και έγγραφες προτάσεις.
Η κρινόμενη από ...2020 και με αριθμ. εκθ. καταθ. ......2020 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. ......2019 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατ' αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, που αφορούν απαιτήσεις αποζημίωσης για ζημίες που προκλήθηκαν από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρα 591 επ., 614 παρ. 6 του ΚΠολΔ),είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), διότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, αφού από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και επομένως, πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Από την προσβαλλόμενη με αριθμό ...2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επισκοπούνται επιτρεπτά (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), αναφορικά με τη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης, προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι αρχικοί αναιρεσείοντες Α. Κ. και Γ. Π. άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά των ήδη αναιρεσίβλητων την από ...2011 και με αυξ.
αριθμ. καταθ. ...2011 αγωγή τους, με την οποία εξέθεταν ότι, κατά τον αναφερόμενο τόπο και χρόνο, ο πρώτος εναγόμενος Σ. Γ., οδηγώντας το δημοσίας χρήσεως αστικό λεωφορείο ιδιοκτησίας της δεύτερης εναγόμενης ανώνυμης εταιρείας και ασφαλισμένο στην τρίτη εναγόμενη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία, προκάλεσε από υπαιτιότητά του τον τραυματισμό της πρώτης ενάγουσας, η οποία επέβαινε στο λεωφορείο, υπό τις συνθήκες που λεπτομερώς αναφέρονται στην αγωγή.
Ζήτησαν, δε, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, να καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, α) στην πρώτη ενάγουσα το συνολικό ποσό των 42.215 ευρώ για τις θετικές και αποθετικές της ζημίες και ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και β) στον δεύτερο το συνολικό ποσό των 3600 ευρώ, ως αποζημίωση λόγω στέρησης υπηρεσιών από τον τραυματισμό της πρώτης που είναι σύζυγός του.
Επί της αγωγής αυτής, που συζητήθηκε αντιμωλία των διαδίκων, εκδόθηκε αρχικά η με αριθμό ...2013 μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης, προκειμένου να προσκομιστεί το τέλος δικαστικού ενσήμου. Ακολούθως, η αγωγή επαναφέρθηκε με την από 29-9-2016 κλήση των εναγόντων και, συζητηθείσης της υποθέσεως αντιμωλία των διαδίκων, εκδόθηκε η με αριθμ. ...2018 απόφαση, με την οποία η αγωγή έγινε δεκτή εν μέρει ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.
Μετά την άσκηση έφεσης από τους εναγόμενους και ήδη αναιρεσίβλητους, εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή η έφεση τυπικά και κατ' ουσίαν και αφού εξαφανίσθηκε η απόφαση απορρίφθηκε η αγωγή ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα. Κατά τη διάταξη του αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά χωρίς απόδειξη.
Ο όρος "πράγματα" είναι ταυτόσημος του αντίστοιχου όρου του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, δηλαδή ως πράγματα νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος και όχι η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως ή τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων και οπωσδήποτε οι αλυσιτελείς ισχυρισμοί ή περιστατικά, εκτιθέμενα εκ περισσού ή επουσιώδη ή προκύπτοντα από τις αποδείξεις.
Συντρέχει, δε, ο ανωτέρω λόγος, επίσης, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, χωρίς να εκθέτει, ούτε γενικώς, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη (ΑΠ 116/2018). Δεν απαιτείται, όμως, να αξιολογεί το δικαστήριο τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξειδικεύει τα έγγραφα ούτε να αναφέρει ποια έγγραφα λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη (ΑΠ 144/2024,ΑΠ 2031/2007, ΑΠ 259/2007).
Ο λόγος, όμως, αυτός δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων και αναφερομένων στην απόφαση αποδεικτικών μέσων, καταλήγει, έστω και σε εσφαλμένη περί των πραγμάτων κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη κατ` άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1373/2022, ΑΠ 911/2019, ΑΠ 356/2002). Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης και με το ταυτόσημο δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επιδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη.
Ειδικότερα, ότι το Εφετείο δέχθηκε ως αληθινά χωρίς απόδειξη: α) ότι η πρώτη ενάγουσα δεν στηριζόταν σε κάποιο σταθερό σημείο, ενώ ήταν όρθια και αναζητούσε κάθισμα, παρά τα όσα αντίθετα κατέθεσε η ίδια και παρά το ότι αυτό δεν το κατέθεσε ούτε ο εναγόμενος οδηγός του έωφορείου, β) ότι κανείς άλλος επιβάτης δεν έπαθε κάτι, όπως και ότι δεν αποδείχθηκε ότι οι υπόλοιποι επιβάτες μετακινήθηκαν, χωρίς να λάβει υπόψη την κατάθεση του δεύτερου ενάγοντα και συζύγου της σύμφωνα με την οποία "έπεσαν και άλλοι επιβάτες άσχετα αν δεν τραυματίστηκαν", γ) δεν έλαβε υπόψη ότι ο οδηγός είχε αναπτύξει ταχύτητα, γεγονός που αποδεικνύεται από τον ταχογράφο σύμφωνα με τον οποίο ο οδηγός έτρεχε με 40 χμ/ ώρα, δ) εσφαλμένα η απόφαση απέρριψε την αγωγή διότι δεν υπήρχε ευθύνη του οδηγού του λεωφορείου.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι ο οι επικαλούμενοι από τους αναιρεσείοντες ισχυρισμοί δεν συνιστούν "πράγματα" υπό την προεκτεθείσα έννοια του αριθμού 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αλλά συμπεράσματα του δικαστηρίου από την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων. Σε κάθε περίπτωση, όμως, ο λόγος από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος, αφού από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι για το σχηματισμό του ως άνω πορίσματός του, το Εφετείο έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία ειδικά μνημονεύονται σ' αυτήν, τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι και τα οποία συνεκτιμήθηκαν, δηλαδή μαρτυρικές καταθέσεις, έγγραφα μεταξύ των οποίων τα δημόσια έγγραφα της προηγηθείσας για το ατύχημα ποινικής διαδικασίες με καταθέσεις μαρτύρων, έκθεση αυτοψίας και πρόχειρο σχεδιάγραμμα του τόπου του ατυχήματος φωτογραφίες (σελ. 4ο και 5ο φύλλο), χωρίς να δεχθεί πράγματα ως αληθινά χωρίς απόδειξη και συνεπώς δεν υπέπεσε στην από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ προβαλλόμενη πλημμέλεια.
Με το δεύτερο σκέλος του ίδιου λόγου, οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι η προσβαλλόμενη έσφαλε κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και τα διδάγματα της κοινής πείρας δεχόμενη α) ότι η απότομη τροχοπέδηση ήταν απολύτως ακίνδυνη για επιβάτη στηριζόμενη σε σταθερό σημείο, β) ότι για τον τραυματισμό της πρώτης(αρχικής) αναιρεσείουσας ευθυνόταν τρίτος οδηγός, δηλαδή, ο Χ.
Μ., ενώ αντίθετα η ορθή εκτίμηση των συνθηκών τέλεσης του ατυχήματος οδηγεί στο συμπέρασμα ότι υπαίτιος για τον τραυματισμό της πρώτης(αρχικής) αναιρεσείουσας ήταν ο οδηγός του λεωφορείου (ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος). Ο λόγος αυτός εκτιμούμενος ως λόγος από το άρθρο 559 αριθμ. 1 εδ.α και β κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, ο οποίος καθιστά, εν προκειμένω, ανέφικτο τον αναιρετικό του έλεγχο.
Αυτό, δε, διότι για τη θεμελίωση του λόγου αυτού α) δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, με πληρότητα, όπως είναι αναγκαίο, οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης,δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το εν λόγω δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για την έλλειψη υπαιτιότητας του πρώτου, ούτε εκτίθεται σε τι συνίσταται η επικαλούμενη παραβίαση, ούτως ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη του εκ του αριθμού 1εδ.
α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, β) δεν αναφέρονται ποια είναι τα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβιάστηκαν και ειδικότερα που παρέλειψε το Δικαστήριο να χρησιμοποιήσει για να υπαγάγει τα πραγματικά περιστατικά στους κανόνες δικαίου, σε τι ακριβώς συνίσταται η παραβίαση. Σε κάθε περίπτωση οι σχετικές αιτιάσεις δεν αφορούν την ερμηνεία των εφαρμοσθέντων κανόνων δικαίου, αλλά την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού.
Περαιτέρω, ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 11γ` του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ταχογράφο του λεωφορείου. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθ' όσον από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), όπου ρητά κατά λέξη αναφέρει "....Από την εκτίμηση των καταθέσεων του δευτέρου ενάγοντος και του πρώτου εναγομένου, οι οποίοι εξετάσθηκαν χωρίς όρκο στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχονται στα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα υπ' αριθμόν ......2012 (και όχι 2013) πρακτικά του, από το σύνολο των εγγράφων τα οποία νομίμως προσκομίζουν μετ' επικλήσεως οι διάδικοι με τις προτάσεις τους μερικά εκ των οποίων μνημονεύονται παρακάτω χωρίς όμως να παραλείπεται κανένα κατά την εκτίμηση της ουσίας της υποθέσεως, αλλά όλα χωρίς εξαίρεση -έστω και μη ειδικώς μνημονευόμενα- συνεκτιμώνται ως ισοδύναμα για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως σχετικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων μεταξύ των οποίων και τα δημόσια έγγραφα της προηγηθείσας για το ατύχημα ποινικής διαδικασίας με καταθέσεις μαρτύρων, έκθεση αυτοψίας και πρόχειρο σχεδιάγραμμα του τόπου του ατυχήματος........
από τις προσκομιζόμενες μετ' επικλήσεως φωτογραφίες του τόπου του ατυχήματος......", σε συνδυασμό και με το γεγονός αφενός ότι στο αιτιολογικό της απόφασης αναφέρεται ότι η εκτιμώμενη ταχύτητα "με την οποία κινούνταν δεν ήταν αυξημένη λόγω της προηγούμενης διακοπής της πορείας του στον φωτεινό ερυθρό σηματοδότη....
χωρίς πάντως να υπερβαίνει το όριο των 50 χιλιομέτρων" και αφετέρου ότι δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το αν το Εφετείο έλαβε υπόψη του και το παραπάνω έγγραφο, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι το εν λόγω δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και το έγγραφο αυτό, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός.
Μετά ταύτα, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, (άρθρ. 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) στα δικαστικά έξοδα του πρώτου και της τρίτης αναιρεσίβλητης ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος τους.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διατάσσει τον χωρισμό της υπόθεσης ως προς την δεύτερη των αναιρεσιβλήτων εταιρεία με την επωνυμία "... Α.Ε (...) στην από ...2020 και με αρ. καταθ. ...2020 αίτηση αναίρεσης.
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από ...2020 και με αρ. καταθ. ...2020 αίτησης αναίρεσης ως προς αυτήν
Απορρίπτει κατά λοιπά την ως άνω αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. ...2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του πρώτου και της τρίτης των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Οκτωβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Οκτωβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ