Legislator Case Law & Legislation
1603/2023 AI generated

Supreme Court annuls appeal decision for failure to examine will invalidity and remands case for new substantive trial.

Case Number 1603/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the Third Instance Court of Athens decision regarding the invalidity of a will and remanded the case for a new substantive trial. The appellants argued that the lower court failed to examine their specific claim that the will violated good morals, while the respondent union contested this procedural omission. The court ruled that the appellate chamber must respect the scope of the appeal but can hear new arguments if submitted, leading to the remand for a fresh hearing.

Legislator headnote

AI generated

Articles 581(2) and 570(2) of the Code of Civil Procedure; The appellate court must examine the appeal within the defined limits but may hear new substantive arguments if parties submit them after the appeal decision, requiring remand if the lower court omitted a specific ground of appeal.

Keywords

AI generated
appellate procedure will invalidity good morals remand for trial new arguments civil procedure supreme court

Cited Legislation

AI generated
Article 581(2) of the Code of Civil Procedure
Article 570(2) of the Code of Civil Procedure
Article 524(1)(b) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Article 22(1) of Law 3693/1957
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 180(1) of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1603 / 2023 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1603/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Απριλίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Π.. Ζ., κατοίκου ..., 2) Σ. Ν.. Σ., κατοίκου ..., για τον εαυτό του ατομικά και με την ιδιότητα του κληρονόμου του αρχικά εκκαλούντος Ν. Σ., οι οποίοι παραστάθηκαν μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Ελευθερίου Βερβερίδη, και κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Του εδρεύοντος στο ..., ..., συλλόγου με την επωνυμία "Τ. Χ. Τ. Π.", νομίμως εκπροσωπούμενου, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ασπασία Παπαγρηγορίου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις, 2) Του κ. Υπουργού επί των Οικονομικών, με την ιδιότητα του προσθέτως παρεμβάντος και ασκούντος την εποπτεία υπέρ κοινωφελών σκοπών και ιδρυμάτων γενικά καταλειπομένων περιουσιών, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την Ζωή Μαυρίδου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-1-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και την από 10-5-2013 πρόσθετη παρέμβαση του Υπουργού Οικονομικών, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3643/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 3290/2018 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζήτησαν οι ήδη αναιρεσείοντες με την από 20-9-2018 αίτησή τους.

Εκδόθηκε η 26/2020 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 279/2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24-5-2021 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 24-5-2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 279/2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης:

Οι αναιρεσείοντες, καθώς και ο Ν. Σ. του Σ., άσκησαν κατά του εναγομένου και ήδη πρώτου των αναιρεσιβλήτων συλλόγου την από 16-1-2013 αγωγή, με την οποία ζήτησαν να αναγνωρισθεί ως άκυρη, άλλως να ακυρωθεί για τους λόγους που αναφέρονται ειδικότερα στην αγωγή, η από 16-5-2007 ιδιόγραφη διαθήκη της Α. Ζ., να αναγνωρισθούν ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο πρώτος και σε ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου έκαστος των λοιπών και επικουρικά να αναγνωρισθεί ο πρώτος ως νόμιμος μεριδούχος σε ποσοστό 1/4 επί της κληρονομιαίας περιουσίας και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της θανούσης οι λοιποί.

Κατά τη συζήτηση της αγωγής στον πρώτο βαθμό, ο Υπουργός Οικονομικών και ήδη δεύτερος των αναιρεσιβλήτων, ως έχων την εποπτεία επί των κληροδοτημάτων υπέρ κοινωφελών σκοπών, άσκησε κατ' άρθρο 69 Ν. 4182/2013 αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του εναγομένου συλλόγου και το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την 3643/2014 οριστική του απόφαση απέρριψε την αγωγή.

Κατά της οριστικής αυτής απόφασης, οι ενάγοντες άσκησαν την από 16-12-2014 έφεση και πριν τη συζήτησή της απεβίωσε ο δεύτερος των εναγόντων-εκκαλούντων Ν. Σ., ο οποίος κληρονομήθηκε από τον τρίτο των εναγόντων και ήδη δεύτερο των αναιρεσειόντων Σ. Σ., ο οποίος συνέχισε τη δίκη στο Εφετείο και ως κληρονόμος του.

Το Εφετείο Αθηνών με την 3290/2018 απόφασή του απέρριψε την έφεση και οι αναιρεσείοντες άσκησαν κατ' αυτής την από 20-9-2018 αίτηση αναίρεσης. Το Δικαστήριο τούτο έκανε δεκτή την αίτηση με την 26/2020 απόφασή του, αναίρεσε την ως άνω απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ανωτέρω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο.

Μετά την παραπομπή αυτή το Εφετείο Αθηνών με την ως άνω προσβαλλόμενη 279/2021 απόφασή του απέρριψε και πάλι την έφεση. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι κατά συνέπεια παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τις αποδείξεις κρίση του, τα ακόλουθα: "Η Α. Σ. του Ν. και της Κ., σύζυγος Α. Ζ., κάτοικος εν ζωή ..., απεβίωσε στις 31-8-2010, σε ηλικία 54 ετών, στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας του Β.

Ν. από πολυοργανική ανεπάρκεια, σηπτική καταπληξία, μυκητιασική ενδοκαρδίτιδα, καρδιακή ανεπάρκεια, συστηματικό ερυθηματώδη λύκο και ρευματοειδή αρθρίτιδα, κατά το χρόνο δε θανάτου της, πλησιέστερους συγγενείς κατέλιπε τον πρώτο ενάγοντα, σύζυγό της Α. Ζ. του Π., το δεύτερο ενάγοντα πατέρα της Ν. Σ. του Σ., ο οποίος μετά τη συζήτηση της ένδικης αγωγής, απεβίωσε στις 8-3-2015 και άφησε πιο κοντινό συγγενή του στη ζωή τον υιό του Σ.

Σ. και τον τελευταίο, τρίτο ενάγοντα αδελφό της, οι οποίοι είναι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της, ο πρώτος κατά ποσοστό 1/2 και έκαστος των δευτέρου και τρίτου κατά ποσοστό 1/4. Η αποβιώσασα, με την από 16-5-2007 ιδιόγραφη διαθήκη της, που δημοσιεύθηκε στις 25-2-2011 με τα υπ' αρ. 1243/25-2-2011 πρακτικά συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και καταχωρίσθηκε στα βιβλία διαθηκών του Πρωτοδικείου Αθηνών, στον τόμο 3292 και με αριθμό 62, όρισε μοναδικό της κληρονόμο τον εφεσίβλητο σύλλογο με την επωνυμία "Τ.

Χ. Τ. Π.", αποκλήρωσε τον πρώτο εκκαλούντα σύζυγό της, με την αναφορά λόγω διαζυγίου που ανάγονταν σε υπαιτιότητα του, ενώ ουδέν κατέλιπε στους λοιπούς εκκαλούντες, πατέρα και αδελφό της. Με την πιο πάνω διαθήκη όρισε χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: "16-5-2007. ΔΙΑΘΗΚΗ. Σ. Α. του Ν. και της Κ. η κατοικία μου .... Επιθυμώ να αφήσω ένα διαμέρισμα 50 τ.μ.

στην οδό .... Επίσης ένα οροφοδιαμέρισμα 100 τ.μ. με ατομικό ανσανσέρ στην .... Επίσης ότι καταθέσεις υπάρχουν στην Τράπεζα Εθνική επιθυμώ όλα να τα αφήσω σε Ίδρυμα στο ... για τα ορφανά παιδάκια. Επίσης όλη την οικοσυσκευή του σπιτιού. Επίσης Αποκληρώνω τον σύζυγο μου Α. Ζ. του Π. και της Έ. από τα περιουσιακά μου στοιχεία Δ/διότι στο έγαμο βιο μας με κακομεταχειριζόταν με πολύ βία και μισος μου στέρησε ακόμα και τη μητρότητα να γίνω μάνα μόνο μίσος υπήρχε άπεναντι του για μένα καταρες για να πεθάνω τον ΑΠΟΚΛΙΡΩΝΩ.

Εύχομαι να σε συγχωρεσει ο Θεος για αύτα που μου εκανες όλα τα χρονια. Σ. Α.". Με την πιο πάνω διαθήκη η κληρονομούμενη εγκατέστησε τον εφεσίβλητο Σύλλογο κληρονόμο επί δύο ακινήτων και ειδικότερα 1) επί του υπό στοιχεία Α-5 διαμερίσματος του πρώτου πάνω από το ισόγειο ορόφου, επιφάνειας 47,60 τ.μ., που βρίσκεται στο συνοικισμό "..." της κτηματικής περιφέρειας της κοινότητας ...

και επί της ... και 2) διαμερίσματος το οποίο καταλαμβάνει ολόκληρο τον τρίτο πάνω από την ισόγεια πυλωτή όροφο, μίας τριώροφης επί πυλωτής οικοδομής, που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του δήμου ..., στο Ο.Τ. 80 και στη συμβολή των οδών ..., που φέρει τον ... και ..., επιφάνειας 88,73 τ.μ. που αποτελεί ανεξάρτητη και διακεκριμένη οριζόντια ιδιοκτησία δυνάμει της υπ' αρ. 74938/11-11-1980 πράξης σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας της συμβολαιογράφου Πειραιά Βαρβάρας Σαραντάκου-Μάρκου και 3) αγνώστου ποσού χρημάτων σε ατομικό τραπεζικό λογαριασμό της Εθνικής τράπεζας.

Το κείμενο της διαθήκης αυτής, μολονότι εμφανίζει ανορθογραφίες, παρουσιάζει εννοιολογική πληρότητα, πυκνότητα ύφους, σαφήνεια και λογικό ειρμό, ενώ δεν περιέχει δυσνόητο περιεχόμενο, κενά ή αντιφάσεις. Η κληρονομούμενη, μετά τη σύνταξη της πιο πάνω διαθήκης μετέβη στη συμβολαιογράφο Ιλίου Αττικής Μαρία Ευστρατίου Πιττού, όπου και την κατάθεσε με σκοπό τη διαφύλαξή της από απώλεια, καταστροφή ή αλλοίωση, για την αιτία δε αυτή συνετάγη η υπ' αρ. 25997/17-5-2007 πράξη της συμβολαιογράφου.

Τα ανωτέρω στοιχεία μαρτυρούν για το πρόσωπο της διαθέτιδος πλήρη έλεγχο της αντικειμενικής πραγματικότητας και επιπλέον ότι κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης δεν εμφάνιζε ψυχικές διαταραχές ή διαταραχές των νοητικών της λειτουργιών. Η κληρονομούμενη, η οποία γεννήθηκε στις 9-1-1956, έπασχε από τη νεανική της ηλικία από χρόνιο νόσημα του συνδετικού ιστού που διαγνώσθηκε ως ρευματοειδής αρθρίτιδα κατ' αρχήν και ως ερυθηματώδης Λύκος στην τελευταία περίοδο της ζωής της.

Σύμφωνα με την υπ' αρ. πρωτ. 5255/29-9-2003 ιατρική γνωμάτευση του Περιφερειακού Γενικού Νοσοκομείου Αττικής "ΚΑΤ", η νόσος της ήταν βαριά, είχε προσβάλλει πολλές αρθρώσεις (ώμους, αγκώνες, άκρες χείρες, άκρους πόδες) και κυρίως ισχία και γόνατα και είχε προκαλέσει μεγάλες καταστρεπτικές αλλοιώσεις και παραμορφώσεις, ενώ το έτος 1991 υποβλήθηκε σε υμενεκτομή αριστερού γόνατος, λόγω δε των παραπάνω σοβαρών προβλημάτων υγείας, κατόπιν γνωμάτευσης της Πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής Δυτικής Αττικής, κρίθηκε το ποσοστό αναπηρίας της σε 67% και της χορηγήθηκε επίδομα οικονομικής ενίσχυσης ατόμων με ειδικές ανάγκες βαριάς αναπηρίας έως το χρόνο του θανάτου της.

Η κληρονομούμενη, λόγω της επιβαρυμένης κατάστασης της υγείας της, νοσηλεύθηκε σε τακτικά χρονικά διαστήματα σε νοσοκομεία και ειδικότερα: 1) από 1-10-2007 έως 11-10-2007 και από 21-7-2010 έως 28-7-2010 στην ..., σύμφωνα με την υπ' αρ. πρωτ. 935/10-5-2011 βεβαίωση, όπου υποβλήθηκε, την πρώτη φορά, σε ολική αρθροπλαστική (δε) ισχίου και τη δεύτερη σε διαγνωστικές εξετάσεις, 2) από 15-12-2008 έως 29-12-2008 στο Γ.Ν.Α. "ΚΟΡΓΙΑΛΕΝΕΙΟ-ΜΠΕΝΑΚΕΙΟ" Ε.Ε.Σ., σύμφωνα με την υπ' αρ.

πρωτ. 10279/19-5-2011 ιατρική βεβαίωση, όπου μετέβη με φλεβική θρόμβωση (ΔΕ) κάτω άκρου και εμπύρετο από 2μήνου, 3) από 29-5-2009 έως 9-6-2009 στο Περιφερειακό Γενικό Νοσοκομείο Αττικής "ΚΑΤ", σύμφωνα με την υπ' αρ. πρωτ. 2517/11-5-2011 ιατρική γνωμάτευση, όπου νοσηλεύθηκε με φλεβική θρόμβωση δεξιού κάτω άκρου, ενώ στις 9-6-2010 μετέβη σε ημέρα εφημερίας με εικόνα ισχαιμίας-εμβολή αριστερού κάτω άκρου, οδηγήθηκε στο χειρουργείο όπου και διενεργήθηκε εμβολεκτομή αριστερού σκέλους με αποκατάσταση περιφερικών σφύξεων σκέλους, 4) από 29-1-2010 έως 9-3-2010 στο περιφερειακό Γενικό Νοσοκομείο "Η ΣΩΤΗΡΙΑ", σύμφωνα με το από 18-5-2011 πιστοποιητικό, κατά την εισαγωγή της δε στο νοσοκομείο διαπιστώθηκε υπεζωκοτική συλλογή αριστερά, παροχετεύθηκε το υγρό, στις 11-2-2010 έγινε θωρακοτομή και αποφλοίωση από τη Β' Θ/Χ κλινική του νοσοκομείου, μετεγχειριτικά διαπιστώθηκε δεξιά πλευριτική συλλογή, η οποία παροχετεύθηκε, κατά τη διάρκεια δε της νοσηλείας της, λόγω καταθλιπτικής συμπτωματολογίας, έγινε ψυχιατρική εκτίμηση και της χορηγήθηκε σιταλοπράμη και 5) από 23-4-2010 έως 28-4-2010 στο ΓΝΑ "Γ.

ΓΕΝΝΗΜΑΤΑΣ", σύμφωνα με την υπ' αρ. πρωτ. 5131/18-5-2011 βεβαίωση νοσηλείας, εισήχθη δε εκτάκτως στην αγγειοχειρουργική κλινική με οξεία ισχαιμία (ΔΕ) κάτω άκρου και υποβλήθηκε σε θρομβεκτομή λαγονίου αρτηρίας (ΔΕ) κάτω άκρου. Η κληρονομούμενη, στις 18-5-1996, σε ηλικία 40 ετών τέλεσε νόμιμο θρησκευτικό γάμο με τον πρώτο των εκκαλούντων, με τον οποίο συνήψε ερωτική σχέση το έτος 1994, ο τελευταίος δε ήταν πατέρας δύο τέκνων τα οποία είχε αποκτήσει από τον πρώτο του γάμο, ο οποίος λύθηκε με την υπ' αρ. 2506/1994 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και εργαζόταν ως οδηγός λεωφορείου έως τις 14-3-2009, οπότε και συνταξιοδοτήθηκε, ενώ διέμεναν στην προαναφερόμενη κατοικία κυριότητας της κληρονομούμενης στο ...

και επί της οδού .... Η έγγαμη συμβίωση των ανωτέρω δεν ήταν αρμονική, σύμφωνα με τη με ημερομηνία 28-4-2011 ιατρική βεβαίωση του ψυχιάτρου Ν. Χ., ο οποίος επισκέφθηκε την κληρονομούμενη τους μήνες Σεπτέμβριο και Νοέμβριο του έτους 2006 και Οκτώβριο του έτους 2008 και αναφερόμενος στη σχέση της με το σύζυγό της, τη χαρακτήρισε ως σχέση πάθους με έντονα ανάμεικτα και αντικρουόμενα συναισθήματα.

Η κληρονομούμενη, όπως όλοι οι μάρτυρες απόδειξης βεβαίωσαν, από την αρχή της έγγαμης συμβίωσης είχε πολύ μεγάλη επιθυμία να γίνει μητέρα και όπως χαρακτηριστικά αναφέρουν οι μάρτυρες "αξίωνε επίμονα" από το σύζυγό της να αποκτήσουν παιδιά, ο τελευταίος, όμως, ο οποίος είχε αποκτήσει ήδη δύο τέκνα από τον πρώτο του γάμο, συμμερίστηκε την επιθυμία της, μετά την πάροδο τεσσάρων ετών από την τέλεση του γάμου τους, όπως αυτό επιβεβαιώνεται από το μη ημερομηνία 4-9-2001 πληροφοριακό σημείωμα του Ρευματολογικού Τμήματος του Περιφερειακού Γενικού Νοσοκομείου Αθηνών "ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΕΝΝΗΜΑΤΑΣ", σύμφωνα με το οποίο, η κληρονομούμενη, ηλικίας 44 ετών, είχε διακόψει τη θεραπεία της για την αντιμετώπιση της ρευματοειδούς αρθρίτιδας, λόγω της επιθυμίας τεκνοποίησης.

Η τελευταία και ο σύζυγός της, σύμφωνα με τις ίδιες πιο πάνω μαρτυρικές καταθέσεις, απευθύνθηκε σε ιατρούς γυναικολόγους ειδικευμένους στην ιατρικώς υποβοηθούμενη αναπαραγωγή, χωρίς επιτυχία, αφού οι δυνατότητες τεκνοποίησης είχαν πλέον ελαχιστοποιηθεί, δεδομένης της ηλικίας της κληρονομούμενης και της επιδείνωσης των προαναφερομένων προβλημάτων υγείας.

Η αρχική άρνηση του πρώτου εκκαλούντος να αποδεχθεί την επιθυμία της συζύγου του να γίνει μητέρα και να δημιουργήσει οικογένεια μαζί της κατέστησε αδύνατη τη σύλληψη τέκνου και επέφερε την πλήρη ρήξη στην έγγαμη σχέση τους, συνιστά δε βάσιμο λόγο διαζυγίου απότοκο της υπαίτιας συμπεριφοράς του, ο οποίος υπήρχε κατά το χρόνο σύνταξης της ένδικης διαθήκης και αναφέρεται σε αυτή.

Οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι η Α. Σ., κατά το χρόνο σύνταξης της από 16-5-2007 ιδιόγραφης διαθήκης με την οποία εγκατέστησε κληρονόμο τον εναγόμενο σύλλογο, ήταν ανίκανη προς σύνταξη διαθήκης δεδομένου ότι στερούνταν της χρήσεως του λογικού της, διότι λόγω των ψυχολογικών προβλημάτων της βρισκόταν σε συναισθηματική φόρτιση που την απέτρεπε από τη δυνατότητα στάθμισης των πράξεών της και αντίληψης του εξωτερικού κόσμου.

Προς απόδειξη των ισχυρισμών τους προσκομίζουν τις κάτωθι ιατρικές βεβαιώσεις-γνωματεύσεις, για τις οποίες σημειώνεται ότι όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 438 και 440 του ΚΠολΔ και αν εκδίδονται από ιατρό που ασκεί δημόσια λειτουργία, μέσα στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων του, έχουν δεσμευτική αποδεικτική δύναμη και ειδικότερα αποτελούν πλήρη απόδειξη, χωρίς να επιτρέπεται ανταπόδειξη, παρά μόνο με την προσβολή τους ως πλαστών, για όσα βεβαιώνονται σε αυτές ότι έγιναν από το συντάκτη τους ή ότι έγιναν ενώπιόν του και επίσης πλήρη απόδειξη, κατά της οποίας όμως επιτρέπεται ανταπόδειξη ως προς όσα βεβαιώνονται σ' αυτά, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει ο συντάκτης τους.

Ως προς τις περιεχόμενες, όμως, σε αυτές επιστημονικές εκτιμήσεις και γνώμες του συντάκτη τους, ακόμη και σχετικά με τις επιπτώσεις που τα αναφερόμενα σε αυτές ευρήματα έχουν στην πνευματική και σωματική κατάσταση εκείνου στον οποίο αναφέρονται, οι εν λόγω ιατρικές βεβαιώσεις και γνωμοδοτήσεις εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο, σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 340 του ΚΠολΔ, όπως άλλωστε ισχύει, σύμφωνα με τα άρθρα 387 και 390 του ΚΠολΔ, και για τις γνωμοδοτήσεις των ιατρών πραγματογνωμόνων που διόρισε το δικαστήριο ή με τις γνωμοδοτήσεις που συντάχθηκαν με αίτηση κάποιου διαδίκου και προσκομίζονται από αυτόν, από ιατρούς, ως πρόσωπα με ειδικές γνώσεις επιστήμης... 1) με ημερομηνία 28-4-2011 του ψυχιάτρου-ψυχαναλυτή Ν.

Χ., ο οποίος, όπως έχει ήδη αναφερθεί, είχε εξετάσει την κληρονομούμενη τους μήνες Σεπτέμβριο και Νοέμβριο του έτους 2006 και το μήνα Οκτώβριο του έτους 2008, δηλαδή ένα χρόνο πριν και ένα χρόνο μετά τη σύνταξη της ένδικης διαθήκης, κατόπιν πρόσκλησης της Α. Σ. και του συζύγου της διότι, σύμφωνα με τη γνωμάτευση, εμφάνιζε διαταραχές της συμπεριφοράς μη ελεγχόμενες από την ίδια και πιο συγκεκριμένα παρουσίαζε κρίσεις αρνητισμού κατά τις οποίες ήταν εξοργισμένη με τους οικείους της, ιδιαίτερα με το σύζυγό της, εναντίον του οποίου ξεστόμιζε επιθετικά συναισθήματα και απειλές, σύμφωνα δε με όσα έλεγε σε περιόδους κρίσης, που κρατούσαν από λίγες ώρες μέχρι αρκετές ημέρες, βρισκόταν υπό την επήρεια ιδεών καταδίωξης και πίστευε ότι ήταν θύμα βίας του συζύγου της.

Σύμφωνα με την πιο πάνω ιατρική βεβαίωση το χρόνιο νόσημα της κληρονομούμενης είχε βαρύ ψυχολογικό αντίκτυπο στην ασθενή με τρεις τρόπους και ειδικότερα ο πρώτος τρόπος ήταν έμμεσος, αλλά βέβαιος και αντιστοιχούσε στην χρόνια κακουχία που επιφέρει κάθε νόσημα που διαρκεί σχεδόν σε όλη τη διάρκεια της ζωής του ανθρώπου και προκαλεί αυξανόμενη σωματική αναπηρία, στις περιπτώσεις δε αυτές το συχνότερο συναίσθημα που κυριαρχεί είναι εκείνο της απελπισίας με υποβόσκουσα οργή η οποία υποδαυλίζεται από ένα μεγάλο και δικαιολογημένο συναίσθημα αδικίας, ενώ ελάχιστοι ασθενείς καταφέρνουν να διατηρήσουν την ψυχική τους ισορροπία κάτω από αυτές τις συνθήκες και δεν υποκύπτουν σε χρόνια κατάθλιψη με υποκείμενες ιδέες καταδίωξης από τους πλησίον.

Ο δεύτερος τρόπος με τον οποίο είχε ψυχολογικό αντίκτυπο η νόσος ήταν άμεσος αλλά πιθανός και όχι βέβαιος και μπορεί να οφειλόταν στη νόσο καθεαυτή και τις νευροψυχικές επιπλοκές της, ενώ ο τρίτος τρόπος ήταν οι παρενέργειες της φαρμακοθεραπείας του συστηματικού νοσήματος, είτε πρόκειται για ρευματοειδή αρθρίτιδα είτε για Λύκο, διότι είναι επιστημονικώς βέβαιο ότι η κορτικοθεραπεία προκαλεί ψυχωτικά ή και μανιακά επεισόδια με ιδέες καταδίωξης και αντίστοιχες διαταραχές της συμπεριφοράς.

Κατέληξε δε ο πιο πάνω ψυχίατρος στο συμπέρασμα ότι ανεξάρτητα από την αιτία της ψυχικής διαταραχής που διαπίστωσε κατά την εξέταση της κληρονομούμενης, μπορούσε να δηλώσει ότι το πολύ εύθραυστο ψυχικό υπόβαθρο της τελευταίας συνάντησε περισσότερα από ένα εναύσματα για να παρουσιάσει σοβαρή ψυχική παθολογία μη ελεγχόμενη από τη λογική του ασθενούς, κατάσταση που οδηγεί σε παρορμητική συμπεριφορά στο πλαίσιο παραληρηματικής κλινικής συνδρομής, ενώ ως θεραπεία υπέδειξε στην ασθενή ισχυρή νευροληπτική αγωγή σε περιόδους ψυχικής κρίσης.

Αναφορικά με την πιο πάνω ιατρική βεβαίωση επισημαίνεται ότι η σύνταξή της έλαβε χώρα μετά την πραγματοποίηση τριών κατ' οίκον επισκέψεων, οι οποίες δεν συνιστούν συστηματική παρακολούθηση, επιχειρείται δε η θεμελίωσής της, κυρίως στα πορίσματα της ιατρικής επιστήμης σχετικά με την επίδραση που η ρευματοειδής αρθρίτιδα και ο ερυθηματώδης λύκος ασκούν στην ψυχική υγεία.

Επίσης, πιθανολογήθηκε η εμφάνιση νευροψυχικών επιπλοκών συνεπεία της νόσου και κρίθηκε βέβαιη η πρόκληση ψυχωτικών επεισοδίων λόγω της λήψης των φαρμάκων για την αντιμετώπιση της νόσου, παραλήφθηκε όμως, έστω και ενδεικτική αναφορά της ειδικότερης φαρμακευτικής αγωγής που είχε χορηγηθεί στην πιο πάνω ασθενή και του χρονικού διαστήματος χορήγησής της και καταλήγει στη διάγνωση "παρορμητική συμπεριφορά στο πλαίσιο παραληρηματικής κλινικής συνδρομής", χωρίς όμως να αναφέρει ειδικότερα αν τα παραπάνω επέφεραν την έλλειψη συνείδησης της διαθέτιδος και ψυχική και διανοητική διαταραχή, η οποία (διαταραχή) λόγω έκπτωσης των ψυχικών και νοητικών λειτουργιών της, εξ αιτίας της ασθένειας, από την οποία έπασχε, κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης της, περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής της.

Σημειώνεται τέλος ότι στην πιο πάνω ιατρική βεβαίωση δεν επισυνάπτονται, αφενός οι αντίστοιχες ιατρικές βεβαιώσεις που εκδόθηκαν από τον πιο πάνω ψυχίατρο κατά τις ακριβείς ημερομηνίες που αυτός εξέτασε την ασθενή, αλλά και η συνταγογράφηση της συσταθείσας εκ μέρους του θεραπευτικής αγωγής ή έστω η σχετική καταχώρηση στο βιβλιάριο υγείας της, την οποία, επίσης, χωρίς ειδικότερη αιτιολογία, παραλείπει να προσδιορίσει ειδικά με την αναφορά των συγκεκριμένων φαρμάκων, γεγονός που δημιουργεί αμφιβολίες στο δικαστήριο ως προς τη δυνατότητα του προαναφερόμενου ψυχιάτρου να έχει πλήρη και βέβαιη εικόνα της ασθενούς, χωρίς την υποβοήθησή του με τα παραπάνω σημαντικά, κατά την κρίση του δικαστηρίου, έγγραφα, δεδομένων των προαναφερόμενων συνοπτικών διαδικασιών, δηλαδή της σύντομης αυτού επικοινωνίας με την ασθενή κατά τη διάρκεια των τριών κατ' οίκον επισκέψεων κα της παρόδου χρονικού διαστήματος τριών (3) ετών από την τελευταία επικοινωνία του με την κληρονομούμενη έως το χρόνο σύνταξης της προαναφερόμενης ιατρικής βεβαίωσης, 2) με ημερομηνία 28-4-2011 της νευρολόγου-ψυχιάτρου Χ.

Λ., η οποία εξέταση την Ζ. Α. στις 17-6-2010, στο εφημερείο του Ψυχιατρικού Νοσοκομείου Αττικής "ΔΡΟΜΟΚΑΪΤΕΙΟ", βρήκε ότι πάσχει από "οργανικό ψυχοσύνδρομο" και συνεστήθη τακτική παρακολούθηση και παθολογική διερεύνηση, 3) με ημερομηνία 1-7-2011 των ιατρών Γ. Π., παθολόγου-λοιμωξιολόγου και Ν. Α., ειδικευόμενου ιατρού στην παθολογία, σύμφωνα με την οποία η ασθενής Ζ.

Α. νοσηλεύθηκε στην Δ' Παθολογική Κλινική του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου "ΑΤΤΙΚΟΝ" από 1-9-2009 έως 19-12-2009, λόγω βακτηριαιμίας από Salmonella spp και κατά τη διάρκεια της νοσηλείας της παρουσίαζε ψυχοσυναισθηματικές διακυμάνσεις (που αποδόθηκαν σε μεγάλο βαθμό και στη μεγάλη ψυχική και σωματική καταπόνηση από το βασικό χρόνιο νόσημά της), οι διακυμάνσεις δε αυτές είχαν ως αποτέλεσμα τη συχνή άρνησή της να υποβληθεί σε ιατρικές ενέργειες (όπως άρνηση τοποθέτησης παροχέτευσης ευμεγέθους πλευριτικής συλλογής), οι οποίες κατά την άποψη των θεραπόντων θα διευκόλυναν τη διαγνωστική προσέγγιση του ιατρικού της προβλήματος και θα επιτάχυναν τη θεραπεία και ανακούφισή της.

Σημειώνεται ότι οι προαναφερόμενες γνωματεύσεις με ημερομηνίες 28-4-2011 και 1-7-2011 δεν μπορούν να οδηγήσουν το δικαστήριο σε ασφαλή κρίση αναφορικά με την κατάσταση της ψυχικής υγείας της διαθέτιδος δεδομένου του χρόνου εξέτασης της τελευταίας, μετά την πάροδο 4 και 2 ετών, αντίστοιχα, από το χρόνο σύνταξης της ένδικης διαθήκης, 4) η με ημερομηνία 28-3-2017 έκθεση ψυχιατρικής γνωμοδότησης του ψυχιάτρου Σ.

Β. επί εγγράφων επί της θανούσης Σ. Α. του Ν., ο οποίος, αφού μελέτησε την ένδικη αγωγή και διαθήκη, τα έγγραφα που προαναφέρθηκαν και αφορούν την υγεία της κληρονομούμενης και ενημερώθηκε από τους ενάγοντες για την κατάσταση της υγείας της και ειδικότερα ότι εμφάνισε προοδευτικά διαταραχές συμπεριφοράς, μεταβολή της προσωπικότητάς της, επιθετικότητα, ψυχαναγκαστική υποχονδρία, διαταραχές ύπνου και έκπτωση γνωστικών λειτουργιών, αναφέρθηκε στα επιστημονικά δεδομένα που αφορούν στο συστηματικό ερυθηματώδη λύκο με εστιασμό στις νευροψυχιατρικές εκδηλώσεις της νόσου.

Σημειώνεται ότι ο πιο πάνω ψυχίατρος θεώρησε αποδεδειγμένη την υποστηρικτική στάση του συζύγου της κληρονομούμενης επί σειράς ετών της έγγαμης συμβίωσης και ανέφερε ως αξιοσημείωτα γεγονότα που υποδηλώνουν τη διαταραχή στην κρίση της τελευταίας, αφενός το εκφραζόμενο μίσος και την εμπάθεια προς το σύζυγο για τη στέρηση της μητρότητας, ενώ, κατά τη γνωμοδότηση, η υπαιτιότητα την αφορούσε εξ ολοκλήρου και αφετέρου το ότι διέθεσε περιουσιακά στοιχεία που της παραχωρήθηκαν από το σύζυγο και τη μητέρα της και δεν αποκτήθηκαν με προσωπικό μόχθο και εργασία εφόσον αδυνατούσε να εργαστεί λόγω της σοβαρότητας της νόσου.

Συμπερασματικά, ο ψυχίατρος θεώρησε ότι η θανούσα έπασχε από ψυχωσική διαταραχή επί εδάφους οργανικού ψυχοσυνδρόμου στο πλαίσιο σοβαρού συστηματικού νοσήματος (συστηματικού ερυθηματώδους Λύκου-Ρευματοειδούς αρθρίτιδας) και ήταν σαφές ότι κατά το χρονικό διάστημα σύνταξης της επίδικης διαθήκης δεν ήταν σε θέση να εκφράζει ανεπηρέαστη ελεύθερη βούληση ή να διατηρεί δικαιοπρακτική ικανότητα, γεγονός που επέβαλε την ακύρωση της επίδικης διαθήκης.

Η πιο πάνω γνωμοδότηση δεν κρίνεται αξιόπιστη από το δικαστήριο, καθόσον συντάχθηκε όχι μόνο σε χρόνο πολύ μεταγενέστερο από τη σύνταξη της ένδικης διαθήκης, αλλά και μετά το θάνατο της διαθέτιδος και αφού ο συντάκτης της έλαβε υπόψη του έγγραφα που του προσκόμισαν οι ενάγοντες, κυρίως όμως το ιστορικό της υγείας της, όπως αυτό του αφηγήθηκαν οι τελευταίοι (ενάγοντες), των οποίων τις απόψεις θεώρησε αποδεδειγμένες κάνοντας μάλιστα σχετική μνεία των πραγματικών γεγονότων τα οποία συνεκτίμησε, όπως έχει προαναφερθεί, για να καταλήξει στο πιο πάνω συμπέρασμα, 5) με ημερομηνία 15-3-2017 του ιατρού ρευματολόγου Κ.

Τ., στην οποία βεβαιώνεται ότι η Α. Ζ.-Σ. παρακολουθείτο στη Ρευματολογική κλινική του Νοσοκομείου ΚΑΤ επί 20ετία (1990-2010) επειδή έπασχε από δύο αυτοάνοσα ρευματικά νοσήματα ταυτόχρονα, δηλαδή ρευματοειδή αρθρίτιδα και συστηματικό ερυθηματώδη λύκο, τα νοσήματα αυτά ήταν πολύ σοβαρά και είχαν προκαλέσει σημαντικές βλάβες στις αρθρώσεις και άλλα όργανα, ιδιαίτερα δε ο Ερυθηματώδης Λύκος, ο οποίος είναι το βαρύτερο και συχνά θανατηφόρο ρευματικό νόσημα, είχε προσβάλει πολλά όργανα, κυρίως την καρδιά (ενδοκαρδίτιδα), τον πνεύμονα (πλευρίτιδα) και τον εγκέφαλο (αγγειίτιδα).

Στη διάρκεια της παρακολούθησής της η θανούσα προοδευτικά άρχισε να εμφανίζει μεταβολή της προσωπικότητας, ψυχαναγκαστική συμπεριφορά, επιθετικότητα, φοβίες, υποχονδρία, διαταραχές του ύπνου και εξασθένηση της μνήμης, της κρίσης και της περιληπτικής σκέψης. Οι ψυχιατρικές αυτές διαταραχές, κατά τη γνώμη του πιο πάνω ιατρού, οφείλονταν πιθανότατα στις επιπτώσεις (αναπηρία) που είχαν προκαλέσει τα νοσήματά της στον ψυχισμό της, αλλά κυρίως στην προσβολή του εγκεφάλου από τον Ερυθηματώδη Λύκο.

Ο προαναφερόμενος ιατρός, ενώ αποφαίνεται για την κατάσταση υγείας της διαθέτιδος μετά την πάροδο επτά ετών από το θάνατό της και δέκα ετών από τη σύνταξη της ένδικης διαθήκης, παραλείπει να προσδιορίσει την πηγή άντλησης των πληροφοριών του, με την αναλυτική παράθεση ιατρικών εγγράφων, πιστοποιητικών, εξετάσεων, συνταγών και φαρμάκων, δεδομένου ότι μόνη η ιδιότητά του ως πρώην Διευθυντής της Ρευματολογικής Κλινικής του Νοσοκομείου ΚΑΤ όπως αυτή προκύπτει από τα στοιχεία που παραθέτει κάτω από την υπογραφή του και η αναφορά στην κληρονομούμενη ως "ασθενή του", δεν κρίνεται ικανή να αιτιολογήσει τις σοβαρότατες ελλείψεις της ιατρικής γνωμάτευσης και αφού ληφθεί υπόψη ότι είναι μοναδικός ιατρός, ο οποίος βεβαιώνει ότι ο Ερυθηματώδης Λύκος είχε προσβάλει τον εγκέφαλο της διαθέτιδος και αναφέρει ως κύρια αιτία των ψυχιατρικών διαταραχών την προσβολή του εγκεφάλου από τον ερυθηματώδη λύκο.

Οι προαναφερόμενες δε ουσιώδεις ελλείψεις, σε συνδυασμό με το από 18-5-2011 ενημερωτικό σημείωμα του περιφερειακού Γενικού Νοσοκομείου "Η ΣΩΤΗΡΙΑ", όπου η διαθέτης νοσηλεύτηκε για χρονικό διάστημα από 29-1-2010 έως 9-3-2010 και στο οποίο παρατίθεται λεπτομερώς το ατομικό ιστορικό της ασθενούς, η πορεία της νόσου, όλες οι ιατρικές πράξεις που έλαβαν χώρα, με αναφορά ότι λόγω καταθλιπτικής συμπτωματολογίας, έγινε ψυχιατρική εκτίμηση και της χορηγήθηκε σιταλοπράμη, η θεραπευτική αγωγή με αναλυτική παράθεση όλων των φαρμάκων που της δόθηκαν και η διάγνωση εξόδου, χωρίς να βεβαιώνεται προσβολή του εγκεφάλου της από Ερυθηματώδη Λύκο, δημιουργούν αμφιβολίες στο δικαστήριο ως προς την αξιοπιστία της επιστημονικής τοποθέτησης του ιατρού ρευματολόγου Κ.

Τ.. Από όλα τα ιατρικά πιστοποιητικά που προαναφέρθηκαν αποδείχθηκε ότι, παρά τις τακτικές νοσηλείες της κληρονομούμενης σε νοσοκομεία, για πρώτη φορά διαγνώσθηκε με ψυχοσυναισθηματικές διακυμάνσεις τέλη του έτους 2009 και καταθλιπτική συμπτωματολογία αρχικά και οργανικό ψυχοσύνδρομο Ιούνιο του έτους 2010, όταν πράγματι άρχισε να εμφανίζει ψυχικές διαταραχές, ενώ, μετά την τελευταία διάγνωση, δεν κρίθηκε αναγκαία η νοσηλεία της σε νοσοκομείο για την πιο πάνω αιτία, αλλά κρίθηκε επαρκής η τακτική παρακολούθησή της, αν δε η ίδια έπασχε από πνευματική νόσο ή στερούνταν της χρήσεως του λογικού σε προγενέστερο χρόνο αναμφισβήτητα θα είχε διαπιστωθεί στα νοσοκομεία που είχε νοσηλευθεί και θα της είχε χορηγηθεί η κατάλληλη φαρμακευτική αγωγή για την αντιμετώπιση του προβλήματός της.

Τα παραπάνω ενισχύει το γεγονός ότι δεν προσκομίζεται έστω και μια ιατρική συνταγή που να αφορά στη λήψη φαρμάκων για ψυχική νόσο ή το ασφαλιστικό αυτής βιβλιάριο που να επαληθεύει τη σχετική φαρμακευτική αγωγή ή ιατρική βεβαίωση από την οποία να προκύπτει η συστηματική παρακολούθησή της από ψυχίατρο, ενώ οι πλησιέστεροι συγγενείς της, δηλαδή οι ενάγοντες, αν η διαθέτης αντιμετώπιζε τα σοβαρά ψυχικά νοσήματα που οι ίδιοι επικαλούνται, θα είχαν φροντίσει για την άμεση εισαγωγή της σε δημόσια ή ιδιωτική ψυχιατρική κλινική, ώστε να λάβει την κατάλληλη φαρμακευτική αγωγή, γεγονός που καταδεικνύει εμμέσως πλην σαφώς, ότι η κατάσταση της υγείας, τουλάχιστον κατά το επίδικο χρόνο σύνταξης της διαθήκης από πνευματικής άποψης ήταν καλή.

Οι καταθέσεις των μαρτύρων των εναγόντων δεν άγουν σε αντίθετη κρίση, διότι είναι γενικόλογες και ελλιπείς συγκεκριμένων περιστατικών, από τα οποία να προκύπτει η ανικανότητα της τελευταίας προς σύμπραξη σε δικαιοπραξία. Η κληρονομούμενη είχε την ικανότητα, κατά τον επίδικο χρόνο σύνταξης της διαθήκης για αυτοδιάθεση και διαχείριση των υποθέσεών της και της περιουσίας της, δεν είχε χάσει τη διακριτική ευχέρεια επιλογής του τρόπου δράσης της και ήταν σε θέση, σταθμίζοντας τις περιστάσεις, να δίδει σαφείς οδηγίες σε σχέση με την τότε επιθυμία της για την τακτοποίηση των οικονομικών της ζητημάτων, όπως αυτό προκύπτει από το περιεχόμενο της ένδικης διαθήκης, με την οποία διέθεσε την περιουσία της στον εναγόμενο μη κερδοσκοπικό σύλλογο που λειτουργεί στην Ελλάδα και έχει στόχο την προάσπιση των δικαιωμάτων των παιδιών και η δραστηριότητά του είναι ευρέως γνωστή, ορμώμενη από την επιθυμία της να συνδράμει το έργο του και ως απόρροια της ματαίωσης της επιθυμίας της ίδιας να αποκτήσει τέκνα.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω αποδείχθηκε ότι η κληρονομούμενη έπασχε από ρευματοειδή αρθρίτιδα και ερυθυματώδη λύκο, οι ασθένειες αυτές δεν επηρέασαν τις ψυχικές της λειτουργίες και είχε τη δύναμη να διαγνώσει το περιεχόμενο και την ουσία της επιχειρούμενης πράξης, κατά το χρόνο κατά τον οποίο συνέταξε την ιδιόγραφη διαθήκη της, ενώ δεν αποκλειόταν ο ελεύθερος προσδιορισμός της βούλησής της με λογικούς υπολογισμούς.

Έτσι, έχοντας πνευματική διαύγεια και επίγνωση του κλονισμού της σχέσεώς της με τον πρώτο εκκαλούντα σύζυγό της με τον οποίο συμβίωνε τυπικά, αφού δεν αποδείχθηκε ότι κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης της πίστευε πεπλανημένα ότι ο τελευταίος την κακομεταχειριζόταν και της είχε στερήσει τη μητρότητα, προέβη στη σύνταξη της προαναφερόμενης ιδιόγραφης διαθήκης της η οποία δημοσιεύτηκε με τα υπ' αρ. 1243/25-2-2011 πρακτικά δημοσίευσης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και ως εκ τούτου η διαθήκη αυτή είναι έγκυρη".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων και επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που είχε εκφέρει όμοια κρίση για την εγκυρότητα της επίδικης διαθήκης σε σχέση με τους ανωτέρω λόγους. Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 18 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση.

Περαιτέρω, ο ΚΠολΔ ορίζει: α) Στο άρθρο του 579 παρ. 1 ότι "Αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτήν ακυρώνεται μόνο εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση. Κάθε απόφαση που στηρίζεται σ' αυτήν που αναιρέθηκε αναιρείται, εφόσον οι λόγοι της αναίρεσης αναφέρονται και σ' αυτήν", β) στο άρθρο του 580 παρ. 3, ότι "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (δηλαδή για υπέρβαση δικαιοδοσίας ή για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα, αντίστοιχα), παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο, αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές" και γ) στο άρθρο του 581 παρ. 2 ότι "Η υπόθεση συζητείται (στο δικαστήριο της παραπομπής) μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση".

Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι, μετά την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση που αναιρέθηκε, δηλαδή αναβιώνει η αίτηση παροχής έννομης προστασίας (έφεση, αγωγή, αναλόγως αν η αναιρεθείσα απόφαση εκδόθηκε στον πρώτο ή δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας), της οποίας επιλαμβάνεται το δικαστήριο της παραπομπής μετά από κλήση (ΑΠ 1132/2022, ΑΠ 845/2010, ΑΠ 129/2004).

Σε περίπτωση που η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, αν προσβλήθηκε με έφεση η πρωτόδικη απόφαση και η έφεση έγινε τυπικά δεκτή, σε αναίρεση, σύμφωνα με τα άρθρα 552 και 553 ΚΠολΔ, υπόκειται μόνο η οριστική απόφαση του εφετείου, που ερεύνησε την ουσία της υπόθεσης, αφού αν μεν έγινε δεκτή κατ' ουσία η έφεση, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίσθηκε και έπαψε να υπάρχει, ενώ αν η έφεση απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η πρωτόδικη απόφαση ενσωματώθηκε πλέον στην εφετειακή απόφαση (Ολ ΑΠ 40/1996, ΑΠ 1102/2017, ΑΠ 297/2016).

Έτσι, αν αναιρεθεί η απόφαση του εφετείου και δεν πρόκειται για τις περιπτώσεις του άρθρου 580 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ., δηλαδή για υπέρβαση δικαιοδοσίας ή παράβαση των διατάξεων, των σχετικών με την αρμοδιότητα, αναβιώνει η πρωτόδικη απόφαση και η κατ' αυτής έφεση, που θα κριθεί από το εφετείο. Η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου δεν ακυρώνεται, ακόμη και αν αυτή στηρίζεται στο ίδιο ελάττωμα και τούτο διότι, με την αναίρεση της απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, αναβιώνει η εκκρεμοδικία της έφεσης κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (ΑΠ 1215/2021, ΑΠ 963/1999) ως προς την οποία θα αποφανθεί το δικαστήριο της παραπομπής, το οποίο είτε θα δεχθεί την έφεση και θα εξαφανίσει την απόφαση, είτε θα την απορρίψει, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση (ΑΠ 758/2018, ΑΠ 1421/2002).

Περαιτέρω, από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει, επίσης, ότι η αναίρεση της απόφασης και επομένως και η εξαφάνισή της μπορεί να είναι ολική ή μερική. Τούτο θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο έχουν προσβληθεί όλα ή κάποια από τα περισσότερα κεφάλαια αυτής (ΑΠ 251/2016, ΑΠ 738/2012, ΑΠ 975/2000). Η έκταση αυτή της αναίρεσης προκύπτει από το συγκεκριμένο περιεχόμενο της αναιρετικής απόφασης και κατισχύει κάθε αντίθετης γενικής διατύπωσης αυτής και μάλιστα του τυχόν χαρακτηρισμού της από αυτήν της έκτασης της αναίρεσης της προσβαλλόμενης απόφασης ως ολικής (ΑΠ 86/2021, ΑΠ 1150/2017, ΑΠ 251/2016, ΑΠ 386/2014).

Αν η απόφαση αναιρεθεί στο σύνολό της αποβάλλει την ισχύ της και δεν παράγει δεδικασμένο επί οποιουδήποτε ζητήματος έκρινε αυτή, ενώ οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που ήταν πριν από αυτήν. Στο σύνολό της θεωρείται ότι αναιρείται η απόφαση όταν η αναιρετική, κατά το διατακτικό της, δεν περιορίζει με σχετική διάταξη αυτού την αναίρεση σε ορισμένο ή ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης ή ως προς μερικούς μόνο από τους διαδίκους.

Περίπτωση ολικής αναίρεσης συντρέχει και όταν ο αναιρετικός λόγος που έγινε δεκτός πλήττει, κατά νομική ακολουθία, το κύρος της όλης απόφασης, σύμφωνα με το διατακτικό της αναιρετικής, αλλά σε συνδυασμό και με το αιτιολογικό της (Ολ ΑΠ 27/2007, ΑΠ 1132/2022, ΑΠ 84/2017, ΑΠ 359/2017). Στην περίπτωση της εν μέρει αναίρεσης, η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναίρεσης, δηλαδή ως προς τα πληγέντα με την αναίρεση κεφάλαιά της.

Ως τέτοια νοούνται οι οριστικές διατάξεις της απόφασης που αποφαίνονται στις επί μέρους αυτοτελείς αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας. Η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αναιρείται ως προς άλλα κεφάλαιά της, εκτός αν τα τελευταία συνάπτονται αρρήκτως με τα κεφάλαια ως προς τα οποία χώρησε αναίρεση της απόφασης, οπότε συναναιρούνται (ΑΠ 702/2022, ΑΠ 1216/2020, ΑΠ 679/2011, ΑΠ 493/2011, ΑΠ 614/2009).

Ως αρρήκτως συνδεόμενα προς τα αναιρεθέντα κεφάλαια, στα οποία επεκτείνεται η αναίρεση, νοούνται όσα αφορούν παρεπόμενα ή παρακολουθήματα της κύριας απαίτησης ή προέρχονται από την ίδια ιστορική και νομική αιτία, τα οποία συναναιρούνται και επομένως ως προς ολόκληρο το αναιρεθέν κεφάλαιο η απόφαση αποβάλλει την ισχύ της και παύει να αποτελεί δεδικασμένο, ενώ ως προς τα μη αναιρεθέντα κεφάλαια της απόφασης διατηρείται το δεδικασμένο της (ΑΠ 1132/2022, ΑΠ 86/2021, ΑΠ 752/2014).

Επομένως, στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση. Το εφετείο, ως δικαστήριο της παραπομπής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 580 παρ. 3, 581 παρ. 2 και 579 παρ. 1 ΚΠολΔ, επανεκδικάζει την έφεση, ερευνώντας μόνον τους λόγους έφεσης που είναι σχετικοί με τα κεφάλαια της δίκης για τα οποία αναιρέθηκε η εφετειακή απόφαση, ως προς τα οποία μόνον επανακρίνεται και αποφαίνεται το δικαστήριο της παραπομπής με την απόφασή του (ΑΠ 387/2018, ΑΠ 1145/2005).

Συνεπώς, το εφετείο, ως δικαστήριο παραπομπής, δεν μπορεί να εξετάσει τα λοιπά κεφάλαια ως προς τα οποία δεν αναιρέθηκε η απόφαση, είτε διότι δεν προσβλήθηκαν με λόγο αναίρεσης, είτε επειδή απορρίφθηκαν οι προβληθέντες σχετικοί λόγοι αναίρεσης, διότι διαφορετικά θα προσέβαλε το δεδικασμένο, το οποίο λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, κατά το άρθρο 332 ΚΠολΔ (ΑΠ 306/2015, ΑΠ 2072/2007).

Όμως, το δικαστήριο της παραπομπής δεν δεσμεύεται να κρίνει διαφορετικά επί της ουσίας και να εκτιμήσει διαφορετικά, από την αναιρεθείσα, τις αποδείξεις, εφόσον δεν εθίγησαν με την αναίρεση, μη δεσμευόμενο ούτε ως προς το σημείο αυτό από εκείνη (ΑΠ 129/2004). Το εφετείο δεσμεύεται μόνον για τα νομικά ζητήματα που επέλυσε η αναιρετική απόφαση με το λόγο αναίρεσης που έκανε δεκτό (ΑΠ 1150/2017, ΑΠ 251/2016, ΑΠ 270/2015, ΑΠ 738/2012, ΑΠ 137/2004).

Τα παράπονα που είχαν διατυπωθεί ως λόγοι έφεσης και ως αναιρετικοί λόγοι, κατ' αρχήν καλύπτονται από το δεδικασμένο της αναιρετικής απόφασης. Και στην περίπτωση αυτή, αν είχαν γίνει δεκτά ως αναιρετικοί λόγοι, τότε το δικαστήριο της παραπομπής δεσμεύεται να τα δεχτεί και ως βάσιμους λόγους της έφεσης, ενώ αν είχαν απορριφθεί ως αναιρετικοί λόγοι, είναι ως λόγοι έφεσης απαράδεκτοι, κατά την απορρέουσα από την αναιρετική παραπεμπτική απόφαση ενδοδιαδικαστική δέσμευση (Ολ ΑΠ 13/2011, ΑΠ 1132/2022, ΑΠ 251/2016, ΑΠ 1476/2012, ΑΠ 738/2012).

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο αναίρεσης μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για την αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 18 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, διατείνονται ότι το Εφετείο, μετά την αναίρεση της προηγούμενης 3290/2018 απόφασής του με την 26/2020 απόφαση του Αρείου Πάγου, δεν έλαβε υπόψη με την προσβαλλόμενη απόφασή του και δεν ασχολήθηκε με τους υπόλοιπους λόγους της έφεσής τους και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη:

α) με τον πρώτο λόγο της έφεσής τους, με τον οποίο επανέφεραν το αίτημα της αγωγής τους για την ακυρότητα της επίδικης διαθήκης εξ αιτίας της παράβασης των χρηστών ηθών, β) με το δεύτερο λόγο της έφεσής τους και κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο ισχυρίστηκαν ότι η θανούσα αμέσως μετά το γάμο της με τον πρώτο από αυτούς επεδίωξε να καταστεί έγκυος, πλην όμως αυτό κατέστη αδύνατο λόγω των προβλημάτων υγείας της και όχι από τον πρώτο από αυτούς, ο οποίος μάλιστα στη συνέχεια επεδίωξε ώστε αυτή να καταστεί έγκυος με τεχνητή γονιμοποίηση, γ) με τον τέταρτο λόγο της έφεσής τους, με τον οποίο επανέφεραν τον ισχυρισμό της αγωγής τους ότι η θανούσα δεν είχε την ικανότητα να συντάξει ιδιόγραφη διαθήκη, καθώς είχε χαμηλό πνευματικό επίπεδο, είχε ελάχιστες γραμματικές γνώσεις και δεν γνώριζε τις έννοιες που περιλαμβάνονται στη διαθήκη και τις συνέπειές τους σε βάρος τους, δ) με τον έκτο λόγο της έφεσής τους, με τον οποίο επανέφεραν τον ισχυρισμό της αγωγής τους ότι η θανούσα τελούσε σε πλήρη πλάνη σε σχέση με τους λόγους που εκθέτει στην ιδιόγραφη διαθήκη προκειμένου να αποκληρώσει τον πρώτο από αυτούς, άλλως και αληθής υποτιθέμενος ο ισχυρισμός της αυτός, δεν έλαβε υπόψη το Εφετείο το γεγονός ότι, όπως ισχυρίστηκαν με την έφεση, τούτο συνέβη κατά τα πρώτα έτη της έγγαμης συμβίωσής τους και ότι έκτοτε, μέχρι δηλαδή τη σύνταξη της διαθήκης, αλλά και μέχρι το θάνατό της, ήτοι για χρονικό διάστημα δεκαπέντε ετών, ζούσαν υπό την αυτή στέγη και ποτέ δεν εγέρθηκε από αυτήν αγωγή διαζυγίου, άλλως θα έπρεπε να ερευνηθεί αν και κατά πόσον η θανούσα είχε παράσχει συγγνώμη, άλλως το τυχόν δικαίωμά της είχε αποσβεσθεί και ε) με τον έβδομο λόγο της έφεσής τους, με τον οποίο είχαν ζητήσει τη διενέργεια ιατρικής πραγματογνωμοσύνης, ώστε να διακριβωθεί κατά πόσον η θανούσα είχε κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης την ικανότητα προς δικαιοπραξία.

Ότι με τον τρόπο αυτό το Εφετείο δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση, καθώς η 26/2020 απόφαση του Αρείου Πάγου δεν απέρριψε τους σχετικούς λόγους της αναίρεσής τους, που βασίζονταν στους λόγους της έφεσής τους, αλλά δέχθηκε ότι παρέλκει η έρευνα αυτών. Επί των επί μέρους αυτών αιτιάσεων του πρώτου λόγου αναίρεσης, πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα:

Ως προς την ανωτέρω υπό στοιχείο ε) αιτίαση, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον η κρίση του Δικαστηρίου περί της ανάγκης ή μη διενέργειας πραγματογνωμοσύνης δεν ελέγχεται αναιρετικά, εφόσον το Δικαστήριο δεν έκρινε ότι πρόκειται για ζήτημα που για να γίνει αντιληπτό απαιτούνται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης (ΑΠ 1329/2021, ΑΠ 133/2017, ΑΠ 1998/2014, ΑΠ 1186/2010), όπως αυτό συμβαίνει στην ένδικη υπόθεση και όπως αυτό προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης.

Ως προς την ανωτέρω υπό στοιχείο δ) αιτίαση, θα πρέπει να σημειωθεί ότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της έφεσης των αναιρεσειόντων, οι τελευταίοι είχαν επικαλεστεί με τον έκτο λόγο της ότι η θανούσα είχε παράσχει συγγνώμη προς τον πρώτο αναιρεσείοντα, άλλως είχε αποσβεστεί ή αποδυναμωθεί τυχόν τέτοιο δικαίωμά της για την αποκλήρωσή του.

Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την 3290/2018 απόφασή του, απέρριψε σιωπηρά τον ανωτέρω ισχυρισμό περί συγγνώμης, καθώς δέχθηκε, μεταξύ των άλλων, ότι ναι μεν μέχρι το θάνατο της συζύγου του πρώτου αναιρεσείοντος, αυτοί (σύζυγοι) έμεναν κάτω από την ίδια στέγη χωρίς έως τότε να λυθεί ο γάμος τους με διαζύγιο ή να έχουν ασκηθεί εκατέρωθεν αγωγές διαζυγίου, οι προστριβές τους όμως ήταν συνεχείς, με αποτέλεσμα η θανούσα να έχει βάσιμο λόγο διαζυγίου κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης.

Οι αναιρεσείοντες άσκησαν κατά της απόφασης αυτής την από 20-9-2018 αίτηση αναίρεσης, με τον έκτο λόγο της οποίας ζήτησαν την αναίρεση της απόφασης του Εφετείου, επικαλούμενοι αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 1, καθώς, όπως ισχυρίστηκαν, το Εφετείο δεχόμενο τα ανωτέρω, παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 1844 ΑΚ, που αφορά την παροχή συγγνώμης από το διαθέτη.

Ο Άρειος Πάγος, κατ' αποδοχή του δευτέρου μέρους του δευτέρου αναιρετικού λόγου από το άρθρο 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ, αναίρεσε την ως άνω απόφαση του Εφετείου, ενώ έκρινε ότι, μετά την αποδοχή της αναίρεσης για τον ανωτέρω λόγο, παρέλκει η έρευνα των υπολοίπων λόγων αναίρεσης, χωρίς ωστόσο αυτό να σημαίνει ότι απορρίφθηκε ο ανωτέρω έκτος λόγος αναίρεσης (ΑΠ 36/2018).

Στη συνέχεια, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία το Εφετείο, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της, έλαβε υπόψη τον ως άνω έκτο λόγο της έφεσης και τον απέρριψε σιωπηρά, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που συγκροτούν το λόγο αυτό, καθώς δέχθηκε, όπως ειδικότερα προκύπτει από τις ανωτέρω εκτιθέμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του, ότι "...

Η αρχική άρνηση του πρώτου εκκαλούντος (πρώτου αναιρεσείοντος) να αποδεχθεί την επιθυμία της συζύγου του να γίνει μητέρα και να δημιουργήσει οικογένεια μαζί της κατέστησε αδύνατη τη σύλληψη τέκνου και επέφερε την πλήρη ρήξη στην έγγαμη σχέση τους, συνιστά δε βάσιμο λόγο διαζυγίου απότοκο της υπαίτιας συμπεριφοράς του, ο οποίος υπήρχε κατά το χρόνο σύνταξης της ένδικης διαθήκης και αναφέρεται σε αυτή", ενώ στη συνέχεια δέχθηκε ότι "...

Έτσι, έχοντας πνευματική διαύγεια και επίγνωση του κλονισμού της σχέσεώς τους με τον πρώτο εκκαλούντα σύζυγό της με τον οποίο συμβίωνε τυπικά, αφού δεν αποδείχθηκε ότι κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης της πίστευε πεπλανημένα ότι ο τελευταίος την κακομεταχειριζόταν και της είχε στερήσει τη μητρότητα, προέβη στη σύνταξη της προαναφερόμενης ιδιόγραφης διαθήκης...".

Επομένως, η ανωτέρω ειδικότερη υπό στοιχείο δ) αιτίαση είναι απορριπτέα ως αβάσιμη. Όσον αφορά τις πιο πάνω υπό στοιχεία β) και γ) αιτιάσεις, καθώς και την υπό στοιχείο δ) αιτίαση περί πλάνης της θανούσας, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω εκτιθέμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του, το Εφετείο σαφώς έλαβε υπόψη τους αντίστοιχα αναφερόμενους λόγους της έφεσης των αναιρεσειόντων, καθώς δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν περιστατικά εντελώς αντίθετα προς αυτά που συγκροτούσαν τους λόγους αυτούς της έφεσης, ενώ όσον αφορά ειδικότερα την υπό στοιχείο δ) αιτίαση, δέχθηκε ότι, ενόψει και του συνόλου των παραδοχών της απόφασής του, δεν αποδείχθηκε ότι η θανούσα κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης της πίστευε πεπλανημένα ότι ο πρώτος των αναιρεσειόντων την κακομεταχειριζόταν και της είχε στερήσει τη μητρότητα.

Επομένως, οι ανωτέρω αιτιάσεις είναι απορριπτέες ως αβάσιμες. Αναφορικά με την πιο πάνω υπό στοιχείο α) αιτίαση του πρώτου λόγου αναίρεσης θα πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα: Όπως προκύπτει από την επισκόπηση της από 16-1-2013 αγωγής των αναιρεσειόντων, οι τελευταίοι ζήτησαν να αναγνωρισθεί ως άκυρη η από 16-5-2007 ιδιόγραφη διαθήκη της συζύγου του πρώτου των αναιρεσειόντων Α.

Ζ., με την οποία η τελευταία αποκλήρωσε το σύζυγό της, επειδή αυτή κατά τη σύνταξη της διαθήκης στερούνταν της χρήσης του λογικού λόγω των ψυχολογικών της προβλημάτων. Επικουρικά, ζήτησαν να ακυρωθεί η εν λόγω διαθήκη λόγω πλάνης της διαθέτιδας περί τα παραγωγικά αίτια της βούλησής της και εντελώς επικουρικά ζήτησαν να κηρυχθεί άκυρη η επίδικη διαθήκη της θανούσας, λόγω προσβολής των χρηστών ηθών (άρθρο 178 ΑΚ), για τους λόγους που ειδικότερα εκτίθενται στην αγωγή.

Με την 3643/2014 απόφαση του πρωτοβάθμιου Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η αγωγή αυτή, όσον αφορά ειδικότερα την επικουρική της βάση από το άρθρο 178 ΑΚ, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ ως προς τις υπόλοιπες βάσεις της απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Με τον πρώτο λόγο της έφεσης που άσκησαν κατά της απόφασης αυτής οι αναιρεσείοντες, παραπονέθηκαν για την απόρριψη ως μη νόμιμης της πιο πάνω επικουρικής βάσης της αγωγής τους και το Εφετείο με την 3290/2020 απόφασή του απέρριψε το λόγο αυτό της έφεσης, καθώς δέχθηκε, όπως και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ότι η επίδικη διαθήκη, υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή περιστατικά, δεν είναι αντίθετη στα χρηστά ήθη.

Απέρριψε δε και τους υπόλοιπους λόγους της έφεσης, που αναφέρονταν στις υπόλοιπες βάσεις της αγωγής, ως αβάσιμους κατ' ουσίαν, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Κατά της απόφασης αυτής του Εφετείου, οι αναιρεσείοντες άσκησαν την από 20-9-2018 αίτηση αναίρεσης, με τον πρώτο αναιρετικό λόγο της οποίας και υπό την επίκληση της αναιρετικής πλημμέλειας από το άρθρο 559 αρ. 1 (και εσφαλμένως και από τον αρ. 19), όπως προκύπτει από την επισκόπησή της, ζήτησαν την αναίρεση της απόφασης, λόγω εσφαλμένης ερμηνείας του άρθρου 178 ΑΚ.

Ο Άρειος Πάγος με την 26/2020 απόφασή του, όπως ήδη αναφέρθηκε, δέχθηκε το δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, από το άρθρο 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ και αναίρεσε στο σύνολό της, όπως αναφέρεται σ' αυτήν, την ως άνω 3290/2018 απόφαση του Εφετείου, ενώ δέχθηκε στη συνέχεια ότι, μετά την αποδοχή του πιο πάνω αναιρετικού λόγου, παρέλκει η έρευνα των υπολοίπων λόγω αναίρεσης, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι ο Άρειος Πάγος, μη ερευνώντας τον ανωτέρω πρώτο λόγο αναίρεσης, τον απέρριψε (ΑΠ 36/2018).

Από την επισκόπηση της ως άνω αναιρετικής απόφασης και παρά την αναφορά της για αναίρεση του συνόλου της προσβληθείσας απόφασης του Εφετείου, προκύπτει ότι η αναίρεση αφορούσε μόνο τα κεφάλαια εκείνα της απόφασης που σχετίζονταν με την εκτίμηση των αποδείξεων και αφορούσαν τις πιο πάνω αναφερόμενες δύο πρώτες βάσεις της αγωγής, τις οποίες έκρινε κατ' ουσίαν το Εφετείο με την προσβληθείσα απόφασή του.

Δεν αφορούσε δε η αναίρεση, παρά την αντίθετη διατύπωση της αναιρετικής απόφασης, και το κεφάλαιο εκείνο της απόφασης του Εφετείου που σχετιζόταν με την ως άνω επικουρική βάση της αγωγής περί αντίθεσης της επίδικης διαθήκης στα χρηστά ήθη, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, εισαχθείσα ενώπιόν του με τον πρώτο λόγο της έφεσης των αναιρεσειόντων, απορρίφθηκε από το Εφετείο ως μη νόμιμη.

Και τούτο διότι δεν ερευνήθηκε από τον Άρειο Πάγο και επομένως δεν θεωρείται ότι απορρίφθηκε ο σχετικός πρώτος λόγος της αναίρεσης. Σημειωτέον ότι το ανωτέρω κεφάλαιο της προσβληθείσας απόφασης του Εφετείου, εφόσον δεν αναιρέθηκε, δεν σημαίνει ότι κατέστη αμετάκλητο, δεδομένου ότι, όπως ήδη αναφέρθηκε, ο πρώτος λόγος αναίρεσης που αφορούσε το κεφάλαιο αυτό δεν ερευνήθηκε.

Επομένως, και δεδομένου ότι, σύμφωνα με την ανωτέρω μείζονα σκέψη, μετά την αναίρεση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση στην οποία βρίσκονταν πριν από την έκδοση της αναιρεθείσας 3290/2020 απόφασης του Εφετείου, το Δικαστήριο αυτό της παραπομπής όφειλε να ερευνήσει όλους τους λόγους της έφεσης των αναιρεσειόντων, μεταξύ των οποίων και τον ανωτέρω πρώτο λόγο της.

Όπως, όμως, προκύπτει από της ανωτέρω εκτιθέμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του, το Εφετείο δεν ερεύνησε τον πρώτο λόγο της έφεσης των αναιρεσειόντων, παρά μόνο όσους λόγους της σχετίζονταν με την εκτίμηση των αποδείξεων και αναφέρονταν στις δύο πρώτες βάσεις της αγωγής. Παραλείποντας δε να ερευνήσει και τον πρώτο λόγο της έφεσης, που αναφερόταν στην ως άνω επικουρική βάση της αγωγής περί αντίθεσης της επίδικης διαθήκης στα χρηστά ήθη, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια της παράβασης του άρθρου 559 αρ. 18 ΚΠολΔ.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης υπό την υπό στοιχείο α) ειδικότερη αιτίαση, είναι βάσιμος.

Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης διατείνονται οι αναιρεσείοντες ότι, ενώ η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι έλαβε υπόψη τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, καθώς και τις με αριθμούς 4394/25-4-2013, 4395/25-4-2013, 16/3-1-2013 και 17/3-1-2013 ένορκες βεβαιώσεις, στην πραγματικότητα δεν τις έλαβε υπόψη, καθώς είναι προφανές ότι αν τις ελάμβανε υπόψη θα ασκούσαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και το αποτέλεσμά της θα ήταν διαφορετικό.

Ισχυρίζονται, επίσης, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση προκειμένου να αιτιολογήσει το πόρισμά της απέρριψε ουσιαστικά τις αποδείξεις με μάρτυρες συλλήβδην με την αβάσιμη και αόριστη αιτιολογία ότι οι εν λόγω ένορκες βεβαιώσεις και ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων είναι γενικόλογες και αόριστες. Ότι το Εφετείο, μη λαμβάνοντας υπόψη τις ανωτέρω αποδείξεις, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια της παράβασης του άρθρου 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ.

Ο λόγος, όμως, αυτός είναι απορριπτέος κατ' αρχήν ως αβάσιμος, δεδομένου ότι, όπως δέχονται και οι αναιρεσείοντες, το Εφετείο έλαβε υπόψη τις ανωτέρω αποδείξεις με μάρτυρες και με τις αναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις. Σε κάθε δε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, δεδομένου ότι οι αναιρεσείοντες, υπό την επίφαση της παράβασης του ανωτέρω άρθρου, πλήττουν ουσιαστικά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του Εφετείου σχετικά με την απόδειξη πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και συνεπώς υπάρχει εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση τα δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (ΑΠ 808/2023, ΑΠ 1442/2017, ΑΠ 2267/2013).

Περαιτέρω, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικά στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ ΑΠ 15/2006).

Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογιών όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα δε, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1551/2021, ΑΠ 1304/2021, ΑΠ 1266/2011).

Ο από την ανωτέρω διάταξη λόγος αναίρεσης είναι δυνατόν να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση γιατί παραβίασε εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάστηκε κανόνας δικαίου, να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε ο λόγος αναίρεσης θα απορριφθεί ως απαράδεκτος, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, διότι πλήττει την ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 536/2022, ΑΠ 1055/2018, ΑΠ 1225/2018).

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως.

Έτσι, αποτελούν "πράγματα", μεταξύ των άλλων, οι διάφορες βάσεις της αγωγής (κύρια, επάλληλες ή επικουρικές) και τα προς θεμελίωση αυτών και των σχετικών αιτημάτων τους περιστατικά (ΑΠ 784/2023, ΑΠ 104/2019, ΑΠ 837/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης και κατά το πρώτο μέρος του, διατείνονται οι αναιρεσείοντες ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτό ότι η θανούσα, συντάσσοντας την επίδικη διαθήκη, είχε πλήρη έλεγχο της αντικειμενικής πραγματικότητας και ότι κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης δεν εμφάνιζε ψυχικές διαταραχές ή διαταραχές των νοητικών της λειτουργιών, χωρίς ωστόσο να λάβει υπόψη της η προσβαλλόμενη απόφαση το αναμφισβήτητο γεγονός, το οποίο και αποδείχθηκε, ότι η ίδια είχε ελάχιστες γραμματικές γνώσεις, ότι δεν είχε την ικανότητα να διαγνώσει τις έννοιες, το περιεχόμενο και τις συνέπειες της σύνταξης της διαθήκης και ότι είναι προφανές ότι το περιεχόμενό της συνετάγη από άλλον, ο οποίος την οδήγησε στη συμβολαιογράφο.

Ότι επομένως, το ανωτέρω πόρισμα της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης στερείται εκ του λόγου αυτού αιτιολογίας. Με το δεύτερο μέρος του τρίτου λόγου αναίρεσης διατείνονται οι αναιρεσείοντες ότι, ενώ η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι η θανούσα, η οποία γεννήθηκε στις 9-1-1956, έπασχε από τη νεανική της ηλικία από το χρόνιο νόσημα της ρευματοειδούς αρθρίτιδας και κατά την τελευταία περίοδο της ζωής της από ερυθυματώδη λύκο, ότι η χρόνια αυτή νόσος, που ήταν βαριά, της είχε προσβάλει πολλές αρθρώσεις και της είχε προκαλέσει καταστρεπτικές αλλοιώσεις και παραμορφώσεις, ότι το 1991 είχε υποβληθεί σε υμενεκτομή αριστερού γόνατος, ότι λόγω των σοβαρών αυτών προβλημάτων υγείας κρίθηκε αρμοδίως ανάπηρη σε ποσοστό 67% και της χορηγήθηκε σχετικό επίδομα εφ' όρου ζωής και ότι λόγω της επιβαρυμένης κατάστασης της υγείας της νοσηλεύτηκε κατά διαστήματα σε διάφορα νοσοκομεία, δέχεται στη συνέχεια με διάφορες αβάσιμες και αναπόδεικτες αιτιολογίες ότι ο πρώτος από αυτούς (αναιρεσείοντες) είναι υπαίτιος για το γεγονός ότι η θανούσα δεν κατέστη έγκυος.

Ισχυρίζονται, επίσης, οι αναιρεσείοντες ότι, ενώ η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι η κληρονομούμενη τέλεσε γάμο στις 18-5-1995 σε ηλικία 40 ετών με τον πρώτο από αυτούς, ότι μετά το γάμο τους διέμεναν στην οικία της θανούσας στο ..., δέχεται στη συνέχεια αναπόδεικτα ότι η έγγαμη συμβίωσή τους δεν ήταν αρμονική, σύμφωνα με την από 28-4-2011 ιατρική βεβαίωση του ψυχιάτρου Ν.

Χ., ο οποίος επισκέφθηκε την κληρονομουμένη τους μήνες Σεπτέμβριο και Νοέμβριο του 2006 και Οκτώβριο του 2008 και αναφερόμενη στη σχέση με τον πρώτο από αυτούς, τη χαρακτήρισε σχέση πάθους με έντονα ανάμεικτα και αντικρουόμενα συναισθήματα. Ότι επίσης, ενώ η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται την κατάσταση της κληρονομούμενης, όπως την εκθέτει στη γνωμοδότησή του ο ανωτέρω ψυχίατρος, στη συνέχεια, όλως αντιφατικά, επιδιώκει να αποδομήσει και να αποδυναμώσει το υπόλοιπο περιεχόμενο της εν λόγω γνωμοδότησης, από το οποίο αποδεικνύεται ότι η θανούσα παρουσίαζε κρίσεις αρνητισμού, κατά τις οποίες ήταν εξοργισμένη με τους οικείους της και ιδιαίτερα με το σύζυγό της, εναντίον του οποίου ξεστόμιζε επιθετικά συναισθήματα και απειλές και ότι βρισκόταν υπό την επήρεια ιδεών καταδίωξης και ότι ήταν θύμα βίας του συζύγου της.

Ότι, εκθέτει στη συνέχεια η προσβαλλόμενη απόφαση, ότι, σύμφωνα με την ανωτέρω βεβαίωση του ψυχιάτρου, το χρόνιο νόσημα της κληρονομούμενης είχε βαρύ ψυχολογικό αντίκτυπο στην ασθενή και μάλιστα με τους αναφερόμενους τρεις τρόπους. Ότι παρά ταύτα δέχεται (η προσβαλλόμενη) ότι η μη αναφορά στην ως άνω γνωμοδότηση της φαρμακευτικής αγωγής, η μη επισύναψη σ' αυτήν ιατρικών βεβαιώσεων και η μη αναφορά σχετικής συνταγογράφησης, δημιουργούν αμφιβολίες στο δικαστήριο ως προ τη δυνατότητα του ως άνω ψυχιάτρου να έχει πλήρη εικόνα της ασθενούς.

Ότι με τις αβάσιμες αυτές αιτιολογίες και παρά τα όσα αναμφίβολα διαπίστωσε ο ανωτέρω ψυχίατρος, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται στη συνέχεια ότι η συμβίωση του πρώτου από αυτούς με τη θανούσα ήταν κακή και στη συνέχεια τυπική. Ισχυρίζονται, επίσης, οι αναιρεσείοντες ότι με τον ίδιο τρόπο η προσβαλλόμενη απόφαση αμφισβητεί το περιεχόμενο και της ιατρικής γνωμοδότησης του ψυχιάτρου Σ.

Β., αλλά και τα υπόλοιπα νοσοκομειακά και ιατρικά έγγραφα, τα οποία επιβεβαιώνουν, είτε εμμέσως είτε αμέσως, τόσο τη σωματική όσο και την ψυχική κατάστασης της κληρονομουμένης, τις οποίες όμως η προσβαλλόμενη απέρριψε συλλήβδην κατά τρόπο αυθαίρετο και αναιτιολόγητο. Ότι στη συνέχεια η προσβαλλόμενη, ενώ δέχεται ότι η κληρονομούμενη έπασχε από ρευματοειδή αρθρίτιδα και ερυθυματώδη λύκο, δέχεται ακολούθως εντελώς αντιφατικά ότι οι ασθένειες αυτές δεν επηρέασαν τις ψυχικές της λειτουργίες, παρά τα όσα αντίθετα δέχεται η ιατρική επιστήμη και παρά τα όσα αντίθετα προέκυπταν από τις ιατρικές γνωμοδοτήσεις, από τις καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και όσα αποδεικνύονται από την κοινή λογική και πείρα του μέσου συνετού ανθρώπου.

Ότι με τον τρόπο αυτό δέχθηκε η προσβαλλόμενη, όλως αντιφατικώς, ότι η θανούσα είχε τη δυνατότητα να διαγνώσει το περιεχόμενο και την ουσία της επιχειρούμενης πράξης κατά το χρόνο σύνταξης της επίδικης διαθήκης και ότι δεν αποκλειόταν ο ελεύθερος προσδιορισμός της βούλησής της με λογικό υπολογισμό, έχοντας πνευματική διαύγεια και επίγνωση του κλονισμού της σχέσης της με τον πρώτο από αυτούς (αναιρεσείοντες), με τον οποίο συμβίωνε τυπικά, καθώς, όπως δέχθηκε στη συνέχεια δεν αποδείχθηκε ότι κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης πίστευε πεπλανημένα ότι την κακομεταχειριζόταν και της είχε στερήσει τη μητρότητα, καταλήγοντας έτσι στο πόρισμα ότι η επίδικη διαθήκη είναι έγκυρη.

Ότι η προσβαλλόμενη δέχθηκε όλα τα ανωτέρω, χωρίς να λάβει υπόψη της ότι εξ ουδενός στοιχείου απεδείχθη ότι η έγγαμη συμβίωση του πρώτου από αυτούς με τη θανούσα ήταν τυπική, καθώς δεν λήφθηκε υπόψη το αναμφισβήτητο γεγονός ότι δεν της στέρησε τη μητρότητα ο πρώτος από αυτούς (αναιρεσείοντες), αλλά η βεβαρυμένη κατάσταση της υγείας της.

Ότι, τέλος, δεν λήφθηκε υπόψη από την προσβαλλόμενη ότι οι σχέσεις του πρώτου από αυτούς με τα παιδιά του από τον πρώτο γάμο είχαν διαρρηχθεί, ότι είχε μεταβιβάσει λόγω δωρεάς στη θανούσα το 1/2 του ακινήτου, το οποίο είχε αποκτήσει εξ αδιαιρέτου με την πρώτη σύζυγό του, το οποίο εκπλειστηριάστηκε και εισέπραξε η θανούσα το τίμημα, ότι αγόρασε επ' ονόματι της θανούσας με δικά του χρήματα ένα ακίνητο στο ..., ότι τοποθέτησε ατομικό ανελκυστήρα στη κατοικία που διέμεναν για να τη διευκολύνει και ότι ήταν στο πλευρό της θανούσας κατά τη νοσηλεία της στα νοσοκομεία.

Ότι, επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση, μη λαβούσα υπόψη όλα τα ανωτέρω, στερείται νόμιμης βάσης, καθώς περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες, άλλως ανεπαρκείς στα ανωτέρω ζητήματα τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να υποπέσει στις αναιρετικές πλημμέλειες από το άρθρο 559 αρ. 8 και 19 ΚΠολΔ.

Από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του, όπως αυτές εκτέθηκαν ανωτέρω, προκύπτει ότι το Εφετείο, αφού παραθέτει αυτούσιο το κείμενο της επίδικης διαθήκης, δέχεται στη συνέχεια ότι "... Το κείμενο της διαθήκης αυτής μολονότι εμφανίζει ανορθογραφίες, παρουσιάζει εννοιολογική πληρότητα, πυκνότητα ύφους, σαφήνεια και λογικό ειρμό, ενώ δεν περιέχει δυσνόητο περιεχόμενο, κενά ή αντιφάσεις.

Η κληρονομούμενη, μετά τη σύνταξη της πιο πάνω διαθήκης μετέβη στη συμβολαιογράφου Ιλίου Αττικής Μαρία Ευστρατίου Πιττού, όπου και την κατάθεσε με σκοπό τη διαφύλαξή της από απώλεια, καταστροφή ή αλλοίωση, για την αιτία δε αυτή συνετάγη η υπ' αρ. 25997/17-5-2007 πράξη της συμβολαιογράφου. Τα ανωτέρω μαρτυρούν για το πρόσωπο της διαθέτιδος πλήρη έλεγχο της αντικειμενικής πραγματικότητας και επιπλέον ότι κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης της δεν εμφάνιζε ψυχικές διαταραχές ή διαταραχές των νοητικών της λειτουργιών".

Δέχεται δε στη συνέχεια η προσβαλλόμενη απόφαση ότι "... Έτσι, έχοντας πνευματική διαύγεια και επίγνωση του κλονισμού της σχέσεώς της με τον πρώτο εκκαλούντα σύζυγό της με τον οποίο συμβίωνε τυπικά, αφού δεν αποδείχθηκε ότι κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης της πίστευε πεπλανημένα ότι ο τελευταίος την κακομεταχειριζόταν και της είχε στερήσει τη μητρότητα, προέβη στη σύνταξη της προαναφερόμενης ιδιόγραφης διαθήκης της...

και ως εκ τούτου η διαθήκη αυτή είναι έγκυρη". Από τις παραδοχές αυτές, σε συνδυασμό και με τις υπόλοιπες παραδοχές της απόφασης, όπως αυτές εκτίθενται αναλυτικά ανωτέρω, προκύπτει ότι για το κρίσιμο εν προκειμένω ζήτημα της ικανότητας της θανούσας να συντάξει την επίδικη διαθήκη, καθώς και για το γεγονός ότι αυτή, κατά τη σύνταξη της διαθήκης της, δεν τελούσε σε πλάνη περί τα παραγωγικά αίτια της βούλησής της, έχοντας πλήρη επίγνωση της πραγματικότητας, η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, καθώς περιέχει πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 1719 περ. 3 και 1784 του ΑΚ, τις οποίες δεν παραβίασε εκ πλαγίου.

Συνεπώς, ο τα αντίθετα υποστηρίζων τρίτος λόγος αναίρεσης, και κατά τα δύο σκέλη του περί παράβασης του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Οι υπόλοιπες δε αιτιάσεις που περιλαμβάνονται στον ίδιο λόγο, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, δεδομένου ότι οι αναιρεσείοντες υπό το πρόσχημα της παράβασης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, προσβάλλουν την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου περί πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Αβάσιμος, επίσης και απορριπτέος είναι και ο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ίδιος ως άνω λόγος, καθόσον, όπως άλλωστε δέχονται και οι αναιρεσείοντες, με την προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκαν υπόψη και απορρίφθηκαν κατ' ουσίαν οι βάσεις της αγωγής περί ακυρότητας της επίδικης διαθήκης εξ αιτίας της ανικανότητας της κληρονομούμενης να συντάξει διαθήκη, επειδή αυτή στερούνταν της χρήσης του λογικού λόγω των ψυχολογικών της προβλημάτων, καθώς και εξ αιτίας της πλάνης αυτής περί τα παραγωγικά αίτια της βούλησής της.

Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του και κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, οι αναιρεσείοντες διατείνονται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν συμμορφώθηκε ως όφειλε στην 26/2020 παραπεμπτική απόφαση του Αρείου Πάγου, με αποτέλεσμα να μην αντικρούσει ειδικά την από 15-3-2017 ιατρική γνωμάτευση του ιατρού ρευματολόγου Κ.

Τ., που αποτελούσε κρίσιμο αποδεικτικό μέσο για την απόδειξη των αγωγικών τους ισχυρισμών. Ειδικότερα, ισχυρίζονται ότι το Εφετείο, ως Δικαστήριο της παραπομπής, δεν έλαβε υπόψη του, άλλως δεν αντέκρουσε ειδικά ως όφειλε, ενόψει της ως άνω παραπεμπτικής απόφασης του Αρείου Πάγου, την ανωτέρω ιατρική γνωμάτευση, στην οποία μεταξύ των άλλων αναφέρεται ότι "Στην ασθενή μου είχα συστήσει να αποφύγει την τεκνοποίηση με βάση τους εξής λόγους:

α) η ασθενής είχε μειωμένο προσδόκιμο επιβίωσης λόγω της βαρύτητας των νοσημάτων της, β) η κατάσταση της υγείας της θα επιδεινωνόταν σε ενδεχόμενη διακοπή της φαρμακευτικής αγωγής (τα αντιρευματικά φάρμακα απαγορεύονται στη διάρκεια της κύησης), γ) ευρίσκετο στο τέλος της αναπαραγωγικής περιόδου (εμμηνόπαυση), οπότε υπήρχε και μεγαλύτερος κίνδυνος γέννησης εμβρύων με γενετικές ανωμαλίες και δ) υπήρχε αυξημένος κίνδυνος μετάδοσης των νοσημάτων της στο κυοφορούμενο τέκνο".

Ότι από την ανωτέρω γνωμάτευση αποδεικνύονταν οι ουσιώδεις ισχυρισμοί της αγωγής τους περί ακυρότητας, άλλως ακυρωσίας της ένδικης διαθήκης, που οφείλεται στις δύο ανίατες ασθένειες που αντιμετώπιζε η θανούσα κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης της και οι οποίες παρακώλυαν τον ελεύθερο προσδιορισμό της βούλησής της και την πνευματική της διαύγεια.

Ότι με βάση την ιατρική επιστήμη και την πιο πάνω γνωμάτευση, ο ερυθηματώδης λύκος, ασθένεια από την οποία έπασχε η θανούσα, προσβάλλει τον εγκέφαλο του πάσχοντος, δημιουργώντας σοβαρότατα προβλήματα στις πνευματικές του λειτουργίες, πλην όμως η προσβαλλόμενη απόφαση αντιπαρέρχεται σιγή το αναμφισβήτητο αυτό γεγονός, παρότι αποδείχθηκε πλήρως ότι είχαν εκδηλωθεί στη διαθέτιδα τα προβλήματα αυτά.

Ότι η προσβαλλόμενη αντιπαρήλθε σιγή το γεγονός ότι και μόνο η εμμονή της διαθέτιδος να τεκνοποιήσει, παρά τις ιατρικές υποδείξεις ότι μία κύηση θα ήταν, ενόψει των βαρύτατων ασθενειών της, λίαν επικίνδυνη για τη ζωή της ίδιας και του τέκνου της, αποδεικνύει ότι η σκέψη και η βούλησή της δεν ήταν συνετή και σώφρων εξ αιτίας του επηρεασμού της βούλησής της από την επίδραση της νόσου στον εγκέφαλο.

Ότι το Εφετείο, με επιχειρήματα εντελώς αυθαίρετα, δέχθηκε ότι η θανούσα στην ηλικία των 40 ετών μπορούσε ακίνδυνα να τεκνοποιήσει, σαν να ήταν μία φυσιολογική γυναίκα χωρίς προβλήματα, χωρίς τούτο να προκύπτει από τα αποδεικτικά μέσα, ενώ αντικρούεται από την ανωτέρω ιατρική γνωμάτευση. Ότι ενόψει των ανωτέρω, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη της, άλλως δεν αντέκρουσε ειδικά το περιεχόμενο της ανωτέρω ιατρικής γνωμάτευσης ως προς τις συνέπειες των νοσημάτων της διαθέτιδος στις εγκεφαλικές της λειτουργίες, ιδίως λόγω της προσβολής του εγκεφάλου της από τον ερυθηματώδη λύκο, εξ αιτίας του οποίου, κατά τον χρόνο σύνταξης της διαθήκης, δεν είχε πνευματική διαύγεια, ούτε μπορούσε να διαμορφώσει ελεύθερα τη βούλησή της, με αποτέλεσμα να αποκληρώσει αδικαιολόγητα τον πρώτο από αυτούς (αναιρεσείοντες) και να παραλείψει από κληρονόμους της εγγύτερους συγγενείς της.

Ότι, επίσης, η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε αυθαίρετα ότι υπήρχαν προβλήματα στην έγγαμη σχέση της θανούσας με τον πρώτο από αυτούς, αντιπαρερχόμενη σιγή το γεγονός ότι με δικά του χρήματα αγοράστηκε στο όνομά της ακίνητο μεγάλης αξίας, στο οποίο στη συνέχεια έγιναν με δικά του χρήματα ειδικές εργασίες διαμόρφωσης προκειμένου να καταστεί άνετη η διαβίωση της διαθέτιδος, γεγονός που αποδεικνύει ότι ο πρώτος από αυτούς της παρείχε τα πάντα, πράγμα που δεν θα συνέβαινε αν η έγγαμη σχέση τους δεν ήταν αρμονική.

Ότι με βάση τα ανωτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ. 8, 18 και 19 ΚΠολΔ. Επί των αιτιάσεων αυτών του τετάρτου αναιρετικού λόγου πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα: Όπως προκύπτει από τις ανωτέρω εκτιθέμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του, το Εφετείο έλαβε υπόψη την πιο πάνω από 15-3-2017 γνωμάτευση του ιατρού ρευματολόγου Κ.

Τ., διατυπώνοντας ωστόσο αμφιβολίες ως προς την αξιοπιστία της επιστημονικής τοποθέτησης του εν λόγω ιατρού σχετικά με τη γνωμάτευσή του για το ότι ο ερυθηματώδης λύκος είχε προσβάλει τον εγκέφαλο της διαθέτιδος και ότι αποτελούσε την κύρια αιτία των ψυχιατρικών της διαταραχών. Παραθέτει δε στη συνέχεια το Εφετείο τα επιχειρήματα τα οποία συνήγαγε από τις αποδείξεις, με βάση τα οποία οδηγήθηκε στη ανωτέρω κρίση του.

Όπως, επίσης, προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του, συνολικά εκτιμώμενες, το Εφετείο έλαβε υπόψη τις περιεχόμενες στη ανωτέρω γνωμοδότηση συστάσεις του ιατρού προς τη διαθέτιδα για την αποφυγή τεκνοποίησης, τις οποίες έκρινε, δεχόμενο ειδικότερα ότι, παρά τις συστάσεις αυτές, "...

Η κληρονομούμενη, η οποία γεννήθηκε στις 9-1-1956, έπασχε από τη νεανική της ηλικία από χρόνιο νόσημα του συνδετικού ιστού που διαγνώσθηκε ως ρευματοειδής αρθρίτιδα κατ' αρχήν και ως ερυθηματώδης λύκος στην τελευταία περίοδο της ζωής της... Η κληρονομούμενη, στις 18-5-1996, σε ηλικία 40 ετών, τέλεσε νόμιμο θρησκευτικό γάμο με τον πρώτο των εκκαλούντων...

Η κληρονομούμενη, όπως όλοι οι μάρτυρες απόδειξης βεβαίωσαν, από την αρχή της έγγαμης συμβίωσης είχε πολύ μεγάλη επιθυμία να γίνει μητέρα και ... αξίωνε επίμονα από το σύζυγό της να αποκτήσουν παιδιά, ο τελευταίος, όμως, ο οποίος είχε αποκτήσει ήδη δύο τέκνα από τον πρώτο του γάμο, συμμερίστηκε την επιθυμία της μετά την πάροδο των τεσσάρων ετών από την τέλεση του γάμου τους...

η κληρονομούμενη, ηλικίας 44 ετών, είχε διακόψει τη θεραπεία της για την αντιμετώπιση της ρευματοειδούς αρθρίτιδας, λόγω της επιθυμίας τεκνοποίησης. Η τελευταία και ο σύζυγός της... απευθύνθηκαν σε ιατρούς γυναικολόγους ειδικευμένους στην ιατρικώς υποβοηθούμενη αναπαραγωγή, χωρίς επιτυχία, αφού οι δυνατότητες τεκνοποίησης είχαν πλέον ελαχιστοποιηθεί, δεδομένης της ηλικίας της κληρονομούμενης και της επιδείνωσης των προαναφερομένων προβλημάτων υγείας...".

Επομένως, η από το άρθρο 559 αρ. 18 ΚΠολΔ, ειδικότερη αιτίαση του πιο πάνω αναιρετικού λόγου είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τα αμέσως ανωτέρω εκτεθέντα, το Εφετείο έλαβε υπόψη και συμμορφώθηκε προς την αναιρετική 26/2020 απόφαση του Αρείου Πάγου. Περαιτέρω, η επί μέρους αιτίαση των αναιρεσειόντων ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη το περιεχόμενο της ανωτέρω ιατρικής γνωμοδότησης ως προς τις συνέπειες των νοσημάτων της διαθέτιδος στις εγκεφαλικές της λειτουργίες, με αποτέλεσμα να υποπέσει στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, δεδομένου ότι ο ισχυρισμός αυτός αφορά αποδεικτικό μέσο και όχι ?πράγμα? κατά την έννοια του αριθμού 8 του πιο πάνω άρθρου, ώστε να ιδρυθεί ο από το άρθρο αυτό προβλεπόμενος αναιρετικός λόγος.

Οι υπόλοιπες δε αιτιάσεις που περιλαμβάνονται στον τέταρτο λόγο είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, δεδομένου ότι οι αναιρεσείοντες, με το πρόσχημα της παράβασης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου περί της ουσίας πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Με το δεύτερο σκέλος του τετάρτου λόγου αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για το γεγονός ότι, ενώ δέχεται, κατά το σχολιασμό της από 15-3-2017 γνωμάτευσης του ιατρού ρευματολόγου Κ.

Τ., ότι δημιουργήθηκαν αμφιβολίες στο Δικαστήριο ως προς την αξιοπιστία της επιστημονικής τοποθέτησης του εν λόγω ιατρού, δεν προέβη σε ειδική αντίκρουση με βάση τις ειδικές γνώσεις της ιατρικής επιστήμης, παραγγέλλοντας τη διενέργεια ιατρικής πραγματογνωμοσύνης για τη διακρίβωση της κατάστασης της ψυχικής υγείας της διαθέτιδος κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης της, αλλά αρκέστηκε στην παράθεση επιχειρημάτων που στερούνταν επιστημονικής τεκμηρίωσης.

Ότι με τον τρόπο αυτό δεν έκανε δεκτό το αίτημά τους να διορίσει ειδικό ψυχίατρο πραγματογνώμονα κατ' άρθρο 368 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως ζήτησαν με το σχετικό λόγο της έφεσής τους, με αποτέλεσμα να αφήσει αδίκαστο το αίτημά τους και να υποπέσει έτσι στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 8, 9 και 19 του ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός, αληθώς από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και όχι από τους αριθμούς 8 και 19 του άρθρου αυτού, όπως εσφαλμένως υπολαμβάνουν οι αναιρεσείοντες, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Και τούτο διότι, όπως ήδη εκτέθηκε ανωτέρω κατά την έρευνα του πρώτου αναιρετικού λόγου, εφόσον το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν έκρινε ότι πρόκειται για ζήτημα για την αντίληψη του οποίου χρειάζονται ειδικές γνώσεις επιστήμης, δεν είχε υποχρέωση να διατάξει τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, η κρίση του δε αυτή δεν ελέγχεται αναιρετικά.

Επομένως, το Εφετείο απορρίπτοντας σιωπηρά το ως άνω αίτημα των αναιρεσειόντων, που προβλήθηκε με τον έβδομο λόγο της έφεσής τους, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια της παράβασης του άρθρου 559 αρ. 9 ΚΠολΔ, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες. Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης και υπό την επίκληση της αναιρετικής πλημμέλειας από το άρθρο 559 αρ. 1 και 9 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες διατείνονται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη τον πρώτο λόγο της έφεσής τους και τους περιεχόμενους σε αυτόν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους περί της ακυρότητας της ένδικης διαθήκης λόγω αντίθεσής της στα χρηστά ήθη κατά το άρθρο 178 ΑΚ.

Επί του λόγου αυτού αναίρεσης, αληθώς από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και όχι από τους αριθμούς 1 και 9 του ίδιου άρθρου, όπως θεωρούν οι αναιρεσείοντες, πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα: Όπως ήδη εκτέθηκε ανωτέρω κατά την έρευνα του πρώτου λόγου αναίρεσης, το Εφετείο, όπως προκύπτει από τις πιο πάνω εκτιθέμενες παραδοχές της απόφασής του, δεν ερεύνησε τον πρώτο λόγο της έφεσης των αναιρεσειόντων, με τον οποίο οι τελευταίοι επανέφεραν ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου την επικουρική βάση της αγωγής τους περί αντίθεσης της επίδικης διαθήκης στα χρηστά ήθη, για τους λόγους που ειδικότερα εξέθεταν στην αγωγή τους.

Επομένως, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια της παράβασης του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, όπως βάσιμα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης. Με τη διάταξη του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ ορίζεται ότι, αν αναιρεθεί η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση μετά από πρώτη αναίρεση, δεν γίνεται δεύτερη παραπομπή, αλλά ο Άρειος Πάγος δικάζει την ουσία της υπόθεσης, η οποία εισάγεται με κλήση στο ίδιο τμήμα.

Επομένως, σε περίπτωση δεύτερης αναιρετικής απόφασης στην ίδια υπόθεση, ο Άρειος Πάγος δεν έχει τη δυνατότητα εκ νέου παραπομπής στο δικαστήριο της ουσίας, αλλά οφείλει να κρατήσει και να δικάσει την υπόθεση κατ' ουσίαν, λειτουργώντας ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Δεν προχωρεί, όμως, αμέσως μετά την αναίρεση της απόφασης στην ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης, έστω και αν οι διάδικοι, ενόψει της συζήτησης της αναίρεσης και υπό την προϋπόθεση παραδοχής αυτής έχουν καταθέσει προτάσεις και για την ουσία της υπόθεσης, εφ' όσον δεν υφίσταται και δεν νοείται υπό την ισχύ της προαναφερόμενης διάταξης ενοποιημένο στάδιο συζήτησης της αίτησης αναίρεσης και της ουσίας της υπόθεσης.

Το αναιρετικό τμήμα, το οποίο, όταν δικάζει κατ' ουσίαν την υπόθεση που εισάγεται προς συζήτηση με κλήση από τον επιμελέστερο των διαδίκων, οφείλει να τηρεί τις διατάξεις των άρθρων 581 παρ. 2 και 570 παρ. 2 ΚΠολΔ, συζητεί την υπόθεση εντός των ορίων που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση, εφόσον όμως κατατεθούν προτάσεις σύμφωνα με όσα ορίζει το άρθρο 524 παρ. 1 εδ.

β' ΚΠολΔ και μετά την αναίρεση παρασχεθεί η δυνατότητα στους διαδίκους να υποβάλουν νέους ισχυρισμούς και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης σύμφωνα με τις ισχύουσες για τα δικαστήρια της ουσίας διατάξεις (ΑΠ 1781/2022, ΑΠ 760/2019, ΑΠ 1123/2017).

Συνεπώς, εφόσον κατά τα ανωτέρω γίνεται δεκτός ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά την υπό στοιχείο α' ειδικότερη αιτίαση, καθώς και ο πέμπτος λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη 279/2021 απόφαση κατά το μέρος της με το οποίο παρέλειψε να ερευνήσει τον πρώτο λόγο της από 16-12-2014 έφεσης των αναιρεσειόντων για την ακυρότητα της ένδικης από 16-5-2007 ιδιόγραφης διαθήκης της διαθέτιδος, λόγω αντίθεσής της προς τα χρηστά ήθη. Δεδομένου δε ότι η απόφαση αυτή εκδόθηκε μετά την 26/2020 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία, αφού αναιρέθηκε η 3290/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, παραπέμφθηκε η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο αλλά με άλλη σύνθεση, πρέπει, σύμφωνα με την ανωτέρω νομική σκέψη, να κρατηθεί η υπόθεση προς εκδίκαση από το Τμήμα τούτο σε νέα συζήτηση, η οποία θα λάβει χώρα μετά από κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στους αναιρεσείοντες (άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία, όσον αφορά τον δεύτερο των αναιρεσιβλήτων, θα καταλογιστούν μειωμένα κατά το άρθρο 22 παρ. 1 Ν. 3693/1957 και αφού ληφθεί υπόψη ότι οι αναιρεσείοντες κατάθεσαν προτάσεις και υπέβαλαν σχετικό αίτημα (άρθρ. 176, 180 παρ. 1, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 279/2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος της που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας απόφασης. Κρατεί την υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση σε νέα συζήτηση μετά από κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους. Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στους αναιρεσείοντες.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, από το οποίο ποσό ο δεύτερος των αναιρεσιβλήτων βαρύνεται με το ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 28 Ιουνίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 30 Οκτωβρίου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ