Supreme Court dismisses appeal for vague civil claim and failure to raise debt offset at second instance.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the second-instance judgment regarding marital property division. The appellant argued the lower court failed to deduct the respondent's debts from the asset increase, but the court found this issue was not raised during the appeal phase. Consequently, the appeal was rejected because the claim was procedurally inadmissible and the legal grounds were insufficient.
Legislator headnote
AI generatedArticles 216(1), 559(1), 562(2) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on a failure to deduct a debt offset is inadmissible if not raised at the second instance, and a vague claim cannot be cured by supplementary evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1603 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1603/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη και Μαρί Δεργαζαριάν - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Κ. Κ. του Κ., κατοίκου Δήμου Ρόδου. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαρίδημο Δημακαρέα.
Του αναιρεσιβλήτου: Μ. Ρ. του Μ., κατοίκου Δήμου Ρόδου. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Κωνσταντίνα Φιλοπούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-10-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 44/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 241/2017 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1-2-2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη, της παρ. 1 του άρθρου 216 ΚΠολΔ η αγωγή εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 και 117 πρέπει να περιέχει, α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με τον νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα, σε τρόπο ώστε να παρέχεται στον εναγόμενο η ευχέρεια της άμυνας, στο δε δικαστήριο η δυνατότητα ελέγχου του βασίμου κατά νόμο της αγωγής.
Διαφορετικά η αγωγή είναι αόριστη. Η αοριστία δε αυτή με την έννοια της ποιοτικής ή ποσοτικής αοριστίας δεν μπορεί να θεραπευτεί ούτε με τις προτάσεις ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλου εγγράφου, ούτε μπορεί σε αυτή να γίνει επιφύλαξη διόρθωσης ή συμπλήρωσης από την προσαγωγή ή εκτίμηση αποδείξεων, διότι αυτό αντίκειται στις διατάξεις για την προδικασία του άρθρου 111 ΚΠολΔ, των οποίων η τήρηση ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο.
Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ) και συντρέχει, αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στον νόμο την αγωγή.
Αντιθέτως, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 106/2015).
Αν, λοιπόν, το δικαστήριο δεχτεί την αγωγή ως ορισμένη, μολονότι το δικόγραφό της σε ό,τι αφορά την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική αιτία είναι αόριστο και προβαίνει στην κατ` ουσία εξέτασή της, κατά παράβαση της ως άνω δικονομικής διάταξης του άρθρου 216 ΚΠολΔ και δεν κηρύσσει ακυρότητα του δικογράφου, ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και όχι από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου 559 του ΚΠολΔ, που δημιουργεί λόγο αναίρεσης στην περίπτωση μόνο της νομικής αοριστίας της αγωγής, σε συνδυασμό με ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, και όχι δικονομικού τοιούτου, όπως εκείνη του άρθρου 216 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1247/2019, ΑΠ 851/2017, ΑΠ 458/2017).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1400 παρ. 1 ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 15 του ν. 1329/1983, "Αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέστηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης, το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή.
Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή". Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου: "Η προηγούμενη παράγραφος εφαρμόζεται αναλογικά και στην περίπτωση διάστασης των συζύγων, που διάρκεσε περισσότερο από τρία χρόνια". Η απαίτηση του κάθε συζύγου από το άρθρο 1400 ΑΚ είναι, κατ` αρχήν, ενοχή αξίας, δηλαδή χρηματική ενοχή, αντικείμενο της οποίας αποτελεί η χρηματική αποτίμηση της αύξησης της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, που προέρχεται από τη συμβολή του δικαιούχου άμεση ή έμμεση.
Ως αύξηση νοείται όχι μία συγκεκριμένη κτήση, αλλά η διαφορά που υπάρχει στην περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία, ήτοι κατά την τέλεση του γάμου (αρχική περιουσία) και κατά τον χρόνο που γεννάται η αξίωση για συμμετοχή στα αποκτήματα (τελική περιουσία). Από τη σύγκριση της αξίας αυτών, αναγόμενης σε τιμές του χρόνου της έγερσης της αγωγής, θα κριθεί αν υπάρχει αύξηση της περιουσίας του ενός συζύγου που να δικαιολογεί την αξίωση του άλλου για συμμετοχή στα αποκτήματα.
Προς υπολογισμό της τελικής περιουσίας, κρίσιμος χρόνος θεωρείται στη μεν περίπτωση λύσης ή ακύρωσης του γάμου με δικαστική απόφαση, ο χρόνος κατά τον οποίο η απόφαση αυτή έγινε αμετάκλητη, στη δε περίπτωση της τριετούς διάστασης (κατά την οποία προϋποτίθεται ότι ο γάμος δεν έχει ακόμη λυθεί ή ακυρωθεί), κρίσιμος είναι ο χρόνος της άσκησης της αγωγής (ΑΠ 1316/2017, ΑΠ 492/2017, ΑΠ 1566/2017).
Από το ανωτέρω άρθρο 1400 ΑΚ προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της αξίωσης του συζύγου προς συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου είναι: α) η λύση ή ακύρωση του γάμου, ή, κατ` ανάλογη εφαρμογή, η συμπλήρωση τριετούς διάστασης των συζύγων, β) η αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου, αφότου τελέσθηκε ο γάμος και γ) η συμβολή, με οποιονδήποτε τρόπο του δικαιούχου συζύγου στην αύξηση αυτής της περιουσίας του υπόχρεου.
Συνεπώς, για το ορισμένο της αγωγής αυτής, πρέπει να προσδιορίζονται στο δικόγραφό της, εκτός από τα κρίσιμα, κατά τη διάταξη, χρονικά σημεία, η πραγματική αυξητική διαφορά στην περιουσιακή κατάσταση του υποχρέου, που συνιστά το απόκτημα με την ευρύτερη έννοια του όρου (θετική ή αρνητική με την αποφυγή μειώσεως) και περιλαμβάνει το σύνολο των δικαιωμάτων που είναι δυνατόν να αποτιμηθούν (ΑΠ 1357/2015).
Ωστόσο, η περιουσία του υπόχρεου κατά τον χρόνο τέλεσης του γάμου (αρχική περιουσία) δεν αποτελεί στοιχείο της βάσεως της αγωγής (ΑΠ 825/2015), ώστε να καθίσταται αυτή αόριστη από την παράλειψη αναφοράς ύπαρξης τέτοιας περιουσίας και των στοιχείων της. Εάν, όμως, ο δικαιούχος σύζυγος εκθέτει στην αγωγή, ότι κατά τον χρόνο τελέσεως του γάμου ο υπόχρεος είχε περιουσία, αποτελούμενη από ακίνητα, είναι απαραίτητη η αναφορά της κατά τον χρόνο αυτό αξίας τους, ανεξαρτήτως του αν αυτή είναι μεγάλη ή μικρή, καθόσον δεν νοείται "μηδενική" αξία αυτών (ΑΠ 1165/2015, ΑΠ 593/2008).
Η τυχόν ύπαρξη αρχικής περιουσίας ή στοιχείων που τη διαφοροποιούν, αποτελεί βάση ενστάσεως, που προβάλλεται και αποδεικνύεται από τον εναγόμενο (ΑΠ 3/2016, ΑΠ 1357/2015, ΑΠ 566/2014). Έτσι, εάν μεν στην αγωγή αναφέρεται ότι δεν υπήρχε κατά την τέλεση του γάμου των διαδίκων αρχική περιουσία του υπόχρεου συζύγου, ή δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά σχετικά με την αρχική περιουσία αυτού, ο τελευταίος, μπορεί κατ` ένσταση να επικαλεστεί την ύπαρξη περιουσιακών του στοιχείων κατά την τέλεση του γάμου, ώστε με τον υπολογισμό τους και την αφαίρεση από την τελική περιουσία, να εμφανιστεί μειωμένο ποσό διαφοράς των δύο περιουσιών και συνεπώς μικρότερο ποσό στο οποίο θα υπολογιστεί το τυχόν δικαίωμα αποκτημάτων.
Με τον ίδιο σκοπό, ο υπόχρεος, στην περίπτωση που ο δικαιούχος ενάγων αναφέρεται στην ύπαρξη περιουσιακών στοιχείων του υπόχρεου, τα οποία αποτελούν αρχική περιουσία αυτού, μπορεί να ισχυριστεί κατ` ένσταση, ότι αντικείμενα της αρχικής περιουσίας δεν είναι μόνο τα αναφερόμενα στην αγωγή, αλλά και άλλα, τα οποία αυτός περιγράφει στον ισχυρισμό του.
Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι, εάν ο δικαιούχος σύζυγος, στην περί αποκτημάτων αγωγή του, αναφέρει την ύπαρξη περιουσιακών στοιχείων στον υπόχρεο σύζυγο κατά την τέλεση του γάμου τους, ήτοι την ύπαρξη αρχικής περιουσίας, το δικαστήριο, για να σχηματίσει την κρίση του ως προς το ζήτημα της αύξησης της περιουσίας του υπόχρεου κατά τη διάρκεια του γάμου, θα λάβει υπόψη την ύπαρξη της επικαλούμενης αρχικής περιουσίας αυτού, ανεξάρτητα από την προβολή ισχυρισμού από τον εναγόμενο υπόχρεο σχετικά με την ύπαρξη αρχικής περιουσίας, ή διαφοροποίησης των στοιχείων αυτής που περιλαμβάνονται στην αγωγή (ΑΠ 1841/2017).
Εξάλλου, ως προς το στοιχείο της συμβολής του δικαιούχου στην αύξηση αυτή είναι αναγκαίο να προσδιορίζεται τόσο στην αγωγή, όσο και στην απόφαση, το είδος της συμβολής, η αξία της και ο αιτιώδης σύνδεσμος αυτής με την αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου. Η συμβολή του ενάγοντος συζύγου μπορεί να συνίσταται όχι μόνον στην παροχή κεφαλαίου με οποιαδήποτε μορφή, αλλά και στην παροχή υπηρεσιών, αποτιμωμένων σε χρήμα, ακόμη και υπηρεσιών οι οποίες παρέχονται στον συζυγικό οίκο για την επιμέλεια και ανατροφή των τέκνων, όταν και κατά το μέτρο που αυτές δεν επιβάλλονται από την, κατά τα άρθρα 1389 και 1390 του ΑΚ, υποχρέωση συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, κατά το οποίο έμεινε απερίσπαστος από την εκπλήρωση της αντίστοιχης υποχρέωσής του σε συνεισφορά στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών ο υπόχρεος σύζυγος και έτσι εξοικονόμησε δαπάνες και δυνάμεις που συνέβαλαν στην επαύξηση της περιουσίας του.
Η αποτίμηση των υπηρεσιών του ενάγοντος, με τις οποίες αυτός συνέβαλε στην επελθούσα αύξηση της περιουσίας του εναγομένου συζύγου του, απαιτείται όταν η αγωγή στηρίζεται επί της πραγματικής συμβολής, ενώ δεν είναι αναγκαία για το ορισμένο και νόμιμο της αγωγής, όταν αυτή ερείδεται επί της εξ 1/3 τεκμαρτής συμβολής του στα αποκτήματα του συζύγου του, ή σε μικρότερο ποσοστό.
Ειδικότερα, η σχετική αγωγική αξίωση είναι δυνατόν να στηρίζεται είτε κυρίως, είτε και επικουρικώς σε σχέση με τις αξιώσεις από την παρ. 1 του άρθρου 1400 ΑΚ και στην τεκμαρτή συμβολή από την παρ. 1 εδ. β` του άρθρου 1400 ΑΚ, δηλαδή στο νόμιμο τεκμήριο, οπότε μοναδική προϋπόθεση έχει την επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου συζύγου κατά τη διάρκεια του γάμου, την οποία και μόνον ο ενάγων οφείλει να επικαλεστεί και να αποδείξει, προσδιορίζοντας την τυχόν αρχική κατά την τέλεση του γάμου περιουσία του εναγομένου και την τελική κατά τη λύση ή την ακύρωση του γάμου ή την άσκηση της αγωγής επί τριετούς διάστασης περιουσία του, καθώς και την σε χρήμα αξία αμφοτέρων κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής, οπότε η συμβολή του τεκμαίρεται ότι ανέρχεται στο 1/3 της περιουσιακής επαύξησης, που προκύπτει με την αφαίρεση της αρχικής περιουσίας από την τελική.
Άρα, στην περίπτωση αυτή ο ενάγων σύζυγος δεν βαρύνεται με την επίκληση και απόδειξη ούτε της συμβολής του καθ` εαυτήν, ούτε του ποσοστού της, ούτε της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ αυτής και της περιουσιακής επαύξησης του εναγομένου (ΑΠ 1155/2017, ΑΠ 492/2017, ΑΠ 1173/2012). Ο εναγόμενος, όμως, ως υπόχρεος σύζυγος, του οποίου φέρεται η περιουσία ότι αυξήθηκε με τη συμβολή του ενάγοντος συζύγου, μπορεί να προβάλει, μεταξύ άλλων και στις δύο περιπτώσεις του άρθρου 1400 του ΑΚ, ότι η συμβολή του ενάγοντος ήταν κάτω από το ένα τρίτο ή ότι δεν υπάρχει κάποια συμβολή.
Για να γίνει όμως δεκτή η ανυπαρξία συμβολής που αποκλείει την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα, θα πρέπει ο εναγόμενος σύζυγος να επικαλεσθεί και αποδείξει, ότι ο φερόμενος δικαιούχος της αξίωσης συμμετοχής σύζυγος, είτε δεν μπορούσε εκ των πραγμάτων, είτε δεν ήθελε να συμβάλει και ότι η επαύξηση της περιουσίας οφείλεται μόνο σ` αυτόν.
Ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου, ενόψει του ότι το καθιερούμενο από το άρθρο 1400 ΑΚ τεκμήριο της συμβολής συμμετοχής στα αποκτήματα κατά το 1/3 ενεργεί και ως προς τους δύο συζύγους, ο δε ενάγων, έστω και αν δεν αποδείξει τη δική του συμβολή, θα δικαιούται οπωσδήποτε το 1/3 της αύξησης της περιουσίας του εναγομένου, συνιστά ως προς την απόκρουση του τεκμηρίου ένσταση (ΑΠ 1037/2017, ΑΠ 492/2017, ΑΠ 1899/2014, ΑΠ 1357/2015, ΑΠ 546/2009).
Επίσης δεν αποκλείεται, ο ενάγων να στηρίξει την αγωγή του μόνο στον πραγματικό υπολογισμό (ΑΠ 101/2020). Στην περίπτωση αυτή, εάν ο ενάγων ζητήσει με την αγωγή του μεγαλύτερο του τεκμαιρόμενου ποσοστό και καμιά πραγματική συμβολή του, με τους τρόπους και κατά την αξία που εκθέτει στην αγωγή, δεν μπόρεσε να αποδείξει, η αγωγή δεν απορρίπτεται εξ ολοκλήρου, αλλά μόνο κατά το πλέον του ενός τρίτου ποσοστό της αύξησης της περιουσίας του εναγομένου, ενώ κατά το αντίστοιχο προς το ένα τρίτο ποσό, που καλύπτεται από το τεκμήριο, γίνεται δεκτή, εφόσον ο εναγόμενος δεν επικαλέσθηκε ή εάν επικαλέσθηκε δεν απέδειξε, ότι το ποσοστό συμβολής του ενάγοντος στην αύξηση είναι μικρότερο ή ότι δεν υπήρξε καμία συμβολή του ενάγοντος στην αύξηση της περιουσίας αυτού (εναγομένου). (ΑΠ 1673/2011).
Στην προκείμενη περίπτωση, ο ενάγων (αναιρεσίβλητος) με την από 10-10-2007 αγωγή του, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του δικογράφου αυτού, ισχυρίστηκε, μεταξύ άλλων, α) ότι με την εναγομένη (αναιρεσείουσα), με την οποία συμβίωνε από το έτος 1980, τέλεσε νόμιμο θρησκευτικό γάμο στις 24-2-1990, αλλά η έγγαμη συμβίωσή τους διασπάστηκε στις αρχές Οκτωβρίου του 1997 και, τελικώς, με την καταστάσα αμετάκλητη υπ' αριθ. 254/2002 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου λύθηκε ο μεταξύ τους γάμος, γ) ότι η εναγομένη, το έτος 1989, λίγο χρόνο πριν την τέλεση του γάμου τους, απέκτησε το περιγραφόμενο στην αγωγή ακίνητο, πλην όμως το τίμημα αυτού εξοφλήθηκε το έτος 1992, ήτοι κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης, οπότε και ανήγειραν επ' αυτού διώροφη οικοδομή, η αξία της οποίας, κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, ανερχόταν στο ποσό των 1.600.000 ευρώ, δ) ότι με τον τρόπο αυτό κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσής τους η περιουσία της εναγομένης αυξήθηκε κατά το πιο πάνω ποσό, στην επαύξηση δε αυτής συνέβαλε και ο ίδιος κατά ποσοστό 75%.
Ζήτησε, λοιπόν, ο ενάγων να υποχρεωθεί η εναγομένη, να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 1.200.000 €, με τον νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της κρινόμενης αγωγής. Με αυτό το περιεχόμενο η αγωγή, ως προς την βάση του τεκμαρτού υπολογισμού, είναι πλήρως ορισμένη, αφού στο δικόγραφό της διαλαμβάνονται όλα τα απαιτούμενα από τις διατάξεις των άρθρων 216 ΚΠολΔ και 1400 ΑΚ στοιχεία, και ειδικότερα α) η λύση του μεταξύ των διαδίκων γάμου με την αναφερόμενη απόφαση, ο χρόνος του αμετακλήτου της οποίας, λόγω μη επίκλησης επίδοσης αυτής, προκύπτει εμμέσως πλην σαφώς, β) η αύξηση της περιουσίας της εναγομένης κατά τη διάρκεια του γάμου, αφού διαλαμβάνεται ότι το τίμημα αγοράς του ακινήτου εξοφλήθηκε και η ανέγερση επ' αυτού της οικοδομής έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης, γ) η αξία του εν λόγω ακινήτου κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, από το περιεχόμενο της οποίας, και ειδικότερα, από την αναφορά "σήμερα η αξία της περιουσίας της καθής ανέρχεται...", σαφώς προκύπτει η επίκληση ότι η εναγομένη διατηρούσε την αποκτηθείσα περιουσία κατά τον χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου και κατά τον χρόνο της άσκησης της αγωγής.
Η κατά τα άνω λεπτομερής αναφορά των θεμελιωτικών, της ασκουμένης από το άρθρο 1400 ΑΚ αξίωσης, πραγματικών περιστατικών ανταποκρίνεται στην απαιτουμένη από τη διάταξη του άρθρου 216 ΚΠολΔ "ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς", αφού με τον τρόπο αυτόν εξυπηρετείται ο επιδιωκόμενος από τις εν λόγω διατάξεις σκοπός, της παροχής, δηλαδή, της δυνατότητας στο μεν δικαστήριο να ερευνήσει τη νομική βασιμότητα της αγωγικής αξίωσης, στον δε εναγόμενο να αμυνθεί ικανοποιητικώς.
Συνεπώς, το Εφετείο, το οποίο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή κατά την εμπεριεχόμενη στο δικόγραφο βάση του τεκμαρτού υπολογισμού, δεν αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωσή της, ούτε και παρέλειψε, παρά τον νόμο, να απορρίψει ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας την αγωγή του αναιρεσιβλήτου.
Συνεπώς, οι πρώτος και τρίτος, από τους αριθ.1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους η αναιρεσείουσα προβάλλει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α` του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).
Με τον λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από τις ανωτέρω διατάξεις λόγο αναιρέσεως, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006).
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και τον νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης (ΟλΑΠ 2/2019, ΑΠ10/2021, ΑΠ 2090/2017).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006).
Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΟλΑΠ 6/2006, ΑΠ 10/2021, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 1075/2019, ΑΠ 708/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: "Από το έτος 1980 οι διάδικοι συμβίωναν, το έτος 1982 απέκτησαν ένα τέκνο, τον Α. Ρ. και την 24.2.1990 τέλεσαν στη Ρόδο νόμιμο θρησκευτικό γάμο, κατά τους κανόνες της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας.
Η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων δεν εξελίχθηκε ομαλά και τον Ιανουάριο 1996 επήλθε η οριστική της διάσπαση. Ο γάμος δε των διαδίκων λύθηκε με την υπ' αριθμ. 254/17.12.2002 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου (τακτική δικαιοδοσία), η οποία δεν επιδόθηκε και κατέστη αμετάκλητη την 17.6.2006, με την άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας ενδίκων μέσων κστ' αυτής.
Με το υπ' αριθμ. 444/25.9.1989 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Ρόδου Χρυσάνθης Κώτη - Κολλίγρη, σε εκτέλεση του υπ' αριθμ. 7093/17.4.1989 προσυμφώνου μεταβίβασης της συμβολαιογράφου Ρόδου Αθηνάς Κουταλιανού, η εναγομένη απέκτησε την κυριότητα ενός ακινήτου, εκτάσεως 5.000 τ.μ., που βρίσκεται στην περιοχή Αρχαγγέλου Ρόδου, με κτηματολογικά στοιχεία, τόμος 78, φύλλο 56, φάκελλος 8078, μερίδα 4049Α Γαιών Αρχαγγέλου, αντί τιμήματος 6.900.000 δραχμών, το οποίο πιστώθηκε.
Το ως άνω οριστικό συμβόλαιο μεταβίβασης του ακινήτου έγινε με διαλυτική αίρεση, υπό τον όρο αποπληρωμής του τιμήματος, το οποίο συμφωνήθηκε να καταβληθεί σε 29 ισόποσες μηνιαίες δόσεις, οι οποίες κατεβλήθησαν κατά το χρονικό διάστημα από 30.10.1989 μέχρι 18.2.1992, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 1412/18.2.1992 πράξη εξόφλησης της συμβολαιογράφου Ρόδου Χρυσάνθης Κώτη - Κολλίγρη.
Το εν λόγω περιουσιακό στοιχείο λογίζεται ως αποκτηθέν διαρκούντος του γάμου των διαδίκων, αφού η εξόφληση του τιμήματος έγινε κυρίως (πλην των πρώτων 4 δόσεων) μετά τον γάμο τους, συνιστά δε απόκτημα, κατά την έννοια του άρθρου 1400 ΑΚ. Ακολούθως, μετά την έκδοση των υπ' αριθμ. 797/31.7.1990 και 839/13.12.1991 αδειών οικοδομής, ανεγέρθηκε, κατά τα έτη 1990 - 1995, στο ως άνω ακίνητο οικοδομή, η οποία υπήχθη στις διατάξεις του Ν. 3741/1929 "περί τις κατ' ορόφους ιδιοκτησίας" με την υπ' αριθμ. 3272/1999 πράξη της συμβολαιογράφου Ρόδου Χρυσάνθης Κώτη - Κολλίγρη που μεταγράφηκε νόμιμα.
Ειδικότερα, συνεστήθησαν οι ακόλουθες οριζόντιες ιδιοκτησίες: Α) στο ισόγειο, α) αποθήκη, με στοιχεία II, επιφάνειας 86 τ.μ, β) αποθήκη με στοιχεία 12, επιφάνειας 86,80 τμ" γ) αποθήκη, με στοιχεία 13, επιφάνειας 98,66 τμ" δ) αποθήκη, με στοιχεία 14, επιφάνειας 98,66 τ.μ, Β) στον πρώτο όροφο, α) αποθήκη, με στοιχεία Α1, επιφάνειας 108,5 τμ" β) αποθήκη, με στοιχεία Α2, επιφάνειας 108,5 τμ.
και γ) μελλοντική προσθήκη στον Α' όροφο, με στοιχεία Α3, με ποσοστό συνιδιοκτησίας 50/000. Κατά το χρόνο, επομένως, της αμετάκλητης λύσης του γάμου των διαδίκων (17.6.2006), η εναγομένη είχε αποκτήσει περιουσία, αποτελουμένη από τα ως άνω περιουσιακά στοιχεία, των οποίων η αγοραία αξία ανέρχεται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, με βάση τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα και σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, στο ποσό των 132.000 ευρώ, ως προς την αξία του οικοπέδου και στο ποσό των 420.000 ευρώ, ως προς την αξία των ανωτέρω ανεγερθεισών οριζοντίων οικοδομών, συνολικού εμβαδού 634,32 τμ....
Η εναγομένη αρνείται την ανωτέρω αξία των ακινήτων της, πλην όμως δεν προσκομίζει ανταποδεικτικά κανένα αποδεικτικό μέσο, που να αναιρεί την κατά τα προαναφερόμενα προσδιοριζόμενη αξία, ενώ και αυτός ο μάρτυράς της στο ακροατήριο στην πρωτόδικη δίκη, αλλά και οι μάρτυρες της στις προαναφερθείσες ένορκες βεβαιώσεις δεν κατέθεσαν ο,τιδήποτε για το ζήτημα αυτό.
Συνεπώς, εφόσον η εκκαλουμένη έκρινε ότι η αξία του οικοπέδου ανέρχεται σε 100.000 ευρώ και των οριζοντίων ιδιοκτησιών σε 300.000 ευρώ, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, κατά τον εν μέρει βάσιμο σχετικό λόγο εφέσεως του ενάγοντος. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι διάδικοι πριν την τέλεση του γάμου τους και συγκεκριμένα το έτος 1986 ίδρυσαν από κοινού επιχείρηση πώλησης οικοδομικών υλικών (μάνδρας) στην περιοχή Αρχαγγέλου της Ρόδου, η οποία λειτούργησε μέχρι το έτος 1996.
Η εν λόγω επιχείρηση τυπικά μεν λειτουργούσε στο όνομα της εναγομένης, ουσιαστικά δε λειτουργούσε με τη συμβολή αμφοτέρων των διαδίκων, αφού η μεν ενάγουσα είχε αναλάβει την εργασία του γραφείου της επιχείρησης, ο δε ενάγων εκτελούσε τις υπόλοιπες εξωτερικές εργασίες και κυρίως τις εργασίες μεταφοράς υλικών, καθόσον ήταν αυτοκινητιστής, ιδιοκτήτης του υπ' αριθμ.
κυκλοφορίας 6191 δημοσίας χρήσεως αυτοκινήτου. Τα ανωτέρω αποδεικνύονται, εκτός των μαρτυρικών καταθέσεων, και από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, δηλαδή από τις προσκομιζόμενες από την εναγομένη αποδείξεις παροχής υπηρεσιών, τραπεζικές επιταγές, τιμολόγια και λοιπά έγγραφα, από τα οποία προκύπτει ότι η επιχείρηση λειτουργούσε επ' ονόματί της, αλλά και από τα προσκομιζόμενα από τον ενάγοντα δελτία μεταφοράς του δημοσίας χρήσεως αυτοκινήτου του, από τα οποία προκύπτει ότι αποκλειστικός φορτωτής των εμπορευμάτων του ήταν η εναγομένη.
Αλλωστε, δεν αποδείχθηκε ότι η οικονομική κατάσταση της εναγόμενης ήταν ικανή να καλύψει ολοσχερώς τη δαπάνη για την αγορά του οικοπέδου και για την ανέγερση των ως άνω οριζοντίων ιδιοκτησιών δίχως τη συνδρομή του ενάγοντος. Επί πλέον, οι παρεχόμενες από τους διαδίκους υπηρεσίες στο συζυγικό οίκο δεν υπερέβαιναν το μέτρο της εκ του άρθρου 1389 ΑΚ, επιβαλλομένης υποχρεώσεως για συνεισφορά στα βάρη του γάμου τους.
Ως εκ τούτου, η συνολική αξία της περιουσίας της εναγομένης, που υπήρχε και σώζεται κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου των διαδίκων, αποτιμώμενη σε χρήμα κατά το κρίσιμο χρόνο εγέρσεως της αγωγής αλλά και της συζήτησης αυτής στον πρώτο βαθμό, ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 552.000 ευρώ (132.000 + 420.000) ευρώ.
Η συμβολή δε του ενάγοντος στην επαύξηση της εν λόγω περιουσίας της εναγομένης, κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης, ανέρχεται στο τεκμαρτώς θεσπιζόμενο, κατ' άρθρο 1400 ΑΚ, ποσοστό του 1/3 της συνολικής επαύξησης και ειδικότερα στο ποσό των 184.000 (552.000 X 1/3) ευρώ και επομένως πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η σχετική ένσταση, που προέβαλε η εναγομένη ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και επαναφέρει με σχετικό λόγο εφέσεως, περί μηδενικής συμβολής του ενάγοντος στην επαύξηση της περιουσίας της.
Την αύξηση αυτή, που προήλθε από τη συμμετοχή του ενάγοντος, υποχρεούται η εναγομένη να αποδώσει σ' αυτόν σε χρήμα και όχι αυτούσια, με μεταβίβαση δηλαδή ποσοστού συγκυριότητας επί του μεριδίου της, διότι το Δικαστήριο κρίνει ότι ο τρόπος αυτός είναι συμφερότερος για τον ενάγοντα, δεδομένου ότι οι σχέσεις των διαδίκων δεν έχουν ακόμη εξομαλυνθεί, αφού εξακολουθούν οι μεταξύ τους δικαστικοί αγώνες...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε τις εφέσεις των διαδίκων και εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, στη συνέχεια δε, κρατώντας και δικάζοντας κατ' ουσίαν την υπόθεση, αφού απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, ως προς τη βάση της που στηρίζεται στον πραγματικό υπολογισμό, δέχθηκε αυτήν εν μέρει ως βάσιμη και κατ' ουσίαν, κατά την εμπεριεχόμενη βάση της που στηρίζεται στον τεκμαρτό υπολογισμό και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 184.000 ευρώ με τον νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ, διέλαβε δε, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της συμβολής του αναιρεσιβλήτου στην αύξηση της περιουσίας της αναιρεσείουσας, επαρκείς, σαφείς και όχι αντιφατικές αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της προαναφερθείσας διάταξης, καθόσον τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δικαιολογούν την αύξηση της περιουσίας της αναιρεσείουσας κατά τη διάρκεια του γάμου των διαδίκων, καθώς και τη συμβολή του αναιρεσιβλήτου στην επαύξηση αυτή κατά το τεκμήριο του 1/3 και την απόρριψη της περί μηδενικής συμβολής ένστασης αυτής, ενόψει του ότι, ειδικότερα, σύμφωνα με τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η προ της τελέσεως του γάμου σύμβαση αγοραπωλησίας, δυνάμει της οποίας η αναιρεσείουσα απέκτησε το ένδικο περιουσιακό στοιχείο, κατά το οποίο αυξήθηκε η περιουσία της, τελούσε υπό τη διαλυτική αίρεση της μη αποπληρωμής του τιμήματος, που καταβλήθηκε κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης, οπότε και ανηγέρθη επ' αυτού και η διώροφη οικοδομή, με συνέπεια το ως άνω ακίνητο να συνιστά απόκτημα κατά την έννοια του νόμου, σωζόμενο κατά τον χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου, ανερχόταν δε η επαύξηση αυτή κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής στο ποσό των 552.000 ευρώ και ως εκ τούτου η συμβολή του αναιρεσιβήτου στην ανωτέρω επαύξηση ανέρχεται στο καθιερούμενο από το άρθρο 1400 ΑΚ τεκμήριο συμβολής και δη στο ποσό των 184.000 ευρώ.
Επομένως, οι δεύτερος και τέταρτος, κατά το οικείο μέρος, από τους αρ. 1 και 19, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι της αίτησης αναίρεσης, είναι αβάσιμοι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περίπτ. γ του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.
Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι (Ολ ΑΠ 23/2008, ΑΠ 573/2018, ΑΠ 297/2009).
Δεν επιβάλλεται όμως η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στην δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ` είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραλειφθεί (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 42/2002).
Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δικαστηρίου ότι λήφθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, να καταλείπονται με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για τον σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 617/2019, ΑΠ 322/2011).
Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων, που προσκομίστηκαν με επίκληση, πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο αυτά, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους, να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και προσκομιδή τους και να καθορίζεται ο συγκεκριμένος ουσιώδης ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνύονταν με τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ( ΑΠ 34/2021, ΑΠ 393/2018).
Ειδικότερα, οι ένορκες βεβαιώσεις στον Ειρηνοδίκη ή στον συμβολαιογράφο αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο σε σχέση με τους μάρτυρες και τα έγγραφα, και επομένως πρέπει να μνημονεύονται ειδικά στην απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη, η έλλειψη δε της μνείας αυτών δεικνύει ότι αυτές δεν λήφθηκαν υπόψη (ΑΠ 461/2021, ΑΠ 232/2018, ΑΠ 449/2017).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 270 παρ.2 εδάφ. γ` και δ` ΚΠολΔ, όπως, ως εκ του χρόνου ασκήσεως της εφέσεως, ίσχυε πριν την κατάργησή του με το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο παρ.1 του ν.4335/2015, η ισχύς του οποίου δεν καταργήθηκε αναδρομικά με τη μεταβατική διάταξη του ως άνω νόμου (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 4), κατά την οποία "κατά τα λοιπά, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά σε επί μέρους διατάξεις, η ισχύς του νόμου αυτού αρχίζει από 1-1-2016" (βλ.
ΑΠ 245/2021, ΑΠ 155/2020, ΑΠ 667/2020, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 1088/2019, ΑΠ 159/2019), ορίζονται τα ακόλουθα: "Ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον Ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου λαμβάνονται υπόψη το πολύ τρείς για κάθε πλευρά και μόνο αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση και αν πρόκειται να δοθούν στην αλλοδαπή, οκτώ, τουλάχιστον, ημέρες πριν από αυτή.
Για την αντίκρουση ένορκων βεβαιώσεων επιτρέπεται η προσκομιδή, μέσα στην προθεσμία της παρ.3 του άρθρου 237, πρόσθετων βεβαιώσεων το πολύ ίσου αριθμού προς τις αντικρουόμενες". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι οι ένορκες βεβαιώσεις είναι επιτρεπτό αποδεικτικό μέσο κατά την αντίστοιχη πρωτοβάθμια ή δευτεροβάθμια διαδικασία και λαμβάνονται υπόψη, εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι προϋποθέσεις της δόσης αυτών πριν από τη συζήτηση της υπόθεσης και ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση (ΑΠ 1611/2008, ΑΠ 323/2007), ενώ παράλληλα τέθηκε όριο ως προς τον αριθμό των ένορκων βεβαιώσεων που κάθε διάδικη πλευρά μπορεί να προσκομίσει και το δικαστήριο να λάβει υπόψη.
Έτσι, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη, επιτρέπεται η λήψη από το δικαστήριο υπόψη τριών κατ` ανώτατο όριο ενόρκων βεβαιώσεων για κάθε διάδικη πλευρά (ΑΠ 1103/2011, ΑΠ1519/2009). Πέραν όμως αυτών, επιτρέπεται και η προσκομιδή προσθέτων βεβαιώσεων προς αντίκρουση αυτών που προσκόμισε ο αντίδικος, ο αριθμός των οποίων (προσθέτων βεβαιώσεων) δεν επιτρέπεται να υπερβεί τις τρείς.
Σε περίπτωση δε προσκομιδής περισσότερων, προσφορότερο κριτήριο για την επιλογή αυτών που θα ληφθούν υπόψη είναι η σειρά επίκλησής τους (ΑΠ 155/2020). Επομένως, αν το δικαστήριο της ουσίας λάβει υπόψη και συνεκτιμήσει με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα περισσότερες των τριών πρώτων από τις ένορκες βεβαιώσεις που επικαλέσθηκε και προσκόμισε οποιοδήποτε από τα διάδικα μέρη, (εκτός εάν δόθηκαν ισάριθμες προς αντίκρουση των ισχυρισμών του αντιδίκου, οι οποίες λαμβάνονται υπόψη), υποπίπτει στις πλημμέλειες από το άρθρ. 559 αριθ. 11α και 14 ΚΠολΔ, δηλαδή, λαμβάνει υπόψη απαγορευμένα από τον νόμο αποδεικτικά μέσα και παρά τον νόμο δεν τα κηρύσσει απαράδεκτα (ΑΠ 1088/2019, ΑΠ 1103/2011).
Εξάλλου, στην κατ` έφεση δίκη ναι μεν κατά το άρθρ. 529 παρ.1 εδ. α` ΚΠολΔ επιτρέπεται να γίνει επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων, όχι όμως και ενόρκων βεβαιώσεων περισσότερων των τριών στην τακτική διαδικασία για κάθε διάδικο μέρος, δηλαδή, δεν επιτρέπεται να ληφθούν υπόψη επιπλέον ένορκες βεβαιώσεις, εφόσον στη δίκη στον πρώτο βαθμό λήφθηκαν ήδη υπόψη τρεις ένορκες βεβαιώσεις για κάθε διάδικο μέρος, που με επίκληση προσκομίζονται και στο εφετείο (ΑΠ 155/2020, ΑΠ 1103/2011).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τους όγδοο και ένατο λόγους της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από τους αρ. 11γ και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, με την αιτίαση, ότι δεν έλαβε υπόψη τις υπ' αριθ. 10394/6-4-2017, 10395/3-4-2017 και 10396/3-4-2017 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της συμβολαιογράφου Ρόδου Μαρίνας Παπαγεωργίου-Χούλλη, κατ' εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 270 παρ. 2 ΚΠολΔ, το οποίο είχε καταργηθεί από 1-1-2016 με τον ν. 4335/2015, και συνεπώς παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο των ως άνω αποδεικτικών μέσων.
Ο λόγος αυτός, όσον αφορά την υπ' αριθ. 10396/3-4-2017 ένορκη βεβαίωση, εδράζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, καθόσον, από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, προκύπτει ότι η συγκεκριμένη ένορκη βεβαίωση έχει ληφθεί υπόψη μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων. Περαιτέρω, όσον αφορά τις λοιπές, κατά την προεκτεθείσα μείζονα σκέψη, νομίμως δεν ελήφθησαν υπόψη, εφόσον αυτές προσκομίσθηκαν καθ' υπέρβαση του επιτρεπομένου αριθμού των τριών ενόρκων βεβαιώσεων, ενώ κατά τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, κατά την προσκομιδή αυτών, δεν έγινε επίκληση από την αναιρεσείουσα, ότι προσκομίζει αυτές για την αντίκρουση των ενόρκων βεβαιώσεων του αναιρεσίβλητου, προκειμένου να ελεγχθεί, αν πράγματι προσκομίσθηκαν για τον σκοπό αυτόν.
Κατά συνέπεια, οι ανωτέρω, όγδοος και ένατος, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 9/1997, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 328/2008).
Αντίθετα, δεν επέρχεται παραβίαση και δεν θεμελιώνεται ο παραπάνω λόγος, όταν το δικαστήριο της ουσίας εφαρμόζοντας, αυτεπάγγελτα, τον νόμο, προβαίνει στον προσήκοντα νομικό χαρακτηρισμό της διαφοράς, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται με πληρότητα στην αγωγή (ΑΠ 1265/2019, ΑΠ 108/2014, ΑΠ 45/2006), έστω και αν καταλήξει σε διάφορο συμπέρασμα από αυτό που θεωρούν κατά την άποψή τους ορθό οι διάδικοι (ΑΠ 1330/2011, 952/2000).
Εξάλλου, ο από το άρθρο δε 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρείται η αίτηση που αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία (ΑΠ 47/2021, ΑΠ 838/2012, ΑΠ 115/2011).
Παρέπεται ότι, αν το δικαστήριο επιδίκασε έλασσον του αιτηθέντος, δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, διότι το επιδικασθέν έλασσον περιέχεται στο αιτηθέν μείζον (ΑΠ 486/2016). Ειδικότερα επί της αγωγής προς απόδοση αποκτημάτων, εκ του άρθρου 1400 ΑΚ, το αίτημα αποδόσεως ποσοστού μείζονος του ενός τρίτου περιέχει το έλασσον ποσοστό του ενός τρίτου, δηλαδή το τεκμαρτό ποσοστό συμμετοχής του δικαιούχου στην επαύξηση της περιουσίας του υποχρέου (ΑΠ 460/2009, ΑΠ 852/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσίβλητος ζήτησε με την αγωγή του την απόδοση ποσοστού 75%, ως συμβολή του στην επαύξηση της περιουσίας της αναιρεσείουσας (εναγομένης), ήτοι κατά μεγαλύτερο του τεκμαιρόμενου ποσοστό, πλην όμως η αγωγή κρίθηκε με την προσβαλλομένη ως αόριστη κατά το εν λόγω αίτημα, εφόσον αυτός δεν προσδιόρισε στην αγωγή του τα στοιχεία εκείνα, προκειμένου να κριθεί η πραγματική συμβολή του στην επαύξηση της περιουσίας της εναγομένης κατά το ποσοστό του 75%.
Ακολούθως, όμως, ορθώς το Εφετείο δεν απέρριψε την αγωγή εξ ολοκλήρου, αλλά μόνο κατά το πλέον του ενός τρίτου ποσοστό της αύξησης της περιουσίας της αναιρεσείουσας, ενώ κατά το αντίστοιχο προς το 1/3 ποσό, που καλύπτεται από το τεκμήριο, κρίθηκε ως νόμω βάσιμη, δεδομένου ότι στο μείζον εμπεριέχεται το έλασσον (ήτοι το καθοριζόμενο τεκμήριο της συμμετοχής στα αποκτήματα κατά το 1/3).
Συνακόλουθα, δεν ήταν αναγκαίο να περιλαμβάνεται στην αγωγή αίτημα (έστω και επικουρικό) περί συμμετοχής του ενάγοντος στα αποκτήματα κατά το ποσοστό του 1/3 και, συνεπώς, το Εφετείο δεχόμενο αυτή για ποσοστό 1/3, δηλαδή για το μικρότερο του αιτηθέντος τεκμαρτό ποσοστό συμμετοχής, δεν έλαβε παρά τον νόμο υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ούτε και επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε.
Επομένως, οι πέμπτος και έβδομος, από τους αρ. 8 και 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αντίστοιχα, λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμοι.
Από τις διατάξεις των άρθρων 1400 παρ.1 και 2 και 1401 εδ.γ' ΑΚ συνάγεται ότι, η αξίωση συμμετοχής του ενός συζύγου στα περιουσιακά στοιχεία που έχουν αποκτηθεί από τον άλλο κατά τη διάρκεια του γάμου (αποκτήματα) γεννιέται, όταν λυθεί ή ακυρωθεί ο γάμος ή όταν συμπληρωθεί τριετής διάσταση των συζύγων. Η αξίωση αυτή παραγράφεται δύο χρόνια μετά τη λύση ή την ακύρωση του γάμου.
Ειδικότερα, σε περίπτωση λύσεως του γάμου, η διετής αυτή παραγραφή αρχίζει από τον χρόνο κατά τον οποίο κατέστη αμετάκλητη η απόφαση που έλυσε τον γάμο (ΑΠ 43/2015). Στην περίπτωση της τριετούς διαστάσεως, η παραγραφή αρχίζει από τη στιγμή που η αξίωση γεννιέται και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της (άρθρο 251 ΑΚ), δηλαδή, από τη συμπλήρωση τριετίας στη διάσταση των συζύγων.
Εφ' όσον, όμως, υφίσταται και διαρκεί ο γάμος, η παραγραφή αναστέλλεται μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση για τη λύση ή την ακύρωση αυτού (άρθρα 256 αρ. 1 ΑΚ, 1381,1438, βλ. ΑΠ 1372/2000, ΑΠ 1502/2009). Το χρονικό διάστημα της αναστολής δεν υπολογίζεται στον χρόνο της παραγραφής (άρθρο 257 ΑΚ). Μετά τη λύση ή την ακύρωση του γάμου, ο χρόνος αυτής τρέχει εκ νέου και για να συμπληρωθεί πρέπει να περάσουν δύο χρόνια από το αμετάκλητο της σχετικής απόφασης (ΑΠ 43/2015, ΑΠ 781/2014).
Εξάλλου η παραγραφή δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, αλλά μόνο κατόπιν πρότασής της από τον οφειλέτη, ο οποίος λόγω της συμπλήρωσής της μπορεί να αρνηθεί να εκπληρώσει την παροχή (άρθρο 272 ΑΚ). Ο θεσμός της "εν επιδικία" παραγραφής συνιστά ειδικότερη εκδήλωση του θεσμού της παραγραφής. Η διακοπή της παραγραφής επερχόταν μέχρι σήμερα με την "έγερση" της αγωγής, χωρίς αυτή να επιφέρει αντίστοιχη αναστολή κατά τη διάρκεια της δίκης.
Όριζε λοιπόν το άρθρο 261 ΑΚ, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 101 παρ. 1 του Ν. 4139/20.3.2013, επί λέξει τα εξής: "την παραγραφή διακόπτει η έγερση της αγωγής. Η παραγραφή που διακόπηκε με τον τρόπο αυτό αρχίζει και πάλι από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου". Από την τελευταία αυτή διάταξη συναγόταν ότι αν η παραγραφή διακοπτόταν με την άσκηση της αγωγής, η ίδια παραγραφή, ομοειδής και ισόχρονη με αυτήν που είχε διακοπεί, άρχιζε σε κάθε περίπτωση - και ανεξαρτήτως από το είδος αυτής ως βραχυπρόθεσμης ή συνήθους - ευθύς μετά την έγερση της αγωγής και διακοπτόταν μετά από κάθε διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου.
Έτσι, επί αξιώσεως που είχε καταστεί επίδικη, η παραγραφή στην οποία υπέκειτο μπορούσε να συμπληρωθεί κατά τη διάρκεια της επιδικίας. Ως διαδικαστική δε πράξη, που συνεπαγόταν κατά την ως άνω διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ τη διακοπή της παραγραφής, εθεωρείτο κάθε πράξη των διαδίκων ή των νομίμων αντιπροσώπων και πληρεξουσίων τους ή της δικαστικής αρχής, που περιείχε τα στοιχεία δικαστικής ενέργειας και ήταν αναγκαία για την έναρξη, συνέχιση ή αποπεράτωση της δίκης.
Σύμφωνα με τον σκοπό της ίδιας διάταξης, για να αρχίσει, εκ νέου, η παραγραφή, που διακόπηκε από την τελευταία διαδικαστική πράξη του δικαστηρίου, θα έπρεπε να είναι δυνατή η περαιτέρω προώθηση της υποθέσεως με πράξεις των διαδίκων. Τούτο δε γιατί ο θεσμός της παραγραφής της αξίωσης (άρθρο 247 ΑΚ επ.) αποτελεί τη νομοθετικά προβλεπόμενη κύρωση στην αδράνεια του δανειστή να επιδιώξει την ικανοποίηση της αξίωσής του και επομένως δεν ήταν νοητή η παραγραφή της αξίωσης όταν αυτός είχε ενεργήσει ό,τι ήταν αναγκαίο στη συγκεκριμένη περίπτωση, ώστε να μη χρειάζεται να επιχειρήσει κάτι ιδιαίτερο.
Γι` αυτό ο νόμος αναγνώριζε σοβαρούς λόγους συνεπεία των οποίων η πάροδος του χρόνου δεν είχε δυσμενείς συνέπειες για τον δανειστή. Τέτοιοι λόγοι αναστολής της παραγραφής ήταν και είναι, κατ` άρθρο 255 ΑΚ, το δικαιοστάσιο, η ανωτέρα βία και ο δόλος του υποχρέου. Η παραπάνω διάταξη, όπως προαναφέρθηκε, αντικαταστάθηκε με το άρθρο 101 παρ. 1 του Ν. 4139/20.3.2013.
Σύμφωνα με τη νέα διάταξη και τις παραγράφους 1 και 3 που ενδιαφέρουν την ένδικη διαφορά "1. την παραγραφή διακόπτει η άσκηση αγωγής. Η παραγραφή που διακόπηκε με τον τρόπο αυτό αρχίζει και πάλι από την έκδοση τελεσίδικης απόφασης ή την κατ` άλλον τρόπο περάτωση της δίκης 3.Η παρούσα διάταξη εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς υποθέσεις, εφόσον δεν έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση".
Το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 δεν διαφέρει από την προϊσχύουσα ρύθμιση, παρά μόνον στην αντικατάσταση του όρου "έγερση" από τον σύγχρονο όρο "άσκηση" της αγωγής. Οι συνέπειες του ουσιαστικού δικαίου εξακολουθούν να εντοπίζονται στο χρονικό σημείο της έγκυρης επιδόσεως της αγωγής, οπότε θεωρείται ότι ο εναγόμενος έλαβε γνώση της εναντίον του αγωγής.
Η σοβαρότερη διαφοροποίηση από την προϊσχύουσα διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ εντοπίζεται στο δεύτερο εδάφιο της πρώτης παραγράφου, το οποίο προβλέπει ταυτοχρόνως διακοπή και μία ιδιότυπη αναστολή της παραγραφής, μέχρι το χρονικό σημείο εκδόσεως τελεσίδικης αποφάσεως ή περατώσεως της δίκης με άλλο τρόπο.
Ο όρος "τελεσίδικη απόφαση" εννοεί την επερχόμενη με οποιονδήποτε τρόπο τελεσιδικία, όπως π.χ οριστική απόφαση που καθίσταται τελεσίδικη λόγω παρελεύσεως των προθεσμιών για την άσκηση τακτικών ενδίκων μέσων, παραιτήσεως από το δικαίωμα ασκήσεώς τους, αποδοχής της αποφάσεως, αποδοχή της αγωγής κλπ. Εκτός από την τελεσιδικία της αποφάσεως, προβλέπεται περαιτέρω ότι η παραγραφή αρχίζει και πάλι, όταν η δίκη περατωθεί με άλλο τρόπο, ήτοι λόγω καταργήσεως της δίκης με δικαστικό συμβιβασμό ( άρθρο 293 ΚΠολΔ), καθώς και η παραίτηση από το δικόγραφο ή το δικαίωμα της αγωγής (άρθρα 294-297 ΚΠολΔ), εφαρμοζομένου επί παραιτήσεως από το δικόγραφο του άρθρου 263 ΑΚ.
Από τον συνδυασμό του νέου άρθρου 261 και του άρθρου 270 ΑΚ, που παραμένει αμετάβλητο, συνάγεται σαφώς ότι η νέα παραγραφή αρχίζει την επομένη της τελεσιδικίας της αποφάσεως ή της περατώσεως της δίκης με άλλο τρόπο. Η τρίτη παράγραφος του (νέου) άρθρου 261 ΑΚ ορίζει "ότι η νέα διάταξη εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς υποθέσεις, εφόσον δεν έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση".
Προβλέποντας ο ν. 4139/2013 ότι το άρθρο 261 ΑΚ, εφαρμόζεται σε όλες τις δίκες για τις οποίες δεν εκδόθηκε τελεσίδικη απόφαση, επιτρέπει την άσκηση εφέσεως από το διάδικο του οποίου η αξίωση κρίθηκε πρωτοδίκως παραγεγραμμένη, να επικαλεσθεί ως λόγο εφέσεως την "εσφαλμένη" υπό το νέο νομοθετικό καθεστώς αποδοχή της ενστάσεως παραγραφής, εφόσον βεβαίως πληρούνται οι προϋποθέσεις του νέου άρθρου 261 ΑΚ (ΑΠ 148/2017, ΑΠ 277/2017) και υπό την αυτονόητη βέβαια προϋπόθεση ότι δεν έχει παραγραφεί εν επιδικία η ένδικη αξίωση κατά τη δημοσίευση του ν. 4139/2013, ήτοι στις 20.3.2013 (ΑΠ 361/2019).
Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 277 του ΑΚ και 262 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η παραγραφή προβάλλεται με ένσταση, η οποία πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν, των γεγονότων, δηλαδή, που αποτελούν την ιστορική της βάση, χωρίς να αρκεί η αναφορά σε άλλο έγγραφο στο οποίο περιλαμβάνονται κρίσιμα για τη θεμελίωσή της γεγονότα.
Ειδικότερα, εκείνος που προβάλλει ένσταση παραγραφής της αξίωσης, πρέπει να επικαλείται όλα τα γεγονότα που προσδιορίζουν την αφετηρία της και καταρχήν εκείνα που προσδιορίζουν τον χρόνο κατά τον οποίο έγινε απαιτητή η αξίωση και ήταν δυνατή η δικαστική της επιδίωξη, από τον οποίο προκύπτει και εάν έχει συμπληρωθεί ο απαιτούμενος χρόνος έως την άσκηση της αξίωσης, απόκειται δε στον ενάγοντα να επικαλεσθεί κατ` αντένσταση γεγονότα που επιφέρουν διακοπή ή αναστολή της παραγραφής (ΑΠ 906/2006).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, γιατί, ναι μεν η εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου είναι έργο αυτεπάγγελτης ενέργειας του δικαστή, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι οι νόμοι είναι δημόσιας τάξης.
Αλλά και οι λόγοι που ανάγονται στη δημόσια τάξη είναι δεκτοί για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, εφόσον στηρίζονται στο πραγματικό υλικό, που υποβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση και εφόσον γίνεται σχετική σαφής επίκληση στο αναιρετήριο (ΑΠ 279/2019, 201/2017,168/2015).
Συνεπώς, ο ισχυρισμός, στον οποίο στηρίζεται ο προβαλλόμενος λόγος αναίρεσης, πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο. Ειδικότερα, αν προσβάλλεται με τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στον δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, οπότε αυτό πρέπει να αναφέρεται επίσης στην αίτηση αναίρεσης (ειδικότερα δε, αν αφορά τη δημόσια τάξη, που μπορεί να προταθεί το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, με την προϋπόθεση πρόσθετης επίκλησης ότι το πραγματικό υλικό στο οποίο στηρίζεται, υποβλήθηκε στο Δικαστήριο ουσίας, ή ότι προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση) ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρ. 527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ` έφεση δίκη, προϋπόθεση που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο (ΑΠ 279/2019, 201/2017).
Το από το παραπάνω άρθρο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 426/2021, ΑΠ 64/2017, ΑΠ 386/2017). Εξάλλου, κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ, το οποίο, κατά τη διάταξη του άρθρου ένατου του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, τυγχάνει εφαρμογής, στην προκειμένη υπόθεση, όπως αυτό ίσχυε πριν την τροποποίησή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, εφόσον η ένδικη έφεση κατατέθηκε στις 30-6-2015, δηλαδή, πριν την έναρξη εφαρμογής, την 01-01-2016, της ήδη ισχύουσας ρύθμισης, "Είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ' έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών, που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός αν ...., 3) συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 269.
Το απαράδεκτο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως". Η για πρώτη φορά προβολή στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο από τον εκκαλούντα εναγόμενο ισχυρισμών, με το δικόγραφο της έφεσης και των προσθέτων λόγων, χωρίς αυτοί να είναι οψιγενείς και χωρίς τη συνδρομή των αναφερομένων στο ως άνω άρθρο προϋποθέσεων, είναι απαράδεκτη και, αν το εφετείο λάβει υπόψη τους ισχυρισμούς αυτούς υποπίπτει στις από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έκτο λόγο της αναίρεσης η αναιρεσείουσα, κατ' επίκληση πλημμέλειας από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ψέγει την προσβαλλομένη απόφαση ότι εσφαλμένα εφάρμοσε το άρθρο 261 ΑΚ (όπως αυτό ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 101 παρ. 1 ν. 4139/2013) και απέρριψε ως αβάσιμη την (επικουρικώς) προβληθείσα από αυτήν, με τον πρώτο λόγο της έφεσής της, ένσταση παραγραφής εν επιδικία της ένδικης αξίωσης του αναιρεσιβλήτου περί συμμετοχής του στα αποκτήματα, παρά το γεγονός ότι αυτή είχε υποπέσει σε παραγραφή εν επιδικία (πριν από τις 20-3-2013, οπότε άρχισε να ισχύει το τροποποιηθέν άρθρο 261 ΑΚ), ήτοι είχε υποπέσει σε παραγραφή πριν από την εκδίκαση της αγωγής ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου στις 6-2-2014 και συγκεκριμένα κατά την κατάθεση και επίδοση της κλήσης του στις 11-8-2011, με την οποία επανέφερε προς συζήτηση την αγωγή του μετά τη ματαίωση της συζήτησης αυτής στη δικάσιμο της 21-10-2010.
Έτσι όπως είναι διατυπωμένος ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως, είναι προεχόντως απαράδεκτος ως αόριστος, καθόσον, ενόψει του ότι κατά τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο η αναιρεσείουσα είχε ηττηθεί στον πρώτο βαθμό, δεν αναφέρεται σε αυτό ότι ο με το προεκτεθέν περιεχόμενο ισχυρισμός, που στηρίζει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, δηλαδή περί παραγραφής εν επιδικία της αξίωσης συμμετοχής στα αποκτήματα του αναιρεσιβλήτου, είχε προταθεί από αυτήν νόμιμα στο δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, με λόγο έφεσης ή με πρόσθετο λόγο, ή ότι, εφόσον προτάθηκε το πρώτον στο εφετείο, συνέτρεχαν οι αναφερόμενες ως άνω προϋποθέσεις των άρθρων 527 και 269 ΚΠολΔ που να δικαιολογούν την προβολή του για πρώτη φορά ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, ούτε και γίνεται επίκληση συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 562 § 2 ΚΠολΔ.
Ανεξαρτήτως αυτών, όμως, από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα - εναγομένη προέβαλε πρωτοδίκως την ένσταση παραγραφής της αξίωσης του αναιρεσιβλήτου - ενάγοντος, ισχυριζόμενη ότι η ένδικη αγωγή κατατέθηκε στις 13-12-2007, μετά πάροδο πέντε ετών από την τελεσιδικία της υπ' αριθ. 254/2002 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, που απήγγειλε τη λύση του γάμου των διαδίκων.
Προέβαλε δηλαδή ισχυρισμό περί παραγραφής, λόγω παρέλευσης διετίας από τη γέννηση της ένδικης αξίωσης με την τελεσίδικη λύση του γάμου, όπως ισχυρίστηκε, μέχρι την άσκηση της αγωγής. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την ένσταση αυτή ως αβάσιμη, κατά παραδοχή της προβληθείσας από τον ενάγοντα αντένστασης διακοπής της παραγραφής, δεχόμενο ειδικότερα, ότι η πιο πάνω απόφαση κατέστη τελεσίδικη στις 18-12-2005 και η αγωγή επιδόθηκε στην εναγομένη στις 14-12-2007, οπότε και διακόπηκε η διετής παραγραφή, για να διακοπεί εκ νέου και διαδοχικά με τις αναφερόμενες στην πρωτόδικη απόφαση διαδικαστικές πράξεις.
Με τον πρώτο λόγο έφεσης, η αναιρεσείουσα προέβαλε και πάλι την ένσταση παραγραφής της αξίωσης του αναιρεσιβλήτου, επικαλούμενη, ειδικότερα, τα εξής: "Εφόσον ο γάμος μου με τον αντίδικο διεκόπη οριστικά και αμετάκλητα από τον Ιανουάριο του 1996..., o αντίδικος όφειλε να ασκήσει την αγωγή του για αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα μέσα σε δύο έτη από την συμπλήρωση τριετούς διάστασής μας (η τριετής διάσταση συμπληρώθηκε στις αρχές Φεβρουάριου του 1999), ήτοι έως 31-12-2001.
O αντίδικος, όμως, άσκησε την κρινόμενη αγωγή του στις 14-12-2007 οπότε και μου κοινοποίησε το δικόγραφο, με συνέπεια να έχει υποκύψει η αξίωσή του σε παραγραφή. Σε κάθε περίπτωση, επικουρικά και σε περίπτωση που θεωρηθεί πως υφίστατο και διαρκούσε ο γάμος μου με τον αντίδικο η κρινόμενη αγωγή του αντιδίκου έχει υποκύψει σε διετή παραγραφή και μάλιστα εν επιδικία διότι α) από αρχές Φεβρουαρίου του 1999, οπότε και συμπληρώθηκε η τριετής διάστασή μας, άρχισε να τρέχει η διετής παραγραφή, οπότε και ανεστάλη (δυνάμει του άρθρου 256 αρ.1 ΑΚ) μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικα η απόφαση που έλυσε τον γάμο μου με τον αντίδικο, εφόσον θεωρηθεί πως υφίστατο και διαρκούσε ο γάμος (257 ΑΚ), β) ο γάμος με τον αντίδικο λύθηκε τελεσίδικα και αμετάκλητα στις 18/12/2005 και o αντίδικος κοινοποίησε την κρινόμενη αγωγή του στις 14/12/2007, ήτοι πέντε ημέρες πριν από την συμπλήρωση της διετούς παραγραφής της αξίωσης του, γ) η αγωγή του, όμως, αυτή ορίσθηκε να δικαστεί στις 19-03-2009 και έπειτα από αναβολή στις 21-10-2010, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, οπότε και ματαιώθηκε η συζήτησή της, δ) στις 3-6-2011 ο αντίδικος κατέθεσε κλήση με την οποία επαναπροσδιόρισε την συζήτηση της αγωγής του για την δικάσιμο της 20-09-2012, ε) σύμφωνα με την διάταξη 257 του ΑΚ, το χρονικό διάστημα της αναστολής δεν υπολογίζεται στον χρόνο της παραγραφής, όμως όταν πάψει η αναστολή, όπως στην υπό κρίση υπόθεση, η παραγραφή συνεχίζεται, σε καμμία περίπτωση όμως δεν συμπληρώνεται πριν περάσουν έξι μήνες. ...
Εφόσον από τον Φεβρουάριο 1999 (οπότε και συμπληρώθηκε η τριετής διάστασή με τον αντίδικο) ανεστάλη η διετής παραγραφή μέχρι τις 18/12/2005, οπότε και κατέστη τελεσίδικη η απόφαση διαζυγίου, συμπληρώθηκε όμως η διετία από τις 21-10-2010 που ματαιώθηκε η συζήτηση της κρινόμενης αγωγής έως την άσκηση της κλήσης για επαναπροσδιορισμό της συζήτησης της, διότι, αφενός μεν, ο αντίδικος άσκησε την κρινόμενη αγωγή του στις 14-12-2007, ήτοι πέντε ημέρες προ της συμπλήρωσης της διετούς παραγραφής, αφετέρου δε, από την ματαίωση της συζήτησης της κρινόμενης αγωγής, στις 21-10-2010 έως την επίδοση της κλήσης στις 11-08-2011 παρήλθε χρονικό διάστημα δέκα μηνών, μεγαλύτερο δηλαδή του εξαμήνου που θέτει η διάταξη του άρθρου 257 του ΑΚ αλλά και μεγαλύτερο του διαστήματος που απέμενε για την συμπλήρωση της διετούς παραγραφής όταν άσκησε την αγωγή του, δηλαδή μεγαλύτερο διάστημα των έξι μηνών και έξι ημερών, με συνέπεια η αξίωση του αντιδίκου να έχει υποκύψει σε παραγραφή εν επιδικία.
Διευκρινίζεται πως εφαρμόζονται οι διατάξεις περί αναστολής της παραγραφής όχι διακοπής, διότι στην προκειμένη περίπτωση προηγήθηκε της λύσης του γάμου μου με τον αντίδικο, τριετής συνεχής διάσταση". Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο λόγο της έφεσής της, και ιδιαίτερα κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό λόγο επικουρικό μέρος αυτού, δεν επανέφερε στο εφετείο την ένσταση παραγραφής, όπως αυτή προτάθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά προέβαλε ένσταση παραγραφής θεμελιούμενη σε διαφορετικά περιστατικά, προτείνοντας το πρώτον ένσταση παραγραφής εν επιδικία, με επίκληση των προαναφερθεισών διαδικαστικών πράξεων που διενήργησε ο αναιρεσίβλητος, χωρίς να επικαλεσθεί για το παραδεκτό και το ορισμένο του λόγου έφεσης, ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις των άρθρων 527 και 269 ΚΠολΔ.
Επομένως, η προταθείσα από την αναιρεσείουσα το πρώτον ενώπιον του εφετείου ένσταση παραγραφής ήταν απαράδεκτη. Το εφετείο, ωστόσο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε την προβληθείσα ως άνω ένσταση της αναιρεσείουσας ως αβάσιμη, με την εξής αιτιολογία: "Τέλος, όσον αφορά στον ισχυρισμό της εναγομένης, περί παραγραφής της ένδικης αξιώσεως, που προέβαλε πρωτοδίκως και επαναφέρει με σχετικό λόγο εφέσεως, πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα: ...
Κατά... το άρθρο 261 παρ.1 του ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 101 παρ. 1 του Ν. 4139/2013... το οποίο κατά ρητή επιταγή του νόμου (261 παρ. 3 ΑΚ) εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς υποθέσεις, εφόσον δεν έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση... την παραγραφή διακόπτει η άσκηση της αγωγής, η παραγραφή δε που διακόπηκε με τον τρόπο αυτόν αρχίζει και πάλι από την έκδοση τελεσίδικης απόφασης ή την κατ' άλλον τρόπο περάτωση της δίκης (ΑΠ 148/2017).
Εξάλλου, η πρωτοβάθμια απόφαση για τη λύση του γάμου, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, καθίσταται αμετάκλητη (ΑΚ 1438, ΚΠολΔ 613): α) με την παραίτηση των διαδίκων από τα ένδικα μέσα μετά την έκδοση αυτής (ΚΠολΔ 606), β) με την άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας ασκήσεως κατ' αυτής των ενδίκων μέσων της εφέσεως, της αναψηλαφήσεως και της αναιρέσεως, στην περίπτωση δε επιδόσεως της αποφάσεως, προσδιορίζεται σε τριάντα (30) ημέρες η προθεσμία της εφέσεως για διαδίκους που διαμένουν στην Ελλάδα και σε εξήντα (60) ημέρες για διαδίκους που διαμένουν στο εξωτερικό (ΚΠολΔ 518 παρ. 1), ενώ η προθεσμία της αναψηλαφήσεως σε έξι (6) μήνες, η οποία συντρέχει με εκείνη της αναιρέσεως (ΚΠολΔ 538, 539 παρ. 1 εδ. 1, 605) και, σε περίπτωση μη επιδόσεώς της, από την τριετή προθεσμία της εφέσεως (ΚΠολΔ 518 παρ. 2) και την συντρέχουσα τριετή προθεσμία της αναψηλαφήσεως και της αναιρέσεως (ΚΠολΔ 545 παρ. 5 εδ. 1, 564 παρ. 3) [βλ.
ΟλΑΠ 1143/1983, ΑΠ 1502/2009, ΑΠ 1134/2005, ΑΠ 852/2001...]. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι η υπ' αριθμ. 254/2002 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, με την οποία λύθηκε ο γάμος των διαδίκων, δημοσιεύθηκε την 17.12.2002 και δεν επιδόθηκε, επομένως κατέστη αμετάκλητη την 17.6.2006, με την άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας ασκήσεως κατ' αυτής των ενδίκων μέσων της εφέσεως, αναψηλαφήσεως και της αναιρέσεως [τρία (3) έτη για την προθεσμία της εφέσεως και έξι (6) μήνες για την προθεσμία της αναψηλαφήσεως (άρθρ. 605 ΚΠολΔ) που συντρέχει με εκείνη της αναιρέσεως, ...].
Συνεπώς, η υπό κρίση αγωγή, η οποία κατετέθη την 13.12.2007 και επιδόθηκε στον εναγόμενο την 14.12.2007 (βλ. υπ' αριθμ. 81 74γ/1 4.1 2.2007 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ρόδου Κ. Πούλιου), ασκήθηκε εντός διετίας από την αμετάκλητη λύση του γάμου των διαδίκων και επομένως διέκοψε την παραγραφή.
Η εν λόγω παραγραφή αρχίζει και πάλι από την έκδοση τελεσίδικης απόφασης ή την κατ' άλλον τρόπο περάτωση της δίκης, κατ' άρθρο 261 παρ.1 του ΑΚ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 101 παρ. 1 του Ν. 4139/2013, το οποίο εφαρμόζεται και εν προκειμένω, αφού κατά τη δημοσίευση του ως άνω νόμου (20.3.2013) δεν είχε εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση στην παρούσα υπόθεση.
Επομένως, η προβαλλόμενη ένσταση παραγραφής είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη". Με αυτά τα δεδομένα, το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης αναφορικά με την απόρριψη της πιο πάνω ένστασης κρίνεται εσφαλμένο, πλην, όμως, το διατακτικό της είναι κατά τα προαναφερόμενα ορθό. Κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ, αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της.
Επομένως, σε κάθε περίπτωση, ο ανωτέρω έκτος λόγος της αίτησης αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ, αφού η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, προϋπόθεση αναγκαία για να αναιρεθεί η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της. Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα, με τους δεύτερο και τέταρτο, κατά το οικείο μέρος, από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγους της αίτησης αναίρεσης, μέμφεται την προσβαλλομένη, ότι με ανεπαρκείς αιτιολογίες προέβη στην κρίση της περί συμβολής του αναιρεσιβλήτου στην επαύξηση της περιουσίας της μετά την τέλεση του γάμου, χωρίς να υπολογίσει ότι η εν λόγω περιουσία (την αξία της οποίας υπολόγισε στο ποσό των 552.000 ευρώ) ήταν βεβαρημένη με χρέη ύψους 290.305 ευρώ, παραβιάζοντας ευθέως και εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 1400 παρ. 1 ΑΚ.
Οι λόγοι αυτοί, ως προς την προβαλλόμενη ως άνω αιτίαση, είναι απαράδεκτοι, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, διότι η ύπαρξη παθητικού που πρέπει να αφαιρεθεί, για να εξευρεθεί η τελική καθαρή αύξηση της περιουσίας, είναι περιστατικό αναγόμενο στη σφαίρα επιρροής του εναγομένου, το οποίο αυτός βαρύνεται να επικαλεσθεί και αποδείξει και εντεύθεν αποτελεί στοιχείο ενστάσεώς του (ΑΠ 808/2015), η δε αναιρεσείουσα δεν επικαλείται πρόταση του επίμαχου ισχυρισμού στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και επαναφορά του στο Εφετείο με λόγο εφέσεως, σε κάθε περίπτωση δε, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, ο ισχυρισμός επί του οποίου στηρίζεται ο λόγος αναιρέσεως, δεν προτάθηκε στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και, ακολούθως, καίτοι η παράβαση προέκυψε από την πρωτόδικη απόφαση, δεν προτάθηκε με λόγο έφεσης νομίμως ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
Κατά συνέπεια, ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας, που δεν είχε προταθεί στο εφετείο και έτσι δεν κατέστη αντικείμενο της κατ` έφεση δίκης, δεν μπορεί να θεμελιώσει λόγο αναίρεσης ούτε κατ' εξαίρεση, καθόσον το συγκεκριμένο σφάλμα, που προέκυψε από την πρωτόδικη απόφαση, μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, δηλαδή στο Εφετείο και δεν προβλήθηκε, ενώ δεν συντρέχει κάποια εξαίρεση από εκείνες που ορίζονται στο άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί, κατά το άρθρο 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παράβολου, που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα, στο Δημόσιο Ταμείο. Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά του, να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό (άρθ. 176, 183, 191 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 1-2-2018 αίτηση της Κ. Κ. του Κ., για αναίρεση της υπ` αριθ. 241/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Ιουνίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Σεπτεμβρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ