Legislator Case Law & Legislation
1603/2018 AI generated

1603/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1603/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Με την από 10-5-2016 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 176/2014, απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου η οποία απέρριψε έφεση και πρόσθετους αυτής λόγους του Ελληνικού Δημοσίου κατά της 118/2009 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου που είχε κάνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη αναγνωριστική αγωγή κυριότητας ακινήτου του αναιρεσίβλητου κατ'άρθρο 4 παρ.1 3δ.β Ν.3127/2003. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558,564, 566§1 Κ.Πολ.Δ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 Κ.Πολ.Δ).

Legislator headnote

AI generated

1603/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με τη διάταξη του άρθρου 2 του ν. 510 της 29/30 Δεκεμβρίου 1947 εισήχθησαν στη Δωδεκάνησο ο ΑΚ ο Εισαγωγικός Νόμος ΑΚ και το ν.δ της 7-10 Μαΐου 1946 "περί αποκαταστάσεως του ΑΚ και του Εισαγωγικού αυτού νόμου" με τη διάταξη δε του άρθρου 8 παρ. 2 ίδιου ως άνω νόμου ορίστηκε ότι "αι περί κτηματολογίου ισχύουσαι εν Δωδεκανήσω διατάξεις διατηρούνται εν ισχύ".

Keywords

AI generated
property ownership tenant rights rural land rights previous legal status domicile of a party right of access in property
AI generated
1115/2008
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Απριλίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1120/2008
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Απριλίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
768/2025
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 20 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-3-2015 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 271/2020 του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 15-3-2023 αίτησή του.
95/2024
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-5-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου και των ήδη αποβιωσασών Ε.
193/2019
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη- Εισηγητή, Παρασκευή Καλαϊτζή και Γεώργιο Παπανδρέου, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1603 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1603/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή και Γεώργιο Παπανδρέου- Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 10η Οκτωβρίου 2018 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Ηλία Νίκα, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Του αναιρεσίβλητου:Ν. Κ. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Βασιλική Παπαγεωργίου

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-11-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 118/2009 του ίδιου Δικαστηρίου, 176/2014 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 10-5-2016 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου να απορριφθεί, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την από 10-5-2016 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 176/2014, απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου η οποία απέρριψε έφεση και πρόσθετους αυτής λόγους του Ελληνικού Δημοσίου κατά της 118/2009 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου που είχε κάνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη αναγνωριστική αγωγή κυριότητας ακινήτου του αναιρεσίβλητου κατ'άρθρο 4 παρ.1 3δ.β Ν.3127/2003. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558,564, 566§1 Κ.Πολ.Δ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 Κ.Πολ.Δ).

2. Με τη διάταξη του άρθρου 2 του ν. 510 της 29/30 Δεκεμβρίου 1947 εισήχθησαν στη Δωδεκάνησο ο ΑΚ ο Εισαγωγικός Νόμος ΑΚ και το ν.δ της 7-10 Μαΐου 1946 "περί αποκαταστάσεως του ΑΚ και του Εισαγωγικού αυτού νόμου" με τη διάταξη δε του άρθρου 8 παρ. 2 ίδιου ως άνω νόμου ορίστηκε ότι "αι περί κτηματολογίου ισχύουσαι εν Δωδεκανήσω διατάξεις διατηρούνται εν ισχύ".

Από τις συνδυασμένες αυτές διατάξεις προκύπτει ότι προβλέφθηκε, με την εισαγωγή μεν στη Δωδεκάνησο από τις 30-12-1947 η ενότητα του Αστικού Δικαίου μεταξύ της Δωδεκανήσου και της λοιπής Ελλάδος, με την παράλληλη δε διατήρηση σε ισχύ στη Δωδεκάνησο των διατάξεων περί κτηματολογίου, η διαφύλαξη των βασικών πλεονεκτημάτων του Κτηματολογικού Κανονισμού, που θεσπίστηκε με το 132/1929 Κυβερνητικό Διάταγμα που ίσχυσε στη Ρόδο, στην Κω και σε τμήμα της Λέρου από την 1-9-1929 δηλαδή των αρχών της νομιμότητας, που καθιερώθηκαν με τα άρθρα 41, 53, και 61,του κτηματολογικού βιβλίου και που συνιστούν τις βασικές αρχές του συστήματος αυτού από εκείνο της μεταγραφής του ΑΚ.

Από την παράλληλη αυτή εφαρμογή στη Δωδεκάνησο των διατάξεων του ΑΚ αφενός και των περί κτηματολογίου διατάξεων αφετέρου, δημιουργήθηκε σχέση μεταξύ κοινού δικαίου προς τοπικό δίκαιο, το κατά γενική δε ερμηνευτική αρχή, την οποία όχι μόνο δεν απέκλεισε, αλλά έμμεσα καθιέρωσε ο ν 510/1947 στη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 3, σε περίπτωση σύγκρουσης μεταξύ αυτών, υπερισχύει το τοπικό δίκαιο εκτός εάν οι υπό εφαρμογή διατάξεις του κοινού δικαίου είναι απόλυτες ή αποκλειστικές, εκφράζουν δηλαδή αρχές που υπαγορεύτηκαν από το γενικότερο σκοπό ή συμφέρον, οι οποίες πρέπει να εφαρμόζονται ενιαία σε ολόκληρη τη χώρα (ΟλΑΠ 129/1984).

Εξάλλου, σύμφωνα μεν με τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 4 του πιο πάνω Κτηματολογικού Κανονισμού διατηρείται καταρχήν η διάκριση των γαιών σε κατηγορίες α) δημοσίων γαιών (μιρί, αρζί μιρί, μετρουκέ, μεβάτ), β) ελεύθερης ιδιοκτησίας (μούλκ) και γ) βακουφίων, όπως είχε και το προϊσχύσαν στη Δωδεκάνησο Οθωμανικό Δίκαιο, σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 63 εδάφιο τελευταίο του ιδίου Κτηματολογικού Κανονισμού, δεν είναι ποτέ παραδεκτή η παραγραφή της πλήρους ή ψιλής κυριότητας ως προς τις γαίες μιρί ή αρζί μιρί σε βάρος των δημοσίων περιουσιακών (ιδιοκτήτων) κτημάτων.

Σύμφωνα, επίσης, με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 και 3 του α.ν. 1539/1938, που τέθηκε σε ισχύ στη Δωδεκάνησο με το β.δ/γμα της 31-12-1948/10-1-1949 "τα επί των ακινήτων κτημάτων δικαιώματα του Δημοσίου εις ουδεμίαν υπόκεινται παραγραφήν, τοιαύτη δε αρξαμένη προ της ισχύος του (νόμου) ουδεμίαν νόμιμην συνέπειαν έχει, αν αυτή δεν συνεπληρώθη προ της ενάρξεως της ισχύος του κατά τους προϊσχύσαντες νόμους".

Ως εκ της γενικότητας των αμέσως πιο πάνω διατάξεων προκύπτει, ότι απαγορεύεται η παραγραφή κάθε δικαιώματος σε ακίνητα ιδιοκτησίας του Δημοσίου. Περαιτέρω, με τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου 4 του ν. 3127/17/19-3-2003 "Τροποποίηση και συμπλήρωση των νόμων 2310/1995 και 2664/1998 για την Κτηματογράφηση και το Εθνικό Κτηματολόγιο και άλλες διατάξεις" ορίζεται ότι "1.

Σε ακίνητο που βρίσκεται μέσα σε σχέδιο πόλεως ή μέσα σε οικισμό που προϋφίσταται του έτους 1923 ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί, ο νομέας του θεωρείται κύριος έναντι του Δημοσίου εφόσον: α) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, αδιαταράκτως για δέκα (10) έτη το ακίνητο, με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία, υπέρ του ίδιου ή του δικαιοπαρόχου του, που έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 23-2-1945, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη, ή β) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, το ακίνητο αδιαταράκτως για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ετών, εκτός εάν κατά τη κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη.

Στο χρόνο νομής που ορίζεται στις περιπτώσεις α' και β' προσμετράται και ο χρόνος νομής των δικαιοπαρόχων που διανύθηκε με τις ίδιες προϋποθέσεις. Στην κακή πίστη βρίσκεται ο νομέας, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 του ΑΚ (παρ1) "Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται για ακίνητο εμβαδού μέχρι 2000....." (παρ 2).

Με τις προμνημονευόμενες διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1 και 2 του ν. 3127/2003, που αποτελεί κοινό δίκαιο, ισχύον για όλη την επικράτεια, εφόσον υπαγορεύτηκε από το γενικότερο συμφέρον και συνακόλουθα και για τη Δωδεκάνησο, εισάγεται εξαίρεση από τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1 και 2 του α.ν 1539/1938, που ρυθμίζουν το απαράγραπτο των δικαιωμάτων του Δημοσίου επί των ακινήτων κτημάτων του και ισχύουν, όπως έχει εκτεθεί και για τη Δωδεκάνησο (ΑΠ 821/2010).

Έτσι σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, ιδιώτης μπορεί να αποκτήσει με χρησικτησία την κυριότητα ακινήτου ανήκοντος στο Δημόσιο, που βρίσκεται σε σχέδιο πόλεως ή μέσα σε οικισμό προϋφιστάμενο του έτους 1923 ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί εμβαδού μέχρι 2.000 τετρ. μέτρων, εφόσον νέμεται αδιαταράκτως το εν λόγω ακίνητο με τις διαγραφόμενες στην παρ. 1 υπό στοιχεία α' (τακτική χρησικτησία) και β'(έκτακτη χρησικτησία)προϋποθέσεις, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου (3127/2003) δηλαδή μέχρι τις 19-3-2003 ( ΑΠ 159/2014).

Συνεπώς ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι η διάταξη του άρθρου 4 ν.3127/2003 εφαρμόζονται στα νησιά της Δωδεκανήσου,μόνο όπου δεν υφίσταται Κτηματολόγιο και όπου τα ακίνητα του Ελληνικού Δημοσίου δεν είναι καταγεγραμμένα υπό το σύστημα και τις αρχές του Κτηματολογικού Κανονισμού δεν είναι νόμιμος.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στην διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα: " Το επίδικο ακίνητο είναι ένα οικόπεδο, εκτάσεως 270 τ.μ., νομικής φύσης "αρζί μιρί", που βρίσκεται στην περιοχή "...", εντός οικισμού (βλ. Από Νοεμβρίου 2008 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Κ. Τ.) του Δ.Δ. ..., που προϋφίσταται του έτους 1923 (βλ.

Την υπ. Αριθμ. 582/2014 βεβαίωση του Δήμου Ρόδου), του .... Το ανωτέρω ακίνητο, με αριθμό κτηματολογικής μερίδας ..2, τόμος 15, φύλλο 2, φάκελος 1900 του Κτηματολογίου της Ρόδου, με βάση την υπ' αριθμ. ..00/22.5.1929 αρχική θεμελιώδη εγγραφή, φέρεται εγγεγραμμένο στο όνομα της Κυβερνήσεως των Νήσων του Αιγαίου, περιήλθε δε στο Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του Ιταλικού Δημοσίου σύμφωνα με την από 10-2-1947 Συνθήκη Ειρήνης μεταξύ των Συμμάχων χωρών και της Ιταλίας.

Το επίδικο ακίνητο ενέμετο αδιατάρακτα από το έτος 1040 η γιαγιά του ενάγοντος, Ε. Θ. Δ., χρησιμοποιώντας αυτό ως αλώνι και για την καλλιέργεια σιτηρών μέχρι το έτος 1972, οπότε το παραχώρησε ατύπως, ως προίκα, στη θυγατέρα της Ε. (μητέρα του ενάγοντος). Η τελευταία συνέχισε τις πράξεις νομής επί του ακινήτου, με διάνοια κυρίας και με καλή πίστη, μετατρέποντας αυτό σε κήπο και καλλιεργώντας το με οπωροκηπευτικά μέχρι το έτος 1996, οπότε το παραχώρησε με άτυπη δωρεά στο γιό της (ενάγοντα), ο οποίος της διαδέχθηκε στη νομή του ακινήτου.

Συγκεκριμένα, ο ενάγων το περιέφραξε με σιδηρούς πασσάλους και συρματόπλεγμα και εξακολούθησε να το καλλιεργεί με εποχιακές καλλιέργειες (ντοματιές, πιπεριές κλπ), συνεχώς μέχει την άσκηση της αγωγής. Ο ενάγων κατά την, πιο πάνω, κτήση της νομής του επιδίκου ακινήτου βρισκόταν σε καλή πίστη, καθόσον είχε την ειλικρινή πεποίθηση ότι το απέκτησε από τη μητέρα του, καθόσον αυτή το καλλιεργούσε επί πολλά έτη, καθώς και ότι η μητέρα του επίσης το είχε αποκτήσει από τη δική της μητέρα (γιαγιά του), που το κατείχε από το έτος 1940, ασκώντας συνεχώς τις αναφερόμενες πιο πάνω πράξεις νομής στο επίδικο.

Στο σημείο αυτό πρέπει να τονισθεί ότι το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο ουδέποτε όχλησε τον ενάγοντα ή τις προαναφερθείσες δικαιοπαρόχους του στην, κατά τα ανωτέρω, άσκηση της νομής τους στο επίδικο οικόπεδο, αλλά ούτε άσκησε οιαδήποτε διακατοχική πράξη σ' αυτό. Τέτοια όχληση ή άσκηση οποιασδήποτε διακατοχικής πράξεως στο επίδικο δεν επικαλείται ούτε το ίδιο το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο.

Πέραν των προαναφερθέντων, αξίζει να σημειωθεί ότι το εναγόμενο μέχρι την άσκηση τη αγωγής δεν είχε καν επιμεληθεί να εγγράψει στα οικεία κτηματολογικά βιβλία το δικαίωμά του επί του επιδίκου, ενώ η σχετική καταχώρηση έλαβε χώρα την 16.7.2008 (βλ. Την υπ'. Αριθμ. 8..1/16-7-2008 κτηματολογική εγγραφή επί του επιδίκου).

Επομένως, δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι ο ενάγων από βαριά αμέλεια αγνοούσε ότι δεν ήταν κύριος του επιδίκου οικοπέδου, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται το Ελληνικό Δημόσιο, ενόψει και του ότι, κατά τα προαναφερόμενα, ουδέποτε υπήρξε όχληση στον ίδιο και στις δικαιοπαρόχους του στην άσκηση της νομής επί του επιδίκου για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των εξήντα (60) ετών.

Κατά συνέπεια, σύμφωνα και με όσα εκτίθενται στη μείζονα σκέψη της παρούσας, ο ενάγων έγινε κύριος του επιδίκου ακινήτου πρωτοτύπως με χρησικτησία, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ.1 και 2 του Ν. 3127/2003, αφού αποδείχθηκε ότι ενέμετο αυτό, μέχρι την έναρξη ισχύος του άνω νόμου, αδιατάρακτα για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ετών, με το συνυπολογισμό στο δικό του χρόνο νομής και του χρόνου νομής των δικαιοπαρόχων του, τελούσε δε σε καλή πίστη, έχοντας την πεποίθηση κατά το χρόνο κτήσεως της νομής αυτού, χωρίς να τον βαρύνει βαριά αμέλεια, ότι απέκτησε την κυριότητα του ως άνω ακινήτου.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 2και 8 παρ.2 του Ν.510της 29/30 Δεκεμβρίου 1947 ,1,2,4.6 και 63 εδ.τελευταίο του Κτηματολογοκού Κανονισμού (139/1929 Κυβερνητικό Διάταγμα), 4 παρ.1 και 2Α.Ν.1539/1938 και 4 παρ.1και 2 Ν.3127/2003, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να αξιώσει περισσότερα ή διαφορετικά στοιχεία από όσα απαιτούν οι διατάξεις αυτές σε σχέση με την κτήση της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου από τον αναιρεσίβλητο. Επομένως ο μοναδικός λόγος της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

5. Κατ` ακολουθίαν αυτών και σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη η ένδικη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, μειωμένα όμως κατ` άρθρο 22 παρ. 1 και 3 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 Εισ. Ν. ΚΠολΔ, 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της Υ.Α. (Οικονομικών και Δικαιοσύνης) 134423/1992.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-5-2016 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 176/2014 αποφάσεως του Τριμελούςω Εφετείου Δωδεκανήσου.

Καταδικάζει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Νοεμβρίου 2018.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Νοεμβρίου 2018.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ