Legislator Case Law & Legislation
1603/2014 AI generated

1603/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1603/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1603/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Το δικαίωμα του υπερθεματιστή να αξιώσει το πλειστηρίασμα που καταβλήθηκε απ'αυτόν χωρίς όμως να λάβει το πράγμα που πλειστηριάστηκε, στηρίζεται στις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού (άρθρο 904 επ. ΑΚ), αδικαιολογήτως δε πλουτήσας(για αιτία λήξασα ) στην περίπτωση αυτή είναι ο καθού η εκτέλεση, που απαλλάχθηκε από το χρέος του και όχι οι δανειστές στους οποίους διανεμήθηκε το πλειστηρίασμα.

Keywords

AI generated
withdrawal of debt enforcement suspension of payments immediate termination for fraud consequences of withdrawal reassignment of claim suspension of bankruptcy proceedings
AI generated
1256/2024
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θ.
1208/2010
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
118/2023
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Απριλίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1523/2025
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο - Εισηγητή και Βαρβάρα Πάπαρη, Αρεοπαγίτες.
750/2023
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Κατσιάνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη - Εισηγητή, Ασημίνα Υφαντή, Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Κορνηλία Πανούτσου, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1603 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1603/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Μ…. ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", που εδρεύει στην ... του ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κωστή. Της αναιρεσίβλητης: Ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΦΟΙ ………..ΟΕ", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σταύρο Καράμπελα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-1-2003 ανακοπή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 27/ΤΜ/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1373/2007 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η τότε αναιρεσείουσα και ήδη αναιρεσίβλητη με την από 22-2-2008 αίτησή της.

Εκδόθηκε η 42/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 1529/2012 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8-3-2013 αίτησή της και τους από 2-7-2013 πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Κλαδογένης διάβασε την από 15-11-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. α' Κ.Πολ.Δ:"Αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών ..." Εξ άλλου, το δικαστήριο του Αρείου Πάγου, το οποίο εδίκασε επί της παρούσης υποθέσεως αίτηση περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 1373/2007 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την υπ' αριθ. 42/2010 απόφασής του, η οποία είναι δεσμευτική ως προς τα κριθέντα με αυτήν νομικά ζητήματα ουσιαστικής ή δικονομικής φύσεως, ανήρεσε την απόφαση του Εφετείου δεχθέν τα ακόλουθα: "....από την διάταξη του άρθρου 1018 εδ.

α'και β'του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι, αν ακυρωθεί ο πλειστηριασμός και διενεργηθεί νέος, η απαίτηση του υπερθεματιστή του πλειστηριασμού που ακυρώθηκε να αναλάβει το πλειστηρίασμα που κατέβαλε στον ακυρωθέντα πλειστηριασμό και διανεμήθηκε, κατατάσσεται προνομιακά αμέσως μετά τα έξοδα της εκτέλεσης του νέου πλειστηριασμού και πριν από τις απαιτήσεις των άρθρων 975, 976, 1007, 1012 παρ. 4 και 1015 παρ.4, μάλιστα δε, για την προνομιακή ως άνω ικανοποίηση της απαίτησής του (προς ανάληψη του πλειστηριάσματος), μπορεί και ο ίδιος να επισπεύσει πλειστηριασμό, με βάση την απόφαση που ακύρωσε την εκτέλεση και πιστοποίηση του υπαλλήλου του πλειστηριασμού, ότι το πλειστηρίασμα έχει καταβληθεί και διανεμηθεί.

Το δικαίωμα του υπερθεματιστή να αξιώσει το πλειστηρίασμα που καταβλήθηκε απ'αυτόν χωρίς όμως να λάβει το πράγμα που πλειστηριάστηκε, στηρίζεται στις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού (άρθρο 904 επ. ΑΚ), αδικαιολογήτως δε πλουτήσας(για αιτία λήξασα ) στην περίπτωση αυτή είναι ο καθού η εκτέλεση, που απαλλάχθηκε από το χρέος του και όχι οι δανειστές στους οποίους διανεμήθηκε το πλειστηρίασμα.

Για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 1018 βασική προϋπόθεση αποτελεί η ακύρωση του πλειστηριασμού με δικαστική απόφαση, η οποία δέχεται σχετική ανακοπή του νομιμοποιούμενου προς τούτο και η επάνοδος του πλείστηριασθέντος στον καθού η εκτέλεση, αφού το άρθρο 1018 δεν έχει εφαρμογή στην περίπτωση ανενέργειας του πλειστηριασμού βάσει ανακοπής του άρθρου 936 ΚΠολΔ και γενικώς στις περιπτώσεις που, λόγω νομικών ελαττωμάτων, δεν απέκτησε ο υπερθεματιστής το πράγμα που πλειστηριάσθηκε.

Ο υπερθεματιστής, όμως, όταν επισπεύδει πλειστηριασμό ο ίδιος με βάση το άρθρο 1018 ΚΠολΔ, δικαιούται να αξιώσει προνομιακά και από τον καθ'ού η εκτέλεση, στο πλαίσιο της νέας εκτελεστικής διαδικασίας, μόνο το κεφάλαιο της απαίτησης (ανάληψη πλειστηριάσματος). Και ναι μεν είναι γεγονός ότι ο υπερθεματιστής δικαιούται και τους τόκους του επί του καταβληθέντος πλειστηριάσματος, αφότου η δικαστική απόφαση περί ακύρωσης του πλειστηριασμού κατέστη τελεσίδικη και επιδόθηκε, χρονικό σημείο από το οποίο ο υπόχρεος καθού η εκτέλεση γνωρίζει την γέννηση της σχετικής αξίωσης του υπερθεματιστή για επιστροφή του πλειστηριάσματος (άρθρο 912 παρ. 2 του ΑΚ), όχι όμως προνομιακά, όπως το καταβληθέν πλειστηρίασμα, με βάση τη διάταξη του άρθρου 1018 του ΚΠολΔ, αλλά ως ανέγγυος πιστωτής, που μπορεί να ασκήσει κατά του καθού η εκτέλεση σχετική αγωγή, λόγω του εξαιρετικού χαρακτήρα των διατάξεων που καθιερώνουν τα προνόμια κατάταξης, και συνεπάγεται (ο εξαιρετικός χαρακτήρας), τη μη επέκταση του προνομίου στην παρακολουθηματική απαίτηση για τους τόκους, εφόσον από τη συγκεκριμένη διάταξη του άρθρου 1018 ΚΠολΔ, με την οποία επισπεύδεται ο πλειστηριασμός από τον υπερθεματιστή, δεν προκύπτει κατά σαφή τρόπο το αντίθετο, ούτε για τους τόκους, αλλά ούτε και για όλες τις άλλες περαιτέρω απαιτήσεις του υπερθεματιστή από τυχόν επί πλέον ζημία του από την ακυρωθείσα εκτέλεση, που προϋποθέτουν την μεσολάβηση δικαστικής διάγνωσης και την απόκτηση τίτλου εκτελεστού, που δεν νοείται στο πεδίο εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 1018 εδ.

β' ΚΠολΔ. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1002 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. "Έως την κατακύρωση, εκείνος, κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση, έχει δικαίωμα να εξοφλήσει τις απαιτήσεις εκείνου υπέρ του οποίου γίνεται η εκτέλεση και των δανειστών που αναγγέλθηκαν, καθώς και τα έξοδα. Στην περίπτωση αυτή, ο πλειστηριασμός ματαιώνεται και αίρεται η κατάσχεση".

Με την ρύθμιση αυτή παρέχεται στον καθού η εκτέλεση οφειλέτη η δυνατότητα να αποφύγει την ύστατη στιγμή τον πλειστηριασμό της περιουσίας του, εξοφλώντας στο ακέραιο τις απαιτήσεις του επισπεύδοντος, των αναγγελθέντων δανειστών, καθώς και τα έξοδα που δικαιούται να απαιτήσει στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Για να θεωρηθεί έγκυρη η καταβολή, πρέπει να είναι προσήκουσα και πλήρης. Εφόσον, όμως, πρόκειται για πλειστηριασμό που επισπεύδεται στο πλαίσιο της προαναφερθείσας διάταξης του άρθρου 1018 εδ. β' του ΚΠολΔ εκ μέρους του υπερθεματιστή σε προηγηθέντα και τελεσιδίκως ακυρωθέντα πλειστηριασμό, και για την ανάληψη από εκείνον του καταβληθέντος και διανεμηθέντος πλειστηριάσματος στους δανειστές του καθού, οι απαιτήσεις του υπερθεματιστή υπέρ του οποίου γίνεται η εκτέλεση και οι οποίες πρέπει να εξοφληθούν, ώστε να ματαιωθεί ο πλειστηριασμός σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 1002 παρ.2 του ΚΠολΔ, περιλαμβάνουν μόνο το καταβληθέν πλειστηρίασμα του πλειστηριασμού που ακυρώθηκε, και όχι και τους τόκους υπερημερίας, οι οποίοι, κατά την προαναφερθείσα ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 1018 εδ.β' ΚΠολΔ, δεν περιλαμβάνονται στις αξιώσεις του υπερθεματιστή για τις οποίες επισπεύδεται από εκείνον ο πλειστηριασμός, ούτε ικανοποιούνται προνομιακά από το νέο πλειστηρίασμα, ώστε να δικαιολογείται και η υποχρέωση της καταβολής των από τον καθ'ού η εκτέλεση για να ματαιωθεί ο νέος πλειστηριασμός, εκτός και αν ο υπερθεματιστής αναγγέλθηκε για τόκους υπερημερίας με βάση εκτελεστό τίτλο.

Η συνολική αυτή συνδυαστική ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 1018 εδ.β' και 1002 παρ.2 ΚΠολΔ συνάγεται και από το γράμμα των συναφών διατάξεων των άρθρων 965 παρ. 3, 1004 παρ. 1 εδ.α' και 1005 παρ.1 και 3 ΚΠολΔ, στις οποίες η υποχρέωση του υπερθεματιστή αναφέρεται μόνο στην καταβολή του πλειστηριάσματος που επιτεύχθηκε κατά τον πλειστηριασμό, χωρίς τόκους, όπου δε ο νόμος απαιτεί και την καταβολή τόκων υπερημερίας, ορίζει τούτο ρητά, όπως επί αναπλειστηριασμού κατά τη διάταξη του άρθρου 965 παρ.5 τελ.εδ.

ΚΠολΔ, όταν ο αρχικός υπερθεματιστής ζητεί να του κατακυρωθεί το πράγμα, χωρίς στην περίπτωση αυτή να εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 423 του ΑΚ αλλά και η αρχή της συγκρότησης ενιαίου χρέους μεταξύ κεφαλαίου και οφειλομένων τόκων, που δεν ισχύει πάντοτε, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για την εφαρμογή δικονομικού χαρακτήρα διατάξεων, όπως εκείνη του άρθρου 1018 ΚΠολΔ...

Το γενικό επομένως, πόρισμα των όσων εκτέθηκαν είναι, ότι ο πλειστηριασμός του άρθρου 1018 πρέπει να ματαιώνεται, δυνάμει του άρθρου 1002 παρ. 2 ΚΠολΔ, όταν καταβληθούν στο πλειστηρίασμα, οι απαιτήσεις των δανειστών που αναγγέλθηκαν με εκτελεστό τίτλο, καθώς και τα έξοδα. Καταβολή τόκων υπερημερίας δεν είναι νοητή και άρα δεν μπορεί να απαιτηθεί, εκτός και αν η σχετική απαίτηση αναγγέλθηκε με βάση εκτελεστό τίτλο....".

Περαιτέρω , κατά το άρθρο 281 Α.Κ.:" Η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος". Από το συνδυασμό του άρθρου αυτού και των άρθρων 116 και 933 του ΚΠολΔ, 20 παρ. 1 και 25 παρ. 3 του Συντάγματος συνάγεται, ότι άσκηση ουσιαστικού δικαιώματος, που ανήκει στο δημόσιο δίκαιο, αποτελεί και η μέσω αναγκαστικής εκτελέσεως πραγμάτωση της απαίτησης του δανειστή.

Επομένως, λόγο της ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ μπορεί να αποτελέσει και η αντίθεση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτελέσεως στα αντικειμενικά όρια του άρθρου 281 ΑΚ και η εντεύθεν ακυρότητα της εκτελέσεως(Ολ. Α.Π.12/2009). Κατά την έννοια του τελευταίου άρθρου,το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν ή συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμον να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνουν στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο με το επακόλουθο να συνεπάγεται ιδιαίτερα επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.

Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, που συνεπάγεται ιδιαιτέρως επαχθείς για τον ίδιο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου.

Το ζήτημα δε, αν οι συνέπειες, που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος, είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποιήσεως του δικαιώματός του (ΑΠ 385/2010, Α.Π.381/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του τα ακόλουθα : " Δυνάμει της υπ' αριθμ. ... έκθεσης αναγκαστικού πλειστηριασμού της συμβολαιογράφου ... Άννας Πέτσκου-Κορδάτου, πραγματοποιήθηκε αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της ακίνητης περιουσίας της ανακόπτουσας-εκκαλούσας εταιρίας και συγκεκριμένα ποσοστού 1/2 εξ' αδιαιρέτου ενός αγροτεμαχίου με αριθμό 359, συνολικού εμβαδού 6.392 τμ, που αναλογεί σε έκταση εμβαδού 3.196 τμ.

εξ' αδιαιρέτου, που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιοχής ......μετά της επ' αυτού τριόροφης οικοδομής, αποτελούμενης από υπόγειο εμβαδού 925,70 τμ., ισόγειο εμβαδού 936,63, και 1° και 2° όροφο εμβαδού 936,63 τ, εκάστου. Τον πλειστηριασμό αυτό επέσπευσε η καθ' ης εταιρία, σύμφωνα με το άρθρο 1018 ΚΠολΔ, προκειμένου να αναλάβει το πλειστηρίασμα που είχε καταβάλει σε προηγούμενο πλειστηριασμό του ίδιου ακινήτου, στον οποίο είχε αναδειχθεί υπερθεματίστρια, που όμως ακυρώθηκε με τελεσίδικη δικαστική απόφαση.

Συγκεκριμένα, στις 10-3-1999 και ενώπιον της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου ... με επίσπευση της τότε δανείστριας τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Τράπεζα Μακεδονίας Θράκης ΑΕ" εκπλειστηριάσθηκε το παραπάνω ακίνητο της οφειλέτριας-ανακόπτουσας, αντί του συνολικού ποσού των 251.000.000 δρχ. ή 736.903,89 ευρώ και κατακυρώθηκε στην καθ' ης εταιρία, που αναδείχθηκε υπερθεματρίστρια.

Η τελευταία κατέβαλε το πλειστηρίασμα που διανεμήθηκε στην τότε επισπεύδουσα και τους αναγγελθέντες δανειστές, πλην όμως ο πλειστηριασμός αυτός ακυρώθηκε με τελεσίδικη δικαστική απόφαση, ήτοι την υπ' αριθμ. 165/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας ου κατέστη τελεσίδικη μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 3113/2001 απόφασης του Δικαστηρίου αυτού, εξαιτίας του ότι ο εκπρόσωπος της πλειοδότριας εταιρίας παρακώλυσε με αθέμιτα μέσα τον ελεύθερο συναγωνισμό με απομάκρυνση πλειοδοτών προς το σκοπό να κατακυρωθεί το ακίνητο αντί κατώτερου τιμήματος στην ως άνω υπερθεματίστρια.

Στη συνέχεια η τελευταία επέσπευσε πλειστηριασμό σε βάρος του ίδιου παραπάνω ακινήτου της ανακόπτουσας, για την ικανοποίηση της απαίτησής της για ανάληψη του πλειστηριάσματος που είχε καταβάλει στον ακυρωθέντα με δικαστική απόφαση προηγούμενο πλειστηριασμό. Το ακίνητο αυτό εκτιμήθηκε στο ποσό του 1.800.000 ευρώ ενώ η τιμή της πρώτης προσφοριάς ορίσθηκε σε 1/2 ήτοι σε 900.000 ευρώ.

Ο πλειστηριασμός αυτός διενεργήθηκε στις 30-10-2002 και συντάχθηκε προς τούτο η προσβαλλόμενη ως άνω υπ' αριθμ. ... έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού. Κατά τη διάρκεια του πλειστηριασμού αυτού στις 12.45 εμφανίστηκε ο Γ. Α. ενεργώντας ως νόμιμος εκπρόσωπος της καθ' ης ανώνυμης εταιρίας και επισπεύδουσας τον πλειστηριασμό, ο οποίος κατέθεσε για τη συμμετοχή του στον πλειστηριασμό ως εγγύηση το ποσό των 300.470,27 ευρώ, από τα οποία ποσό 293.470,27 ευρώ με την υπ' αριθμ. ...

της ... τραπεζική επιταγή της Εμπορικής Τράπεζας σε διαταγή του ιδίου και ποσό 7.000 ευρώ σε μετρητά και προσέφερε το ποσό των 901.000 ευρώ. Στη συνέχεια και ώρα 1.00 μμ εμφανίστηκε ο Γ. Ε., ενεργώντας ως νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής της τότε καθ' ης-ήδη ανακόπτουσας εταιρίας, και ενέτεινε προς τον νόμιμο εκπρόσωπο της καθ' ης-επισπεύδουσας εταιρείας Γ.

Α., και ενώπιον της υπαλλήλου του πλειστηριασμού, την οπισθογραφημένη νομίμως από την ανακόπτουσα υπ' αριθμ.... επιταγή, έκδοσης της Τράπεζας Κύπρου ΛΤΔ (υποκαταστήματος ..., με ημερομηνία ..., ποσού 736.903,89 ευρώ, πληρωτέα από τον υπ' αριθμ.... λογαριασμό της ίδιας της τράπεζας, σε διαταγή της ανακόπτουσας, δηλώνοντας ότι εξοφλεί με τον τρόπο αυτό την απαίτηση για την οποία επισπευδόταν ο πλειστηριασμός, ήτοι την απαίτηση της επισπεύδουσας-ήδη καθ' ης, προς ανάληψη του πλειστηριάσματος που κατέβαλε στον προηγούμενο ακυρωθέντα πλειστηριασμό, ενώ ταυτόχρονα προσέφερε σε μετρητά το ποσό των 7.000 ευρώ για την εξόφληση των εξόδων εκτέλεσης και ζήτησε τη ματαίωση του πλειστηριασμού λόγω εξόφλησης της απαίτησης, για την οποία ο πλειστηριασμός, και των εξόδων.

Στη συνέχεια και περί ώρα 1,10 μμ η καθ' ης δια του ως άνω νομίμου εκπροσώπου της, δήλωσε ότι η γενομένη από την ανακόπτουσα προσφορά δεν είναι προσήκουσα, γιατί δεν έχει προσφερθεί και το ποσό της παρεπόμενης απαίτησης της από τόκους, αλλά μόνο το ποσό του καταβληθέντος από αυτήν προηγουμένως πλειστηριάσματος, το οποίο επίσης δεν προσφέρεται προσηκόντως με την εν λόγω επιταγή, η οποία υπόκειται σε ανάκληση και δεν είναι βέβαιη η καταβολή του ποσού της, ενώ έπρεπε να καταβληθεί το ποσό αυτούσιο σε χρήμα.

Επίσης δήλωσε ότι αποκρούει την προσφορά με την έννοια της εξόφλησης της απαίτησης και αποδέχεται αυτήν προς μερική κάλυψη της απαίτησης της, η οποία κατά τους ισχυρισμούς της αποτελείται από το ποσό του καταβληθέντος στον ακυρωθέντα πλειστηριασμό πλειστηριάσματος από 736.903,89 ευρώ και τους επ' αυτού τόκους και ζήτησε από την υπάλληλο του πλειστηριασμού να προχωρήσει στη διενέργεια αυτού.

Η ανακόπτουσα δήλωσε ότι η επικαλούμενη από την καθ' ης απαίτηση της από τόκους είναι μη νόμιμη, δεν στηρίζεται σε εκτελεστό τίτλο και η μη καταβολή και τόκων από αυτήν δεν μπορεί να αποκλείσει τη ματαίωση του πλειστηριασμού λόγω εξόφλησης της απαίτησης της επισπεύδουσας και των εξόδων. Τέλος, η υπάλληλος του πλειστηριασμού, μετά από την άρνηση της καθ' ης να αποδεχθεί την προσφορά της ανακόπτουσας απέδωσε την επιταγή και το ποσό των μετρητών χρημάτων στην ανακόπτουσα και συνέχισε τη διαδικασία του πλειστηριασμού του εν λόγω ακινήτου, το οποίο τελικά κατακυρώθηκε στην καθ' ης - τότε επισπεύδουσα, στο ποσό των 901.000 ευρώ.

Με βάση τα ανωτέρω περιστατικά στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον πρόκειται για πλειστηριασμό που επισπεύδεται στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 1018 εδ. β του ΚΠολΔ εκ μέρους της υπερθεματίστριας προκειμένου αυτή να αναλάβει το καταβληθέν πλειστηρίασμα στον προηγηθέντα και τελεσιδίκως ακυρωθέντα πλειστηριασμό της 10-3-1999,οι απαιτήσεις της υπερθεματίστριας υπέρ της οποίας γίνεται η εκτέλεση και οι οποίες πρέπει να εξοφληθούν, ώστε να ματαιωθεί ο πλειστηριασμός σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 1002 παρ.2 του ΚΠολΔ, περιλαμβάνουν μόνο το καταβληθέν πλειστηρίασμα του πλειστηριασμού που ακυρώθηκε, ήτοι το ποσό των 736.903,89 ευρώ και όχι και τους τόκους υπερημερίας οι οποίοι, κατά τα αναφερόμενα στο Α' μέρος της μείζονος σκέψης, δεν περιλαμβάνονται στις αξιώσεις της υπερθεματίστριας, για τις οποίες επισπεύδεται από αυτήν ο νέος ένδικος πλειστηριασμός, ούτε ικανοποιούνται προνομιακά από το νέο πλειστηρίασμα, ώστε να δικαιολογείται και η υποχρέωση της καταβολής τους από την καθ' ης η εκτέλεση-ανακόπτουσα για να ματαιωθεί ο νέος πλειστηριασμός, ενόψει και του γεγονότος ότι η υπερθεματίστρια - καθ' ης δεν αναγγέλθηκε στον εν λόγω πλειστηριασμό για τόκους υπερημερίας με βάση εκτελεστό τίτλο ........

Με βάση όλα τα παραπάνω αποδειχθέντα περιστατικά, η συμπεριφορά της επισπεύδουσας τον πλειστηριασμό - νυν καθ'ης, να αρνηθεί να εισπράξει το προσφερθέν προσηκόντως και με πληρότητα ποσό της απαίτησής της, για την οποία επέσπευδε τον νέο πλειστηριασμό, ήτοι το ποσό των 736.903,89 ευρώ, για το οποίο η ανακόπτουσα της παρέδωσε την ως άνω τραπεζική επιταγή αξιόχρεης τράπεζας, την οποία μπορούσε άμεσα να εισπράξει και η οποία κατά τα προαναφερόμενα αποτελούσε μέσον πληρωμής του ποσού αυτού, επειδή ταυτόχρονα δεν της προσφέρθηκε και το ποσό της παρεπόμενης απαίτησής της από τόκους, είναι καταχρηστική, ως αντιβαίνουσα στις διατάξεις του άρθρου 281 ΑΚ και εντεύθεν επιφέρει ακυρότητα του διενεργηθέντος πλειστηριασμού, αφού η συμπεριφορά αυτή εκδηλωθείσα κατά τη διαδικασία του πλειστηριασμού, έγινε καθ' υπέρβαση των άρχων που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Ειδικότερα, η επισπεύδουσα - καθ' ης μη νόμιμα απέκρουσε την εκ μέρους της ανακόπτουσας την ημέρα του πλειστηριασμού και πριν την κατακύρωση του ακινήτου, προσήκουσα και πλήρη προσφορά ολόκληρου του ποσού της απαίτησής της, συνιστάμενης μόνο στη λήψη του ποσού του καταβληθέντος στον ακυρωθέντα πλειστηριασμό, πλειστηριάσματος, μετά των εξόδων, με την αιτιολογία ότι αυτή δεν είναι η προσήκουσα, αφού δεν περιλαμβάνει και τους τόκους υπερημερίας επί του καταβληθέντος πλειστηριάσματος, και στη συνέχεια αρνήθηκε την ματαίωση του πλειστηριασμού, δεδομένου ότι ο υπερθεματιστής, όταν επισπεύδει πλειστηριασμό ο ίδιος με βάση το άρθρο 1018 ΚΠολΔ, όπως στην προκειμένη περίπτωση η καθ' ης, δικαιούται να αξιώσει προνομιακά και από τον καθ' ού η εκτέλεση, στο πλαίσιο της νέας εκτελεστικής διαδικασίας, μόνο το κεφάλαιο της απαίτησης (ανάληψη πλειστηριάσματος), και όχι και τους τόκους.

Δηλαδή η καθ' ης κατά τη διάρκεια του πλειστηριασμού και πριν την κατακύρωση, απαίτησε παράνομα και προσχηματικά τόκους στη διαδικασία του άρθρου 1018 ΚΠολ.Δ., ενώ τέτοιοι δεν οφείλονταν και απέκρουσε την προσφερόμενη καταβολή του πλειστηριάσματος μετά των εξόδων εκτέλεσης στην οποία η ανακόπτουσα προέβη σύννομα, αρνούμενη να λάβει ισόποση με το πλειστηριασμό τραπεζική επιταγή αξιόχρεης τράπεζας, εφόσον δεν καταβάλονταν ταυτόχρονα και οι τόκοι, με σκοπό και αποτέλεσμα να εκπλειστηριασθεί εκ νέου το ακίνητο της ανακόπτουσας σε τιμή που υπολείπεται κατά πολύ της πραγματικής του αξίας, αφού αυτό (ακίνητο) κατακυρώθηκε στην επισπεύδουσα στην τιμή των 901.000 ευρώ ενώ η πραγματική του αξία ήταν 1.800.000 ευρώ.

Η συμπεριφορά αυτή της καθ' ης υπερβαίνει προφανώς τα όρια του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού του δικαιώματος της καθ' ης, που στην προκειμένη περίπτωση συνίσταται στη διενέργεια του νέου πλειστηριασμού για τη λήψη εκ μέρους της του ποσού του πλειστηριάσματος που είχε καταβάλει στον ακυρωθέντα πλειστηριασμό, το οποίο και της προσφέρθηκε προσηκόντως και όχι και της παρεπόμενης απαίτησης της από τόκους επί του καταβληθέντος πλειστηριάσματος όπως παράνομα απαίτησε, προκειμένου να συναινέσει στη ματαίωση του πλειστηριασμού.

Δηλαδή, στην προκειμένη περίπτωση υφίσταται αντίθεση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης στα ακραία αξιολογικά όρια του άρθρου 281 ΑΚ, αφού, με την προαναφερόμενη συμπεριφορά της καθ' ης, να επιμείνει στη διενέργεια του πλειστηριασμού, απαιτώντας να λάβει και ποσά τόκων που δεν δικαιούνταν στη διαδικασία πλειστηριασμού του άρθρου 1018 ΚΠολΔ, υφίσταται δυσαναλογία μεταξύ του χρησιμοποιουμένου μέσου εκτέλεσης και του επιδιωκομένου σκοπού, με την άσκηση δικονομικού δικαιώματος κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη ή την καλή πίστη, αφού η ως άνω συμπεριφορά της καθ' ης - φορέα του δικαιώματος, ωθήθηκε από κακοβουλία, και με αποκλειστικό σκοπό την βλάβη της ανακόπτουσας, ενώ ταυτόχρονα η πράξη της εκτέλεσης, ήτοι η διενέργεια του πλειστηριασμού, μετά την προσήκουσα και πλήρη προσφορά εκ μέρους της ανακόπτουσας της απαίτησης της καθ' ης για την οποία επισπευδόταν ο πλειστηριασμός και των εξόδων, υπερβαίνει τα όρια της θυσίας της οφειλέτριας - ανακόπτουσας.

Εν όψει των ανωτέρω, υφίσταται προφανής δυσαναλογία μεταξύ του χρησιμοποιουμένου μέσου της αναγκαστικής εκτέλεσης, ήτοι του διενεργηθέντος πλειστηριασμού και του επιδιωκομένου σκοπού, με την καταχρηστική άσκηση του δικονομικού δικαιώματος της επίσπευσης της αναγκαστικής εκτέλεσης, και δη, κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη και την καλή πίστη, καθόσον αφενός μεν υπερβαίνει τα όρια της θυσίας της ανακόπτουσας - ως οφειλέτριας, αφετέρου δε, προκαλεί ανεπανόρθωτη βλάβη σ'αυτήν, συνιστάμενη στην εκπλειστηρίαση του ακινήτου της στην τιμή των 901.000 ευρώ που υπολείπεται κατά πολύ της πραγματικής του αξίας ανερχόμενης κατά το χρόνο του πλειστηριασμού στο ποσό του 1.800.000 ευρώ.

Εξάλλου, οι συνέπειες, που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος, εκ μέρους της καθ' ης να διενεργήσει τον πλειστηριασμό παρά την προσήκουσα εκ μέρους της ανακόπτουσας προσφορά του πλειστηριάσματος, είναι ιδιαίτερα επαχθείς για την υπόχρεη- ανακόπτουσα, η οποία υφίσταται ζημία ύψους 900.000 ευρώ από την εκπλειστηρίαση του ακινήτου της σε τιμή κατά πολύ κατώτερη της πραγματικής του κατά το χρόνο εκείνο αξίας, σε σύγκριση και σε συνάρτηση και με τις αντίστοιχες συνέπειες σε βάρος της δικαιούχου - καθ' ης από την παρακώλυση της ικανοποίησης του δικαιώματός της, συνισταμένου στην ανάληψη του ποσού του καταβληθέντος στον ακυρωθέντα πλειστηριασμό πλειστηριάσματος από 736.903,89 ευρώ, ποσό το οποίο μάλιστα της προσφέρθηκε προσηκόντως και απέκρουσε χωρίς λόγο και για το οποίο σε κάθε περίπτωση μπορεί να επισπεύσει εκ νέου πλειστηριασμό.

Επομένως, κατά παράβαση των ορισμών του άρθρου 281 ΑΚ όπως αυτοί αναλύονται στο Β' μέρος της προηγηθείσας σκέψης, η καθ'ης προέβη στη συνέχιση και ολοκλήρωση της διαδικασίας του πλειστηριασμού του προπεριγραφόμενου ακινήτου της ανακόπτουσας, αρνήθηκε να εισπράξει το προσηκόντως και πλήρως προσφερθέν ποσό της απαίτησής της (μετά των εξόδων), για την οποία επισπευδόταν από αυτήν ο επίδικος πλειστηριασμός της ακίνητης περιουσίας της ανακόπτουσας, και απέκρουσε το προσφερθέν ως άνω ποσό από την ανακόπτουσα πριν την κατακύρωση, σε εξόφληση της απαίτησης της, απαιτώντας μη νόμιμα στη διαδικασία αυτή του άρθρου 1018 ΚΠολΔ και τους τόκους υπερημερίας.

Με βάση όλα τα παραπάνω, πρέπει ο τρίτος λόγος της ανακοπής περί ακυρότητας του διενεργηθέντος πλειστηριασμού λόγω αντίθεσής του στις διατάξεις του άρθρου 281 ΑΚ (και κατά το μέρος που εισάγεται στο παρόν Δικαστήριο μετ' αναίρεση), να γίνει δεκτός ως βάσιμος και από ουσιαστική άποψη και να ακυρωθούν οι προσβαλλόμενες πράξεις της αναγκαστικής εκτέλεσης....".

Με αυτά τα οποία δέχθηκε το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε το άρθρο 281 Α.Κ., κρίνοντας την συμπεριφορά της αναιρεσειούσης η καταχρηστική και αντιβαίνουσα στις τιθέμενες από αυτό το άρθρο αρχές και επομένως ο λόγος αναιρέσεως, κατ' εκτίμηση, από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ είναι αβάσιμος. Από το άρθρο 577 παρ.3 Κ.Πολ.Δ.

προκύπτει, ότι ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως το παραδεκτό των λόγων αναιρέσεως και το βάσιμο αυτών. Αν όμως με την παραδοχή του πρώτου λόγου αναιρέσεως η απόφαση αναιρείται στο σύνολό της, η εξέταση των λοιπών λόγων είναι χωρίς αντικείμενο, διότι αν απορριφθούν αυτοί, δεν επέρχεται αναβίωση της αποφάσεως και αν γίνουν δεκτοί, δεν έχει έννοια η εκ νέου αναίρεση αυτής.

Περαιτέρω, από τα άρθρα 579 παρ. 1 και 581 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναιρέσεως, δηλαδή κατά τα κεφάλαια (αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας) τα οποία αφορά ο δεκτός γενόμενος λόγος αναιρέσεως καθώς και εκείνα που συνάπτονται αρρήκτως προς τα αναιρεθέντα.

Η έκταση αυτή της αναιρέσεως προκύπτει από το συγκεκριμένο περιεχόμενο της αναιρετικής αποφάσεως και κατισχύει κάθε αντίθετης γενικής διατυπώσεως αυτής και μάλιστα του τυχόν χαρακτηρισμού από αυτήν της εκτάσεως της αναιρέσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως ως ολικής. Όταν η απόφαση αναιρεθεί μερικώς, ως προς ορισμένα δηλαδή κεφάλαια της όλης δίκης, τότε, μόνο ως προς αυτά εξαφανίζεται η απόφαση και η εξουσία του δικαστηρίου της παραπομπής δεν εκτείνεται στα άλλα κεφάλαια, ως προς τα οποία διατηρείται το δεδικασμένο της αποφάσεως του εφετείου.

Αν παρά ταύτα το εφετείο ερευνήσει λόγους εφέσεως που αναφέρονται στα τελευταία αυτά κεφάλαια ή επανακρίνει κεφάλαια μη εκκληθέντα, τότε ιδρύεται ο από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως για παραβίαση του δεδικασμένου, που έχει παραχθεί από την απόφαση του εφετείου για τα πρώτα (κεφάλαια) και από την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου για τα δεύτερα, όχι δε και ο από τον αριθμό 18 του ιδίου άρθρου, ο οποίος ιδρύεται όταν το δικαστήριο της παραπομπής παραβιάζει την μετ' αναίρεση δεσμευτικότητα των αποφάσεων της ολομελείας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου ως προς τα κριθέντα νομικά ζητήματα ουσιαστικής ή δικονομικής φύσεως (ΑΠ.707/2008).Εξ άλλου, επί της εκ του άρθρου 933 ΚΠολΔ ανακοπής, στηριζόμενης σε περισσότερους λόγους οι οποίοι στοχεύουν στην ευδοκίμηση του μοναδικού αιτήματος ακύρωσης της προσβαλλόμενης εκτελεστικής διαδικασίας, και, κατόπιν τούτου, ασκούνται, ως εκ της κοινότητας του σκοπού και του αντικειμένου τους, όχι παραλλήλως αλλά επικουρικώς με την έννοια της ζητούμενης δικονομικώς επιτρεπτής στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 219 Κ.Πολ.Δ., έρευνας του επικουρικού λόγου μόνο στην περίπτωση της διάγνωσης της ουσιαστικής αβασιμότητας της αξίωσης που επιδιώκεται με τον προτεινόμενο ως κύριο ακυρωτικό λόγο, η αναίρεση της απορριπτικής απόφασης για τον κύριο ακυρωτικό λόγο, που στήριξε και το απορριπτικό της πόρισμα, επιφέρει και τη συναναίρεση της απορριπτικής επίσης απόφασης που εκδόθηκε για τον επικουρικώς ασκηθέντα άλλο ακυρωτικό λόγο, γιατί η έρευνα και απόρριψη του τελευταίου στηρίζεται ουσιαστικώς μεν στην ίδια απορριπτική αιτιολογία για τον κυρίως ασκηθέντα λόγο, δικονομικώς δε αποκλειστικώς στην πλήρωση της αίρεσης της απόρριψης του προταχθέντος ακυρωτικού λόγου, η οποία (πλήρωση) ανατρέπεται αυτοδικαίως και αναδρομικώς με την αναίρεση της αντίστοιχης απορριπτικής διάταξης ώστε πρέπει να επαναξετασθεί στο σύνολό της η ανακοπή κατά τον κύριο και επικουρικώς ασκηθέντα λόγο κατά την μετ' αναίρεση ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης, αφού οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση η οποία υπήρχε πριν από την απόφαση η οποία αναιρέθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 579 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. (Α.Π.42/2010, Α.Π.568/2001).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προηγηθείσα επί της παρούσης υποθέσεως υπ'αριθ. 42/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, το παρόν δικαστήριο, χωρίς να απορρίψει οποιονδήποτε λόγο αναιρέσεως, δέχθηκε την αίτηση της τότε αναιρεσειούσης και ήδη αναιρεσίβλητης εταιρίας με την επωνυμία "Αφοί Ε. Ο.Ε.Ε." και ανήρεσε την ενώπιον του προσβληθείσα υπ' αριθ. 1373/2007 απόφαση του Εφετείου Θες/νίκης στο σύνολό της, δεχθέν τον πρώτο λόγο αναιρέσεως (ο οποίος είναι αντίστοιχος με τον πρώτο λόγο της ανακοπής) από το άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ και ειδικότερα επειδή το Εφετείο, επί λέξει, "...παραβιάζοντας τις διατάξεις δικονομικού δικαίου των άρθρων 159, 933, 1018 εδ.

β'και 1002 παρ. 2 του ΚΠολΔ δεν κήρυξε άκυρο τον προσβληθέντα πλειστηριασμό, κρίνοντας ότι για τη ματαίωσή του ήταν αναγκαία η εκ μέρους της αναιρεσείουσας προσφορά προς την αναιρεσίβλητη και των αξιουμένων από την τελευταία τόκων υπερημερίας επί του καταβληθέντος πλειστηριάσματος στο πλαίσιο του προηγηθέντος και ακυρωθέντος τελεσίδικα αρχικού πλειστηριασμού".

Περαιτέρω όμως, επειδή πρόκειται για δίκη ανακοπής κατά εκτελέσεως (ακύρωση πλειστηριασμού κ.λ.π.) και το Εφετείο, εκτός από τον ανωτέρω πρώτο λόγο ανακοπής εξήτασε και απέρριψε και τον επικουρικώς προταθέντα λόγο ανακοπής από το άρθρο 281 Α.Κ., ο οποίος κατέτεινε στον ίδιο με τον πρώτο λόγο αποτέλεσμα, ήτοι την ακύρωση του πλειστηριασμού, ο Άρειος Πάγος, με την ίδια απόφαση, συνανήρεσε και την ως άνω παρακολουθηματική και απορριπτική κρίση του Εφετείου.Επομένως, αμφότεροι οι λόγοι του προσθέτου δικογράφου, με τους οποίους η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 16 και 18 Κ.Πολ.Δ., επειδή, κατ' εκείνην, το δικαστήριο δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση και επεξετάθη και στην έρευνα και στην κρίση θεμάτων για τα οποία υπήρξε απορριπτική κρίση του Αρείου Πάγου και υφίστατο και δεδικασμένο όσον αφορά την έρευνα για την κατάχρηση δικαιώματος, είναι (οι πρόσθετοι λόγοι) αβάσιμοι.

Ακολούθως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8-3-2013 αίτηση της εταιρίας με την επωνυμία "Μ….ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" για αναίρεση της υπ' αριθ. 1529/2012 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δυο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιανουαρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Ιουλίου 2014.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ