1603/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 25 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/4/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 15771/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2193/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26/1/2011 αίτησή της και τους από 21/2/2011 πρόσθετους λόγους αυτής.
Legislator headnote
AI generated1603/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως, αν δεν λήφθηκαν υπόψη επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως όπως και οι νομικοί ισχυρισμοί ή η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων. Πράγμα αποτελούν και οι λόγοι εφέσεως, εφόσον περιέχουν αυτοτελή ισχυρισμό.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1603 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1603/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 25 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Εταιρίας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "ΜΠΑΪΟΤΖΕΝΕΑ ΦΑΡΜΑΣΟΥΤΙΚΑΛΣ - ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΗΣ ΒΙΟΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ - ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ" και διακριτικό τίτλο "BIOGENEA PHARMACEUTICALS Ε.Π.Ε." όπως μετονομάστηκε η αρχικά αναιρεσίβλητη εταιρία "ΒΙΟΓΕΝΕΑ ΣΕΛ ΤΖΕΝΕΑ Ε.Π.Ε." (BIOGENEA-CELLGENEA Ε.Π.Ε.), που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Αποστολόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Η. Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Χατζηαθανασίου και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/4/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 15771/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2193/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26/1/2011 αίτησή της και τους από 21/2/2011 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Καρέλλου ανέγνωσε την από 5/1/2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 26/1/2011 αιτήσεως αναιρέσεως και των από 21/2/2011 πρόσθετων λόγων.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αυτής, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ.8 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 του Κ.Πολ.Δ.
προκύπτει ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης από αυτές (άρθρο 559 αρ. 8) που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτό λόγο αναιρέσεως, αποτελούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που θεμελιώνουν ή καταλύουν τη βάση της αγωγής ή ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης όχι δε και οι ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική αιτία της αγωγής, της ενστάσεως ή της αντενστάσεως.
Επομένως, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως, αν δεν λήφθηκαν υπόψη επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως όπως και οι νομικοί ισχυρισμοί ή η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων. Πράγμα αποτελούν και οι λόγοι εφέσεως, εφόσον περιέχουν αυτοτελή ισχυρισμό.
Ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, γιατί η απόρριψη αυτή σημαίνει ότι έχει ληφθεί υπόψη ο ισχυρισμός ανεξάρτητα αν δεν έγινε δεκτός, όπως όταν η απόφαση περιλαμβάνει παραδοχές αντίθετες προς τον ισχυρισμό αυτό.
Επίσης ο λόγος αυτός δεν στοιχειοθετείται, αν ο ισχυρισμός είναι αόριστος ή μη νόμιμος ή δεν είναι ουσιώδης και ως εκ τούτου δεν ασκεί επιρροή στην έκβαση της δίκης ή δεν προτάθηκε καθόλου ή δεν προτάθηκε παραδεκτώς στο δικαστήριο της ουσίας.
Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ. αιτιάται το Εφετείο, ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς της, α) περί οικειοθελούς αποχωρήσεως του αναιρεσιβλήτου από την εργασία του, μετά από συμφωνία μεταξύ του τελευταίου και της ίδιας και της καταβολής προς αυτόν του ποσού των 10.000 ευρώ και β) περί καταχρηστικής ασκήσεως του ενδίκου δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον η επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα συμφωνία για οικειοθελή αποχώρηση του αναιρεσιβλήτου από την εργασία του, που είχε προτείνει πρωτοδίκως και επανέφερε με λόγο εφέσεως και στο Εφετείο, απορρίφθηκε κατ' ουσίαν με την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως επίσης απορρίφθηκε και ο περί καταχρηστικής ασκήσεως του ενδίκου δικαιώματος ισχυρισμός με τις παραδοχές ότι, α) περί το τέλος του μηνός Φεβρουαρίου 2008 η εναγομένη επιχείρησε δια των νομίμων εκπροσώπων της να τον πείσει να αποχωρήσει από την ως Γενικού Διευθυντού εργασία του οικειοθελώς και για το σκοπό αυτό ετοίμασε σχέδιο δήλωσης οικειοθελούς αποχώρησης και απόδειξη είσπραξης αποζημίωσης, που παρέδωσε στον ενάγοντα, ο οποίος αφού συμβουλεύθηκε το δικηγόρο του απέρριψε την πρόταση της εναγομένης για οικειοθελή αποχώρηση από την εργασία και της επέστρεψε ανυπόγραφο το σχέδιο αυτό, ότι η ένσταση της εναγομένης περί συμφωνίας με τον ενάγοντα (ΑΚ 361) στις αρχές Μαρτίου 2008, περί καταργήσεως από κοινού της μεταξύ τους έως τότε ισχύουσας συμφωνίας "...
πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη ...", ότι περί τα τέλη Φεβρουαρίου 2008 η εναγομένη προσέφερε στον ενάγοντα "... το ποσό των 10.000 ευρώ ως δέλεαρ και για να κάμψει την αντίστασή του στην πρόταση για οικειοθελή αποχώρησή του, το οποίο και έλαβε από την εναγομένη ...", ότι το ποσό αυτό θα αποτελούσε μέρος της αποζημίωσης, εφόσον αυτή λυνόταν με κοινή συμφωνία, πράγμα όμως που δεν έγινε και ότι παρόλο το ποσό αυτό καταβλήθηκε για αιτία που δεν ακολούθησε η εναγομένη δεν πρότεινε σε συμψηφισμό με το ποσό της αποζημίωσης που αξίωνε ο ενάγων με την αγωγή του και β) ότι τα εις την προσβαλλόμενη απόφαση πραγματικά περιστατικά που επικαλέσθηκε η εναγομένη για τη θεμελίωση της ένστασης καταχρηστικής άσκησης της ένδικης αξίωσης του ενάγοντος, ήτοι η λύση της συμβάσεως εργασίας με κοινή συμφωνία και καταβολή αποζημίωσης 10.000 ευρώ, η παραίτηση του ενάγοντος από κάθε επιπλέον αποζημίωση για την εν τέλει οικειοθελή αποχώρησή του από την εργασία του και η όλη συμπεριφορά του ενάγοντος που δεν επέτρεπε την περαιτέρω συνεργασία τους, δεν αποδείχθηκαν και επομένως η επί του άρθρου 281 ΑΚ ένσταση δεν αποδείχθηκε "...
και πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη". Η περαιτέρω προβαλλόμενη με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και συγκεκριμένα, ενώ ο ενάγων με αντένσταση, που πρότεινε με λόγο αντέφεσης, ισχυρίσθηκε ότι το ποσό των 10.000 ευρώ δεν το έλαβε στα τέλη Φεβρουαρίου 2008 αλλά σταδιακά το 2007 και για άλλη αιτία, το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι το ποσό των 10.000 ευρώ το έλαβε τέλη Φεβρουαρίου του 2008 ως δέλεαρ για να κάμψει την αντίστασή του στην πρόταση για οικειοθελή αποχώρηση, ανεξαρτήτως του ότι δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ.
είναι αλυσιτελής και ως εκ τούτου δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, εάν αυτός εφαρμοσθεί αν κατά τις σχετικές παραδοχές της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αντίθετα, όταν δεν εφαρμοσθεί, μολονότι κατά τις παραδοχές αυτές συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως εάν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε κατά κρίση ανέλεγκτη και τα ακόλουθα: Η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα προσέλαβε τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο στις 3/8/2007, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ( για χρονικό διάστημα τεσσάρων ετών, ήτοι από 3/5/2007 έως 2/5/2011 ).Ο ενάγων προσέφερε τις ως γενικού διευθυντού υπηρεσίες του στην εναγομένη ομαλά μέχρι το δεύτερο δεκαήμερο του μηνός Νοεμβρίου 2007, χωρίς έως τότε οι νόμιμοι εκπρόσωποι της εναγομένης να αμφισβητήσουν τις ικανότητές του.
Μετά την απόλυση από τις τάξεις του στρατού του Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου της εναγομένης Ν. Γ., ο οποίος ήθελε να προωθήσει στη θέση του Γενικού Διευθυντή άλλο πρόσωπο, άλλαξε η έναντι αυτού συμπεριφορά της. Για να τον εξαναγκάσει να αποχωρήσει από την εργασία του χωρίς καταβολή αποζημιώσεως, αρχικά ζήτησε και έλαβε από τον ενάγοντα το επιβατικό αυτοκίνητο και το κινητό τηλέφωνο που του είχε παραχωρήσει, σύμφωνα με όρο της έγγραφης συμβάσεως εργασίας και έδωσε εντολή στον ενάγοντα για ανάπτυξη καταστημάτων στην Αλβανία, θεωρώντας ότι ο ενάγων δεν θα ανταποκριθεί και θα αποχωρήσει οικειοθελώς, όταν δε ο τελευταίος ανταποκρίθηκε αλλά ζήτησε διευκρινίσεις επί ορισμένων ζητημάτων που άπτονταν της ανάπτυξης καταστημάτων στην Αλβανία η εναγομένη, δια των νομίμων εκπροσώπων της, στις 29/11/2007, του αφαίρεσε τις αρμοδιότητες Γενικού Διευθυντή και τον διατήρησε στην έδρα της ως απλό υπάλληλο, χωρίς αντικείμενο εργασίας.
Ο ενάγων διαμαρτυρήθηκε τόσο προφορικά όσο και εγγράφως, με τις από 29/11/2011 επιστολές του, στις οποίες η εναγομένη δεν απάντησε, συνέχισε να μην τον αφήνει να ασκεί τις συμφωνημένες με τη σύμβαση αρμοδιότητες και του απαγόρευε την είσοδο στα γραφεία της εταιρείας, ότι ο ενάγων προσέφυγε στην Επιθεώρηση Εργασίας, στην οποία η εναγομένη δεν εμφανίσθηκε για να εκθέσει τις απόψεις της, επικαλούμενη, στις 20/12/2007 και 17/1/2008, αποχή των δικηγόρων.
Ενόσω ήταν εκκρεμής η ως άνω προσφυγή στην Επιθεώρηση Εργασίας ο ενάγων κοινοποίησε στις 14/12/2007 στην εναγομένη εξώδικη δήλωση - όχληση - διαμαρτυρία, στην οποία ανέφερε το ιστορικό της μεταξύ αυτού και εκείνης διαφοράς που απέρρεε από τη σύμβαση εργασίας, ισχυρίσθηκε ότι η ως άνω συμπεριφορά της είναι αντισυμβατική, αποτελεί μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως εργασίας του και ότι μη αποδεχόμενη τις προσφερόμενες υπηρεσίες του, του οφείλει μισθούς υπερημερίας.
Δέχεται στη συνέχεια το Εφετείο, ότι η εναγομένη απάντησε με δύο εξώδικες προσκλήσεις αμφισβητώντας τη μορφή της έννομης σχέσης που τους συνέδεε και ότι η διακοπή της συνεργασίας τους επιβλήθηκε από την αποτυχία του ενάγοντος να τηρήσει τα υπεσχημένα, ότι με την από 8/1/2008 εξώδικη πρόσκληση η εναγομένη κάλεσε τον ενάγοντα να προσέλθει στην επιχείρηση για να συνεχίσει να προσφέρει τις συμφωνημένες υπηρεσίες, τις οποίες όμως αυτή αρνήθηκε, όταν την επομένη (9/1/2008) ο ενάγων προσήλθε στα γραφεία της για να εργασθεί, μη παραχωρώντας του γραφείο και μη αναθέτοντάς του οποιαδήποτε εργασία, ότι περί το τέλος του μηνός Φεβρουαρίου 2008 η εναγομένη επιχείρησε δια των νομίμων εκπροσώπων της να τον πείσει να αποχωρήσει οικειοθελώς από την εργασία του, αφού ούτως ή άλλως δεν επρόκειτο να τον απασχολήσει στη θέση του Γενικού Διευθυντή, προσφερόμενη να του καταβάλει και κάποιο, υπό διαπραγμάτευση, ποσό ως αποζημίωση, για το σκοπό δε αυτό ετοίμασε και σχέδιο δήλωσης οικειοθελούς αποχώρησης και απόδειξης είσπραξης αποζημίωσης, το οποίο παρέδωσε στον ενάγοντα για να το μελετήσει και να το υπογράψει, καθώς επίσης παρέδωσε σ' αυτόν και έντυπο αναγγελίας οικειοθελούς αποχώρησης μισθωτού προοριζόμενο για τον ΟΑΕΔ, ότι ο ενάγων αφού συμβουλεύθηκε τον δικηγόρο του δεν αποδέχθηκε την πρόταση για οικειοθελή αποχώρηση και επέστρεψε στην εναγομένη ανυπόγραφα τα σχέδια και συνέχισε να μεταβαίνει στα γραφεία της ζητώντας να του ανατεθούν καθήκοντα Γενικού Διευθυντή, τα οποία του τα αρνήθηκε η εναγομένη, ότι ενόψει των ανωτέρω η ένσταση της εναγομένης, περί συμφωνίας που συνήψε με τον ενάγοντα, αρχές Μαρτίου 2008, δυνάμει της οποίας είχαν καταργήσει από κοινού τη μεταξύ τους έως τότε ισχύουσα σύμβαση εργασίας "...
πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη" και ότι ο ενάγων, με την από 7/3/2008 εξώδικη δήλωση κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας για σπουδαίο λόγο (τη μη ανάθεση σ' αυτόν καθηκόντων Γενικού Διευθυντή), ο οποίος υφίσταται και παρέχει σ' αυτόν το δικαίωμα να ζητήσει, κατ' άρθρο 673 Α.Κ. τους μισθούς τους οποίους μετά πιθανότητας και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα αποκόμιζε από του χρόνου της καταγγελίας μέχρι της λήξεως του συμφωνημένου χρόνου εργασίας.
Δέχεται, τέλος το Εφετείο ότι η εναγομένη προσέφερε στον ενάγοντα ως δέλεαρ, όταν συζήτησε μαζί του στα τέλη Φεβρουαρίου 2008, το ποσό των 10.000 ευρώ, για να κάμψει την αντίστασή του στην πρότασή της για οικειοθελή αποχώρηση, το οποίο και έλαβε, πλην όμως δεν δέχθηκε τελικώς να αποχωρήσει οικειοθελώς από την εργασία του, ότι το ποσό αυτό θα αποτελούσε μέρος της αποζημίωσης που θα καταβαλλόταν στον ενάγοντα για την πρόωρη λύση της συμβάσεως, με κοινή συμφωνία, πράγμα που δεν έγινε, ότι παρότι το ποσό αυτό καταβλήθηκε για αιτία που δεν ακολούθησε, η εναγομένη δεν πρόβαλε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ένσταση συμψηφισμού αυτού με την αποζημίωση που αξίωνε ο ενάγων, ότι η ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του ενάγοντος με την επίκληση της οικειοθελούς αποχώρησής του και την είσπραξη του ποσού των 10.000 ευρώ ως αποζημίωση με δήλωση ότι δεν έχει κατ' αυτής άλλη αξίωση και την όλη συμπεριφορά του που δεν επέτρεπε την περαιτέρω συνεργασία τους είναι ουσιαστικά αβάσιμη.
Κατ' ακολουθίαν των παραδοχών αυτών το Εφετείο, αφού απέρριψε την έφεση της εναγομένης και δέχθηκε εν μέρει την αντέφεση του ενάγοντος, ως προς το γενόμενο από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο συμψηφισμό α) του ποσού των 10.000 ευρώ, και β) των αλλαχού κερδηθέντων, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δεν παρεβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις ο οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, αφού τα εκτιθέμενα στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού πραγματικά περιστατικά (αφαίρεση από τον αναιρεσίβλητο των καθηκόντων του Γενικού Διευθυντή, υποβιβασμός του σε απλό υπάλληλο χωρίς αντικείμενο εργασίας, απαγόρευση εισόδου στα γραφεία της αναιρεσείουσας, αφαίρεση αυτοκινήτου και κινητού, μη αποδοχή της πρότασης της αναιρεσείουσας για οικειοθελή αποχώρηση, καταγγελία της ορισμένου χρόνου συμβάσεως εργασίας για σπουδαίο λόγο) καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού των ως άνω κανόνων δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, οι δε ως άνω αιτιολογίες είναι σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις και στηρίζουν πλήρως το αποδεικτικό πόρισμα και το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
Επομένως, οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 του Κ.Πολ.Δ., που προβάλλει με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως και με το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων είναι αβάσιμες.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26/1/2011 αίτηση αναιρέσεως και τους από 21/2/2011 πρόσθετους λόγους για αναίρεση της 2193/2010 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Οκτωβρίου 2012.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Νοεμβρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ