1603/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΚατά το άρθρο 559 αρ.18 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 579 παρ.1 εδ.α' ΚΠολΔ, αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνο εφ' όσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση. Ως εκ τούτου, αν η απόφαση αναιρεθεί, αποβάλλει κάθε ισχύ και, συνεπώς, παύει να αποτελεί δεδικασμένο (ΑΠ 614/2008). Ακόμη, κατά το άρθρο 580 παρ.4 ΚΠολΔ, οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν. Και τέλος, κατά το άρθρο 581 παρ.2 ΚΠολΔ, στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται από την αναιρετική απόφαση. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι η υποχρέωση του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί προς την αναιρετική απόφαση περιορίζεται μόνο στο νομικό ζήτημα που έλυσε ο Άρειος Πάγος, με το λόγο αναιρέσεως που έκανε δεκτό. Αντίθετα, τέτοια υποχρέωση δεν υφίσταται σε σχέση με την ουσία της διαφοράς, η περί της οποίας κρίση, άλλωστε, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 137/2004).
Legislator headnote
AI generated1603/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η αγωγή έγινε δεκτή με την 619/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά της οποίας το αναιρεσίβλητο άσκησε έφεση. Η έφεση έγινε δεκτή με την 7607/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία η αγωγή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη και κατά της οποίας ο αναιρεσείων άσκησε την από 21-4-2004 αίτηση αναιρέσεως.
Full text
Απόφαση 1603 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Αναιρετικοί λόγοι. Η υποχρέωση του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί προς την αναιρετική απόφαση περιορίζεται μόνο στο νομικό ζήτημα που έλυσε ο Άρειος Πάγος, με το λόγο αναιρέσεως που έκανε δεκτό και δεν εκτείνεται στην ουσιαστική έρευνα της διαφοράς. Λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, είναι απαράδεκτος. Η παροχή του άρθρου 2 παρ.3 του ν. 201/1975 καταργήθηκε με τη διάταξη του άρθρου 10 παρ.1 και 4 του ν. 2470/1997. Απορρίπτει.
Αριθμός 1603/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 27η Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέως Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΟΣ: Ε. Α. του Θ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Λεωνίδα Πανούση, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής", όπως εκπροσωπείται νομίμως, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Πολέμη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-12-1999 (ημερομηνία κατάθεσης) αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 619/2001 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 7607/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Στη συνέχεια, με αίτηση του αναιρεσείοντος, εκδόθηκε η 2087/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 7607/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Κατόπιν, εκδόθηκε η 5649/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί και πάλι ο αναιρεσείων με την από 11-6-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, παραστάθηκαν οι διάδικοι, όπως σημειώθηκε. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 8-9-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά το άρθρο 559 αρ.18 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 579 παρ.1 εδ.α' ΚΠολΔ, αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνο εφ' όσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση. Ως εκ τούτου, αν η απόφαση αναιρεθεί, αποβάλλει κάθε ισχύ και, συνεπώς, παύει να αποτελεί δεδικασμένο (ΑΠ 614/2008). Ακόμη, κατά το άρθρο 580 παρ.4 ΚΠολΔ, οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν. Και τέλος, κατά το άρθρο 581 παρ.2 ΚΠολΔ, στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται από την αναιρετική απόφαση. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι η υποχρέωση του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί προς την αναιρετική απόφαση περιορίζεται μόνο στο νομικό ζήτημα που έλυσε ο Άρειος Πάγος, με το λόγο αναιρέσεως που έκανε δεκτό. Αντίθετα, τέτοια υποχρέωση δεν υφίσταται σε σχέση με την ουσία της διαφοράς, η περί της οποίας κρίση, άλλωστε, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 137/2004).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 21-12-1999 αγωγή, ο αναιρεσείων, ως εργαζόμενος στην υπηρεσία του αναιρεσιβλήτου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου (νοσοκομείου) με σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και με την ειδικότητα του ηλεκτρολόγου, ζήτησε την επιδίκαση διαφορών μεταξύ νομίμων και καταβληθεισών αποδοχών για το χρονικό διάστημα από 1-6-1997 μέχρι 30-11-1999, συνολικού ποσού 15.246.276 δραχμών.
Η αγωγή έγινε δεκτή με την 619/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά της οποίας το αναιρεσίβλητο άσκησε έφεση. Η έφεση έγινε δεκτή με την 7607/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία η αγωγή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη και κατά της οποίας ο αναιρεσείων άσκησε την από 21-4-2004 αίτηση αναιρέσεως.
Η αίτηση αναιρέσεως έγινε δεκτή με την 2087/2007 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου και η τότε προσβληθείσα απόφαση αναιρέθηκε εν μέρει, διότι κρίθηκε ότι το Εφετείο α) παρά το νόμο δεν είχε λάβει υπ' όψη τον νομίμως προταθέντα ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί υπάρξεως δεδικασμένου ως προς τις ένδικες αξιώσεις αυτού, οι οποίες ενέπιπταν στο χρονικό διάστημα από 1-6-1997 μέχρι 31-12-1997, παραγομένου από την τελεσίδικη 3440/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία είχε εκδοθεί επί προηγουμένης αγωγής του ιδίου και είχε επιδικάσει όμοιες αξιώσεις για το από 1-1-1992 μέχρι 31-5-1997 χρονικό διάστημα, που προέκυπταν από το ίδιο μισθολογικό καθεστώς, στο οποίο θεμελιώνεται και η ένδικη, από 21-12-1999 αγωγή και το οποίο δεν είχε μεταβληθεί μέχρι την 31-12-1997, με συνέπεια να ιδρυθεί ο εκ του άρθρου 559 αρ.8 λόγος αναιρέσεως και β) παρά το νόμο δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 2 παρ.3 του ν. 201/1975, κατά την οποία "Από 1ης Ιανουαρίου 1976 εις το απασχολούμενο προσωπικό των Νοσηλευτικών Ιδρυμάτων του ν.δ. 2592/1953 επί οκτάωρο ημερησίως καταβάλλεται αμοιβή δια μίαν ώρα ημερησίως υπολογιζόμενη κατά τις διατάξεις του εδαφίου γ' της παραγράφου 3 του άρθρου 5 του ν.δ. 4548/1966 και από 1-1-1977 αμοιβή για δύο ώρας ημερησίως" και η οποία, ως μη αποτελούσα επίδομα, αλλά κίνητρο προσέλκυσης (ΑΕΔ 10/2005), δεν είχε καταργηθεί με το άρθρο 19 του ν. 1505/1984, με συνέπεια να ιδρυθεί ο εκ του άρθρου 559 αρ.1 λόγος αναιρέσεως.
Μετά την παραπομπή της υπόθεσης, ως προς το αναιρεθέν μέρος, ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, εκδόθηκε η ήδη προσβαλλομένη 5649/2009 απόφαση αυτού, με την οποία η αγωγή απορρίφθηκε και πάλι ως μη νόμιμη, διότι κρίθηκε ότι α) αβασίμως ο αναιρεσείων είχε θέσει ζήτημα δεδικασμένου από την 3440/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, επειδή η εν λόγω απόφαση, ως προς το μέρος με το οποίο είχε κάνει δεκτή την προηγουμένη αγωγή του αναιρεσείοντος και το οποίο αυτός επικαλείτο για να θεμελιώσει τον περί δεδικασμένου ισχυρισμό, είχε αναιρεθεί με την 1110/2003 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου και είχε παύσει να παράγει έννομες συνέπειες υπέρ του αναιρεσείοντος και β) η διάταξη του άρθρου 2 παρ.3 του ν. 201/1975, στην οποία ο αναιρεσείων επιχειρούσε να θεμελιώσει μέρος των αιτουμένων διαφορών μεταξύ των νομίμων και των καταβληθεισών αποδοχών, δεν είχε μεν καταργηθεί με το άρθρο 19 του ν. 1505/1984, αλλά είχε παύσει να ισχύει μετά την εισαγωγή του άρθρου 10 παρ.1 και 4 του ν. 2470/1997 για το "ενιαίο μισθολόγιο του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης" (που ίσχυε κατά το χρόνο δημοσίευσης της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ΚΠολΔ 533 παρ.2), όπου αφ' ενός ορίζεται περιοριστικά ποια επιδόματα διατηρούνται, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνεται η ως άνω παροχή και αφ' ετέρου προβλέπεται ότι όλα τα λοιπά επιδόματα, αμοιβές και αποζημιώσεις που καταβάλλονται στους υπαλλήλους με οποιαδήποτε ονομασία και από οποιαδήποτε πηγή, περιλαμβανομένων και εκείνων που είχαν χορηγηθεί με μορφή κινήτρου παραγωγικότητας ή αποδοτικότητας, καθώς και παροχές για κίνητρο προσέλκυσης και παραμονής καταργούνται, εφ' όσον δεν προβλέπεται ρητά η χορήγησή τους από τις διατάξεις περί ενιαίου μισθολογίου.
Με αυτά που δέχθηκε και εν όψει του προηγηθέντος διαδικαστικού ιστορικού, το Εφετείο δεν παρέλειψε να συμμορφωθεί προς την αναιρετική, 2087/2007 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου. Ειδικότερα, ως προς το ζήτημα του δεδικασμένου, το Δικαστήριο της παραπομπής έλαβε υπ' όψη τον προταθέντα ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, αλλά τον απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο, δεχθέν ότι η τελεσίδικη απόφαση, επί της οποίας γινόταν προσπάθεια να θεμελιωθεί ο περί δεδικασμένου ισχυρισμός, είχε παύσει να υφίσταται μετά την αναίρεσή της με την 1110/2003 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου.
Και περαιτέρω, ως προς το ζήτημα της εφαρμογής του άρθρου 2 παρ.3 του ν. 201/1975, το Δικαστήριο της παραπομπής δέχθηκε μεν ότι αυτό δεν είχε καταργηθεί με το άρθρο 19 του ν. 1505/1984, όπως, πράγματι, διέλαβε η αναιρετική απόφαση, αλλ' ότι είχε αποβάλει την ισχύ του σύμφωνα με τις νεότερες διατάξεις του άρθρου 10 παρ.1 και 4 του ν. 2470/1997 (ΣτΕ 152/2009), ζήτημα εφαρμογής των οποίων δεν είχε τεθεί κατά την έκδοση της αναιρετικής απόφασης.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.18 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
2. Κατά το άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά στη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή αποτελεί εκδήλωση της αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της προσβαλλομένης αποφάσεως με βάση τα πραγματικά γεγονότα και τους ισχυρισμούς, που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου από τους διαδίκους και γι' αυτό ισχυρισμοί, έστω και επιγενόμενοι, δεν μπορούν να προταθούν για τη θεμελίωση των λόγων αναιρέσεως, αν δεν συντρέχει κάποια από τις προαναφερόμενες εξαιρέσεις. Ως εκ τούτου, αν ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως δεν είχε προταθεί νόμιμα και προκύπτει τούτο από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα, ο Άρειος Πάγος θα ερευνήσει και αυτεπαγγέλτως τη μη νόμιμη προβολή του και θα απορρίψει το σχετικό λόγο αναιρέσεως, ως απαράδεκτο (ΑΠ 1482/2006). Εξ άλλου, σύμφωνα με το άρθρο 29 του ν. 2470/1997 "Σε περίπτωση που από τις ρυθμίσεις των διατάξεων του νόμου αυτού προκύπτουν συνολικές μηνιαίες αποδοχές μικρότερες από αυτές που έπαιρναν οι δικαιούχοι τους κατά την έναρξη της ισχύος του, η τυχόν διαφορά διατηρείται ως προσωπική μέχρι την κάλυψή της από οποιαδήποτε αύξηση των νέων αποδοχών".
Εν προκειμένω, με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση αφ' ενός παραβίαση της διάταξης του άρθρου 29 του ν. 2470/1997, την οποία παρέλειψε να εφαρμόσει το Εφετείο και να δεχθεί την ένδικη αγωγή για τις αιτούμενες διαφορές αποδοχών εκ του άρθρου 2 παρ.3 του ν. 201/1975 ως προσωπική διαφορά υπέρ του αναιρεσείοντος σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, ήτοι αναιρετική πλημμέλεια κατά το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ και αφ' ετέρου έλλειψη παραδοχής ως προς το ότι οι συνολικές αποδοχές του αναιρεσείοντος κατά την 1-1-1997 ήσαν μεγαλύτερες του συνόλου των αποδοχών που αυτός λάμβανε κατά την 31-12-1996, ήτοι αναιρετική πλημμέλεια κατά το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ.
Ο αναιρεσείων, όμως, ουδόλως επικαλείται ότι είχε προβάλει ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας τον ισχυρισμό ότι δικαιούταν να λάβει τις αιτούμενες διαφορές σύμφωνα με το άρθρο 29 του ν. 2470/1997, τις προϋποθέσεις εφαρμογής του οποίου αυτός είχε τη δικονομική υποχρέωση να προτείνει ή ότι συντρέχει κάποια από τις εξαιρετικές περιπτώσεις που επιτρέπουν την προβολή του ως άνω ισχυρισμού για πρώτη φορά κατά την αναιρετική δίκη.
Επομένως, ο εξεταζόμενος λόγος ως προς το πρώτο μέρος του είναι απαράδεκτος κατ' άρθρο 562 παρ.2 και ως προς το δεύτερο μέρος αυτού είναι απαράδεκτος διότι η προβολή του προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, η οποία δεν υφίσταται όταν αυτό απορρίπτει την αγωγή ως μη νόμιμη, όπως στην ένδικη περίπτωση (ΑΠ 1401/2002).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 11-6-2010 αίτηση περί αναιρέσεως της 5649/ 2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. -Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή χιλίων εκατό (1.100) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 25η Οκτωβρίου 2011. -Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα την 8η Νοεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ