Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to vague grounds and failure to raise procedural errors at lower court.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding a contract dispute. The appellant argued that the lower court erred in applying substantive laws and admitting evidence, but the Supreme Court found these grounds inadmissible. The court ruled that the appeal grounds were too vague and failed to demonstrate that the specific procedural errors had been properly raised and argued before the Second Instance Court.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(1)(b) and Art. 562(2) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the grounds are vague and fail to specify that the alleged procedural errors were formally raised and argued before the court of first instance.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1603 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1603/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου), Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Χαράλαμπο Παπαηλιού και Ιωάννη Σίδερη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Μαΐου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΗς αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΜΑΓΓΑΝΑΡΙ-ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ-ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξιο Πελέκη.
Των αναιρεσίβλητων: Ψ1, Ψ2, Ψ3, Ψ4, Ψ5, Ψ6, των κληρονόμων της Ψ, αρχικά εναγούσης και θανούσης ήτοι: Ψ7, Ψ8 και Ψ9, κατοίκου Πειραιά, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον Ψ2 βάσει πληρεξουσίου ο οποίος παραστάθηκε στο ακροατήριο και διόρισε πληρεξούσιο δικηγόρο αυτών τον Γεώργιο Γερογιώργη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-7-1989 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Νάξου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11/1991 του ίδιου Δικαστηρίου που παρέπεμψε την υπόθεση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Νάξου λόγω αρμοδιότητας, 21/1992, 56/1996 προδικαστικές, 15/2005 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Νάξου και 247/2006 του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17-11-2006 αίτησή της και με τους από 11-3-2008 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Σίδερης ανέγνωσε την από 17-4-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, ως και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ., που ορίζουν το μεν πρώτο ότι "κατά την ερμηνεία της δηλώσεως βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις", το δε δεύτερο ότι "οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη".
Οι κανόνες αυτοί εφαρμόζονται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του, διαπιστώνει, έστω και εμμέσως, ότι υπάρχει στη σύμβαση κενό ή αμφιβολία ως προς τις βουλήσεις των συμβαλλομένων που δηλώθηκαν. Υπό την προϋπόθεση αυτή παραβιάζει τους κανόνες τούτους το δικαστήριο της ουσίας, είτε όταν παραλείπει να προσφύγει σ' αυτούς για να διαπιστώσει την αληθινή έννοια της δήλωσης της βούλησης των συμβαλλομένων, είτε όταν προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, εφαρμόζοντας εσφαλμένα τις νομικές έννοιες στις οποίες στηρίζονται, είτε όταν παραλείπει να παραθέσει στην απόφαση του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η συγκεκριμένη εφαρμογή τους.
Πάντως μόνη η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να αναφέρει ρητώς στην απόφασή του ότι για την εξεύρεση της αληθινής βουλήσεως των συμβαλλομένων προσφεύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των παραπάνω διατάξεων του ΑΚ δεν συνιστά παραβίαση των διατάξεων αυτών, εφόσον στην απόφαση εκτίθενται τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των κανόνων αυτών.
Εξάλλου, κατά την έννοια του αριθ. 19 του ιδίου άρθρου, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νομίμου βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς.
Μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Ως "ζητήματα" των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί απ' την απόφαση τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα απλά πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που δεν συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση από την εκτίμηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει, ότι το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως, εκτός των άλλων και τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: "Το επίδικο ακίνητο, έχει έκταση 33.820 τ.μ. βρίσκεται στη νήσο ..., και ειδικότερα στο ακρωτήριο με την ονομασία "..." της ευρύτερης περιοχής "...".
Το εν λόγω ακίνητο απεικονίζεται στο επισυναπτόμενο στην από 04-11-2004 τεχνική έκθεση τοπογραφικό διάγραμμα του τεχνικού συμβούλου των εναγόντων Α, με τα στοιχεία Δ-Ε-Ο-Ρ-Σ-Σ1-Τ-Λ-Κ-Κ1-Κ2-Κ3-Κ4-Κ5-Κ6-Δ, και συνορεύει βόρεια εν μέρει με υπόλοιπη ιδιοκτησία κληρονόμων Β και εν μέρει με ιδιοκτησία του ζεύγους Γ, νότια εν μέρει με ιδιοκτησία της εναγομένης και εν μέρει με ιδιοκτησία Δ, ανατολικά με θάλασσα και δυτικά με την υπόλοιπη ιδιοκτησία κληρονόμων Β.
Το ανωτέρω ακίνητο, ως τμήμα μείζονος εκτάσεως βοσκοτόπου, ενέμετο διάνοια κυρίου ο πάππος των εναγόντων, Ε και οι δικαιοπάροχοι αυτού από το έτος 1875 έως το 1918 που ο Ε απεβίωσε. Στη συνέχεια από το έτος 1918 το νεμήθηκαν διάνοια κυρίου τα επιληφθέντα της νομής εξ αδιαθέτου τρία τέκνα του, ήτοι ο Β (πατέρας των εναγόντων), ΣΤ και Ζ, κατά ποσοστό 2/6 εξ αδιαιρέτου ο καθένας.
Οι τελευταίοι ασκούσαν επ' αυτού τις αρμόζουσες στη φύση του ακινήτου διακατοχικές πράξεις και ειδικότερα έβοσκαν στο επίδικο τα ποίμνια τους, το εκμίσθωσαν σε τρίτους προς βόσκηση των ποιμνίων τους, και γενικά το επέβλεπαν ως τμήμα μείζονος βοσκοτόπου, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη συνεχώς και αδιαλείπτως (από το έτος 1918) και έτσι έγιναν συγκύριοι του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, κατά τα ανωτέρω εξ αδιαιρέτου ποσοστά ο καθένας, συνυπολογιζόμενου στο δικό τους χρόνο νομής, και του χρόνου νομής των δικαιοπαρόχων τους.
Το έτος 1935 η θεία των εναγόντων Ζ επώλησε, με το υπ' αριθμ. .....Ζ συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Ίου Γεωργίου Στεφάνου Κοντονικολή που νόμιμα μεταγράφηκε, το ανωτέρω ποσοστό συγκυριότητάς της επί του επιδίκου, στον αδελφό της Β και του παρέδωσε τη συννομή, και έτσι αυτός έγινε συγκύριος του επιδίκου κατά ποσοστό 4/6 εξ αδιαιρέτου, και κατά το υπόλοιπο ποσοστό 2/6 εξ αδιαιρέτου παρέμεινε συγκύριος ο ΣΤ.
Ακολούθως το έτος 1941 απεβίωσε ο ΣΤ χωρίς να αφήσει διαθήκη και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τα αδέλφια του Β και Ζ, κατά ποσοστό 1/6 καθένας, οι οποίοι επιλήφθηκαν της νομής του κληρονομιαίου κατά τα άνω ποσοστά εξ αδιαιρέτου, και συνέχισαν τη νομή χρησικτησίας του ΣΤ με τη βόσκηση των ζώων τους, γενόμενοι κύριοι των ανωτέρω μεριδίων με έκτακτη χρησικτησία με προσμέτρηση του χρόνου νομής του δικαιοπαρόχου της ΣΤ, και έτσι ο Β κατέστη συγκύριος του επιδίκου κατά ποσοστό 5/6 εξ αδιαιρέτου, και κατά ποσό 1/6 η αδελφή του Ζ.
Κατά το έτος 1965 οι ανωτέρω συγκύριοι του προαναφερθέντος βοσκοτόπου, δυνάμει του υπ' αριθμ. ..... συμβολαίου του Συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη Ίου Δημοσθένη Παπαδημητρίου, που νόμιμα μεταγράφηκε, επώλησαν εξ αδιαιρέτου στους αλλοδαπούς Η1 και Η2, ένα τμήμα αυτού εκτάσεως 10 στρεμμάτων, το οποίο είναι όμορο του επιδίκου, και συγκεκριμένα σύμφωνα με τον ανωτέρω τίτλο επώλησαν στους προαναφερθέντες αλλοδαπούς "το ανατολικό και προς θάλασσα κείμενο του ως άνω βοσκοτόπου το επονομαζόμενον του "...
το αυλάκι", εκτάσεως τούτου δέκα (10) στρεμμάτων, διαχωρισθέν (το τμήμα αυτό) υπό του υπολοίπου δι' εμφανών εκ λίθων ορόσημων ή όσης ήθελεν είναι επί πλέον ή έλαττον, συνορευόμενον γύρωθεν με ιδιοκτησία ιδίων πωλητών και θάλασσα". Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι κατά το έτος 1966 οι εν λόγω συγκύριοι (Β και Ζ) του παραπάνω βοσκοτόπου, δυνάμει του υπ' αριθμ. .....
διανεμητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη Ίου Δημοσθένη Παπαδημητρίου, που νόμιμα μεταγράφηκε, προέβησαν σε διανομή τούτου, κατά την οποία (διανομή) στον Β περιήλθε τμήμα του εν λόγω βοσκοτόπου, στον οποίο (βοσκότοπο) περιλαμβανόταν και το επίδικο. Το αυτοτελές πλέον ακίνητο, το οποίο περιήλθε στον Β, αυτός το νεμήθηκε με διάνοια κυρίου, ασκώντας επ' αυτού τις αρμόζουσες στη φύση του ακινήτου διακατοχικές πράξεις, ήτοι έβοσκε σ' αυτό τα ζώα του μέχρι 28-11-1987, οπότε αυτός απεβίωσε.
Ο ανωτέρω (Β), με την υπ' αριθμ. ..... δημόσια διαθήκη του, που συντάχθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου Ίου Γεωργίου Ζώρζου και δημοσιεύθηκε νομίμως, κατέλιπε τον προαναφερθέντα βοσκότοπο, εκτάσεως 1.000 περίπου στρεμμάτων, που περιήλθε σ' αυτόν από την ανωτέρω διανομή, ως κληρονομιά εξ αδιαιρέτου στους ενάγοντες τέκνα του.
Αυτοί δε με τις υπ' αριθμ. ..., ..., ..., ..., ..., ... και ..., πράξεις αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Ίου Γεωργίου Ζώρζου, που νόμιμα μεταγράφηκαν, αποδέχθηκαν την εν λόγω κληρονομιά και κατέστησαν συγκύριοι και του επιδίκου ακινήτου κατά ποσοστό 1/7 εξ αδιαιρέτου καθένας. Στη συνέχεια το έτος 1978, οι ανωτέρω αλλοδαποί Η1 και Η2, δυνάμει του υπ' αριθμ. .....
πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννη Καβαλέκου, που νόμιμα μεταγράφηκε, μεταβίβασαν στην εναγομένη, το υπό του Β και της αδελφής του Ζ πωληθέν προς αυτούς δυνάμει του προαναφερθέντος υπ' αριθμ. ..... συμβολαίου, ως άνω τμήμα ακινήτου, αναφέροντας κατά λέξη, στο ως άνω συμβόλαιο (.....), ότι αυτοί πωλούν στην εναγομένη "...ένα βοσκότοπο επονομαζόμενο "του ...
το αυλάκι" εκτάσεως κατά τον τίτλο κτήσεως 10 στρεμμάτων και συνορευόμενον γύρωθεν με ιδιοκτησία κληρονόμων Ε και θάλασσα" μετά των επ' αυτού υπαρχόντων σε ημιτελή κατάσταση κτισμάτων, την αποπεράτωση των οποίων ανέλαβε η εναγόμενη. Βεβαίως στην προκείμενη περίπτωση η εναγομένη ισχυρίζεται, ότι δυνάμει του ανωτέρω συμβολαίου (.....) οι πωλητές (Β και Ζ) επώλησαν και μεταβίβασαν στους δικαιοπαρόχους τους αλλοδαπούς αγοραστές, όχι μόνο έκταση 10 στρεμμάτων, η οποία αναγράφεται στο ανωτέρω συμβόλαιο, αλλά πολύ μεγαλύτερη στην οποία περιλαμβάνεται και η επίδικη, και ότι αυτοί (συμβαλλόμενοι) ήθελαν τον καθ' όρια προσδιορισμό της έκτασης ανεξάρτητα από την πραγματική έκταση του πωλούμενου ακινήτου.
Ο ισχυρισμός όμως αυτός για κτήση κυριότητας με τον παράγωγο τρόπο της αγοράς με συμβόλαιο νόμιμα μεταγεγραμμένο είναι ουσιαστικά αβάσιμος και απορριπτέος, γιατί δεν επιβεβαιώνεται από κανένα από τα προσκομισθέντα αποδεικτικά στοιχεία. Αντίθετα, από τη συμπεριφορά και τις ενέργειες των δικαιοπαρόχων της εναγομένης αλλά και της ίδιας (εναγομένης), σε συνδυασμό και με τα υπόλοιπα αποδεικτικά στοιχεία, τεκμηριώνεται ο ισχυρισμός των εναγόντων, ότι δηλαδή το πωληθέν προς τους δικαιοπαρόχους της εναγομένης αλλοδαπούς υπηκόους, τμήμα του ως άνω βοσκοτόπου είχε έκταση μόνο 10 στρεμμάτων, και τούτο διότι, όπως αποδεικνύεται από τις αεροφωτογραφίες της περιοχής οι οποίες λήφθηκαν από τη Γεωγραφική Υπηρεσία Στρατού, ετών λήψεως 1973 και 1983, στη φωτοερμηνεία των οποίων προέβησαν οι τοπογράφοι μηχανικοί Α και Θ, οι ανωτέρω αλλοδαποί δικαιοπάροχοι της εναγομένης, μετά την προς αυτούς ανωτέρω πώληση του εν λόγω ακινήτου και ειδικότερα κατά το έτος 1969 περιέφραξαν με πασσάλους και συρματόπλεγμα έκταση 10 στρεμμάτων, όση δηλαδή αναφέρετο και στο από πάνω συμβόλαιο, μη συμπεριλαμβάνοντας την επίδικη έκταση, στη γενομένη από αυτούς περίφραξη γιατί, αφού δεν της πωλήθηκε, με συμβόλαιο, ούτε ατύπως, δεν την είχαν ποτέ στη διάνοια κυρίου νομή τους.
Έτσι δεν αποδείχτηκε ότι οι ως άνω αλλοδαποί είχαν σκοπό να σφετεριστούν την επίδικη έκταση με σκοπό να την καταλάβουν και να την κατέχουν αυθαίρετα και παράνομα με διενέργεια εμφανών υλικών πράξεων στο έδαφος, όπως είναι η περίφραξη. Ενώ, αν, όντως το επίδικο συμπεριλαμβανόταν στον ανωτέρω τίτλο ιδιοκτησία τους, και πραγματικά και αυτό το είχαν αγοράσει, θα το οριοθετούσαν και δεν θα το άφηναν έξω από την ιδιοκτησία τους.
Σε κάθε δε περίπτωση, μολονότι η εναγομένη ισχυρίζεται τα ανωτέρω, δεν δίνει καμία εξήγηση, γιατί στο ανωτέρω συμβόλαιο (.....) δυνάμει του οποίου αγόρασε το έτος 1978 από τους ανωτέρω αλλοδαπούς το πιο πάνω ακίνητο, αποδέχθηκε να αναγραφεί εν γνώσει της σ' αυτό ότι το πωλούμενο προς αυτήν ακίνητο, έχει έκταση 10 στρεμμάτων, και όχι την πραγματική έκταση που αυτή ισχυρίζεται ότι έχει το πωληθέν ακίνητο, δηλαδή 43.820 τ.μ. (10 στρέμματα που αναφέρονται στο συμβόλαιο + 33.820 τ.μ.
η επίδικη έκταση). Οι ως άνω αλλοδαποί δεν είχαν κυριότητα ούτε νομή στην έκταση των 33.820 τ.μ. και με βάση τον κανόνα που ορίζει ότι κανείς δεν μπορεί να μεταφέρει περισσότερο δίκαιο απ' ότι αυτός έχει, δεν μεταβίβασαν κυριότητα και νομή στην εναγομένη επί του επιδίκου, παρά μόνο τοιαύτη επί των 10 στρεμμάτων, τα οποία δεν συμπεριλαμβάνονται στο επίδικο.
Εξάλλου για έκταση 10 στρεμμάτων γίνεται μνεία σε διάφορα έγγραφα που υποβάλλουν το 1970 στον Ε.Ο.Τ. οι αλλοδαποί δικαιοπάροχοι της εναγομένης, προκειμένου αυτοί να τύχουν δανείου για την επέκταση της ξενοδοχειακής της εγκατάστασης, και ειδικότερα, στην από 18-09-1970 αίτηση αυτών προς τον Ε.Ο.Τ. περί επεκτάσεως ξενοδοχειακής εγκαταστάσεως, στην από 23-09-1970 έκθεση "Τεχνικά Στοιχεία" του πολιτικού μηχανικού Ι με συνημμένο το με αριθμό θεώρησης Ε.Ο.Τ. .....
τοπογραφικό του ιδίου μηχανικού, στην από 27-08-1970 έκθεση τίτλων ακινήτου του πληρεξούσιου αυτών δικηγόρου Νικολάου Κουτρουμπή, η οποία αναφέρεται στον τίτλο κυριότητας αυτών (υπ' αριθμ. ..... συμβόλαιο). Ο Ε.Ο.Τ. εξάλλου σε πρωτόκολλα και εκθέσεις του, μετά από επιτόπια έρευνα των αρμοδίων οργάνων του προσδιορίζει την έκταση που οι αλλοδαποί δικαιοπάροχοι της εναγομένης αγόρασαν δυνάμει του ως άνω συμβολαίου (.....) σε δέκα στρέμματα περίπου, ειδικότερα στο από 14-05-1968 πρωτόκολλο εκτίμησης επενδύσεως εκ κεφαλαίων εξωτερικού, και στο από 05.11.1970 πρωτόκολλο επιτροπής αυτοψίας Ε.Ο.Τ. "περί διαπιστώσεως επενδύσεως εκ κεφαλαίων εξωτερικού για την ανέγερση ξενοδοχειακού συγκροτήματος" αναφέρεται κατά λέξη μεταξύ άλλων σε αξία γηπέδου ξενοδοχειακού συγκροτήματος συνολικής εκτάσεως 10 στρεμμάτων εγένετο περίφραξη του κτήματος (10 στρεμμάτων) δια συρματοπλέγματος.
Επίσης για έκταση 10 στρεμμάτων γίνεται και στα από 30-06-1978 πρακτικά του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης, όπου εκδηλώνεται η πρόθεσή της να αγοράσει έκταση 10 στρεμμάτων. Η αναφορά το πρώτο στην υπ' αριθμ. ..... άδεια του Γραφείου Πολεοδομίας Κυκλάδων, την οποία ζήτησαν και έλαβαν οι ανωτέρω αλλοδαποί έκτασης 33 στρεμμάτων, έγινε εν αγνοία των εναγόντων σκοπίμως για πολεοδομικούς λόγους διότι η έκταση των 10 στρεμμάτων, δεν δικαιολογούσε από απόψεως συντελεστή δομήσεως την ανοικοδόμηση σε ολόκληρη την έκταση αυτή του ξενοδοχειακού συγκροτήματος.
Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι η εναγομένη το έτος 1978 εγκαταστάθηκε στη νομή της ίδιας εκτάσεως των 10 στρεμμάτων την οποίαν, αν αγόρασαν, κατείχαν και ενέμοντο οι ανωτέρω δικαιοπάροχοί της. Στη συνέχεια όμως και δη από τις αρχές του έτους 1983, άρχισε να προβαίνει αυθαιρέτως σε τμηματική κατάληψη του επιδίκου εν αγνοία των δικαιοπαρόχων των εναγόντων και των ιδίων (εναγόντων) και συγκεκριμένα κατά το προαναφερθέν έτος ανήγειρε αντλητικό συγκρότημα δια επεκτάσεως του μικρού οικίσκου (2,5x2.5 μ.) στεγάσεως του φρέατος και της αντλίας αυτού, δημιουργώντας κτίσμα 50 έως 60 τ.μ.
Περαιτέρω το έτος 1985 μετατόπισε βορείως την ανωτέρω περίφραξη που είχαν κατασκευάσει το έτος 1969 οι δικαιοπάροχοι της, καταλαμβάνοντας έκταση 5.320 τ.μ. εντός της οποίας τοποθέτησε μεταλλικές υδατοδεξαμενές και δεξαμενές καυσίμων, και τέλος το έτος 1986 κατασκεύασε νέα περίφραξη βόρεια της ιδιοκτησίας της, η οποία (περίφραξη) έφθανε μέχρι του λοφίσκου που ονομάζεται "του ...
την ξέρα", καταλαμβάνοντας από το επίδικο έκταση 28 στρεμμάτων, εντός της οποίας τοποθέτησε επιφανειακό αγωγό υδρεύσεως. Με τη νέα αυτή περίφραξη περιέλαβε παρανόμως στη νομή της το πηγάδι που υπήρχε στην όμορη ιδιοκτησία του Β (δικαιοπαρόχου των εναγόντων) και σημαντικό τμήμα του μοναδικού δρομίσκου που υπήρχε προ του έτους 1945, από τον οποίο διήρχοντο και εποτίζοντο τα ποίμνια των Β και των μισθωτών του.
Τα παραπάνω περιστατικά αποδεικνύονται, εκτός από τα υπόλοιπα αποδεικτικά στοιχεία και από τις αεροφωτογραφίες της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού ετών λήψης 1945, 1960, 1973, και 1983, στη φωτοερμηνεία των οποίων προέβη ο Α, οι οποίες (αεροφωτογραφίες) απεικονίζουν την πραγματική κατάσταση που υφίστατο κατά το έτος 1965, μέχρι το έτος 1978.
οπότε η εναγομένη αγόρασε το προαναφερθέν ακίνητο. Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι, οι ανωτέρω δικαιοπάροχοι της εναγομένης άσκησαν οιανδήποτε διακατοχική πράξη, διάνοια κυρίου επί του επιδίκου ακινήτου από του έτους 1965 έως το 1978, και στη συνέχεια από το έτος 1978 μέχρι τις καταλήψεις που αναφέρθηκαν αμέσως παραπάνω η εναγομένη, Υπό τις ως άνω περιστάσεις και ελλείψει τίτλου για το επίδικο νόμιμα μεταγεγραμμένο είναι ουσιαστικά αβάσιμος ο ισχυρισμός της εναγομένης για τακτική χρησικτησία.
Αλλά και ο ισχυρισμός της για έκτακτη χρησικτησία είναι κατ' ουσίαν αβάσιμος και απορριπτέος, καθόσον από τις καταλήψεις που αναφέρθηκαν αμέσως παραπάνω το 1983 μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής, δεν επαρκεί για την κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία. Αντίθετα αποδείχτηκε ότι το επίδικο κατά το ως άνω χρονικό διάστημα, αλλά και πριν από αυτό, το ενέμετο διάνοια κυρίου ο δικαιοπάροχος των εναγόντων Βκμίσθωνε σε κτηνοτρόφους προς βόσκηση των ποιμνίων τους και συγκεκριμένα από το έτος 1964 έως το 1978 το εκμίσθωνε στον Κ, από το έτος 1979 έως το 1984 στον Λ, και από το έτος 1985 και εντεύθεν στο Ε, και μετά δε το θάνατο του Β, υπεισήλθαν στην κληρονομιά του επίδικου οι ενάγοντες.
Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι η διενεργηθείσα από τους Μ και Ν πραγματογνωμοσύνη δεν κρίνεται πειστική από το δικαστήριο, διότι είναι ασαφής, αόριστη και πλήρως αναιτιολόγητη, αφού οι εν λόγω πραγματογνώμονες δεν γνωμοδοτούν, αν το επίδικο περιλαμβάνεται τελικά στους ανωτέρω τίτλους ιδιοκτησίας της εναγομένης και των δικαιοπαρόχων της, αντίθετα η τεχνική έκθεση του τεχνικού συμβούλου των εναγόντων Α είναι σαφής και πλήρως αιτιολογημένη, αποφαινόμενος κατηγορηματικά ο εν λόγω τεχνικός σύμβουλος στην έκθεση του, ότι το επίδικο δεν συμπεριλαμβάνεται στα υπ' αριθμ. .....
και ..... αγοραπωλητήρια συμβόλαια των δικαιοπαρόχων της εναγομένης και της ίδιας αντίστοιχα. Με βάση τα δεδομένα αυτά των αποδείξεων, οι ενάγοντες έγιναν συγκύριοι του επιδίκου με παράγωγο τρόπο (κληρονομική διαδοχή), αφετέρου δε και με έκτακτη χρησικτησία, συνυπολογιζομένου στο δικό τους χρόνο νομής και του χρόνου νομής του δικαιοπαρόχου τους.
Επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο, με την εκκαλούμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ίδια ως άνω περιστατικά και έκανε δεκτή την κρινόμενη αγωγή, κατά την κυρία βάση της ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη και αναγνώρισε τους ενάγοντες συγκύριους του επιδίκου και υποχρέωσε την εναγομένη να τους το αποδώσει, κατά το λόγο της κληρονομικής τους μερίδας, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις που τέθηκαν υπόψη του, και όσα αντίθετα υποστηρίζονται με τους σχετικούς λόγους της εφέσεως της εναγομένης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα".
Από το ανωτέρω περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το Εφετείο διέγνωσε εμμέσως, αλλά σαφώς, την ύπαρξη στα υπ' αριθ. ..... και ..... συμβολαιογραφικά έγγραφα ασάφειας ως προς την έκταση του επίμαχου ακινήτου που μεταβιβάσθηκε στην αναιρεσείουσα και για την άρση αυτής της ασάφειας και το σχηματισμό της κρίσης του ότι το μεταβιβασθέν με τα εν λόγω συμβόλαια στους δικαιοπαρόχους, ως και σ' αυτήν, ακίνητο έχει πραγματική έκταση 10 στρεμμάτων και όχι 43.820 τ.μ., προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, τους οποίους και ορθώς εφάρμοσε, παραθέτοντας στην απόφασή του τα πραγματικά εκείνα περιστατικά, από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των κανόνων αυτών.
Επομένως, ο πρώτος των προσθέτων λόγος, υπό στοιχ. γ' της αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη, ότι το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 173 ΑΚ, διότι δεν δέχθηκε ότι η πραγματική βούληση των συμβληθέντων στα άνω συμβόλαια αναφορικά με την έκταση του μεταβιβαζόμενου ακινήτου είχε διατυπωθεί σ' αυτό κατά τρόπο ασαφή ή ατελή, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Απορριπτέος περαιτέρω είναι και ο πρώτος των προσθέτων, υπό στοιχ. α' λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση του Εφετείου με αιτίαση από τον αριθμ. 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, καθ' όσον με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο και απέρριψε την ένσταση ιδίας κυριότητας της αναιρεσείουσας επί του επιδίκου, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 1045 επ.
του Α.Κ., τις οποίες εφήρμοσε, ούτε στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες επ' αυτού του ζητήματος.
II). Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περίπτ. Β' του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης κατά της απόφασης και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Πράγμα, συνεπώς, υπό την έννοια αυτή, αποτελεί και ο λόγος της έφεσης που περιέχει παράπονο κατά της κρίσης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός ισχυρισμός του εφεσίβλητου. Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός αν ο ισχυρισμός που δεν λήφθηκε υπόψη είναι μη νόμιμος και συνεπώς δεν θεωρείται ουσιώδης, αφού δεν ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.
ΑΠ 2/1989). Επίσης, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. ΑΠ 11/1996). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως γίνεται φανερό από τις ως άνω παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο δέχθηκε την αγωγή των αναιρεσιβλήτων, δια της παραδοχής ως βάσιμων των θεμελιούντων την αγωγή πραγματικών περιστατικών.
Δεν παρείδε συνεπώς τον λόγο της εφέσεως της αναιρεσείουσας δια του οποίου αυτή, επαναφέρουσα πρωτοδίκως υποβληθέντα ισχυρισμό, ζητούσε την εξαφάνιση της πρωτοβάθμιας απόφασης και την αποδοχή της ενστάσεως ιδίας κυριότητος αυτής και των εν γένει ισχυρισμών της ως προς την ακριβή επιφάνεια της εκτάσεως που της μεταβιβάσθηκε με τα προαναφερόμενα συμβολαιογραφικά έγγραφα, αλλ' αντιθέτως τον αντιμετώπισε και τον απέρριψε στην ουσία του με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν.
Υπό τα δεδομένα αυτά, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθ. 8 περίπτ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο βάλλεται η απόφαση του Εφετείου για μη λήψη του υπό μορφή παραπόνου κατά της πρωτοβάθμιας αποφάσεως ως άνω λόγου της εφέσεως που είχε ασκηθεί από την αναιρεσείουσα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
III). Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ.γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Κατά την έννοια της διάταξης για την ίδρυση του λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν πράγματι λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη του, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ.
Εξάλλου, δεν θεμελιώνει λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να μνημονεύσει στην απόφασή του ποια αποδεικτικά μέσα χρησιμοποιήθηκαν για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη ή να καθορίσει τη βαρύτητα που αποδόθηκε στο καθένα από αυτά ή τη σχέση και επιρροή του στα αποδεικτέα θέματα. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος του.
προβάλλεται αιτίαση από τον αριθ.11 περ. γ' αρθρ. 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο, καταλήγοντας στην κρίση περί απόρριψης της έφεσης της ήδη αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης που είχε κάμει δεκτή την αγωγή των αντιδίκων της, δεν έλαβε υπόψη του τα ακόλουθα έγγραφα, τα οποία είχε προσκομίσει και επικαλεστεί η αναιρεσείουσα και ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα:
α) Το με αριθμό ..... πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκου Ίου Δημοσθ. Παπαδημητρίου, β) τα με αριθμ. ..... και ..... σ/λαια στου σ/φου Αθηνών Ιωάννου Καβαλέκα, ως και την με αριθ. ..... απόφαση της νομαρχίας Αθηνών, γ) τα από Ιανουαρίου 1967 τοπογραφικά διαγράμματα των μηχανικών Ι και Ξ, το πρώτο εκ των οποίων προσαρτάται στο ως άνω και με αριθμό .....
συμβόλαιο, δ) την με αριθ. ..... οικοδομική άδεια του Γραφείου Πολεοδομίας Κυκλάδων, ε) το με ..... συμβόλαιο του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκου Ίου Δημοσθ. Παπαδημητρίου, στ) το με αριθμό ..... συμβόλαιο του σ/φου Ίου Γεωργίου Ζώρζου, και ζ) την από 17.10.1988 εξώδικη δήλωση, ενώ αν συνεκτιμούσε τα έγγραφα αυτά το Εφετείο θα κατέληγε σε διαφορετικό συμπέρασμα.
Ο λόγος αυτός της αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι από την επισκόπηση του όλου περιερχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης, όπου μάλιστα υπάρχει η ρητή διαβεβαίωση σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο έλαβε υπόψη και όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος και όλα τα παραπάνω έγγραφα που διαλαμβάνονται στον κρινόμενο λόγο της αναίρεσης.
Ο ίδιος λόγος της αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, όπου υποστηρίζεται, ότι, αν λαμβάνονταν υπόψη τα παραπάνω έγγραφα σε συνδυασμό με τις μαρτυρικές καταθέσεις, τότε το Εφετείο θα κατέληγε στο συμπέρασμα, ότι μεταβιβάσθηκε στην αναιρεσείουσα το σύνολο της εκτάσεως των 43 στρεμμάτων, που εφέρετο στα ως άνω έγγραφα υπό το τοπωνύμιο "Του .....
το Αυλάκι", και όχι στις εσφαλμένες παραδοχές του που αναφέρονται στο λόγο, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος διότι, υπό την επίκληση πλημμέλειας από τον αριθ.11 περ.γ' άρθρ. 559 ΚΠολΔ, πλήττει την ανέλεγκτη εκτίμηση πραγματικών περιστατικών από το δικαστήριο της ουσίας (αρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
IV). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 559 αριθ.20 και 561 παρ.1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο θεσπιζόμενος με την πρώτη από αυτές λόγος αναίρεσης, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος, όταν δηλαδή, σε αποδεικτικό έγγραφο, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ.
Κ.Πολ.Δ., αποδίδει περιεχόμενο διαφορετικό από εκείνο που πράγματι, έχει, είτε γιατί ανέγνωσε αυτό λανθασμένα, είτε γιατί παρέλειψε να αναγνώσει χρήσιμα τμήματα του κειμένου αυτού, στη δε συνέχεια καταλήγει, στηριζόμενο αποκλειστικά ή κυρίως σ' αυτό, σε περίπτωση συνεκτίμησής του με άλλα αποδεικτικά μέσα, σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα σχετικά με πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε και όταν έχει απλώς συνεκτιμήσει το έγγραφο μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να το εξαίρει κατά το σχηματισμό του πορίσματός του ως προς την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο των προσθέτων, υπό στοιχ. β, λόγο της αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθ. 20 άρθρ. 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα αναφέρεται ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του με αριθμ. ..... συμβολαίου του σ/φου Αθηνών Ιωάννου Καβαλέκου, δυνάμει του οποίου αγόρασε το επίδικο ακίνητο, σχετικά με την πραγματική έκταση του μεταβιβασθέντος ακινήτου, που ανέρχεται σε 43.820 τ.μ.
και όχι σε 10 στέμματα, όπως έγινε δεκτό από την προσβαλλομένη απόφαση. Από τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει, ωστόσο, ότι στο αποδεικτικό αυτό πόρισμα κατέληξε το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, όχι μόνο από την εκτίμηση όλων των εγγράφων που νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και το με αριθμ. .....
συμβολαίου του σ/φου Αθηνών Ιωάννου Καβαλέκου, που φέρεται ότι παραμορφώθηκε αλλά και από τις καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως, ώστε το Εφετείο δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κυρίως στα εν λόγω έγγραφα για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος αλλά τα συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, Επομένως, ο κρινόμενος λόγος της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
V). Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως.
Συνεπώς ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανωτέρω δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, αν ήταν νόμιμος (Ολ. ΑΠ 43/1990). Κατά συνέπεια ο τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθμ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο εφήρμοσε εσφαλμένως τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 249 και 1094 του Α.Κ., με αποτέλεσμα να απορρίψει την ένσταση παραγραφής της αναιρεσείουσας, είναι αόριστος, και ως εκ τούτου απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο, ότι οι ως άνω πλημμέλειες, οι οποίες δεν αφορούν στη δημόσια τάξη, προτάθηκαν από τις αναιρεσείουσες στο Εφετείο, ούτε άλλωστε προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της εφέσεως ότι προβλήθηκε, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, τέτοιος ισχυρισμός.
Εξάλλου, απορριπτέος ως απαράδεκτος, κατά το αυτό άρθρο (562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), είναι και ο δεύτερος των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, κατά το μεν το πρώτο σκέλος του η από τον αριθ. 10 περ. β' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια της λήψεως υπόψη πραγμάτων που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ως αληθινών χωρίς να έχει ταχθεί απόδειξη, κατά δε το δεύτερο σκέλος του η από τον αριθ. 11 περ.
α' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια της λήψεως υπόψη μη επιτρεπομένων αποδεικτικών μέσων, ήτοι των αναφερομένων στους προσθέτους λόγους ενόρκων βεβαιώσεων, καθ' όσον από την επισκόπηση του δικογράφου της εφέσεως δεν προκύπτει, ότι προβλήθηκαν οι ως άνω πλημμέλειες με λόγο εφέσεως, όπως μπορούσαν να προβληθούν, αφού αφορούσαν διαδικαστικό σφάλμα του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17.11.2006 αίτηση αναιρέσεως, ως και τους από 5.3.2006 προσθέτους λόγους της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΜΑΓΓΑΝΑΡΙ - ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ - Α.Ε.", για αναίρεση της υπ' αριθμ. 247/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αιγαίου.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2008.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Ιουλίου 2008.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ