Legislator Case Law & Legislation
1603/2007 AI generated

1603/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1603/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 1 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22 Οκτωβρίου 1998 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5368/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8219/2001 μη οριστική και 7439/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4 Αυγούστου 2006 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

1603/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από την παραπάνω διάταξη σαφώς προκύπτει ότι η παραπάνω διετής παραγραφή αρχίζει, ενόψει και του άρθ. 241 ΑΚ, όχι από την ίδια ημέρα, αλλά από την επομένη ημέρα του ατυχήματος. Μέσα στη διετία αυτή πρέπει να ολοκληρωθεί η άσκηση της αγωγής (ΚΠολΔ 215) δηλαδή κατάθεση στη γραμματεία του δικαστηρίου και επίδοση αυτής στον εναγόμενο.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1603 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1603/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Πλαστήρα Αναστασάκη, Αντώνιο Παπαθεοδώρου και Παναγιώτη Παρτσιλίβα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 1 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ..... και ήδη διαμένοντος στο ....., ως οριστικού δικαστικού συμπαραστάτη του γιου του Χ1 και ήδη διαμένοντος στο ΄Ιλιον, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Νικολιδάκη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. ...., 2. ....., 3. ...., 4. ....., 5. ...., 6. ...., 7. ....., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν και 8. ελληνικής εταιρείας ασφαλίσεων ζημιών με την επωνυμία "INTERAMERICAN Ε.Ε.Α.Ζ.", που εδρεύει στην Καλλιθέα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Πρωτόπαπα - Καμπά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22 Οκτωβρίου 1998 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5368/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8219/2001 μη οριστική και 7439/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4 Αυγούστου 2006 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όλοι πλην των υπό στοιχεία 1, 2, 3, 4, 5, 6, και 7 εκ των αναιρεσιβλήτων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Παρτσιλίβας, ανέγνωσε την από 15 Νοεμβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την εν μέρει παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από τον αναιρεσείοντα εκθέσεις επιδόσεως με αριθμούς ...., ...., ....., ...., ....., ..... και ..... του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ναυπλίου ...., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 4-8-2006 αίτησης αναίρεσης με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσας και κλήση προς συζήτηση κατ' αυτή, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα σε καθένα από τους επτά πρώτους των αναιρεσιβλήτων. Επομένως, πρέεπι να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, σύμφωνα με το άρθρο 576 ΚΠολΔ, παρότι οι παραπάνω αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίσθηκαν κατά την ανωτέρω δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση από το πινάκιο στη σειρά της.

ΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 και 2 του ν. 489/1976 ορίζεται ότι "το πρόσωπο που ζημιώθηκε έχει από την ασφαλιστική σύμβαση και μέχρι του ποσού αυτής ιδία αξίωση κατά του ασφαλιστή. Η αξίωση αυτή παραγράφεται μετά πάροδο δυο (2) ετών από την ημέρα του ατυχήματος, επιφυλασσομένων των κειμένων διατάξεων για την αναστολή και τη διακοπή της παραγραφής".

Από την παραπάνω διάταξη σαφώς προκύπτει ότι η παραπάνω διετής παραγραφή αρχίζει, ενόψει και του άρθ. 241 ΑΚ, όχι από την ίδια ημέρα, αλλά από την επομένη ημέρα του ατυχήματος. Μέσα στη διετία αυτή πρέπει να ολοκληρωθεί η άσκηση της αγωγής (ΚΠολΔ 215) δηλαδή κατάθεση στη γραμματεία του δικαστηρίου και επίδοση αυτής στον εναγόμενο.

Αν η επίδοση γίνει μετά τη συμπλήρωση της διετίας επιτρεπτά προτείνεται από τον εναγόμενο ασφαλιστή η ένσταση της διετούς παραγραφής. Για την έναρξη της παραπάνω διετούς παραγραφής δεν έχει σημασία αν και πότε λαμβάνει γνώση της ζημίας ο ζημιωθείς. Η ΑΚ 937 δεν εφαρμόζεται εν προκειμένω γιατί αυτή ισχύει στην αξίωση αποζημιώσεως εξ αδικοπραξίας.

Η διάταξη του άρθρ. 10 παρ. 2 ν. 489/1976 ειδικώς ρυθμίζουσα την αξίωση αποζημιώσεως κατά του ασφαλιστή ευθυνομένου έναντι του παθόντος όχι εξ αδικοπραξίας, αλλά εκ του νόμου επικρατεί της γενικής διατάξεως του ΑΚ 937. Η παραπάνω διετής παραγραφή ως προς την αφετηρία της καλύπτει την περίπτωση της προβλεπτής από την αρχή της ζημίας του παθόντος.

Δεν εφαρμόζεται αν η ζημία είναι από την αρχή απρόβλεπτη όπως τούτο δύναται να συμβεί επί απρόβλεπτης, κατά τα ιατρικά δεδομένα επιδεινώσεως της υγείας του παθόντος. Και στην άνω διετή παραγραφή ισχύουν οι γενικές ρυθμίσεις του ΑΚ ως προς τη διακοπή (ΑΚ 255 επ.) και αναστολή της παραγραφής (ΑΚ 260 επ.). Ειδικώς με την άσκηση της αγωγής επέρχεται διακοπή της παραγραφής (ΑΚ 261).

Εξάλλου από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρ. 261 α΄ ΑΚ και 221 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι σε περίπτωση ασκήσεως της αγωγής για μέρος μόνο της αξιώσεως για αποζημίωση, η επίδοση της αγωγής διακόπτει την παραγραφή μόνο για το μέρος αυτό, ως προς το οποίο δημιουργείται αντιστοίχως εκκρεμοδικία. Τέλος σύμφωνα με τη διάταξη του άρθ. 268 ε.δ α΄ ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται και στη βραχυπρόθεσμη διετή παραγραφή του άρθ. 10 παρ. 2 ν. 489/1976, "κάθε αξίωση που βεβαιώθηκε με τελεσίδικη απόφαση ή δημόσιο έγγραφο εκτελεστό παραγράφεται μετά από είκοσι (20) έτη και αν ακόμη η αξίωση καθ' εαυτήν υπαγόταν σε συντομότερη παραγραφή" σε περίπτωση βεβαιώσεως με τελεσίδικη απόφαση ή δημόσιο έγγραφο εκτελεστό της υπάρξεως αξιώσεως για θετική και αποθετική ζημία από αδικοπραξία λόγω προκλήσεως παράνομης ζημίας ήτοι σωματικής βλάβης από αυτοκίνητο του οποίου έχει ασφαλισθεί η ευθύνη των κατά νόμο οριζομένων προσώπων για την πρόκληση ατυχήματος σε τρίτο πρόσωπο, επέρχεται καταρχήν η επιμήκυνση της διετούς παραγραφής του άρθ. 10 παρ. 2 του ν. 489/1976 σε 20ετή αρχομένη από την τελεσιδικία και ως προς το μέρος της όλης αξιώσεως αποζημιώσεως για αποθετική ζημία (απώλεια προσόδων), της αναγόμενης δηλαδή και σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου, για τον οποίο επιδικάσθηκε η αποζημίωση.

Και αυτό γιατί και το μέρος αυτό της αξιώσεως, καίτοι δεν περιέχεται ειδική αναγνωριστική διάταξη στην απόφαση, θεωρείται ότι έχει βεβαιωθεί (εμμέσως) στην περίπτωση αυτή με την παρεμπίπτουσα δικαστική κρίση, η οποία ήταν αναγκαία για την έναρξη δικαιώματος αποζημιώσεως του παθόντος γενικώς, για κάθε ζημία από την αδικοπραξία.

Η επιμήκυνση όμως του χρόνου της παραγραφής κατά τους όρους του άρθρου 268 ΑΚ προϋποθέτει αναγκαίως την ύπαρξη αξιώσεως που δεν έχει υποκύψει ακόμη στη μέχρι της τελεσιδικίας ισχύουσα βραχυχρόνια παραγραφή. Τούτο γιατί η τελεσίδικη επιδίκαση της επίδικης τότε αξιώσεως δεν επιφέρει αναβίωση της αξιώσεως και κατά το μέρος που δεν έχει ασκηθεί και έχει πλέον αποσβεσθεί λόγω παραγραφής, η οποία διέδραμε χωρίς διακοπή κατά το άρθρο 261 ΑΚ, όπως τούτο συμβαίνει με την αξίωση περί επιδικάσεως διαφυγόντων εισοδημάτων μεταγενεστέρου χρόνου, η παραγραφή για την οποία ενόσω αποτελεί προβλεπτή ζημία στα πλαίσια του άρθρου 10 παρ. 2 ν. 489/1976, άρχισε την επόμενη ημέρα του ατυχήματος 9βλΟΛΑΠ 24/2003, 38/1996 ΕλλΔνη 1997, 41, 23/1994, 577 ΑΠ 1021/2001, ΑΠ 80/1991).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ότι την 24η -10-1993 συγκρούστηκε το υπ' αριθ. κυκλ...... Ι.Χ. φορτηγό αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο ....., ήδη αποβιώσας και κληρονομηθείς εξ αδιαθέτου από τους επτά πρώτους των αναιρεσιβλήτων και ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην όγδοη αυτών, με την υπ' αριθ. 8439 εμπορική αμαξοστοιχία.

Από τη σύγκρουση αυτή, η οποία κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου με την 1013/1995 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ότι οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του πιο πάνω οδηγού του φορτηγού, τραυματίστηκε ο συνεπιβαίνων σ' αυτό Χ1, οριστικός δικαστικός συμπαραστάτης του οποίου είναι ο αναιρεσείων πατέρας του, υποστάς τις σ' αυτή σωματικές βλάβες.

Ότι ο αναιρεσείων άσκησε κατά της όγδοης των αναιρεσιβλήτων την από 24-6-1994 αρχική αγωγή αποζημιώσεως για την αποκατάσταση των ζημιών που επήλθαν συνεπεία του πιο πάνω αυτοκινητικού ατυχήματος επί της οποίας εκδόθηκε η 3835/97 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που κατέστη τελεσίδικη την 25-4-1996, ότι την 25η -10-1993 (επόμενη ημέρα του ατυχήματος) γεννήθηκε υπέρ των εναγόντων αξίωση αποζημίωσης για την όλη ζημιά - παρούσα και μέλλουσα - εφόσον αυτή ήταν προβλεπτή κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και ήταν δυνατή η επιδίωξή της, άρχισε δε η παραγραφή της σχετικής αξίωσης προς αποζημίωση, η οποία, ως προς την όγδοη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία ήταν διετής.

Από τότε άρχισε να τρέχει ο χρόνος παραγραφής για όλες τις ζημιές επελθούσες και μέλλουσες, εκτός από εκείνες των οποίων δεν ήταν δυνατή η πρόβλεψη κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων. Η επίδοση της άνω από 24.6.1994 αρχικής αγωγής διέκοψε την παραγραφή μόνο για το μέρος αυτό, ως προς το οποίο δημιουργήθηκε εκκρεμοδικία.

Η επιμήκυνση όμως του χρόνου παραγραφής κατά τους όρους του άρθρου 268 ΑΚ προϋποθέτει ύπαρξης αξίωσης που δεν έχει ήδη υποκύψει στην μέχρι της τελεσιδικίας ισχύουσα βραχυχρόνια παραγραφή, όπως εν προκειμένω που η κρινόμενη από 22.10.1998 αγωγή ασκήθηκε μετά την τελεσιδικία της παραπάνω απόφασης.

Συνεπώς η επίδικη αξίωση έχει υποπέσει στην διετή παραγραφή του άρθρου 10 παρ. 2 ν. 489/1976 δεδομένου ότι η τελεσίδικη επιδίκασης της επίδικης τότε αξίωσης δεν επέφερε αναβίωση της αξίωσης και κατά το μέρος που δεν έχει ασκηθεί να έχει πλέον αποσβεστεί λόγω παραγραφής, η οποία διέδραμε χωρίς διακοπή κατά το άρθρο 261 ΑΚ. Ούτε άλλωστε γίνεται επίκληση νέων περιστατικών - απροβλέπτων - επιδείνωσης της υγείας του Χ1, από τα οποία να προκύπτει μεταγενέστερος χρόνος έναρξης παραγραφής της αξίωσής του, εφόσον από τα ιστορούμενα και στις δυο παραπάνω αγωγές ήταν γνωστές οι συνέπειες του τραυματισμού του. Ούτε η άσκηση της από 112.8.1996 αγωγής από το δικόγραφο της οποίας παραιτήθηκε διέκοψε την επίδικη παραγραφή, εφόσον και αυτή επιδόθηκε στην 8η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία την 30.9.1996 μετά την ως άνω κατά την 25.4.1996 τελεσιδικία. Ακολούθως με βάση τις παραδοχές αυτές απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος ως προς την όγδοη των αναιρεσιβλήτων λόγω παραγραφής της αξιώσεως ως προς αυτή, δεχθέν ως βάσιμη κατ' ουσίαν τη σχετική περί παραγραφής ένσταση της τελευταίας, και επεκυρώσαν έτσι κατ' αυτό το μέρος των ομοίως κρίνασα πρωτόδικη απόφαση. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 268 ΑΚ και ο περί του αντιθέτου λόγος της αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ "η αναπηρία ή παραμόρφωση, που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης αν επιδρά στο μέλλον του". Ως "αναπηρία" θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής, νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου, ενώ ως "παραμόρφωση", νοείται κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφανίσεως του προσώπου, η οποία καθορίζεται όχι αναγκαίως κατά τις απόψεις της ιατρικής, αλλά κατά τις αντιλήψεις της ζωής.

Περαιτέρω, ως "μέλλον" νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου. Δεν απαιτείται βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής της αναπηρίας ή παραμορφώσεως στο μέλλον του προσώπου. Αρκεί και απλή δυνατότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Στον επαγγελματικό - οικονομικό τομέα η αναπηρία ή παραμόρφωση του ανθρώπου, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, αποτελεί αρνητικό στοιχείο στα πλαίσια του ανταγωνισμού και της οικονομικής εξελίξεως και προαγωγής του.

Οι δυσμενείς συνέπειες είναι περισσότερο έντονες σε περιόδους οικονομικών δυσχερειών και στενότητας στην αγορά εργασίας. Οι βαρυνόμενοι με αναπηρία ή παραμόρφωση μειονεκτούν και κινδυνεύουν να βρεθούν εκτός εργασίας έναντι των υγιών συναδέλφων τους. Η ΑΚ 931 προβλέπει επιδίκαση από το δικαστήριο χρηματικής παροχής στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση, εφόσον συνεπεία αυτών επηρεάζεται το μέλλον του.

Η χρηματική αυτή παροχή δεν αποτελεί αποζημίωση, εφ΄ όσον η τελευταία εννοιολογικώς συνδέεται με την επίκληση και απόδειξη ζημίας περιουσιακής, δηλαδή διαφοράς μεταξύ της περιουσιακής καταστάσεως μετά το ζημιογόνο γεγονός και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς αυτό. Εξ άλλου, η συνεπεία της αναπηρίας ή παραμορφώσεως ανικανότητα προς εργασία, εφόσον προκαλεί στον παθόντα περιουσιακή ζημία αποτελεί βάση αξιώσεως προς αποζημίωση, που στηρίζεται στην ΑΚ 929 (αξίωση διαφυγόντων εισοδημάτων).

Όμως, η αναπηρία ή παραμόρφωση ως τοιαύτη δεν σημαίνει κατ΄ ανάγκη πρόκληση στον παθόντα περιουσιακής ζημίας. Τούτο συμβαίνει σε ανήλικο, που δεν έχει εισέλθει ακόμη στην παραγωγική διαδικασία και δεν μπορεί ήδη από την επέλευση της αναπηρίας ή παραμορφώσεως να επικαλεσθεί περιουσιακή ζημία. Δεν μπορεί να γίνει πρόβλεψη, ότι η αναπηρία ή παραμόρφωση θα προκαλέσει στον παθόντα συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία.

Είναι όμως βέβαιο, ότι η αναπηρία ή παραμόρφωση ανάλογα με το βαθμό της και τις λοιπές συντρέχουσες περιστάσεις (ηλικία, φύλο, κλίσεις και επιθυμίες του παθόντος) οπωσδήποτε θα έχει δυσμενή επίδραση στην κοινωνική-οικονομική εξέλιξη τούτου, κατά τρόπο όμως που δεν δύναται επακριβώς να προσδιορισθεί. Η δυσμενής αυτή επίδραση είναι δεδομένη και επομένως δεν δικαιολογείται εμμονή στην ανάγκη προσδιορισμού του ειδικού τρόπου της επιδράσεως αυτής και των συνεπειών της στο κοινωνικό οικονομικό μέλλον του παθόντος.

Προέχον και κρίσιμο είναι το γεγονός της αναπηρίας ή παραμορφώσεως ως βλάβης του σώματος ή της υγείας του προσώπου, ως ενός αυτοτελούς έννομου αγαθού, που απολαύει και συνταγματικής προστασίας, σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 6 του άρθρου 21 του Συντάγματος, όχι μόνο στις σχέσεις των πολιτών προς το Κράτος, αλλά και στις μεταξύ τους σχέσεις, χωρίς αναγκαίως η προστασία αυτή να συνδέεται με αδυναμία πορισμού οικονομικών ωφελημάτων ή πλεονεκτημάτων.

Έτσι, ορθότερη κρίνεται η ερμηνεία της ΑΚ 931, που την καθιστά εφαρμόσιμη, σύμφωνα με την οποία προβλέπεται από τη διάταξη η επιδίκαση στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση ενός εύλογου χρηματικού ποσού ακριβώς λόγω της αναπηρίας ή παραμορφώσεως, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε και δεν δύναται να προσδιορισθεί.

Το ποσό του επιδικαζομένου κατά την ΑΚ 931 εύλογου χρηματική ποσού εξευρίσκεται κατ΄ αρχήν με βάση το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμορφώσεως αφενός και την ηλικία του παθόντος αφετέρου. Είναι πρόδηλο, ότι η κατά την ΑΚ 931 αξίωση είναι διαφορετική: α) από την κατά την ΑΚ 929 αξίωση για διαφυγόντα εισοδήματα του παθόντος, που κατ΄ ανάγκη συνδέεται με επίκληση και απόδειξη συγκεκριμένης περιουσιακής ζημίας, λόγω της ανικανότητας του παθόντος προς εργασία και β) από την κατά την ΑΚ 932 χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Είναι αυτονόητο ότι όλες οι παραπάνω αξιώσεις δύνανται να ασκηθούν είτε σωρευτικώς, είτε μεμονωμένως, αφού πρόκειται για αυτοτελείς αξιώσεις και η θεμελίωση κάθε μιας από αυτές δεν προϋποθέτει αναγκαίως την ύπαρξη μιας των λοιπών (βλ. και ΑΠ 670/2006). Στην προκείμενη περίπτωση , ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων στην επιτρεπτώς κατ΄ άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

επισκοπούμενη από 22.10.1998 αγωγή του με την ιδιότητα του δικαστικού συμπαραστάτη του γιού του Χ1 εκθέτει, μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: "Ο συμπαραστατούμενος γιός μου Χ1, ο οποίος τραυματίσθηκε σοβαρότατα κατά το προκείμενο τροχαίο ατύχημα, αμέσως μετά το ατύχημα μεταφέρθηκε σε κωματώδη κατάσταση στο Νομαρχιακό Γενικό Νοσοκομείο Άργους, όπου κατά την πρόχειρη εξέτασή του διαπιστώθηκεν ότι υπέστη κατά το τροχαίο τούτο ατύχημα συντριπτικό κάταγμα του αριστερού μηρού, κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις και συντριπτικό κάταγμα του αριστερού βραχιονίου.

Αφού του παρασχέθηκαν οι πρώτες βοήθειες στο παραπάνω Νοσοκομείο, στη συνέχεια λόγω της σοβαρότητας της καταστάσεως της υγείας του και του άμεσου κινδύνου, μεταφέρθηκε κατεπειγόντως με ασθενοφόρο στο Νοσοκομείο Κ.Α.Τ. Κηφισίας, όπου κατά τη λεπτομερή εξέτασή του διαπιστώθηκεν ότι υπέστη κατά το τροχαίο τούτο ατύχημα βαρειά κρανιοεγκεφαλική κάκωση, οξύ επισκληρίδιο αιμάτωμα της αριστεράς κροταφοβρεγματικής χώρας, ρήξη σπληνός, απορογονοποίηση του παχέος εντέρου, συντριπτικό κάταγμα του αριστερού μηρού και συντριπτικό κάταγμα του αριστερού βραχιονίου και ωλεκράνου.

Υποβλήθηκεν αυθημερόν σε εγχείρηση δια ρήξεως του σπληνός (σπληνεκτομή) και απορογονοποίηση του παχέος εντέρου. Επίσης υποβλήθηκεν αυθημερόν σε εγχείρηση της αριστεράς κρανιοτοξίας και αφαίρεση του αιματώματος χωρίς επανατοποθέτηση του οστικού κρημνού. Τα συντριπτικά κατάγματα του αριστερού μηρού και του αριστερού βραχιονίου και ωλεκράνου αντιμετωπίσθηκαν αυθημερόν συντηρητικά από τους ορθοπεδικούς ιατρούς του παραπάνω Νοσοκομείου.

Μετά τις ανωτέρω εγχειρήσεις εισήχθη για νοσηλεία στην Μονάδα Εντατικής Θεραπείας του ανωτέρω Νοσοκομείου. Η κατάστασή του παρέμεινε βαρειά και παρουσίασε επιπλοκές εκ των κακώσεων και εκ της μακροχρονίου κατακλίσεως. Την 5.11.1993 υποβλήθηκε σε τραχειοστομία και την 5.12.1993 υποβλήθηκε σε εγχείρηση λαπαροτομίας για ατελή ειλεό.

Η κατάστασή του εσταθεροποιήθη βαθμιαίως και την 14.1.1994 εξήλθε από την Μ.Ε.Θ. και διεκομίσθηκε στη Νευροχειρουγική Κλινική του παραπάνω Νοσοκομείου. Την 5.7.1994 ενεφάνισε επιληπτικές κρίσεις. Την 8.8.1994 έγινε κρανιοπλαστική με χρησιμοποιούμενο οστούν του ιδίου. Παρουσίασε αυτόματες νησμαγμοειδείς κινήσεις δεξιά και αριστερά.

Το δεξιό άνω άκρο παρουσίασε καθολική υπερτονία με εκτέλεση κινήσεων κατ΄ εντολή, χωρίς η κίνηση αυτή να είναι λειτουργική. Ήδη από των μέσων του μηνός Ιουνίου 1995 αρχίζει να εκτελεί εντολές των θεραπόντων ιατρών του για την ανόρθωση του δεξιού άνω και κάτω άκρου(...) Εξακολουθεί να εμφανίζεται με σπαστική τετραπάρεση και να φέρει τραχειοσωλήνα.

Σιτίζεται με σωλήνα LEVIN. Εξακολουθεί να πάσχει από βαρύτατη τετραπληγία. Αδυνατεί να ορθοστατήσει. Τυγχάνει από του χρόνου του ατυχήματος μέχρι σήμερα και θα τυγχάνει εφόρου ζωής πλήρως ανίκανος για οποιαδήποτε εργασία. Έχει ανάγκη από του χρόνου του ατυχήματος μέχρι σήμερα και θα έχει ανάγκη εφόρου ζωής συνεχούς περιποιήσεως και φροντίδας από άλλα πρόσωπα.

Το τραγικότερο δε απ΄ όλα είναι ότι έχει επίγνωση της αθλίας καταστάσεως της υγείας του, με αποτέλεσμα ως εκ τούτου να αισθάνεται δυστυχισμένος. Σύμφωνα δε με τις προβλέψεις των θεραπόντων ιατρών του δεν υπάρχει καμία ελπίδα αποκαταστάσεως ή έστω βελτιώσεως της ανωτέρω βλάβης της υγείας του. Απεναντίας δε, υπάρχει κίνδυνος περαιτέρω επιδεινώσεως της ανωτέρω βλάβης της υγείας του(...) Προ του χρόνου του ένδικου τροχαίου ατυχήματος, τυγχάνων ο συμπαραστατούμενος γιός μου ηλικίας 14 ετών, εφοιτούσεν στην Β΄ τάξη Γυμνασίου.

Ήταν έξυπνος, επιμελής, εργατικός και πολύ καλός μαθητής. Κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, εάν δεν επεσυνέβαινεν ο ένδικος τραυματισμός και η συνεπεία τούτου σωματική αναπηρία του, θα τελείωνε το Λύκειο προτού συμπληρώσει το 18ο έτος της ηλικίας του, ήτοι τον Ιούνιο του έτους 1998 και στη συνέχεια μετά την συμπλήρωση του 18ου έτους της ηλικίας του την 25.7.1998 θα εργαζόταν ως ιδιωτικός υπάλληλος σε κάποια από τις ιδιωτικές επιχειρήσεις της περιοχής του τόπου της μονίμου κατοικίας του, όπως π.χ.

των εργοστασίων επεξεργασίας χυμών πορτοκαλιών (...). Υπέστη ο συμπαραστατούμενος γιός μου την προαναφερθείσα σοβαρότατη βλάβη της υγείας του, ότι σύμφωνα με τις προβλέψεις των θεραπόντων ιατρών του δεν υπάρχει απολύτως καμία ελπίδα αποκαταστάσεως ή έστω βελτιώσεως της καταστάσεως της υγείας του, ότι εξαιτίας της προελθούσης από το ένδικο τροχαίο ατύχημα ανωτέρω σοβαρότατης βλάβης της υγείας του υποφέρει από την ημέρα του ατυχήματος μέχρι σήμερα και θα υποφέρει εφόρου ζωής, παραμένει από του χρόνου του ατυχήματος και θα παραμείνει ανάπηρος εφόρου ζωής, έχει ανάγκη από την ημέρα του ατυχήματος και θα έχει ανάγκη εφόρου ζωής συνεχούς περιποιήσεως και φροντίδας από άλλα πρόσωπα, πάσχει από την ημέρα του ατυχήματος μέχρι σήμερα και θα πάσχει εφόρου ζωής από σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα ότι δεν θα μπορέσει να ασκήσει κανένα απολύτως επάγγελμα ότι επειδή ακριβώς κατά τον χρόνον του ατυχήματος ετύγχανε μαθητής του Γυμνασίου, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα αποφοιτούσε από το Λύκειο προ της συμπλήρωσης του 18ου έτους της ηλικίας του και ότι στη συνέχεια θα εργαζόταν ως ιδιωτικό υπάλληλος αντί μηνιαίων αποδοχών, με τα σημερινά δεδομένα, τουλάχιστον 150.000 δρχ., ότι χάνει από του χρόνου συμπληρώσεως του 18ου έτους της ηλικίας του (μέχρι του) χρόνου συμπληρώσεως του 65ου έτους της ηλικίας του, όπου κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων θα εργαζόταν, το ποσόν τουλάχιστον των 150.000 δρχ, μηνιαίως πλέον των εκάστοτε αναπροσαρμογών και προσαυξήσεων, ότι υπέστη μείωση της προσωπικότητάς του, ότι μειονεκτεί από του χρόνου του ατυχήματος μέχρι σήμερα και θα μειονεκτεί εφόρου ζωής στις οικογενειακές, κοινωνικές κ.λ.π.

σχέσεις και συναναστροφές του, ότι τυγχάνει σήμερα ηλικίας μόνο 18 ετών, ότι έχει το δικαίωμα να απολαμβάνει τα αγαθά της ζωής, τα οποία απολαμβάνουν και οι υπόλοιποι συνάνθρωποί του, ότι η παραπάνω αναπηρία του επιδρά από του χρόνου του ατυχήματος μέχρι σήμερα και θα επιδρά εφόρου ζωής στην οικονομική, οικογενειακή και κοινωνική ζωή του και ότι δικαιούται σύμφωνα με το άρθρο 931 του ΑΚ να αξιώσει ξεχωριστή αποζημίωση, ήτοι πέραν της αποζημιώσεως που οφείλεται κατ΄ εφαρμογή των άρθρων 929 και 932 του ΑΚ, θα πρέπει εύλογα κατά την κρίση του Δικαστηρίου Σας να του επιδικασθεί ως αποζημίωση για την παραπάνω σωματική αναπηρία του και τις συνέπειές της στην οικονομική κατάστασή του και στις οικογενειακές και κοινωνικές σχέσεις και συναναστροφές του, το ποσόν των 20.000.000 δρχ.

Με αυτό το περιεχόμενο η αγωγή, ως προς την ως άνω αξίωση, είναι πλήρως ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ. Όμως, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, την απέρριψε ως αόριστη, με την αιτιολογία ότι δεν αναφέρονται συγκεκριμένα περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει ο τρόπος, με τον ίδιο τέτοια συνέπεια αποκλείει ή περιορίζει την επαγγελματική, οικονομική ή κοινωνική εξέλιξη του παθόντος καθώς και ποια και πόση θα είναι η ζημία, την οποία αυτός παθαίνει εξαιτίας της αναπηρίας του, ώστε να συμποσούται στο αιτούμενο με την αγωγή ποσό των 20.000.000 δρχ.".

Έτσι κρίνοντας το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., μέσω του οποίου ελέγχεται η νομική αοριστία της αγωγής, διότι για την εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 931 ΑΚ αξίωσε στοιχεία περισσότερα από όσα κατά νόμο απαιτούνται, κατά τον βάσιμο από τον αριθ. 1 και όχι και 14 όπως επιπρόσθετα αιτείται ο αναιρεσείων του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, ο οποίος πρέπει να γίνει δεκτός.

IV. Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 914, 929 και 930 παρ. 3 ΑΚ προκύπτει ότι δικαιούχος αποζημιώσεως από αδικοπραξία είναι εκείνος που ζημιώθηκε αμέσως από αυτή, δηλαδή το υποκείμενο του δικαίωματος ή του προστατευομένου συμφέροντος που προσβλήθηκε με την αδικοπραξία. Σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου, υποκείμενο του προσβληθέντος δικαιώματος και επομένως δικαιούχος της αποζημίωσης είναι το πρόσωπο αυτό.

Η ζημία την οποία υφίστανται τρίτα πρόσωπα εκτός του φορέα του εννόμου αγαθού που προσβάλλεται από την αδικοπραξία, που τελείται σε βάρος του, δεν αποκαθίσταται. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη, το Εφετείο απέρριψε ως μη νόμιμο το κονδύλιο της αγωγής με το οποίο ζητείτο η επιδίκαση στον ως άνω συμπαραστατούμενο του σ' αυτή ποσού για διατροφή των γονέων του πέραν της συνήθους, εκ του ότι αυτοί βρίσκονταν κοντά του για να του περιποιούνται λόγω της κακής κατάστασης της υγείας του για το χρονικό διάστημα από 22-8-1995 έως 22-10-1998, επικυρώσαν κατ' αυτό την ομοίως κρίνασα πρωτόδικη απόφαση.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 929 ΑΚ και ο περί του αντιθέτου λόγος της αίτησης αναίρεσης αναφορικά με το πιο πάνω αγωγικό κονδύλιο για το χρονικό διάστημα από 22-8-1995 έως 12-8-1996, κατά τα στο αναιρετήριο, με τον οποίο προβάλλεται αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Ο ίδιος λόγος κατά το δεύτερο μέρος του με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη το δεδικασμένο το απορρέον από την 10949/1997 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, εκδοθείσα επί της από 21-8-1995 αγωγής των γονέων του ως άνω συμπαραστατούμενου κατά της όγδοης των αναιρεσιβλήτων, περί επιδικάσεως σ' αυτούς, εκπροσώπους του, διατροφής πέραν της συνήθους, εκ του ότι βρίσκονται κοντά του για να τον περιποιούνται, δραχμών 2.500 ημερησίως για το από 24-10-1993 μέχρι 21-8-1995 χρονικό διάστημα, το οποίο δεδικασμένο επικαλέστηκε ο αναιρεσείων με την έφεση (λόγος εκ του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ κατ' ορθή υπαγωγή και όχι από τον αριθ. 16 του αυτού άρθρου, που αναφέρεται στο αναιρετήριο), πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος διότι, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της από 14-5-2001 έφεσης του αναιρεσείοντος, δεν προέβαλε ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας ένσταση περί δεδικασμένου αλλά αορίστως ισχυρίστηκε στην έφεση ότι σε κάθε περίπτωση το άνω κονδύλιο έχει "κριθεί εμμέσως με δύναμη δεδικασμένου".

V. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο υποχρέωσε τους επτά πρώτους των αναιρσιβλήτων να καταβάλουν στον αναιρεσείοντα υπό την ιδιότητα που παρίσταται (του δικαστικού συμπαραστάτη του γιού του Χ1) το ποσό των 35.630 ευρώ από τα οποία 10.640 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της από 12-8-1996 αγωγής, το υπόλοιπο δε από την επίδοση της κρινόμενης από 22-10-1998 αγωγής στον καθένα από αυτούς και β) το ποσό των 293 ευρώ ως μηνιαία αποζημίωση για το χρονικό διάστημα από 25-7-1998 έως 25-7-2002 των μηνών Δεκεμβρίου, Ιανουαρίου, Φεβρουαρίου και Μαρτίου με τον νομιμότοκο από τότε που η κάθε δόση καθίσταται απαιτητή.

Συνεπώς, το Εφετείο επιδίκασε τα άνω ποσά εντόκως δηλαδή δεν άφησε τη σχετική αίτηση αδίκαστη. Επομένως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ απορρέων αντίθετος τελευταίος λόγος της αίτησης κατά τον οποίο το Εφετείο "δεν απεφάνθη επί της αίτησης" του αναιρεσείοντος "περί επιδικάσεως τόκων επί των ποσών που επιδίκασε". Μετά από όλα αυτά πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης έναντι της όγδοης των αναιρεσιβλήτων να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση καθ' όσον - αφορά τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς αναιρεσίβλητους (υπό στοιχ. 1 έως και 7) κατά το μέρος που απέρριψε το από το άρθρο 931 ΑΚ κονδύλιο της αγωγής ήτοι την αγωγή ως προς την αξίωση τη στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου αυτού, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση κατ' αυτό το μέρος στο ίδιο Εφετείο που την εξέδωσε και θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη της όγδοης αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε και προτάσεις και οι λοιποί αναιρεσίβλητοι στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος ο οποίος επίσης κατέθεσε και προτάσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως προς την όγδοη των αναιρεσιβλήτων.

Αναιρεί την 7439/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο αιτιολογικό της παρούσας μέρος της.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, για περαιτέρω εκδίκαση. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της όγδοης των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ και τους λοιπούς αναιρεσίβλητους στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Μαΐου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 27 Ιουνίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ