Legislator Case Law & Legislation
1603/2006 AI generated

Supreme Court remands appeal regarding pension fund standing to plenary session due to constitutional standing issues.

Case Number 1603/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court remanded the second ground of an appeal to the plenary session for consideration. The appellant argued that the pension fund lacked legal standing as a non-legal entity union, while the respondent contended the fund was properly constituted. The court found that excluding the fund would violate constitutional rights and the right of access to courts, necessitating plenary review.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1), 14, 19 of the Code of Civil Procedure; Articles 5(1), 12(1), 20 of the Constitution and Article 6(1) of the ECHR; A non-legal entity pension fund must be granted standing as a union of persons to prevent denial of justice and protect constitutional rights of access to courts.

Keywords

AI generated
legal standing pension fund constitutional rights access to courts non-legal entity plenary session admissibility

Cited Legislation

AI generated
Article 57(1) of Law 3371/2005
Article 58 of Law 3371/2005
Articles 60 and 62 of Law 3371/2005
Article 559(1), 14, 19 of the Code of Civil Procedure
Article 62(b) of the Code of Civil Procedure
Articles 5(1), 12(1), 20 of the Constitution
Article 6(1) of the ECHR
Article 563(2b) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AP 748/1969
AP 604/1994
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1603 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1603/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο - Φιλήτα Περίδη και Ηλία Γιαννακάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΤΑΜΕΙΟΥ ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΕΛΛΑΔΟΣ («ΤΕΑΠΕΤΕ»), το οποίο εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Γεώργιο Λεβέντη και Γεώργιο Σπηλιόπουλο.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Στασινόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/9/2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1910/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1193/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 18/11/2004 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ηλίας Γιαννακάκης, ανέγνωσε την από 2/2/2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναίρεσης. Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με το άρθρο 57 παρ. 1 του ν. 3371/14-7-2005 «Θέματα Κεφαλαιαγοράς και άλλες διατάξεις» οι κλάδοι σύνταξης των ασφαλιστικών ταμείων κύριας ασφάλισης του προσωπικού των πιστωτικών ιδρυμάτων του ν. 2076/1992 εντάσσονται στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ) σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 5 του ν. 3029/2002 μέχρι 31-12-2005, εφόσον μέχρι την ανωτέρω ημερομηνία τα αντίστοιχα ταμεία επικουρικής ασφάλισης του προσωπικού των πιστωτικών ιδρυμάτων έχουν ενταχθεί στην ασφάλιση του Ε.Τ.Α.Τ.

σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 62, ενώ σύμφωνα με το άρθρο 58 παρ. του ίδιου νόμου στην ασφάλιση του Ενιαίου Ταμείου Επικουρικής Ασφάλισης Μισθωτών υπάγονται οι ασφαλισμένοι και συνταξιούχοι των ταμείων επικουρικής ασφάλισης του προσωπικού των πιστωτικών ιδρυμάτων μετά τη διάλυσή τους, σύμφωνα με τις διατάξεις της 2 του άρθρου 62.

Τέλος, σύμφωνα με τα άρθρα 60 και 62 παρ.2 και 6 του ίδιου νόμου ιδρύεται νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία «ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΤΡΑΠΕΖΟΫΠΑΛΛΗΛΩΝ», αποκαλούμενο εφεξής χάριν συντομίας «Ε.Τ.Α.Τ.», η υπαγωγή στο οποίο πραγματοποιείται μετά από αίτημα των αρμοδίων οργάνων των ενδιαφερομένων μερών, εργοδότη ή εργαζομένων, που υποβάλλεται στο Διοικητικό Συμβούλιο του ΕΤΑΤ μετά τη διάλυση των επικουρικών ταμείων ή των κλάδων σύνταξης των ταμείων, που λειτουργούν ως ΝΠΙΔ σωματειακής μορφής ή ειδικό λογαριασμό ή ένωση προσώπων, σύμφωνα με τις διαδικασίες που προβλέπονται από τις κείμενες διατάξεις ή τα καταστατικά των οικείων ταμείων.

Εάν δεν αποφασισθεί η διάλυση των επικουρικών ταμείων ή των κλάδων σύνταξης των ανωτέρω ταμείων ή ενώσεων προσώπων ή ειδικών λογαριασμών με τις προβλεπόμενες διαδικασίες και προκύψουν δικαστικές αντιδικίες μεταξύ εργοδότη και εργαζομένων στα πλαίσια των ιδιωτικών συμφωνιών που έχουν καταρτίσει, το ΕΤΑΤ, με αίτημα του αρμοδίου οργάνου του εργοδότη ή των εργαζομένων ή του ταμείου, αναλαμβάνει τη διεκπεραίωση και διαχείριση των κάθε φύσεως υποθέσεων των ασφαλισμένων και συνταξιούχων των οικείων επικουρικών ταμείων που αφορούν ασφαλιστικά ή συνταξιοδοτικά τους ζητήματα, όπως είσπραξη εισφορών ή απονομή ή καταβολή συντάξεων.

Σε καμία περίπτωση στο ΕΤΑΤ δεν ανατίθενται θέματα σχετικά με δικαστικές αντιδικίες, που προκύπτουν μεταξύ εργοδότη και εργαζομένων στο πλαίσιο των ιδιωτικών συμφωνιών που έχουν καταρτίσει. ..Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών και Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, καθορίζονται οι όροι, οι προϋποθέσεις διαχείρισης και διεκπεραίωσης των θεμάτων, ο χρόνος κατανομής χρονικά του ποσού της δαπάνης που θα καταβάλει ο εργοδότης και κάθε θέμα αναγκαίο για την εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου αυτής.

Έως την έναρξη ισχύος του προεδρικού διατάγματος η διαχείριση και διεκπεραίωση των υποθέσεων των ασφαλισμένων και συνταξιούχων, καθώς και η είσπραξη των εισφορών πραγματοποιούνται από το οικείο ταμείο ή ένωση προσώπων ή ειδικό λογαριασμό. Η αναιρεσίβλητη Τράπεζα με τις προτάσεις που κατέθεσε είκοσι ημέρες πριν από τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως (άρθρο 570 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) ισχυρίζεται ότι, μετά την έναρξη ισχύος του ν. 3371/2005 η Εμπορική Τράπεζα, με την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από 12-9-2005 δήλωσή της προς το Σύλλογο των εργαζομένων της κατήγγειλε, κατά τις διατάξεις του ΑΚ και του ν. 3371/2005, τις μεταξύ τους υπάρχουσες συμβάσεις, που αφορούν το αναιρεσείον, αναλαμβάνοντας τις από τον νόμο δεσμεύσεις και υποχρεώσεις και ότι, μετά την καταγγελία αυτή το αναιρεσείον διαλύθηκε και έπαυσε να υπάρχει και δεν έχει ικανότητα διαδίκου, με συνέπεια λόγω της έλλειψης αυτής η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως να είναι απαράδεκτη.

Οι πιο πάνω όμως συμβάσεις (άρθρο 361 ΑΚ) μόνο με αντίθετη συμφωνία των συμβληθέντων μπορούν να καταργηθούν και όχι μονομερώς. Επομένως, αφού η αναιρεσίβλητη δεν ισχυρίζεται ότι, με συμφωνία των διαδίκων ήταν δυνατή η μονομερής καταγγελία των άνω συμβάσεων, ούτε επικαλείται άλλο νόμιμο λόγο κατάργησης τους το αναιρεσείον δεν έχει διαλυθεί και αφού δεν έχει εκδοθεί το προεδρικό διάταγμα που προβλέπει η παρ.6 του άρθρου 62 του Ν.3371/2005 η διαχείριση και διεκπεραίωση των υποθέσεων του αναιρεσείοντος πραγματοποιούνται από αυτό και ο πιο πάνω ισχυρισμός της για απαράδεκτο της συζήτησης είναι απορριπτέος.

Με τα άρθρα 21 του ν. 281/1914 «περί σωματείων» και 33-39 του Β.Δ. της 15/20.5.1920 «περί επαγγελματικών σωματείων» ρυθμίζεται η ίδρυση αλληλοβοηθητικών ταμείων, τα οποία αποτελούν διακεκριμένα αυτοτελή νομικά πρόσωπα σε σχέση με τη βασική συνδικαλιστική οργάνωση, τα μέλη της οποίας είναι και μέλη του αλληλοβοηθητικού σωματείου.

Οι διατάξεις αυτές διατηρήθηκαν σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Α.Κ., σύμφωνα με το άρθρο 12 β΄ Εισ. Ν.Α.Κ., καταργήθηκαν κατά τη διάρκεια της δικτατορίας, επανήλθαν όμως σε ισχύ με τις διατάξεις του Ν.Δ. 42/1974 «περί αποκαταστάσεως των συνδικαλιστικών ελευθεριών και ρυθμίσεως συναφών θεμάτων», ίσχυσαν υπό το καθεστώς του ν. 330/1976 «περί επαγγελματικών σωματείων κ.λ.π.», κατά το άρθρο 2 αυτού, και ισχύουν ήδη υπό το καθεστώς του ν. 1264/1982 «για τον εκδημοκρατισμό του συνδικαλιστικού κινήματος κ.λ.π.».

Η σύσταση, λειτουργία και δράση των πιο πάνω αλληλοβοηθητικών ταμείων διέπεται από τις πιο πάνω διατάξεις του Β./Δ. της 15/20-5-1920 καθώς και από τις διατάξεις του ΑΚ περί σωματείων, δηλαδή τα άρθρα 78 επ. αυτού. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα εξής: Με την από 25-10-1948 συλλογική σύμβαση εργασίας, που καταρτίσθηκε μεταξύ της Εμπορικής Τράπεζας και του συλλόγου των υπαλλήλων της και με την ακόλουθη διάταξη της «Συνιστάται ειδικός λογαριασμός Επικουρικής Ασφαλίσεως υπό την επωνυμία Ταμείο Επικουρικής Ασφαλίσεως Προσωπικού της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος, ούτινος ο σκοπός, οι πόροι και εν γένει τα της λειτουργίας αυτού ρυθμίζονται δια του συνημμένου τη παρούση καταστατικού, όπερ αποτελείται εξ άρθρων είκοσι εννέα (29)», συνεστήθη το αναιρεσείον Ταμείο.

Από την παραπάνω διάταξη προκύπτει ότι το εν λόγω μόρφωμα χαρακτηρίζεται από την ίδια τη συστατική πράξη ως «ειδικός λογαριασμός», ιδρύθηκε με σ.σ.ε. και χωρίς άλλη πολιτειακή πράξη, έχει ως σκοπό την επικουρική ασφάλιση του προσωπικού της Εμπορικής Τράπεζας και στο καταστατικό ανατέθηκε η αποστολή να εξειδικεύσει το σκοπό, τους πόρους και εν γένει τα της λειτουργίας του ειδικού αυτού λογαριασμού, χωρίς αναφορά σε ενδεχόμενα μέλη του.

Εν όψει των ανωτέρω δεν προσεδόθη στον εν λόγω ειδικό λογαριασμό (ή Ταμείο), συσταθέντα όχι δια πράξεως της πολιτείας, εκδιδομένης είτε υπό τον τύπο νόμου, είτε υπό κατ' εξουσιοδότηση νόμου διοικητικής πράξεως, νομική προσωπικότητα οιασδήποτε μορφής, ώστε να έχει τη δυνατότητα να παρίσταται στο δικαστήριο, ως διάδικος.

Με βάση τις παραδοχές αυτές του Εφετείου απορρίφθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση οι αντίθετες εφέσεις των διαδίκων κατά της πρωτόδικης απόφασης, επειδή ασκήθηκαν από ανύπαρκτο και κατά ανυπάρκτου προσώπου. Με όσα δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 61 ΑΚ και των άρθρων 21 του Ν. 281/14 «περί σωματείων» και 33-39 του ΒΔ της 15/20-5-20 «περί επαγγελματικών σωματείων»,ούτε παρά το νόμο κήρυξε δικονομικό απαράδεκτο, με το να θεωρήσει ότι το αναιρεσείον δεν έχει νομική προσωπικότητα ως σωματείο, αφού διέγνωσε ότι το αναιρεσείον δεν έχει συσταθεί ως σωματείο με βάση τις διατάξεις του ΑΚ (υποβολή αιτήσεως στο Πρωτοδικείο, έκδοση αποφάσεως, εγγραφή στο ειδικό δημόσιο βιβλίο σωματείων) και επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από τους αριθ. 1 και 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Σύμφωνα με το άρθρο 62 εδ. β΄ του Κ.Πολ.Δ. ενώσεις προσώπων που επιδιώκουν κάποιο σκοπό, χωρίς να είναι σωματεία, καθώς και εταιρείες που δεν έχουν νομική προσωπικότητα, μπορούν να είναι διάδικοι. Στην νομολογία έχει επικρατήσει η άποψη, την οποία δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση και το Εφετείο, ότι οι ειδικοί λογαριασμοί, όπως και το αναιρεσείον, δεν μπορούν να χαρακτηρισθούν ενώσεις προσώπων που επιδιώκουν κάποιο σκοπό (χωρίς να είναι σωματεία), ούτε εταιρείες χωρίς νομική προσωπικότητα και, επομένως δεν έχουν ικανότητα να είναι διάδικοι (ΑΠ 748/1969, ΑΠ 604/1994).

Την ίδια άποψη ακολουθεί και η θεωρία. Το αναιρεσείον όμως από τη σύστασή του, δηλαδή επί 58 χρόνια, λειτουργεί ως ασφαλιστικός οργανισμός, παρέχει συντάξεις στους συνταξιούχους της Εμπορικής Τράπεζας, συναλλάσσεται με τρίτους και παρίσταται στα δικαστήρια και στον Άρειο Πάγο, χωρίς να προτείνεται η έλλειψη της ικανότητάς του να είναι διάδικος, δηλαδή λειτουργεί «εν τοις πράγμασι» ως ένωση προσώπων.

Τίθεται, επομένως, στην προκείμενη περίπτωση ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος, αν πρέπει να χαρακτηρισθεί και το αναιρεσείον ένωση προσώπων, αφού σε αντίθετη περίπτωση θα περιέλθει σε πλήρη αδυναμία να επιδιώξει τα δικαιώματά του και απέναντι στην αναιρεσίβλητη, θα ανακύψει δε έτσι και θέμα αρνησιδικίας.

Επίσης, τίθεται ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος, αν στην περίπτωση που αποκλεισθεί από το αναιρεσείον το δικαίωμα προσφυγής στα δικαστήρια παραβιάζονται οι διατάξεις των άρθρων 5 παρ.1, 12 παρ 1 και 20 του Συντάγματος καθώς και η διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ. Επομένως, λόγω του πιο πάνω ζητήματος που ανακύπτει, πρέπει ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από τους αριθμούς 1, 14 και19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους προβάλλεται η ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των πιο πάνω συνταγματικών διατάξεων και του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ καθώς και η παρά το νόμο κήρυξη δικονομικού απαραδέκτου από το Εφετείο, να παραπεμφθεί, σύμφωνα με το άρθρο 563 παρ. 2β΄Κ.Πολ.Δ., στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει ότι κρίθηκε απορριπτέο στο σκεπτικό.

Παραπέμπει στην τακτική Ολομέλεια το Αρείου Πάγου τον ανωτέρω, από το άρθρο 559 αριθ. 1, 14 και 19 Κ.Πολ.Δ., δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Ιουνίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 26 Σεπτεμβρίου 2006. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ