Supreme Court dismisses appeal in lease dispute, ruling 20% reduction applies only to active leases, not expired ones.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against the Athens Court of First Instance's final judgment in a lease dispute. The State argued that Article 21 of Law 4002/2011 required a 20% reduction on rent for the entire lease period, but the lower court held this applied only to active leases. The court ruled that since the lessee had formally objected to the lease extension on May 30, 2001, the contract expired before the law's publication, meaning the reduction clause did not apply to the subsequent compensation period.
Legislator headnote
AI generatedArticles 648 to 657 of the Code of Civil Procedure; Article 21 of Law 4002/2011: The statutory reduction of rent applies exclusively to active lease contracts and does not govern compensation periods following the formal expiration of the lease due to lessee objection.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1602 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1602/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σωκράτη Πλαστήρα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Μυρσίνης Παπαχίου και της αρχαιοτέρας της συνθέσεως Αρεοπαγίτου Ασπασίας Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη), Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη, Ερασμία Λιούλη και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Μαρτίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ελένη Χατζούλη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Π. Φ. του Ι., κατοίκου ... και 3) Α. Φ. του Ι., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Λαγουδάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από ...2015 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: ...2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και ...2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από ...2022 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αντιγόνη Τζελέπη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση, από ...2022 και με αριθμ. καταθ. ......2022, αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμ. ......2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρα 648 έως 657 του ΚΠολΔ), ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, με κατάθεση του δικογράφου αυτής στην γραμματεία του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου την ...2022, δηλαδή εντός προθεσμίας τριάντα ημερών, δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε στο αναιρεσείον στις ...2022, σύμφωνα με τη σημείωση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας Α.
Π.-Κ., που υπάρχει στο πρώτο φύλο του αντιγράφου της (άρθρ. 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι, επομένως, παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ). Από την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. ...2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επισκοπούνται επιτρεπτά (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα αναφορικά με τη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης:
Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι με την από ...2015 και με αρ. καταθ. 25222/665/2015 αγωγή τους, την οποία απηύθυναν προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, εξέθεταν ότι η πρώτη εξ αυτών, με τον Γ. Μ. δικαιοπάροχο του δεύτερου και τρίτου των εναγόντων και τον Γ. Γ., εκμίσθωσαν, κατόπιν μειοδοτικής δημοπρασίας και δυνάμει του από ...1998 μισθωτηρίου, στο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, για χρονικό διάστημα τριών ετών, τις αναφερόμενες οριζόντιες ιδιοκτησίες τους ως ενιαίο μίσθιο, συνολικής επιφάνειας 1.351,35 τ.μ.
που βρίσκονται σε πολυώροφο κτιρίου επί της οδού ... στην …, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί για τη στέγαση κεντρικών υπηρεσιών του Υπουργείου Πολιτισμού, αντί μηνιαίου μισθώματος 2.000.000 δραχμών ή 5.869,41 ευρώ, κατανεμομένου μεταξύ των εκμισθωτών ανάλογα με την ανήκουσα στον καθένα των εκμισθωτών επιφάνεια του μισθίου.
Ότι η μίσθωση έληξε την 31-5-2001, με την πάροδο της συμφωνημένης διάρκειας της. Ότι, όμως, το εναγόμενο, παρά τη λήξη της, εξακολουθεί να παρακρατεί παράνομα το μίσθιο, με αποτέλεσμα οι ενάγοντες να ζημιωθούν κατά το χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο 2011 έως τον Δεκέμβριο 2014, η μεν πρώτη το ποσό των 632.630,58 ευρώ, οι δε λοιποί, που υπεισήλθαν κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας στη θέση της αποθανούσης την ...2010 επικαρπώτριας της Γ-1 οριζόντιας ιδιοκτησίας, Α.
Μ., το συνολικό ποσό των 58.341,48 ευρώ, τα οποία θα εισέπρατταν κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, με πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, αν το εναγόμενο δεν παρακρατούσε το μίσθιο και αυτό εκμισθώνονταν σε τρίτον. Με βάση αυτό το ιστορικό, μετά το νόμιμο περιορισμό του αιτήματος από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, ζήτησαν να αναγνωριστεί η υποχρέωση του εναγόμενου να καταβάλει στην πρώτη εξ αυτών το ποσό των 632.630,58 ευρώ και σε καθένα από τους δεύτερο και τρίτο ενάγοντες, το ποσό των 29.170,74 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοσης της αγωγής, για την αποκατάσταση της περαιτέρω ζημίας τους, άλλως με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. ...2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη και αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση του εναγόμενου και ήδη αναιρεσείοντος να καταβάλει στην πρώτη ενάγουσα το ποσό των 480.887,90 ευρώ και στον καθένα από τους δεύτερο και τρίτο των εναγόντων το ποσό των 24.426,52 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Κατά της ανωτέρω πρωτόδικης απόφασης ασκήθηκαν ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών οι από ...2020 και ...2021 έφεση του εναγόμενου και ήδη αναιρεσείοντος και αντέφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, αντίστοιχα. Επ'αυτών (έφεσης και αντέφεσης), που συνεκδικάστηκαν, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών εξέδωσε, αντιμωλία των διαδίκων, την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. ...2021 τελεσίδικη απόφασή του, με την οποία, αφού δέχθηκε τυπικά την έφεση και αντέφεση απέρριψε κατ' ουσίαν την αντέφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων, ενώ δέχθηκε εν μέρει κατ' ουσίαν την έφεση του εναγόμενου- εκκαλούντος και ήδη αναιρεσίβλητου, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, μόνο ως προς το κεφάλαιο της επιβολής της δικαστικής δαπάνης σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου και αφού κράτησε την υπόθεση συμψήφισε τη δικαστική δαπάνη αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας μεταξύ των διαδίκων.
Σύμφωνα με το άρθρο 21 παρ. 1 του ν.4002/2011 (ΦΕΚ Α' 180/22-8-2011), η μισθωτική αξία των ακινήτων που έχουν μισθωθεί από το Ελληνικό Δημόσιο και τους φορείς του δημόσιου τομέα, όπως αυτός προσδιορίζεται στην παρ. 1 του άρθρου 1B του ν. 2362/1995 (Α' 247), όπως το άρθρο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 2 του ν. 3871/2010 (Α' 141) και πριν τη συμπλήρωσή του με την παρ. 1α του άρθρου 50 του ν. 3943/2011 (Α' 66), τεκμαίρεται ότι κατά το έτος 2010 έχει μειωθεί κατά 20%.
Από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου τα μισθώματα που καταβάλλουν το Ελληνικό Δημόσιο και οι ανωτέρω φορείς, για τη μίσθωση ακινήτων, στα οποία στεγάζονται υπηρεσίες τους, μειώνονται κατά ποσοστό 20%, το οποίο υπολογίζεται στο ύψος των μισθωμάτων της χρήσης Ιουλίου 2010 και μέχρι 30-6-2013, απαγορεύεται οποιαδήποτε αναπροσαρμογή τους.
Σε περίπτωση κατά την οποία τα μισθώματα αυτά έχουν αναπροσαρμοσθεί (αυξηθεί) μετά την 1-7-2010, η αναπροσαρμογή αυτή καταργείται και η καταβληθείσα συμψηφίζεται με τα οφειλόμενα μισθώματα. Οι εκμισθωτές δικαιούνται να προσφύγουν στα αρμόδια δικαστήρια και να αμφισβητήσουν το ύψος του παραπάνω τεκμηρίου και τη μείωση του μισθώματος.
Το Ελληνικό Δημόσιο και οι ανωτέρω φορείς δικαιούνται να προσφύγουν στα αρμόδια δικαστήρια και να αποδείξουν, ότι η μείωση της μισθωτικής αξίας και αντιστοίχως του μισθώματος είναι μεγαλύτερη από το παραπάνω ποσοστό. Περαιτέρω, από τη γραμματική διατύπωση της διάταξης του άρθρου 21 παρ. 1 του ν.4002/2011 σαφώς προκύπτει, ότι προϋπόθεση για την εφαρμογή της είναι η μίσθωση να είναι ενεργή κατά το χρόνο δημοσίευσης του νόμου (22-8-2011), καθόσον από τότε μειώνονται κατά 20% τα μισθώματα που καταβάλλει το Δημόσιο ως μισθωτής.
Άλλωστε, ο σκοπός της διάταξης αυτής είναι ο εξορθολογισμός των μισθωμάτων που καταβάλλει το Δημόσιο κατά την εκτέλεση της μισθωτικής σύμβασης και δη η ανάλογη μείωσή τους, με τη διαμορφωθείσα συνεπεία της οικονομικής κρίσης μισθωτική αξία του ακινήτου. Ως εκ τούτου, η ανωτέρω διάταξη δεν εφαρμόζεται σε περίπτωση λήξης της σύμβασης μίσθωσης πριν από τις 22-08-2011, διότι μετά τη λήξη της δεν οφείλεται μίσθωμα, αλλά αποζημίωση χρήσης.
Ούτε τίθεται ζήτημα εκτέλεσης της σύμβασης μίσθωσης, εφόσον η μίσθωση δεν υφίσταται πλέον και ο μισθωτής οφείλει να αποδώσει άμεσα τη χρήση του μισθίου στον εκμισθωτή. Κατά δε το άρθρο 601 ΑΚ ο μισθωτής, για όσο χρόνο παρακρατεί το μίσθιο μετά τη λήξη της μίσθωσης, οφείλει ως αποζημίωση το συμφωνημένο μίσθωμα, χωρίς αυτό να αποκλείει δικαίωμα του εκμισθωτή να απαιτήσει και άλλη περαιτέρω ζημία.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι, μετά την κατά οποιοδήποτε τρόπο λήξη της μίσθωσης, εάν ο μισθωτής δεν αποδίδει το μίσθιο, αλλά εξακολουθεί να το παρακρατεί, δεν οφείλει μίσθωμα, αλλά αποζημίωση χρήσης, η οποία ορίζεται από τη διάταξη αυτή ίση με το μέχρι τη λήξη της μίσθωσης μίσθωμα, χωρίς να αποκλείεται και η απαίτηση αυξημένου ποσού, εάν ο εκμισθωτής αποδεικνύει περαιτέρω ζημία.
Το οφειλόμενο, λόγω παρακράτησης του μισθίου μετά τη λήξη της μίσθωσης, ποσό, έστω και αν ορίζεται σε ποσό ίσο με το μίσθωμα, δεν έχει χαρακτήρα μισθώματος, αλλά αποτελεί γνήσια αποζημίωση, λόγος, για τον οποίο η αποζημίωση χρήσης δεν υπόκειται ούτε στην προβλεπόμενη από το άρθρο 7 του π.δ. 34/1995 αναπροσαρμογή, η οποία ισχύει μόνο για τα μισθώματα (ΑΠ 1172/2023, ΑΠ 457/2022,ΑΠ 1653/2014, ΑΠ 329/2011).
Ούτε μπορεί να αξιωθεί αποζημίωση για ζημία του εκμισθωτή, πέραν της ισούμενης με το συμφωνηθέν μίσθωμα τοιαύτης, για όσο χρόνο ο μισθωτής παρακρατεί το μίσθιο μετά τη λήξη της μίσθωσης, κατ' εφαρμογή της γενικής ρήτρας του άρθρου 288 ΑΚ (ΑΠ457/2022, ΑΠ 1307/2013, ΑΠ 372/2001). Ακολούθως, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο.
Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 31/2009, ΑΠ 1783/2023, ΑΠ 448/2022, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 757/2015).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1783/2023, ΑΠ 143/2023,ΑΠ 59/2021, ΑΠ 550/2020, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017). Στην ερευνώμενη υπόθεση το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη με αριθμ....2021 απόφασή του, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της εφαρμογής του άρθρου 21 του ν. 4002/2011, δέχτηκε, ανελέγκτως, τα ακόλουθα πραγματικά γεγονότα: "...Κατόπιν μειοδοτικής διαδικασίας, η οποία έλαβε χώρα σύμφωνα με το ΠΔ 19/1932, η πρώτη εφεσίβλητος, ο Γ.
Μ. και ο Γ. Γ., δυνάμει του από 6.4.1998 μισθωτηρίου, εξεμίσθωσαν στο εκκαλούν 14 αυτοτελείς οριζόντιες ιδιοκτησίες τους, στο επί της οδού ... της πόλεως των …, προκειμένου να στεγάσει τις υπηρεσίες του Υπουργείου Πολιτισμού. Οι εν λόγω οριζόντιες ιδιοκτησίες και συγκεκριμένα η με στοιχεία Γ-1 του τρίτου άνωθεν του ημιώροφου ορόφου του Γ.
Μ., η με στοιχεία Δ-1 του τετάρτου άνωθεν του ημιώροφου ορόφου του Γ. Γ. και οι με στοιχεία Α-1, Α-2 του πρώτου ορόφου, Β-1, Β-2 του δευτέρου ορόφου, Γ-2 του τρίτου ορόφου, Δ-2 του τετάρτου ορόφου, Ε-1, Ε-2 του πέμπτου ορόφου και ΣΤ-1, ΣΤ-2 του έκτου ορόφου και του δώματος της πρώτης εφεσιβλήτου - αντεκκαλούσης, μισθώνοντο από το εκκαλούν, με διαδοχικές συμβάσεις μισθώσεως από το έτος 1979.
Η από 6.4.1998 σύμβαση μισθώσεως ορίσθη τριετούς διάρκειας, από 1.6.1998 έως 31.5.2001. Κατά τη διάρκεια αυτής της μισθώσεως, ο εκμισθωτής Γ. Μ., δια του υπ' αριθμ. ...2000 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Αθηνών Ν. Α., νομίμως μεταγραφέντος στις ...2000, μετεβίβασε, με εν ζωή δωρεά, στην σύζυγό του Α. Μ., την επικαρπία της υπό στοιχείο Γ-1 εκμισθωμένης στο εκκαλούν οριζοντίου ιδιοκτησίας του, του ως άνω κτιρίου, και το δικαίωμα ενασκήσεώς της εφ' στον δεύτερο και τρίτο των εφεσιβλήτων και αντεκκαλούντων.
Η ως άνω σύζυγος του Γ. Μ., καταστάσα επικαρπώτρια, υπεισήλθε στην ως άνω μισθωτική σχέση, ως συνεκμισθώτρια. Μετά τον θάνατο αυτής, οι δεύτερος και τρίτος των εφεσιβλήτων και αντεκκαλούντων, απέκτησαν την πλήρη κυριότητα της ως άνω ιδιοκτησίας, κατά ποσοστό 1/2 έκαστος εξ αδιαιρέτου, υπεισελθόντων στην ως άνω μισθωτική σχέση, δια αποσβέσεως του δικαιώματος της επικαρπίας και της ενώσεώς του μετά δικαιώματος της ψιλής κυριότητος.
Περαιτέρω, επίσης κατά τη διάρκεια ανωτέρω μισθώσεως, ο τρίτος συνεκμισθωτής Γ. Γ., δια του υπ' αριθμ. ...2000 συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Τ., νομίμως μεταγραφέντος στις ...2000, μετεβίβασε, λόγω γονικής παροχής, στους υιούς του Δ. και Α., κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου εις έκαστον, την ψιλή κυριότητα της υπό στοιχείο Δ-1 εκμισθωμένης ιδιοκτησίας του, του ως άνω κτιρίου, παρακρατώντας ισοβίως υπέρ αυτού και, μετά τον θάνατό του, υπέρ της συζύγου του Ι.
Γ.. Ενόψει της λήξεως της συμβάσεως μισθώσεως στις 30.5.2001, η πρώτη εφεσίβλητος και αντεκκαλούσα, ο Γ. Γ. και η Α. Μ., με την από 30.4.2001 επιστολή τους προς το εκκαλούν, εναντιώθησαν στην συνέχιση της μισθώσεως και ζήτησαν την απόδοση του μισθίου. Το εκκαλούν δεν παρέδωσε το μίσθιο στις 30.5.2001 και συνέχισε να κάνει χρήση αυτού, καταβάλλοντας το συμφωνηθέν μίσθωμα των 5.859,42 ευρώ, ήτοι 4,34 ευρώ, ανά τ.μ.
Δια της από 10.2.2015 και με αριθμό καταθέσεως δικογράφου ...2015 αγωγή τους, οι πρώτη, δεύτερος και τρίτος των εφεσιβλήτων και αντεκκαλούντων, διατείνονται, ότι λόγω της παρανόμου παρακρατήσεως του μισθίου, υπέστησαν περαιτέρω ζημία, διότι, εάν τους είχε παραδοθεί το μίσθιο κατά τη λήξη της συμβάσεως μισθώσεως, θα το εξεμίσθωναν, κατά το έτος 2011 με 17,71 ευρώ ανά τμ, κατά το έτος 2012 με 14,76 ευρώ ανά τμ, κατά το έτος 2013 με 14 ευρώ ανά τμ και, κατά το έτος 2014, με 13,50 ευρώ ανά τμ.
Επί της εν λόγω αγωγής εξεδόθη η εκκαλουμένη, δια της οποίας το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε, ότι η πρώτη εφεσίβλητος-αντεκκαλούσα ζημιώθη, για το χρονικό διάστημα από 1.1.2 011 έως 31.12.2 011 το ποσόν των 8,34 ευρώ ανά τμ [12,68 - 4,34] και συνολικώς το ποσόν των 112.404,85 ευρώ, για το διάστημα από 1.1.2012 έως 31.12.2012, για το διάστημα από 1.1.2012 έως 31.12.2012, το ποσόν των 8,89 ευρώ ανά τμ [13,23 - 4,34] και συνολικώς το ποσόν των 119.817,64 ευρώ, για το διάστημα από 1.1.2013 έως 31.12.2013, το ποσόν των 9,22 ευρώ ανά τμ [13,56 - 4,34 ] και συνολικώς το ποσόν των 124.265,32 ευρώ και για το διάστημα από 1.1.2014 έως 31.12.2014, το ποσόν των 9,23 ευρώ ανά τμ [13,57-4,34 ευρώ] και συνολικώς το ποσόν των 124.400,09 ευρώ και συνολικώς, για όλο το επίδικο χρονικό διάστημα, το ποσόν των 480.887,90 ευρώ, ο δεύτερος και τρίτος εφεσίβλητος-αντεκκαλών ζημιώθησαν, κατά ισομοιρία, κατά τα ποσά ανά τμ των 8,34, 8,89, 9,22 και 9,23 ευρώ, κατά τα αντίστοιχα, ως άνω επιμέρους διαστήματα και συνολικώς, κατά τα επιμέρους, ως άνω, χρονικά διαστήματα, κατά τα ποσά των 11.419,13 ευρώ, 12.172,19 ευρώ, 12.624,02 ευρώ, 12.637,71 ευρώ και συνολικώς, για όλο το επίδικο χρονικό διάστημα, κατά το ποσόν των 48.853,05 ευρώ, ήτοι, έκαστος, κατά το ποσόν των 24.426,52 ευρώ.
Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εδέχθη, επομένως, εν μέρει την ένδικο αγωγή, αναγνωρίζοντας, ότι το εκκαλούν οφείλει στην πρώτη εφεσίβλητο-αντεκκαλούσα, για το χρονικό διάστημα από 1.1.2011 έως 31.12.2014, το ως άνω συνολικό ποσόν, καθώς, για το αυτό χρονικό διάστημα, το ως άνω ποσόν, δι έκαστον των δευτέρου και τρίτου εφεσιβλήτου-αντεκκαλούντος.
Τα ποσά των 12,68, 13,23, 13,56 και 13,57 ευρώ ανά τ.μ, συνιστούν την κρίση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, σχετικά με ποιο ποσό θα εξεμίσθωναν οι εφεσίβλητοι-αντεκκαλούντες τις ιδιοκτησίες τους υπό καθεστώς ελευθέρας μισθώσεως. Στην κρίση δε αυτή, το Πρωτοβάθμιο κατέληξε βάσει της υπ' αριθμ. ...2015 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, η οποία έχει ισχύ δεδικασμένου.
Σύμφωνα με την απόφαση αυτή, η οποία εξεδόθη επί εκατέρωθεν εφέσεων κατά της υπ' αριθμ....2013 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσης στις ...2010 επί προηγουμένης αγωγής των τότε εναγόντων και νυν εφεσιβλήτων αντεκκαλούντων, για το προγενέστερο χρονικό διάστημα 2008-2010, το 2010, το ελεύθερο μίσθωμα του μισθίου, ανήρχετο σε 16.216,36 ευρώ, ήτοι σε 12 ευρώ ανά τμ.
Συνεπώς, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε, ότι αν το τότε εναγόμενο και νυν εκκαλούν έπαυε να παρακρατεί το μίσθιο και το απέδιδε στους τότε ενάγοντες και νυν εφεσιβλήτους-αντεκκαλούντες, τούτο θα εκμισθώνετο και θα επιτυγχάνετο, με βάσιμη πιθανότητα και υπό καθεστώς ελευθέρας μισθώσεως, μηνιαίο μίσθωμα προσαυξημένο εκείνου δι έκαστον επόμενο έτος του επιδίκου χρονικού διαστήματος από 2011 έως και 2014 με το ποσοστό της μέσης ετήσιας μεταβολής του Γενικού Δείκτου Τιμών Καταναλωτού του προηγουμένου έτους, όπως προσδιορίζεται από την Εθνική Στατιστική Υπηρεσία, πλέον μίας ποσοστιαίας μονάδος, ως συνηθίζεται στις συναλλαγές και, συνεπώς, το μηνιαίο επιτευχθησόμενο μίσθωμα θα προσαυξάνετο, για το έτος 2011, κατά ποσοστό 5,7%, για το έτος 2012, κατά ποσοστό 4,3%, για το έτος 2013, κατά ποσοστό 2,5% και για το έτος 2014, κατά ποσοστό 0,1%, δεδομένου, ότι η μέση ετήσια μεταβολή του Γενικού Δείκτου Τιμών Καταναλωτού ανήρχετο, όπως προκύπτει εκ του επικαλουμένου και προσκομιζομένου υπό του εναγομένου σχετικού πίνακος, το έτος 2010 σε 4,7%, το έτος 2011 σε 3,3%, το έτος 2012 σε 1,5% και το έτος 2013 σε 0,9%.
Βάσει των ανωτέρω ποσοστών, το μίσθωμα που θα μπορούσε να επιτευχθεί, υπό καθεστώς ελευθέρας μισθώσεως, θα ανήρχετο συνολικώς σε 17.140,66 ευρώ, ήτοι σε 12,68 ευρώ ανά τμ το έτος 2011, σε 17.877,71 ευρώ, ήτοι σε 13,23 ευρώ ανά τμ, το έτος 2012, σε 18.324,65 ευρώ, ήτοι σε 13,6 ευρώ ανά τμ το έτος 2013 και σε 18.342,97 ευρώ, ήτοι σε 13,57 ευρώ ανά τμ το έτος 2014.........
Με τον δεύτερο λόγο της υπό κρίση εφέσεως το εκκαλούν διατείνεται, ότι το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έσφαλε δεχόμενο την ένδικο αγωγή, αναγνωρίζοντας οφειλή του στην πρώτη εφεσίβλητο 480.887,90 ευρώ και 24.426,52 ευρώ εις έκαστον των δευτέρου και τρίτου εφεσιβλήτων, ενώ, θα έπρεπε να έχει εφαρμόσει τις διατάξεις των άρθρων 29 παρ. 1 του Ν. 3130/2008, 28, 29 και 30 του ΠΔ 19/1932, 21 του Ν. 4002/2011 και 102 του Ν. 4316/2014, σύμφωνα με τις οποίες η παρακράτηση του μισθίου, μετά την λήξη της συμβάσεως μισθώσεως, θεωρείται σιωπηρή παράτασή της, εφόσον ο εκμισθωτής δεν έχει εναντιωθεί και τα μισθώματα που το Δημόσιο καταβάλλει για τη στέγαση των υπηρεσιών του μειώνονται κατά ποσοστό 20% και δεν επιτρέπεται να αυξηθούν πριν την 1.1.2019, οι οποίες διατάξεις ψηφίσθησαν προς αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσεως και δημοσιονομικής υφέσεως, στις οποίες η χώρα είχε περιέλθει από το έτος 2009.
Ο δεύτερος αυτός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι οι εκμισθωτές εναντιώθησαν στην παράταση της μισθωτικής συμβάσεως, κατά τα ανωτέρω, αφενός και, αφετέρου, διότι οι εν λόγω διατάξεις τυγχάνουν εφαρμογής επί διαρκούσης μισθωτικής σχέσεως μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και ιδιωτών, ήτοι, εφόσον δεν έχει επέλθει λήξη της μισθωτικής συμβάσεως ή έχει επέλθει, αλλά ο ιδιώτης εκμισθωτής δεν έχει εναντιωθεί στην παράτασή της, οπότε και δεν υφίσταται παρακράτηση του μισθίου.
Ορθώς, επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε το ανωτέρω ισχυρισμό του εκκαλούντος, έστω σιγή, η οποία αντικαθίσταται δια της παρούσης αιτιολογίας [άρθρο 534 ΚΠολΔ]....". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε, ότι δεν εφαρμόζεται στην ένδικη μισθωτική διαφορά η διάταξη του άρθρου 21 του ν 4002/2011 για την επιδίκαση των οφειλομένων ποσών, μειωμένων κατά ποσοστό 20%, και απέρριψε τον σχετικό λόγο έφεσης του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος.
Το τελευταίο, με το μοναδικό λόγο αναίρεσης, υποστηρίζει, ότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 21 του ν 4002/2011 έγινε δεκτό με την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το Δημόσιο υποχρεούται να καταβάλει στο αναιρεσίβλητο αποζημίωση χρήσης ίση με το αντίστοιχο ποσό των μισθωμάτων του ως άνω χρονικού διαστήματος, υπολογιζόμενη με βάση το κατά το χρόνο της λύσης της μίσθωσης καταβαλλόμενο από αυτό (Δημόσιο) μηνιαίο μίσθωμα και όχι με βάση το μειωμένο κατά ποσοστό 20% ως άνω μηνιαίο μίσθωμα.
Η αιτίαση αυτή είναι αβάσιμη, καθόσον η μίσθωση με την παρέλευση του συμβατικού χρόνου μίσθωσης, ήτοι την 30-5-2001 οι εκμισθωτές εναντιώθηκαν ρητά στη συνέχιση της μίσθωσης και ζήτησαν την απόδοση αυτού και επομένως η ένδικη μίσθωση είχε λήξει την 30-5-2001, ήτοι πριν από τη δημοσίευση του Ν 4002/2011, το άρθρο 21 του οποίου εφαρμόζεται σε ενεργή και όχι σε ήδη λήξασα μίσθωση.
Μετά, δε, τη λήξη της μισθωτικής σύμβασης δεν οφείλεται μίσθωμα, αλλά αποζημίωση χρήσης. Ούτε, τίθεται ζήτημα εκτέλεσης της σύμβασης, εφόσον η μίσθωση δεν υφίσταται πλέον και ο μισθωτής οφείλει να αποδώσει τη χρήση του μισθίου στον εκμισθωτή, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη νομική σκέψη. Συνακόλουθα, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Μετά ταύτα, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, και να καταδικαστεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της τελευταίας, που υποβλήθηκε με τις προτάσεις της (άρθρα 106, 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένα, όμως, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 Ν. 3693/1957 και την, κατ' εξουσιοδότησή του, 134423 Οικ/8.12.1992/20.1.1993 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από ...2022 και με αριθμ.καταθ.......2022, αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμ.......2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Οκτωβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Οκτωβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ