Legislator Case Law & Legislation
1602/2023 AI generated

Supreme Court partially allows appeal on moral damages, remanding case for further trial on evidence sufficiency.

Case Number 1602/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against the Second Instance Court's decision, which had rejected the claim for moral damages while awarding compensation for use. The court found the lower court's reasoning insufficient to explain why specific documentary evidence regarding the property's value and market conditions was not considered. Consequently, the case was remanded for a new trial to reassess the moral damages claim based on the established facts.

Legislator headnote

AI generated

Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566, 577, 580, 176, 183, 189, 191 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may partially allow an appeal when the lower court fails to provide adequate reasoning for rejecting a specific claim, necessitating remand for further examination of that issue.

Keywords

AI generated
partial appeal allowance moral damages claim insufficient reasoning remand for retrial evidence sufficiency legal costs allocation civil procedure code

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553(1)(b), 556(1), 558(a), 564(2), 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 444(3) of the Code of Civil Procedure
Article 448(2) of the Code of Civil Procedure
Article 457(4) of the Code of Civil Procedure
Article 529 of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189(1), 191(2) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1602 / 2023 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1602/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Αθανάσιο Θεοφάνη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 16 Μαρτίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Π. του Γ., 2) Χ. Π. του Ε., κατοίκων ..., 3) Β. Κ. του Δ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Κωνσταντίνα Παπαβασιλείου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Β. χήρας Α. Π., το γένος Χ. Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Αγαπηνό, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-6-2015 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λευκάδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 228/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 161/2020 του Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24-4-2021 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 24.04.2021 αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα, υπ' αριθμ. 161/09.11.2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, το οποίο δέχθηκε την από 22.08.2017 έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθμ. 228/2017 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας, το οποίο είχε κάνει δεκτή εν μέρει την από 10.06.2015 αγωγή των αναιρεσειόντων από τα άρθρα 785, 786, 787, 792§2, 914 και 932 του Α.Κ. .

Ειδικότερα, το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την ως άνω εκκαλουμένη απόφαση, με την οποία είχε αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης (αναιρεσίβλητης) να καταβάλει σε καθένα των εναγόντων (αναιρεσειόντων) το ποσό των 23.937,50€ (ποσό 21.937,50€ για αποζημίωση χρήσεως κατά το ένδικο χρονικό διάστημα και ποσό 2.000,00€ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από την αναφερόμενη αδικοπραξία), κράτησε την υπόθεση και δικάζοντας επί της ένδικης αγωγής, έκανε αυτήν εν μέρει δεκτή και αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγομένης (αναιρεσίβλητης) να καταβάλει σε καθένα των εναγόντων (αναιρεσειόντων) νομιμοτόκως το ποσό των 8.700,00€ για αποζημίωση χρήσεως κατά το ίδιο ένδικο χρονικό διάστημα, ενώ απέρριψε την αγωγή κατά το κεφάλαιο αυτής περί αναγνωρίσεως της υποχρεώσεως της εναγομένης (αναιρεσίβλητης) να καταβάλει σε καθένα των εναγόντων χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Η αίτηση αυτή αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553§1 στοιχ. β', 556§1, 558 εδάφ. α', 564§2, 566§1 του Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577§1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577§2 του Κ.Πολ.Δ.). Από την παραδεκτή (άρθρο 561§2 του Κ.Πολ.Δ.) για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το εκδώσαν αυτή δευτεροβάθμιο Δικαστήριο για την εκφορά της δικαστικής του κρίσεως δέχθηκε τα ακόλουθα: "Οι ενάγοντες είναι συγκύριοι κατά ποσοστό 1/8 εξ αδιαιρέτου ο καθένας και η εναγόμενη κατά το υπόλοιπο ποσοστό των 5/8 εξ αδιαιρέτου ενός ακινήτου, εμβαδού 20.000 τ.μ.

μετά της επ' αυτού ισογείου οικίας, εμβαδού 161,34 τ.μ., και των λοιπών συστατικών και παραρτημάτων της, που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας ..., Δημοτικής Ενότητας ... του νυν Δήμου ... και εκτός των ορίων του οικισμού του και το οποίο συνορεύει νότια με ιδιοκτησία αδελφών Ι. Κ. και Ε. Α., ανατολικά με την εθνική οδό ..., δυτικά με θάλασσα και βόρεια με ιδιοκτησία Κ.

Τ.. Η επικείμενη εντός του ακινήτου αυτού οικία, έχει ανεγερθεί δυνάμει της …/1983 αδείας του Γραφείου Πολεοδομικών Εφαρμογών της Νομαρχίας Αιτωλοακαρνανίας, από τον τότε κύριο αυτού, Α. Π., που ασκούσε το επάγγελμα του Πολιτικού Μηχανικού, αποτελούμενη από πέντε κύρια δωμάτια και συγκεκριμένα από τέσσερα υπνοδωμάτια, καθιστικό, τρία W.C., κουζίνα, μία κύρια είσοδο και έξι δευτερεύουσες εισόδους.

Το ακίνητο βρίσκεται σε επαφή με τη επαρχιακή οδό σε πλευρά μήκους 173 μ. και της θάλασσας με πλευρά 180,70 μ. και, λόγω του επικλινούς του εδάφους του, η οικία βρίσκεται κάτωθι της επαρχιακής οδού ενώ εντός του ακινήτου υπάρχει έντονη βλάστηση. Επίσης στο ακίνητο έχουν κατασκευασθεί, κεραμοσκεπές υπόστεγο 109,35 τ.μ., κεραμοσκεπές κλειστό ισόγειο λεβητοστάσιο και αποθήκη 80 τ.μ, ημιυπόγεια δεξαμενή νερού 120 τ.μ.

από οπλισμένο σκυρόδεμα, γεώτρηση βάθους 58 μ. με σωλήνα Φ200 με υποβρύχια αντλία, τροχοβίλα 18 τ.μ., τοιχεία αντιστήριξης από οπλισμένο σκυρόδεμα, εν μέρει επεδενδυμένα από πέτρα, σκάλα πλάτους 6 μ. από οπλισμένο σκυρόδεμα, που οδηγεί στην αμμώδη παραλία, μήκους 180 μ. και περίφραξη στο όλο οικόπεδο. Οι ενάγοντες κατέστησαν συγκύριοι αυτού, κατά ποσοστό 1/8 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, δυνάμει των ..., ..., .../06.09.2007 πράξεων Γονικής Παροχής της Συμβολαιογράφου Αγρινίου Βασιλικής Μαραγιάννη, που μεταγράφηκαν νόμιμα, λόγω γονικής παροχής εκ μέρους των γονέων τους, Γ.

Π., Ε. Π. και Ε. συζύγου Δ. Κ. το γένος Χ. Π., κληρονόμων του αδελφού τους, Α. Π. του Χ.. Η εναγόμενη κατέστη συγκυρία αυτού, κατά ποσοστό 4/8 εξ αδιαιρέτου, από την κληρονομία του συζύγου της Α. Π., που απεβίωσε αδιάθετος και χωρίς τέκνα στις 13.12.2004, την οποία αποδέχθηκε, δυνάμει της .../10.11.2005 δήλωσης αποδοχής του συμβολαιογράφου Αγρινίου Βασιλείου Μαγκλάρα, που μεταγράφηκε νόμιμα και κατά ποσοστό 1/8 εξ αδιαιρέτου δυνάμει του .../15.06.2007 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, από αγορά από την ετέρα συγκυρία Α.

Τ., θυγατέρα Χ. Π.. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη μετά την απόκτηση και του ως άνω ποσοστού του 1/8 εξ αδιαιρέτου, ήτοι από την απόκτηση της πλειοψηφίας των μεριδίων της ως άνω συγκυριότητας άλλαξε αιφνιδίως την ηλεκτρονική κλειδαριά της εξωτερικής θύρας του ακινήτου αυτού για την οποία μέχρι τότε είχαν κλειδιά οι ενάγοντες και οι δικαιοπάροχοί τους, αποκλείοντας με τον τρόπο αυτό την πρόσβασή τους στο κοινό ακίνητο και, έκτοτε μέχρι και την άσκηση της αγωγής το χρησιμοποιεί αποκλειστικά.

Για το λόγο αυτό οι ενάγοντες άσκησαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας την από 28.05.2008 (εκθ. καταθ. 30/2008) αγωγή τους, με την οποία ζητούσαν να αναγνωρισθεί ακυρότητα της ως άνω απόφασης της εναγομένης, να καθορισθεί δικαστικά ο τρόπος τακτικής διοίκησης και εκμετάλλευσης του επικοίνου και να τους επιδικασθεί η αναλογία τους στο όφελος που αποκόμισε αυτή από την ως άνω αιτία έως και τη 01.10.2008.

Επιπλέον, η εναγόμενη άσκησε, ενώπιον του ως άνω Δικαστηρίου, την από 21.10.2008 (αριθμ. εκθ. καταθ. 54/31.10.2008) αγωγή κατά των εναγόντων, με την οποία ζητούσε να αναγνωριστεί ότι είναι καθόλα έγκυρη και νόμιμη η απόφασή της, ως πλειοψηφούσας κοινωνού, περί αποκλειστικής χρήσης του επικοίνου. Επί των αγωγών αυτών εκδόθηκε η 53/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας και κατόπιν εφέσεων που ασκήθηκαν κατ' αυτής η 104/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, η οποία, μεταξύ άλλων, έκρινε άκυρη την ως άνω απόφαση της εναγομένης κοινωνού για αποκλειστική χρήση από την ίδια του κοινού ακινήτου, λόγω αντίθεσης προς την καλή πίστη, και καθόρισε ως προσφορότερο τρόπο χρήσης αυτού την εκ περιτροπής χρήση του από όλους τους συγκοινωνούς - συγκυρίους κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα σ' αυτή, ήτοι ως εξής:

Α) με την εκ περιτροπής κάθε μήνα χρήση της εξοχικής κατοικίας κατά το χρονικό διάστημα από 1ης Ιουλίου μέχρι 31ης Αυγούστου, καθώς και κατά τις εορτές των Χριστουγέννων, του νέου έτους, των Θεοφανείων, Απόκρεω και Πάσχα και ειδικότερα όταν η μία διάδικη πλευρά χρησιμοποιεί αυτό κατά τις εορτές των Χριστουγέννων και του νέου έτους, η άλλη θα το χρησιμοποιεί κατά τις Απόκριες και το Πάσχα, όταν δε η μία πλευρά το χρησιμοποιεί τον Ιούλιο, η ετέρα θα το χρησιμοποιεί τον Αύγουστο, Β) οι εναγόμενοι κοινωνοί κατά ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου θα το χρησιμοποιούν επίσης κατά τους λοιπούς μήνες, δηλαδή κατά τους μήνες που δεν έχουν την εκ περιτροπής χρήση κατά τα οριζόμενα ανωτέρω υπό στοιχείο Α (δηλαδή πλην των μηνών Ιανουαρίου, Ιουλίου, Αυγούστου και των μηνών που εορτάζονται οι Απόκριες και το Πάσχα) την πρώτη εβδομάδα κάθε μήνα.

Θα περιορίζονται δε οι τελευταίοι (μειοψηφούντες κοινωνοί) στη χρήση των αναφερόμενων στην εν λόγω απόφαση χώρων, ενώ, παράλληλα, θα χρησιμοποιούν και τα λοιπά συστατικά και παραρτήματα του οικοπέδου, πλην των επίσης προσδιορισμένων στην απόφαση χώρων της οικίας, στην οποία θα έχουν πρόσβαση σε περίπτωση βλάβης της ηλεκτρικής παροχής ή της παροχής ύδρευσης ενώ δεν επιδίκασε στους ενάγοντες αποζημίωση χρήσης μέχρι τις 31.10.2008, δεχόμενη εν μέρει την προβληθείσα από την εναγόμενη ένσταση συμψηφισμού.

Στη συνέχεια, οι ενάγοντες κοινοποίησαν στην εναγόμενη αντίγραφο πρώτου εκτελεστού απογράφου της ως άνω απόφασης με κάτωθι αυτού από 08.01.2015 επιταγή προς εκτέλεση, χωρίς όμως η τελευταία να συμμορφωθεί με το περιεχόμενο της εν λόγω επιταγής, με το οποίο επιτασσόταν μεταξύ άλλων να τους αποδώσει την εκ περιτροπής χρήση του ως άνω ακινήτου.

Ωστόσο, η εναγομένη άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας την από 20.01.2015 (αριθμ. εκθ. καταθ. 5/21.01.2015) ανακοπή, με την οποία ζητούσε την ακύρωση της ως άνω από 08.01.2015 επιταγής προς εκτέλεση, εκδόθηκε δε επ' αυτής η 132/2016 απόφαση του ιδίου ως άνω Δικαστηρίου, η οποία δέχθηκε την ανακοπή και ακύρωσε την ως άνω επιταγή, για το λόγο ότι η ως άνω απόφαση του Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, είναι διαπλαστικού χαρακτήρα και ως εκ τούτου δεν επιδέχεται εκτέλεσης.

Περαιτέρω, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι έγινε δεκτή η ως άνω ανακοπή της εναγόμενης, αποδείχθηκε ότι αυτή πράγματι εξακολουθεί να χρησιμοποιεί αποκλειστικά την ένδικη οικία απαγορεύοντας με τον τρόπο αυτόν στους ενάγοντες - λοιπούς συγκυρίους να ασκούν οιαδήποτε πράξη εντός αυτής και χωρίς να καταβάλλει σ' αυτούς το μερίδιο του οφέλους που αντιστοιχεί στο δικό τους ποσοστό συγκυριότητας.

Ας σημειωθεί ότι η εναγόμενη ήδη με την από 02.09.2014 εξώδικη δήλωσή της που κοινοποιήθηκε στους ενάγοντες την 01.09.2014 και αφού είχε ήδη λάβει γνώση του διατακτικού της ως άνω απόφασης του Εφετείου, η οποία είχε δημοσιευθεί στις 25.07.2014, γνωστοποίησε σε αυτούς την απόφασή της να χρησιμοποιήσει την ένδικη οικία ως μόνιμη κατοικία της, προσφέροντας σ' αυτούς μηνιαίο αντάλλαγμα το οποίο αυτή θεωρούσε ότι αντιστοιχεί στη μισθωτική αξία του μεριδίου τους, πλην, όμως, οι ενάγοντες δεν αποδέχθηκαν την πρότασή της αυτή.

Ακολούθως άσκησε την από 14.01.2015 (αρ. κατ. 3/29.01.2015) αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας, με την οποία, επικαλούμενη μεταβολή των συνθηκών ως προς την χρησιμοποίηση του ακινήτου ως κύρια κατοικία της κυρίως λόγω συνταξιοδότησής της, ζήτησε τον κανονισμό του τρόπου χρήσης έναντι οικονομικού ανταλλάγματος, επί της οποίας εκδόθηκε η 28/2017 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας, που απέρριψε τη αγωγή ως αβάσιμη από ουσιαστική άποψη.

Συνεπώς, η εναγόμενη από την αποκλειστική χρήση του ένδικου ακινήτου ωφελείται και μετά την 01.11.2008 (χρόνο μέχρι τον οποίο έκρινε η ως άνω απόφαση του Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας) και συνεπώς οι ενάγοντες έχουν δικαίωμα ν' αξιώσουν από την εναγόμενη αποζημίωση χρήσης, κατά την αναλογία της μερίδας εκάστου, για το επίδικο χρονικό διάστημα, ήτοι από 01.11.2008 μέχρι 30.04.2015 το οποίο αντιστοιχεί σε 78 ένδικους μήνες.

Η συνολική ωφέλεια που αποκόμισε η εναγόμενη από την αποκλειστική χρήση του ως άνω ακινήτου, με την ευρισκόμενη εντός αυτού οικία και των λοιπών συστατικών και παραρτημάτων αυτής, είναι η εξοικονόμηση των μισθωμάτων που θα κατέβαλε για τη μίσθωση άλλου όμοιου ακινήτου αντίστοιχης μισθωτικής αξίας, και συγκεκριμένα το αναλογούν στις μερίδες των εναγόντων, ήτοι 1/8 εξ αδιαιρέτου για τον καθένα.

Η αποζημίωση, επομένως, αυτή υπολογίζεται σύμφωνα με τη μισθωτική αξία του ακινήτου, λαμβανομένων υπόψη όλων των κατωτέρω: Το επίκοινο ακίνητο βρίσκεται στο Δήμο ... Αιτωλοακαρνανίας και συγκεκριμένα σε απόσταση πέντε (5) χιλιομέτρων από το κοντινότερο χωριό, το ..., το οποίο διαθέτει λιμάνι, από το οποίο εκτελούνται καθημερινά δρομολόγια με τα νησιά ...

και ..., ήτοι πρόκειται για μια περιοχή με ανάλογο των λοιπών συνθηκών τουριστικό ενδιαφέρον τα τελευταία χρόνια. Στην ίδια περιοχή βρίσκονται σποραδικά και άλλα παρόμοια ακίνητα που ανήκουν σε αλλοδαπούς υπηκόους (Ιταλούς, Αυστριακούς κλπ), καθώς και ένα ξενοδοχείο με την ονομασία "...". Το γεγονός της ανέγερσης τα νέας ξενοδοχειακής μονάδας, πέντε αστέρων, δυναμικότητας 154 κλινών, με συνεδριακό κέντρο από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "..." στο ..., της οποίας ο κατασκευαστικές εργασίες ήταν σε εξέλιξη τον Σεπτέμβριο του έτους 2016 φανερώνει μεν ανάλογο επενδυτικό ενδιαφέρον του ξενοδοχειακού κλάδου για την ευρύτερη περιοχή, πλην όμως, όσον αφορά το χρονικό διάστημα της επίδικης χρήσης (μέχρι 30.04.2015), δεν κρίνεται πρόσφορο ως συγκριτικό στοιχείο ως προς την ανοδική επίδραση στη μισθωτική αξία του επίκοινου ακινήτου.

Επιπλέον, η οικία που είναι κτισμένη εντός του ακινήτου ανεγέρθηκε περί το έτος 1983, είναι εμβαδού, 161 τ.μ. περίπου, με τους ειδικότερους χώρους που προεκτέθηκαν, διαθέτει ατομική θέρμανση (καλοριφέρ), ενώ το ακίνητο διαθέτει δική του γεώτρηση, καθώς δε συνδέεται με το δίκτυο ύδρευσης, έχει πρόσβαση σε αμμώδη παραλία, η δε σύνδεση της οικίας με τον επαρχιακό δρόμο ...

εξυπηρετείται μέσω ενός επικλινούς εσωτερικού του ακινήτου χωματόδρομου. Η μισθωτική αξία ενός παρεμφερούς ακινήτου στην ίδια περιοχή κυμαίνεται, κατά μέσο όρο κατά επίδικο χρονικό διάστημα σε 2.500 ευρώ μηνιαίως κατά τη θερινή περίοδο και 500 ευρώ μηνιαίως κατά τη χειμερινή ενώ η τιμή του δίκλινου δωματίου ξενοδοχείου ανέρχεται περίπου στα εκατό (100) ευρώ την ημέρα για το μήνα Αύγουστο, που κορυφώνεται η τουριστική περίοδος στη συγκεκριμένη περιοχή.

Περαιτέρω, ο ισχυρισμός της εναγόμενης ότι απορρέει δεδικασμένο από την 104/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας ως προς τη μισθωτική αξία του ακινήτου, πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, καθόσον η ως άνω απόφαση έκρινε τους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο του έτους 2008, οι οποίοι δεν αποτελούν αιτούμενο με την υπό κρίση αγωγή χρονικό διάστημα.

Ωστόσο, σε σχέση με την μισθωτική αξία που καθορίστηκε με την εν λόγω απόφαση ανερχόμενη σε 2.250 ευρώ μηνιαίως τον Ιούλιο και Αύγουστο του έτους 2008 για κάθε μήνα, προέκυψε ότι η μετέπειτα μισθωτική αξία του επιδίκου ακινήτου μειώθηκε, λόγω της οικονομικής κρίσης που επήλθε, διότι η περιοχή στην οποία βρίσκεται είναι μεν τουριστικά αναπτυσσόμενη αλλά η ζήτηση για ενοικίαση εξοχικών κατοικιών, οπωσδήποτε από τον εσωτερικό τουρισμό, υπέστη την αρνητική επίδραση της οικονομικής κρίσης, χωρίς αντίστοιχη εξισορρόπηση της ζήτησης από αλλοδαπούς τουρίστες, που πρωτίστως επισκέπτονται περισσότερο δημοφιλείς περιοχές.

Εξάλλου αποδείχθηκε ότι το ένδικο ακίνητο είναι δυνατόν να εκμισθωθεί ως εξοχική κατοικία για τους καλοκαιρινούς μήνες, Ιούνιο μέχρι και Αύγουστο, κατά δε τους χειμερινούς μήνες ως κύρια κατοικία, αλλά με σχετική ζήτηση, λόγω της ερημικότητας της περιοχής του.

Συνεπώς, η κατά μέσο όρο μισθωτική αξία αυτού ανέρχεται στο ποσό των 2.200 ευρώ το μήνα κατά τους θερινούς μήνες και 500 ευρώ μηνιαίως κατά τους χειμερινούς και η συνολική μισθωτική αξία για το επίμαχο χρονικό διάστημα σε 69.600 ευρώ [39.600 ευρώ (2.200 ευρώ Χ 18 θερινοί μήνες) + 30.000 ευρώ (500 ευρώ Χ 60 χειμερινοί μήνες)] ήτοι 892,30 ευρώ μηνιαίως. Επομένως, πρέπει να αναγνωριστεί ότι η εναγόμενη είναι υποχρεωμένη να καταβάλει στους ενάγοντες, κατά το λόγο της μερίδας τους, το συνολικό ποσό των 8.700 ευρώ στο καθένα εξ αυτών (892,30 ευρώ Χ 78 μήνες = 69.600 ευρώ X 1/8) για όλο το ως άνω χρονικό διάστημα, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Περαιτέρω δεν αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη μετά την έκδοση της 104/2014 απόφασης του Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, με την οποία καθορίστηκε δικαστικά ο τρόπος σύγχρησης του κοινού ακινήτου παράνομα και υπαίτια απέκλεισε τη πρόσβαση των εναγόντων σε αυτό και περαιτέρω τη χρήση καθ' οιονδήποτε τρόπο αυτού, καθόσον αυτή προέβαλλε αιτιάσεις ως προς τον τρόπο χρήσης του επίκοινου και άσκησε προς τούτο την προαναφερόμενη αγωγή της ενώ προσέφερε στους ενάγοντες αποζημίωση για την αποκλειστική χρήση του ακινήτου.

Συνεπώς, οι ενάγοντες, δεν υπέστησαν ηθική βλάβη από τελεσθείσα σε βάρος τους αδικοπραξία ώστε να δικαιούνται χρηματικής ικανοποίησης. Η εκκαλουμένη απόφαση όμως, κατέληξε σε διαφορετικό συμπέρασμα και αναγνώρισε, ότι οι εναγόντες δικαιούνται 21.937,50 ευρώ ως αποζημίωση χρήσης για χρονικό διάστημα 78 μηνών και 2.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Συνεπώς, έσφαλε, ως προς την ορθή εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού και ειδικότερα, ως προς τον ορθή εκτίμηση του ύψους της αποζημίωσης χρήσης καθώς και ως προς την επιδίκαση ηθικής βλάβης.".

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 785, 786, 787, 792§ 2, 961, 962 και 1113 του Α.Κ. προκύπτει ότι, σε περίπτωση αποκλειστικής χρήσεως κοινού πράγματος από ένα από τους κοινωνούς, δικαιούνται οι υπόλοιποι, και αν δεν προέβαλαν αξίωση συγχρήσεως, να απαιτήσουν από αυτόν, που έκανε αποκλειστική χρήση του κοινού, ανάλογη προς το ποσοστό του δικαιώματός τους μερίδα από το όφελος (καρπούς και γενικότερα ωφελήματα) που αυτός αποκόμισε ή εξοικονόμησε και το οποίο συνίσταται στην αξία της επιπλέον της ιδανικής του μερίδας χρήσεως του κοινού (Α.Π. 1199/2021, Α.Π. 1121/2017, Α.Π. 2191/2007).

Η σχετική αξίωση γεννιέται από μόνο το γεγονός της αποκλειστικής χρήσεως του κοινού πράγματος από ένα εκ των κοινωνών, δεν αποκλείεται όμως να ανακύπτει παράλληλα και ευθύνη του ως κακοπίστου νομέα κατά το άρθρο 1098 του Α.Κ. ή και αδικοπρακτική ευθύνη του κατά τα άρθρα 914 ή και 1099 του Α.Κ., αν παράνομα και υπαίτια εμπόδισε τη σύγχρηση του κοινού πράγματος από τους λοιπούς κοινωνούς (Α.Π. 1334/2022, Α.Π. 362/2010, Α.Π. 953/2006) ή πολύ περισσότερο αν τους απέβαλε από τη συννομή του κοινού (Α.Π. 1121/2017, Α.Π. 767/2014).

Ειδικότερα, προκειμένου περί αστικού ακινήτου, το όφελος αυτό συνίσταται στην κατά τον χρόνο της αποκλειστικής χρήσεως μισθωτική αξία της μερίδας των εκτός χρήσεως κοινωνών, η οποία δεν αποτελεί μίσθωμα, αφού δεν υπάρχει μισθωτική σχέση, αλλά αποδοτέα, ως αποζημίωση, κατά τις ανωτέρω διατάξεις, ωφέλεια (Α.Π. 1509/2021, Α.Π. 802/2017, Α.Π. 187/2015).

Ο τρόπος που ο κοινωνός χρησιμοποίησε αποκλειστικά για λογαριασμό του το κοινό πράγμα είναι κατ' αρχήν αδιάφορος και μπορεί αυτός να το έχει εκμισθώσει ή να το έχει χρησιδανείσει σε άλλον ή να το έχει ιδιοχρησιμοποιήσει με οποιονδήποτε τρόπο, δηλαδή έστω και διατηρώντας αυτό αδρανές ή, προκειμένου για ακίνητο, διατηρώντας το κλειστό και ανεκμετάλλευτο, εφόσον με τον τρόπο αυτό αποκλείει στην πράξη τη σύγχρηση των λοιπών κοινωνών και ο ίδιος έχει οποτεδήποτε την ευχέρεια να το εκμεταλλευθεί κατά την κρίση και το συμφέρον του (Α.Π. 852/2019, Α.Π. 276/2016, Α.Π. 767/2014).

Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύθηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (Ολ.Α.Π. 2/2013, Ολ.Α.Π. 7/2006, Ολ.Α.Π. 4/2005).

Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της αποφάσεως.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και την υπαγωγή αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παράβαση (Α.Π. 1641/2021, Α.Π. 24/2015, Α.Π. 374/2012).

Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως, για να είναι αυτός ορισμένος, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο, τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (Α.Π. 1667/2012, Α.Π. 374/2012, Α.Π. 325/2004), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (Α.Π. 194/2023, Α.Π. 1947/2006), οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ.Α.Π. 20/2005).

Αντίθετα, η έλλειψη μείζονος προτάσεως στην απόφαση ή οι εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου σ' αυτή ως προς την έννοια διατάξεως ουσιαστικού δικαίου, δεν αρκούν από μόνες τους για να ιδρύσουν τον λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αν κατά τα λοιπά δεν συνέχονται με την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, αφού το διατακτικό της αποφάσεως δεν στηρίζεται στις νομικές αναλύσεις του δικαστηρίου, αλλά στις ουσιαστικές παραδοχές του, που διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του.

Ωσαύτως, με τον λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561§1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 258/2023, Α.Π. 1641/2021, Α.Π. 849/2007). Εξάλλου, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν, στην συγκεκριμένη περίπτωση, συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93§3 του Συντάγματος 1975/1986/2001/2008/2019, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.Α.Π. 1/1999, Α.Π. 582/2023, Α.Π. 2087/2022).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σ' αυτή και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στην θεμελίωση ή κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και τον νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.

Αντιστοίχως, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά τον νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση στην συγκεκριμένη περίπτωση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.Α.Π. 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Α.Π. 302/2023, Α.Π. 448/2020, Α.Π. 1633/2018).

Με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναιρέσεως, που αναφέρονται στο κεφάλαιο της από 10.06.2015 αγωγής των αναιρεσειόντων, το σχετικό με την αναφερόμενη ως επιδεχθείσα και συνιστώσα αδικοπραξία συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης ως προς την εκ μέρους της αποκλειστική χρήση του κοινού πράγματος (ενδίκου ακινήτου), αυτοί (αναιρεσείοντες) αιτιώνται το εκδώσαν την προσβαλλόμενη απόφαση δευτεροβάθμιο Δικαστήριο για το ότι, με την απόφασή του, υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ενόψει του ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε τις προαναφερθείσες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου αναφορικά με τις αξιώσεις των κοινωνών που εμποδίσθηκαν να κάνουν χρήση του κοινού πράγματος σε συνδυασμό προς αυτές των άρθρων 914 και 932 του Α.Κ.

και συγκεκριμένα διότι αρνήθηκε να εφαρμόσει τις διατάξεις αυτές του νόμου καίτοι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους και, επιπλέον, με ασαφή, άλλως αντιφατική, αιτιολογία δέχθηκε ότι η ανωτέρω περιγραφόμενη συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης να παρεμποδίζει δηλαδή επί μακρόν τη χρήση του κοινού πράγματος εκ μέρους των αναιρεσειόντων δεν συνιστά αδικοπραξία, Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως είναι παραδεκτοί και βάσιμοι.

Συγκεκριμένα, καίτοι το εκδώσαν την προσβαλλόμενη απόφαση δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχεται ότι η αναιρεσίβλητη παρεμπόδισε τους αναιρεσείοντες να χρησιμοποιήσουν επί μακρόν το κοινό πράγμα αν και είχε εκδοθεί η, καταστάσα αμετάκλητη, υπ' αριθμ. 104/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας με την οποία καθοριζόταν η εκ περιτροπής χρήση του κοινού πράγματος και αυτή (αναιρεσίβλητη) είχε λάβει γνώση αυτής (αποφάσεως), όλως αντιφατικώς, σε σχέση και με τα διαλαμβανόμενα στη νομική σκέψη της αποφάσεώς του, κρίνει ότι η συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης συνιστούσε μεν αδικοπραξία πλην όμως εξ αυτής οι αναιρεσείοντες ουδόλως υπέστησαν ηθική βλάβη " ...

καθόσον αυτή (αναιρεσίβλητη) προέβαλλε αιτιάσεις ως προς τον τρόπο χρήσης του επίκοινου και άσκησε προς τούτο την προαναφερόμενη αγωγή της ενώ προσέφερε στους ενάγοντες αποζημίωση για την αποκλειστική χρήση του ακινήτου. ... .", παραβλέποντας ότι η μνημονευόμενη αγωγή απορρίφθηκε καθώς και ότι η προσφερθείσα αποζημίωση προσδιορίσθηκε μονομερώς από την υπόχρεη.

Κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 του Κ.Πολ.Δ., η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο, που δεν επιτρέπει να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογητική σχέση, από την οποία αυτό έχει παραχθεί. Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο ενώπιον του οποίου ανακύπτει, εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο, είτε ως προδικαστικό ζήτημα, το δικαίωμα που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση, οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασής του το δεδικασμένο, που προκύπτει από την απόφαση αυτή, λαμβάνοντάς το ως αμάχητη αλήθεια όσο και αρνητικά, υπό την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο.

Το δεδικασμένο αυτό εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα, για έννομη σχέση που προβλήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, κυρία παρέμβαση ή ένσταση συμψηφισμού. Έννομη σχέση, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων είναι το σύνολο των εννόμων συνεπειών, που κρίθηκε τελεσίδικα και τα πραγματικά γεγονότα που γέννησαν ή απέσβησαν τις έννομες συνέπειες.

Εξάλλου, ο από το πρώτο μέρος της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 16 του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο, το οποίο προέβη αυτεπαγγέλτως ή κατά πρόταση κάποιου από τους διαδίκους σε έρευνα για τη συνδρομή ή όχι των προϋποθέσεων του δεδικασμένου, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο.

Στον έλεγχο του Αρείου Πάγου υπόκειται η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας τόσο για το αν τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και για το αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα, τα οποία προσέδωσε σ' αυτό η απόφαση, όσο και η κρίση της συνδρομής ή μη των, κατά το άρθρο 324 του Κ.Πολ.Δ., προϋποθέσεων του δεδικασμένου, εφόσον η κρίση αυτή στηρίζεται σε διαδικαστικά έγγραφα, όπως είναι η αγωγή και οι δικαστικές αποφάσεις, η εκτίμηση του περιεχομένου των οποίων, κατά το άρθρο 561§2 του ίδιου Κώδικα ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (Α.Π. 128/2022, Α.Π. 691/2008).

Ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο την "παράβαση νόμου", δηλαδή την ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων, σε σχέση με όσα ανελέγκτως γίνονται δεκτά, αν, επομένως, αυτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα που του προσέδωσε η απόφαση, ενώ διαφεύγει του ελέγχου, ως κρίση περί τα πράγματα (άρθρο 561§1 του Κ.Πολ.Δ.), η συνδρομή ή όχι των περιστατικών ως προς την ταυτότητα της διαφοράς και των διαδίκων (Oλ.

A.Π. 7/2013, Α.Π. 128/2022, Α.Π. 886/2011, Α.Π. 560/2009, Α.Π. 613/2007). Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες αιτιώνται το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο για το ότι, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 559 αριθμ. 16 του Κ.Πολ.Δ. απορρίπτοντας παρά τον νόμο τον περί υπάρξεως, από την καταστάσα αμετάκλητη, υπ' αριθμ. 104/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, αναφορικά με τη μισθωτική αξία του κοινού ακινήτου, δεδικασμένου ισχυρισμό τους.

Ο λόγος αυτός είναι παραδεκτός αλλά αβάσιμος. Συγκεκριμένα, με την προαναφερόμενη δικαστική απόφαση καθορίσθηκε η χρήση του κοινού ακινήτου από τους διαδίκους κοινωνούς επιπλέον δε προσδιορίστηκε η μισθωτική αξία αυτού για τη χρονική περίοδο από την 01.07.2008 έως και τις 30.08.2008 στο ποσό των 2.500,00€ μηνιαίως.

Η κρίση αυτή δεν δημιουργεί δεδικασμένο για τη μηνιαία μισθωτική αξία του αυτού ακινήτου για μεταγενέστερο (ήτοι το αγωγικό) χρονικό διάστημα, το οποίο αφορά η προσβαλλόμενη απόφαση και τούτο διότι αυτή (προσβαλλόμενη απόφαση) έκρινε επί διαφοράς με διαφορετική ιστορική αιτία. Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.

Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κτλ), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολογήσεως εκάστου ή της διακρίσεως από ποιά αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποιά έμμεση απόδειξη. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναιρέσεως αρκεί μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 338 έως 340 του Κ.Πολ.Δ., υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο, ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή επιδρά στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως (Ολ.Α.Π. 2/2008, Α.Π. 25/2023).

Εξάλλου, δεν επιβάλλεται από κάποια διάταξη νόμου η ειδική μνεία και η χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, που λήφθηκαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν προκύπτει, κατά τρόπο αναμφίβολο, ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος.

Περαιτέρω, δεν συνάγεται ότι δεν έχει ληφθεί υπόψη έγγραφο από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην πληττόμενη απόφαση όλα τα έγγραφα, εκτός από εκείνο στο οποίο αναφέρεται η αναιρετική αιτίαση (Ολ.Α.Π. 8/2016, Ολ.Α.Π. 2/2008, Α.Π. 25/2023, Α.Π. 136/2022, Α.Π. 83/2021, Α.Π. 50/2020). Έτι περαιτέρω, ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 561§1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 889/2020, Α.Π. 498/2018, Α.Π. 208/2018).

Για τον έλεγχο της ουσιαστικής βασιμότητας του αναιρετικού αυτού λόγου είναι αναγκαία η προσκομιδή των αποδεικτικών μέσων, τα οποία αφορά η εν λόγω αναιρετική αιτίαση, προκειμένου να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενο αυτών, με βάση το οποίο θα ελεγχθεί η λήψη ή η μη λήψη τους από το δικαστήριο της ουσίας (Α.Π. 1252/2022, Α.Π. 681/2022, Α.Π. 342/2020, Α.Π. 388/2018, ΑΠ 12/2015), ενώ ο λόγος αυτός (από το άρθρο 559 αριθμ. 11γ' του Κ.Πολ.Δ.) πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για σφάλματα, τα οποία έχουν γίνει κατά την έρευνα της αλήθειας ή όχι των πραγματικών περιστατικών, δηλαδή τα σφάλματα αυτά αναφέρονται στα αποδεικτικά στοιχεία με βάση τα οποία καταστρώνεται η ελάσσων πρόταση του νομικού συλλογισμού.

Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν μπορεί να ιδρυθεί όταν το δικαστήριο της ουσίας απορρίπτει την αγωγή ή την ένσταση ως αόριστη ή νόμω αβάσιμη ή δεν εισέρχεται στην αποδεικτική διαδικασία, αφού, στις περιπτώσεις αυτές, το δικαστήριο της ουσίας δεν προβαίνει σε έρευνα των πραγματικών περιστατικών (Α.Π. 1409/2018, Α.Π. 663/2017, Α.Π. 481/1991).

Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες αιτιώνται το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από την περίπτωση γ' του αριθμού 11 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. και τούτο διότι δεν έλαβε υπόψη του τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο έγγραφα και συγκεκριμένα: 1.

Αεροφωτογραφία (Google Earth) του επικοίνου ακινήτου, 2. εκτυπώσεις διαδικτυακών δημοσιεύσεων ενοικιάσεων με τον μήνα στην ευρύτερη περιοχή Μύτικα, Καλάμου, Παλαίρου και Λευκάδας, 3. αγγελία στην εφημερίδα "Καθημερινή" της 02.08.2012 αναζητήσεως ακινήτων απολύτως παρομοίων χαρακτηριστικών για μακροχρόνιες μισθώσεις ή αγορά, 4.

δημοσίευμα υλοποιήσεως στην περιοχή του ... μεγάλων ξενοδοχειακών και τουριστικών επενδύσεων από την ανώνυμη εταιρεία, με την επωνυμία "...", και 5. την από 03.04.2018 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του διπλωματούχου αρχιτέκτονα μηχανικού Ε.Μ.Π. Η. Μ.. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι παραδεκτός, αλλά απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων αποδεικτικών μέσων και από τα έγγραφα " ...

τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και φωτογραφίες, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητείται (άρθρ. 444 αρ. 3, 448 παρ. 2 και 457 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ.) καθώς και εκείνα που παραδεκτά προσκομίζονται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (άρθ. 529 ΚΠολΔ) ... ." σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι στο αιτιολογικό της αποφάσεως δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το αν το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και τα παραπάνω έγγραφα, δεν καταλείπεται αμφιβολία, ότι το ως άνω Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στη δικανική του κρίση ως προς τους κρισίμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα έγγραφο αυτά.

Συνεπώς, πρέπει η προσβαλλόμενη απόφαση να αναιρεθεί (εν μέρει) και μόνο κατά τα μέρος της που αφορά το κεφάλαιο της υποχρεώσεως καταβολής από την εναγομένη (αναιρεσίβλητη) χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης από την αναφερόμενη αδικοπραξία, κατά παραδοχή των πρώτου και δευτέρου λόγων αναιρέσεως. Περαιτέρω, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580§3 Κ.Πολ.Δ.) και να διαταχθεί η απόδοση στους αναιρεσείοντες του παραβόλου που κατέθεσαν για την άσκηση της αναιρέσεως. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος των αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν προτάσεις, η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα αυτών (αναιρεσειόντων) (άρθρα 176, 183, 189§1, 191§2 του Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί (εν μέρει) την υπ' αριθμ. 161/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας κατά το μέρος που αναφέρεται στο αιτιολογικό.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος αυτό για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Εφετείο, συντιθέμενο από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση. Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου στους αναιρεσείοντες. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων καθορίζει δε το ποσό τους σε τρεις χιλιάδες ευρώ (3.000,00€).

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 28 Ιουνίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 30 Οκτωβρίου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ