Supreme Court dismisses appeal on civil damages for grief, upholding lower court's inclusion of in-laws and grandchildren.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a final judgment awarding civil damages for grief to extended family members. The lower court ruled that in-laws and a young grandchild were entitled to compensation for psychological pain caused by the death of a relative. The court upheld this decision, confirming that such relatives fall within the legal definition of the victim's family and that the existence of affection is a factual matter for the trial court to determine.
Legislator headnote
AI generatedArticles 932 paragraph 3 of the Civil Code and 559 of the Code of Civil Procedure; The definition of the victim's family for grief damages includes in-laws and grandchildren, provided the court finds proof of affection.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1602 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1602/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη και Παναγιώτα Πασσίση - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Π. του Αντωνίου, κατοίκου Βριλησσίων Αττικής. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) …… και 9) Χ. Φ. του Ν. και Μ. - Ε. συζύγου Χ. Φ., το γένος Β. Χ., ως ασκούντων τη γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου τους Β. Φ., κατοίκου ... Αττικής. Οι 1η έως και 7ος αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Τσούτσουρα, ενώ οι 8η και 9οι αναιρεσίβλητοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο .
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-06-2009 και με γενικό αριθμό κατάθεσης 118246/2009 αγωγή, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6512/2013 εν μέρει οριστική, 1242/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5006/2017 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27-07-2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των παρασταθέντων αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τις υπ' αριθ. 11239Γ'/28.12.2020 και 11233Γ'/28.12.2020 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, Ν. Ρ., που προσκομίζει ο αναιρεσείων, ο οποίος επισπεύδει τη συζήτηση, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτήν πράξη καταθέσεως και ορισμού δικασίμου, καθώς και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα προς τους όγδοη και ένατο των αναιρεσιβλήτων. Οι εν λόγω αναιρεσίβλητοι, ωστόσο, δεν εμφανίστηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την εκφώνηση της προκείμενης υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου στην ως άνω δικάσιμο ούτε κατατέθηκε για λογαριασμό τους δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει, σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη, να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους.
Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, εκδοθείσα αντιμωλία κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 5006/2017 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής:
Επί της από 30.6.2009 αγωγής αποζημίωσης των αναιρεσιβλήτων ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδόθηκε αρχικά η υπ' αριθ. 6512/2013 εν μέρει οριστική απόφαση, με την οποία το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο αφενός δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη και αναγνώρισε ότι και οι πέντε (5) εναγόμενοι [από τους οποίους ο πέμπτος τυγχάνει ήδη αναιρεσείων, ενώ οι λοιποί δεν είναι διάδικοι στην προκείμενη αναιρετική δίκη], οφείλουν, εις ολόκληρον έκαστος, στους ενάγοντες, ήδη αναιρεσιβλήτους, τα αναφερόμενα ποσά ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης από το θάνατο του στενού συγγενούς τους Ν.
Φ., που επήλθε από την προκληθείσα εξ αμελείας των εναγομένων πυρκαγιά, και ως αποζημίωση των τριών πρώτων εξ αυτών (εναγόντων), προς αποκατάσταση της προξενηθείσας θετικής ζημίας τους, αφετέρου δε, διέταξε την επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο, κατ' άρθρο 254 ΚΠολΔ, ως προς το αγωγικό κονδύλιο της αποζημίωσης για την αποκατάσταση των υλικών ζημιών της κατοικίας των τριών πρώτων εναγόντων, προκειμένου να προσκομίσουν οι ενάγοντες στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση, τα αναφερόμενα έγγραφα προς υπολογισμό του ύψους της αιτούμενης, για το συγκεκριμένο κονδύλιο, αποζημίωσης.
Κατά την επαναληφθείσα συζήτηση της αγωγής στο ακροατήριο δεν παρέστη ο πέμπτος εναγόμενος, ήδη αναιρεσείων, ο οποίος, όμως, είχε παρασταθεί κανονικά στην αρχική συζήτηση, έχοντας εκθέσει τις απόψεις του με την κατάθεση προτάσεων, και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξέδωσε την υπ' αριθ. 1242/2015 οριστική του απόφαση, με την οποία α) δίκασε αυτόν ερήμην και λόγω της ερημοδικίας του δέχθηκε ως ομολογημένη, από αυτόν, την ουσιαστική βασιμότητα του συγκεκριμένου αγωγικού κονδυλίου, ύψους 32.691,78 ευρώ, και β) αναφορικά με τους λοιπούς εναγομένους (μη, εν προκειμένω, διαδίκους), έκρινε και πάλι την υπαιτιότητα για την πρόκληση του ζημιογόνου γεγονότος (πυρκαγιάς), που είχε κριθεί με οριστική διάταξη της προεκδοθείσας εν μέρει οριστικής απόφασής του, και δεχόμενο ότι δεν προέκυψε αμελής συμπεριφορά τους για την πρόκληση της πυρκαγιάς και τον εξ αυτής θάνατο του ανωτέρω συγγενούς των αναιρεσιβλήτων, απέρριψε την αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη κατά το ως άνω κονδύλιο που επαναφέρθηκε, κατ' άρθρο 254 ΚΠολΔ, προς συζήτηση.
Κατά των άνω αποφάσεων (οριστικής και εν μέρει οριστικής) ασκήθηκαν από όλους τους διαδίκους αντίθετες εφέσεις και το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατόπιν συνεκδικάσεως α) της από 5.7.2016 έφεσης των εναγόντων, ήδη αναιρεσιβλήτων, κατά του πέμπτου εναγομένου, ήδη αναιρεσείοντος, και των λοιπών (μη διαδίκων εν προκειμένω) εναγομένων, στρεφόμενης κατά της οριστικής πρωτόδικης απόφασης (χωρίς να απευθύνεται ρητώς και κατά της προεκδοθείσας εν μέρει οριστικής απόφασης), β) της από 26.10.2015 έφεσης του πέμπτου εναγομένου ήδη αναιρεσείοντος κατά των αναιρεσιβλήτων, στρεφόμενης κατά της προεκδοθείσας εν μέρει οριστικής πρωτόδικης απόφασης, με την οποία ηττήθηκε εν μέρει, αλλά και κατά της οριστικής απόφασης, με την οποία εσφαλμένα δικάστηκε ερήμην κατά την επαναληφθείσα συζήτηση, ενώ έπρεπε, κατά τα ανωτέρω, να δικαστεί αντιμωλία και γ) της από 27.7.2016 έφεσης των τεσσάρων πρώτων εναγομένων (μη διαδίκων στην προκείμενη αναιρετική δίκη) κατά των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, στρεφόμενης κατά της εν μέρει οριστικής απόφασης, ασκηθείσας μετά την έκδοση της οριστικής απόφασης, απέρριψε κατ' ουσίαν την υπό στοιχ. (γ) έφεση, ακολούθως δε, δέχθηκε κατ' ουσίαν 1) την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης οριστικής απόφασης, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου της έφεσής του, με τον οποίο παραπονέθηκε ότι κατ' εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 254 ΚΠολΔ δικάστηκε ερήμην με αυτήν, ενώ, κατά τα ανωτέρω, έπρεπε να δικαστεί αντιμωλία, και εξαφάνισε ως προς αυτόν, κατά τούτο, την πρωτόδικη οριστική απόφαση 1242/2015, και 2) την έφεση των εναγόντων, ήδη αναιρεσιβλήτων, και εξαφάνισε την προσβληθείσα 1245/2015 οριστική απόφαση και μαζί με αυτήν και την υπ' αριθ. 6512/2013 μη οριστική του απόφαση, κράτησε και δίκασε την αγωγή αποζημίωσης των αναιρεσιβλήτων, την οποία δέχθηκε εν μέρει ως κατ' ουσίαν βάσιμη και αναγνώρισε ότι και οι πέντε εναγόμενοι οφείλουν να καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, στους, ήδη αναιρεσιβλήτους, ενάγοντες τα αναφερόμενα ποσά για τις άνω αιτίες.
Με την αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η απόφαση του Εφετείου κατά το μέρος που, ενόψει των ανωτέρω, απορρίφθηκε η έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης εν μέρει οριστικής απόφασης 6512/2013 ως προς τις προσβληθείσες οριστικές διατάξεις της. Κατά τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει.
Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 297, 298, 299, 330 και 932 ΑΚ, προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση ή (και) προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας ή (και) ηθικής βλάβης και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας.
Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας, όταν στην τελευταία αυτή περίπτωση ο υπαίτιος ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων.
Αμέλεια, ως μορφή υπαιτιότητας, υπάρχει όταν, εξαιτίας της παράλειψης του δράστη να καταβάλει την επιμέλεια που αν κατέβαλε - με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς προσώπου του κύκλου δραστηριότητάς του - θα ήταν δυνατή η αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος, αυτός (δράστης) είτε δεν προέβλεψε την επέλευση του εν λόγω αποτελέσματος, είτε προέβλεψε μεν το ενδεχόμενο επέλευσής του, ήλπιζε όμως ότι θα το αποφύγει.
Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΟλΑΠ 8 και 11/2005, AΠ 617/2020, ΑΠ 1284/2017, ΑΠ 1935/2017). Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 ΑΚ, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας.
Εκφεύγει, όμως, του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό, τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (ΑΠ 2081/2017, ΑΠ 144/2017, ΑΠ 870/2020, ΑΠ 301/2021).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή, αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005, ΑΠ 617/2020, ΑΠ 156/2019, ΑΠ 326/2018).
Περαιτέρω, κατά την έννοια του λόγου αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.
Ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 528/2018).
Επί αδικοπραξίας, σύμφωνα με τα άρθρα 297 και 914 του ΑΚ, οι αιτιολογίες πρέπει να καλύπτουν την υπαιτιότητα, τη ζημία και τον αιτιώδη σύνδεσμο (ΑΠ 16/2005, ΑΠ 810/2017). Από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 2, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι αν η αγωγή ή άλλη αυτοτελής αίτηση ή ανταίτηση κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα, παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΚΠολΔ 559 αριθ. 1 και 19), δεν αρκεί να εκτίθενται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος της υποθέσεως, η έννοια που αποδίδει αυτός στη φερόμενη ως παραβιασθείσα διάταξη και το συμπέρασμα του δικαστηρίου, που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, αλλά πρέπει, επιπλέον, να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε το δικαστήριο, ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του, για το βάσιμο ή μη της αγωγής (ή άλλης αυτοτελούς αιτήσεως ή ανταιτήσεως).
Διότι, η ευδοκίμηση της αναιρέσεως εξαρτάται από την ορθότητα όχι του αιτιολογικού αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης (ΚΠολΔ 578), το τελευταίο δε συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου. Επομένως, η έκθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία, προκειμένου να ελεγχθεί είτε αν η αποδιδόμενη στην απόφαση ευθεία παραβίαση ουσιαστικού νόμου οδήγησε σε σφαλερό διατακτικό, είτε αν τα πραγματικά γεγονότα, που συγκροτούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού εκτίθενται επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις, ώστε να αποβαίνει εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, συνακόλουθα δε και ο έλεγχος του διατακτικού της αποφάσεως.
Μεμονωμένες και αποσπασματικές, παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, δεν αρκούν για το ορισμένο αυτού του αναιρετικού λόγου. Και τούτο, γιατί, μόνο κατ' αυτόν τον τρόπο, μπορεί να κριθεί, αν η αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση, οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο εξαρτάται, τελικά, η ευδοκίμηση της αναίρεσης.
Η αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή στο δικόγραφο της αγωγής ή της εφέσεως ή στις προτάσεις του αναιρεσείοντος (ΟλΑΠ 27/1998 ΑΠ 901/2010, ΑΠ 495/2010). Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 556 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για το παραδεκτό των λόγων της αναίρεσης, πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλόμενη απόφαση, ένεκα σφάλματος που αναφέρεται στον αναιρετικό λόγο.
Έτσι, στην περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες (κύριες ή επικουρικές), πλην όμως η μία από αυτές δεν πλήττεται ή πλήττεται ανεπιτυχώς, ήτοι δεν τελεσφορεί, οι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προσβάλλεται η άλλη αιτιολογία, είναι αλυσιτελείς, γιατί οι προσβαλλόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της αποφάσεως, το οποίο στηρίζεται αυτοτελώς από την ή τις μη πληττόμενες ανεπιτυχώς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 1556/2018, ΑΠ 383/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι δύο πρώτοι των εναγομένων [που δεν είναι διάδικοι στην αναιρετική αυτή δίκη] είναι ψιλοί κύριοι, κατά 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας και ο τρίτος και η τέταρτη των εναγόμενων [επίσης, μη διάδικοι εν προκειμένω] είναι επικαρπωτές, κατά 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, ενός ακινήτου στην περιοχή των Θρακομακεδόνων επί της οδού ... [...].
Όπισθεν από το ακίνητο των [μη διαδίκων εν προκειμένω] εναγόμενων, βρίσκεται ένα οικόπεδο, το οποίο έχει πρόσοψη επί της παραλλήλου της οδού ….., οδού ….., στον αριθμό 42 και το οποίο τον Ιούλιο του έτους 2004, ήταν πευκόφυτο και με αγριόχορτα περί το ένα (1) μέτρο. Το καλοκαίρι του έτους 2004, οι τέσσερεις πρώτοι εναγόμενοι, έκαναν οικοδομικές εργασίες ανέγερσης δύο (2) κατοικιών, στο ως άνω επί της οδού ...
οικόπεδό τους, βάσει της με αριθμό ... άδειας οικοδομής της Διευθύνσεως Πολεοδομίας Αχαρνών, η οποία άδεια έχει βγει στο όνομα των δύο πρώτων εναγομένων, ψιλών κυρίων του ακινήτου. Η επίβλεψη των οικοδομικών εργασιών αλλά και της παθητικής πυροπροστασίας είχε ανατεθεί, από τους ως άνω εναγόμενους, στον πέμπτο εναγόμενο, αρχιτέκτονα- μηχανικό, (ήδη αναιρεσείοντα), ο οποίος ήταν γνωστός και φίλος του πρώτου εναγόμενου.
Οι τέσσερεις πρώτοι εναγόμενοι ανέθεσαν στον εργολάβο Φ. Ζ., στο συνεργείο του οποίου, συμμετείχε και ο εργάτης Ι. Ν., την εκτέλεση των οικοδομικών εργασιών. Στις 7/7/2004 και περί ώρα 12:46, ο ως άνω εργάτης Ι. Ν. (…..) εκτελούσε εργασίες τοποθέτησης μονώσεως στον εξωτερικό τοίχο της εν λόγω οικοδομής, στο πίσω μέρος αυτής, όπου γειτνίαζε με το πευκόφυτο οικόπεδο, που έχει πρόσοψη στην οδό …...
Για την τοποθέτηση της μόνωσης είχε ανεγερθεί εξωτερικά της οικοδομής, στο πίσω μέρος αυτής σκαλωσιά. Ειδικότερα, ο ανωτέρω εργαζόμενος, ευρισκόμενος επί της σκαλωσιάς, στο τρίτο πάτωμα αυτής και κάνοντας χρήση τροχού έκοβε τις σιδερένιες ράβδους (αναμονές), που εξείχαν από τους εξωτερικούς τοίχους της οικοδομής και οι οποίες εμπόδιζαν την εφαρμογή του μονωτικού υλικού τύπου DOW.
Κατά τον ως άνω τόπο και χρόνο, η θερμοκρασία της ατμόσφαιρας έφθανε, τους 39-40 βαθμούς Κελσίου, ενώ, συγχρόνως, επικρατούσαν και ισχυροί άνεμοι εντάσεως 6 με 7 μποφόρ με μεταβλητές διευθύνσεις. Σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, οι προαναφερθείσες κλιματολογικές συνθήκες ευνοούν την εκδήλωση και την επέκταση πυρκαγιών.
Η χρήση του τροχού από τον Ί. Ν. (….), πάνω στο μασίφ σίδερο, όπως είναι τα σίδερα της οικοδομής, είχε ως συνέπεια να παραχθούν σπινθήρες, οι οποίοι με τη σειρά τους εκτοξεύτηκαν, υποστηριζόμενοι και από τη μεγάλη ένταση του αέρα και προκάλεσαν με τη σειρά τους την ανάφλεξη των ξερών χόρτων, που υπήρχαν στο χώρο όπισθεν της οικοδομής.
Εξαιτίας των προαναφερθεισών κλιματολογικών συνθηκών και του στροβιλισμού των ανέμων, οι σπινθήρες, επεκτάθηκαν ταχύτατα στο πευκόφυτο οικόπεδο, το οποίο απέχει μόλις τρία (3) μέτρα από την οικοδομή των εναγομένων. Η πυρκαγιά, αρχικώς κινήθηκε βόρεια και ανατολικά καίγοντας την περιοχή μεταξύ των οδών …., …., …..
και ……, οι οποίες (οδοί) ήταν και το βορειότερο άκρο επεκτάσεως της πυρκαγιάς. Στη συνέχεια, η πυρκαγιά κατευθύνθηκε νότια, λόγω των ισχυρών βορείων ανέμων, που έπνεαν στην περιοχή και κατακαίοντας τη δασική έκταση, εισήλθε στον οικισμό προκαλώντας, αφενός υλικές ζημίες στις ιδιοκτησίες, που βρέθηκαν στη διαδρομή της και αφετέρου το θάνατο του Ν.
Φ.. Όλα τα παραπάνω επιβεβαιώνονται από την αυθημερόν γενομένη και κατά ώρα 13.15' αυτοψία της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας, συνταχθείσης προς τούτο της από 7/7/2004 έκθεσης απλής αυτοψίας της ανωτέρω υπηρεσίας, στην οποία αναφέρεται ότι η πυρκαγιά ξεκίνησε από πευκόφυτα οικόπεδα, που ευρίσκονται μεταξύ των οδών …..
και ….αριστερά από το 2° Δημοτικό Σχολείο, το οποίο ευρίσκεται στη συμβολή των οδών …. και …., χωρίς να είναι, ωστόσο, δυνατό να προσδιορίσουν το ακριβές σημείο ενάρξεώς της. Στην ανωτέρω έκθεση απλής αυτοψίας αναφέρεται ότι ελέγχθηκε από την Πυροσβεστική Υπηρεσία η περιοχή, όπου πρωτοεκδηλώθηκε η πυρκαγιά, για την ανεύρεση τυχόν εμπρηστικών μηχανισμών, χωρίς θετικά αποτελέσματα, όπως και μακροσκοπικά το εναέριο δίκτυο της ΔΕΗ, προκειμένου να διερευνηθεί η περίπτωση της εκδηλώσεως της πυρκαγιάς από βραχυκύκλωμα των ηλεκτρικών καλωδίων, χωρίς, όμως, να παρατηρηθεί αποκοπή ή τήξη κάποιου εναέριου αγωγού.
Η Πυροσβεστική Υπηρεσία κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η αιτία της πυρκαγιάς οφείλεται σε ανθρώπινη αμέλεια εργαζομένων σε νεοανεγειρόμενες οικοδομές, καθότι σ' όλη την περιοχή γίνονταν οικοδομικές εργασίες από διάφορα συνεργεία. Όπως, ειδικότερα, εκτίθεται στην έκθεση αυτοψίας στο πίσω μέρος της νεοαναγειρόμενης οικοδομής επί της οδού ...
είχαν καεί κομμάτια φελιζόλ μόνωσης στηριγμένα στον τοίχο, τα, δε, σίδερα, που εξείχαν από τον τοίχο της οικοδομής και εμπόδιζαν την τοποθέτηση της μόνωσης επ' αυτού βρίσκονταν πάνω από το τρίτο πάτωμα της σκαλωσιάς, είχαν κοπεί πρόσφατα με ηλεκτρικό τροχό, ο οποίος βρέθηκε από την Πυροσβεστική στην αποθήκη της οικοδομής.
Τα ανωτέρω πορίσματα της εκθέσεως αυτοψίας της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας ενισχύονται, περαιτέρω, από τη με ημερομηνία 7/7/2004 έκθεση ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα S. S., ο οποίος, επίσης ανήκε στο συνεργείο του εργολάβου Φ. Ζ. και εργαζόταν την ημέρα εκείνη στην οικοδομή των τεσσάρων πρώτων εναγόμενων, ως σοβατζής.
Ο εν λόγω μάρτυρας κατέθεσε ότι ο εργάτης Ί. Ν. (…..) εργαζόταν στο πίσω μέρος της οικοδομής και εκτελούσε εργασίες τοποθέτησης της μονώσεως και ότι άκουγε τον τελευταίο να κάνει όλη την ημέρα, με κάποια διαλείμματα, χρήση του τροχού. Ακόμα κατέθεσε ότι ο ίδιος ως άνω εργάτης Ί. Ν. (…..) ενημέρωσε τους υπόλοιπους για την εκδήλωση της πυρκαγιάς φωνάζοντας "Γρήγορα, φωτιά, νερό, νερό" καθώς και ότι η φωτιά ήταν ακόμη περιορισμένη στο χώρο του γειτονικού οικοπέδου, εντός του οποίου υπήρχαν ξερά χόρτα σε ύψος ενός (1) μέτρου.
Την εκδοχή αυτή επιβεβαιώνει και η Α. Σ., η οποία έχει παιδικό σταθμό, στην οδό ……10, που βρίσκεται νοτιοανατολικά της εν λόγω οικοδομής, η οποία κατέθεσε τόσο στην από 6/8/2004 έκθεση ένορκης εξέτασης μάρτυρα ενώπιον των προανακριτικών υπαλλήλων της πυροσβεστικής όσο και στα ακροατήρια του Γ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και Β' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, ότι μόλις αντιλήφθηκαν τον καπνό, πήγε με μία υπάλληλό της με το αυτοκίνητο προς το σημείο που εντοπιζόταν η φωτιά και αντιλήφθηκαν ότι αυτή ξεκινούσε από μία οικοδομή επί της οδού ….., που ήταν στα μπετά και ότι η εστία εντοπιζόταν στο σημείο εκείνο.
Επίσης, ο Δ. Μ., του οποίου η κατοικία είναι δίπλα στο πευκόφυτο οικόπεδο, όπου εξαπλώθηκε η φωτιά, δηλαδή βόρεια της οδού ..., στην από 7/7/2004 έκθεση ένορκης εξέτασής του, κατέθεσε, ότι αντιλήφθηκε φωτιά στο διπλανό οικόπεδο στην οδό ……, το οποίο ήταν γεμάτο από πεύκα και ήταν επικλινές, γειτνίαζε, με το ακίνητο των πρώτων τεσσάρων εναγομένων.
Κατέθεσε, επίσης, ότι κατά τα αρχικά στάδια η πορεία της πυρκαγιάς ήταν από νότο προς βορά, ήτοι από την οδό …… προς την οδό ….. και ειδικότερα, από το σύνορο των οικοπέδων, που ευρίσκονται επί της οδού …... Επιπλέον, κατέθεσε ότι η μόνη εστία φωτιάς, που εντόπισε, βρισκόταν στο διπλανό οικόπεδο πίσω από την νεοαναγειρόμενη οικοδομή επί της οδού ... (ήτοι στο ακίνητο, που έχει πρόσοψη στην οδό ….).
Εξάλλου και η Χ. Κ., της οποίας η οικία βρίσκεται επί της οδού ..., δίπλα από την οικοδομή των εναγομένων, στην από 6/8/2004 έκθεση ένορκης κατάθεσης επιβεβαίωσε ότι όταν γύρισε στο σπίτι της περίπου στις 12.40 μμ, η φωτιά ήταν πίσω από το σπίτι της, στο οικόπεδο, που είναι γεμάτο με πεύκα, και είχαν καεί τα δέντρα και τα ξερά χόρτα, η αρχική κατεύθυνση της πυρκαγιάς ήταν προς βορά και εντοπιζόταν η εστία της στο ακίνητο δίπλα στην οικοδομή των τεσσάρων πρώτων εναγομένων.
Τα ανωτέρω επιβεβαιώνονται και από την κατάθεση του μάρτυρα Κ. Κ., ο οποίος κατοικεί επί της οδού .... Ο ανωτέρω μάρτυρας ενώπιον του Γ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών κατέθεσε ότι αρχικά είδε πολύ καπνό στην οδό ... αριστερά και μπροστά στα 300 μέτρα και ότι η φωτιά ξεκίνησε από την οδό ..., μετά δε από 2-3 λεπτά εξαπλώθηκε και στην οδό ...
και ότι η κατεύθυνση της φωτιάς ήταν από κάτω προς τα επάνω, ήτοι από νότο προς βορά. Τα ανωτέρω επιβεβαιώνει και η Α. Τ., υπάλληλος του παιδικού Σταθμού, η οποία ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, κατέθεσε ότι πρώτα είδαν καπνούς, περίπου 12.30 με 12.40 μμ και όταν βγήκαν από το σχολείο και πήγαν να δουν από πού έρχονται, αντιλήφθηκαν ότι η φωτιά, πια, ερχόταν από βόρεια από μία οικοδομή, που ήταν στα μπετά.
Τέλος, ο Υποδιοικητής της Πυροσβεστικής, κατά το χρόνο εκείνο, Κωνσταντίνος Πρέντζας, κατά την κατάθεσή του στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, κατέθεσε ότι αυτός, 12.15 ώρα είδε μεγάλη στήλη καπνού στους πρόποδες της Πάρνηθας, ενώ ο αέρας ήταν 8 με 9 μποφώρ, ότι όταν έφτασε στην οδό ….., η φωτιά εντοπιζόταν αριστερά αυτής, στη περιοχή των οδών ...
και .... Ο ίδιος μάρτυρας κατέθεσε ότι, η ταχύτητα του τροχού είναι μεγάλη, όταν κόβει μασίφ σίδερο, όπως τα σίδερα της οικοδομής, προκαλεί σπινθήρες οι οποίοι όταν φυσάει, δυνατός άνεμος, μπορεί να φτάσουν πάνω από δέκα (10) μέτρα. Βάσει των ανωτέρω λεχθέντων είναι δυνατόν να εξηγηθεί το γεγονός της προκλήσεως μηδαμινών ζημιών στην οικοδομή των τεσσάρων πρώτων εναγομένων (κάψιμο φελιζόλ στο βόρειο τοίχο της οικοδομής), καθώς η φωτιά εκδηλώθηκε στα ξερά χόρτα στο οικόπεδο όπισθεν της βόρειας πλευράς της οικοδομής (...) και αρχικά, κατευθύνθηκε προς τα βόρεια, ήτοι προς οδό ...
και …. και έλαβε γρήγορα μεγάλες διαστάσεις, λόγω των ισχυρών ανέμων, που έπνεαν στην περιοχή, σε συνδυασμό με τις υψηλές θερμοκρασίες. Μετά από λίγη ώρα η διεύθυνση του ανέμου μεταβλήθηκε και στράφηκε σε βόρειο, με αποτέλεσμα να αλλάξει και η πορεία της πυρκαγιάς από βορά προς νότο, ήτοι προς το ρέμα, που υπάρχει στην περιοχή αλλά και προς τον οικισμό προς τα νότια.
Επομένως, θα πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος, ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι η εστία της πυρκαγιάς είναι η οδός …… καθώς και ότι η φωτιά κινήθηκε μόνον από βορά προς νότο. Εξάλλου, απορριπτέος είναι και ο ισχυρισμός, που προέβαλαν οι εναγόμενοι πρωτοδίκως, επαναφέρουν, δε με λόγο έφεσης και στο παρόν Δικαστήριο, ότι η φωτιά μπορεί να ξεκίνησε από σπινθήρα, που προκλήθηκε από μετασχηματιστή της ΔΕΗ, που υπάρχει στο βόρειο άκρο της καμένης περιοχής, διότι κάτι τέτοιο δεν αποδείχθηκε από κανένα αποδεικτικό μέσο, Αντιθέτως, έρχεται σε αντίθεση με τις καταθέσεις αυτοπτών μαρτύρων, οι οποίοι κατέθεσαν ότι η φωτιά πρωτοεκδηλώθηκε στην οδό ...
αριθμ. 15 και αρχικά, κατευθύνθηκε προς τα βόρεια, ήτοι προς τις οδούς ... και …… και στη συνέχεια, όταν οι άνεμοι στράφηκαν σε βόρειους κατευθύνθηκε προς το νότο. Εξάλλου, δεν αναφέρεται στην έκθεση αυτοψίας της πυροσβεστικής, οι υπάλληλοι της οποίας έλεγξαν όλο το χώρο και εάν υπήρχε πρόβλημα σε κάποιο μετασχηματιστή της ΔΕΗ θα το είχαν εντοπίσει και θα το ανέφεραν.
Αντιθέτως, δεν αποδείχθηκε ότι η πυρκαγιά οφείλεται σε κάποια άλλη αιτία, όπως εμπρησμός, καθώς η Πυροσβεστική Υπηρεσία διεξήγαγε έρευνα, προκειμένου να εντοπίσουν υπολείμματα εμπρηστικών μηχανισμών, χωρίς, ωστόσο, θετικά αποτελέσματα. Εξάλλου, η από 6/12/2010 τεχνική έκθεση του Κ. Θ., σύμφωνα με την οποία βρέθηκαν πεταμένα τσιγάρα και σπασμένα γυαλιά στο οικόπεδο επί της οδού ..., ήτοι όπισθεν από το ακίνητο των πρώτων τεσσάρων εναγομένων, τα οποία θα μπορούσαν να προκαλέσουν πυρκαγιά, στερείται αξιοπιστίας, δεδομένου ότι αυτή (η τεχνική έκθεση) συντάχθηκε έξι (6) χρόνια μετά την επίδικη πυρκαγιά, αφού η αυτοψία του τεχνικού συμβούλου πραγματοποιήθηκε τον Οκτώβριο του έτους 2009, με αποτέλεσμα τα καταγραφέντα ευρήματα να είναι αμφίβολο εάν ανταποκρίνονται στην πραγματική κατάσταση, που υπήρχε τον Ιούλιο του έτους 2004, δεδομένης και της μεταβολής των συνθηκών πρωτίστως, λόγω της εκδηλωθείσης πυρκαγιάς.
Βάσει των ανωτέρω αναφερθέντων δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία σχετικά με την αιτία της προκλήσεως της πυρκαγιάς (σπινθήρες από χρήση ηλεκτρικού τροχού) και ως εκ τούτου θα πρέπει να απορριφθεί, ως ουσία αβάσιμο, το αίτημα των εναγομένων για τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης. Υπό τα πραγματικά περιστατικά αυτά, αποκλειστικοί υπαίτιοι της επίδικης πυρκαγιάς είναι οι εναγόμενοι, οι τέσσερεις (4) πρώτοι ιδιοκτήτες (οι δυο πρώτοι ως ψιλοί κύριοι και οι 3ος και 4η ως επικαρπωτές) του ακινήτου, επί του οποίου αναγειρόταν η οικοδομή, και ο πέμπτος εξ αυτών [ήδη αναιρεσείων], ως ο επιβλέπων των εργασιών μηχανικός.
Ειδικότερα, δεν προέβησαν αυτοί στην αποψίλωση του οικοπέδου γύρωθεν της οικοδομής και ειδικότερα, του συγκεκριμένου σημείου, όπου εκτελούνταν εργασίες με χρήση ηλεκτρικού τροχού, με αποτέλεσμα οι παραχθέντες σπινθήρες εύρουν πρόσφορο έδαφος για την πρόκληση πυρκαγιάς, από την οποία προκλήθηκε κοινός κίνδυνος για ξένα πράγματα και ανθρώπους και προκάλεσε το θάνατο του Ν.
Φ.. Επιπλέον, ο πέμπτος εναγόμενος, δεν επέδειξε τη δέουσα επιμέλεια, την οποία εκ της ιδιότητάς του ως επιβλέπων αρχιτέκτονας μηχανικός και υπεύθυνος για τη λήψη μέτρων παθητικής πυροπροστασίας όφειλε να εμποδίσει την εκτέλεση εργασιών κοπής μετάλλων (άρθρο 96 παρ. 2 του ΠΔ 1073/ 1981) σε συνθήκες όπως αυτές, που επικρατούσαν στην περιοχή των ……..Αττικής, την ημέρα εκείνη στις 7.7.2004, που ήταν δυνατόν να προκαλέσουν την εκδήλωση πυρκαγιάς, αφού οι κλιματολογικές συνθήκες εκείνη την ημέρα επέτειναν τον κίνδυνο τόσο εκδηλώσεως όσο και ανεξέλεγκτης επεκτάσεως πυρκαγιάς.
Εξάλλου, συνυπαίτιοι της επίδικης πυρκαγιάς, είναι και ο εργολάβος, Ζώης Φέστας αλλά και ο εργαζόμενος Ι. Ν., διότι ο, μεν, πρώτος όφειλε να μεριμνήσει αφενός, μεν, να διατηρείται καθαρός ο χώρος γύρω από την οικοδομή αλλά και να μην γίνονται εργασίες με τη χρήση τροχού, εκείνη την ημέρα λόγω των επικίνδυνων για πυρκαγιά επικρατουσών καιρικών συνθηκών και διότι ο δεύτερος όφειλε να μην εκτελέσει με τη χρήση τροχού, εργασίες κοπής των σιδερένιων ράβδων, που εξείχαν από την οικοδομή, προκειμένου να τοποθετήσει την μόνωση, εξαιτίας της οποίας χρήσης τροχού, παρήχθησαν σπινθήρες, οι οποίοι προκάλεσαν την ανάφλεξη των υπαρχόντων ξερών χόρτων, που υπήρχαν στο πίσω μέρος της οικοδομής.
Οι τέσσερεις (4) πρώτοι εναγόμενοι, ως κύριοι του έργου ανέθεσαν στο συνεργείο του Ζ. Φ. την εκτέλεση των εν λόγω οικοδομικών εργασιών, ο οποίος τελούσε υπό τις οδηγίες και τις εντολές των εργοδοτών του, όπως και στον πέμπτο εναγόμενο την επίβλεψη αυτών, ο οποίος επιπλέον ως επιβλέπων μηχανικός του όλου έργου, είχε επιφορτισθεί με το καθήκον της επίβλεψης των οικοδομικών εργασιών, από το συνεργείο του Φ.
Ζ..
Συνεπώς, οι ζημιογόνες πράξεις και παραλείψεις του Ζ. Φ. και του Ί. Ν. (…..) τελούσαν σε αιτιώδη συνάφεια με την εκτέλεση των υπηρεσιών, που είχαν ανατεθεί σε αυτούς από τους εναγόμενους, με τους οποίους συνδέονται με σχέση πρόστησης (άρθρο 922 του ΑΚ) και ως εκ τούτου έχουν αυτοί αντικειμενική ευθύνη για τις πράξεις τους. [...].
Περαιτέρω, αποδείχθηκε, ότι κατά την εξέλιξή της η φωτιά κατευθύνθηκε και νοτίως του οικισμού, σε απόσταση 1,5 χιλιομέτρου από την οικοδομή των εναγομένων, όπου υπήρχε η κατοικία του Ν. Φ., επί της οδού ……... Ο Ν. Φ. έφθασε στην ως άνω κατοικία του περί τις 13:00, ήτοι κατά το χρόνο που μόλις είχε εκδηλωθεί η πυρκαγιά.
Η τέταρτη ενάγουσα, νύφη του, η οποία ευρισκόταν και αυτή στην κατοικία και λόγω της φωτιάς θα πήγαινε με το αυτοκίνητό της δύο μαθητές της στο σπίτι τους, ζήτησε από τον πεθερό της (Ν. Φ.), εάν θέλει να έλθει μαζί της. Εκείνος, ωστόσο, αρνήθηκε θεωρώντας ότι δεν συνέτρεχε λόγος ανησυχίας, καθώς η πυρκαγιά ήταν ακόμη μακριά.
Επιχειρώντας η τέταρτη ενάγουσα κατά την επιστροφή της να προσεγγίσει την κατοικία της οδού …… οι αστυνομικές δυνάμεις, οι οποίες είχαν αναπτυχθεί στην περιοχή, δεν της το επέτρεψαν, διότι, ήδη, η πυρκαγιά είχε πλησιάσει την περιοχή ταχύτατα, λόγω του ισχυρού ανέμου. Τελικά, ο Ν. Φ. βρέθηκε νεκρός, σε ύπτια θέση σε απόσταση 100 μέτρων από την κατοικία του.
Σύμφωνα με την με αριθμό ... ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας - νεκροτομής της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Αθηνών, η αιτία θανάτου του Ν. Φ. ήταν απανθράκωση [...]. Ο θάνατος του Ν. Φ. δεν οφείλεται σε κάποιας μορφής συντρέχοντος πταίσματος του ιδίου του θανόντος καθώς περί τις 13:00, ώρα κατά την οποία η τέταρτη ενάγουσα του ζήτησε να έλθει μαζί της, η φωτιά είχε μόλις εκδηλωθεί και ευρισκόταν σε μεγάλη απόσταση από την κατοικία του.
Βεβαίως, λόγω των ισχυρών ανέμων η πυρκαγιά έλαβε γρήγορα μεγάλες διαστάσεις, κάτι που ήταν αδύνατο να το προβλέψει ο θανών, δεδομένου ότι κατά τον χρόνο αποχώρησης της τέταρτης εναγούσης δεν είχε αρχίσει η διαδικασία εκκενώσεως των κατοικιών, απορριπτομένου, ως ουσία αβασίμου, του ισχυρισμού των εναγομένων, [...].
Περαιτέρω, η απώλεια και με αυτόν τον τραγικό τρόπο, του Ν. Φ., ηλικίας 73 ετών, προκάλεσε, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, μεγάλη θλίψη στα ενάγοντα μέλη της οικογένειάς του και δη, στη σύζυγό του (πρώτη ενάγουσα), στα τέκνα του (δεύτερο και τρίτο ενάγοντα), τις συζύγους των τέκνων του (τέταρτη και έβδομη των εναγόντων) και στα εγγόνια του, Γ., Ε.
και Ν. Φ. (τέκνα των δεύτερου και της τέταρτης των εναγόντων) και Β. Φ. (τέκνο των τρίτου ενάγοντος και έβδομης των εναγόντων). Με τα μέλη αυτά της οικογένειάς του, ο θανών συνδεόταν με μεγάλη αγάπη και στενό ψυχικό δεσμό και ο θάνατός του, τους δημιούργησε έντονα αισθήματα λύπης, απογοήτευσης και απαισιοδοξίας, που είναι δύσκολο να εξαλειφθούν ολοσχερώς στο μέλλον.
Για να επέλθει κάποια εξισορρόπηση στη δυσμενή κατάσταση που δημιουργήθηκε στους ενάγοντες, πρέπει να τους επιδικαστεί χρηματική ικανοποίηση. Για τον καθορισμό του ύψους της, το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του [...]. Κρίνει, δε, ότι η εύλογη χρηματική ικανοποίηση των εναγόντων λόγω ψυχικής τους οδύνης ανέρχεται στα εξής ποσά: 1) Σε κάθε ένα εκ των τριών πρώτων εναγόντων, σύζυγο και τέκνα του θανόντος, το χρηματικό ποσό των σαράντα χιλιάδων (40.000) ευρώ, 2) Σε κάθε ένα από τους υπολοίπους ενάγοντες, νύφες του αποθανόντος και εγγόνια, το χρηματικό ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ.
Κατά συνέπεια, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, ο λόγος έφεσης, με τον οποίο οι εναγόμενοι, προσάπτουν σφάλμα στην εκκαλούμενη απόφαση, με το να δεχθεί, αφενός, μεν, ότι στην έννοια της οικογένειας του θανόντος περιλαμβάνονται, κατ' άρθρ. 932 εδάφ. γ' ΑΚ, και οι νύφες και το μικρό εγγόνι του αποθανόντος Ν. Φ., αφετέρου, δε, το να επιδικάσει τα ανωτέρω ποσά, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης. [...].
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η υπό κρίση αγωγή πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή και να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν εις ολόκληρον έκαστος, τα ακόλουθα χρηματικά ποσά: 1) στην πρώτη ενάγουσα [...]. Ως εκ τούτου το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη οριστική απόφαση με αριθμό 1245/2015 -με την οποία, όμως, αναγκαστικά εκκαλείται και η μη οριστική με αριθμό 6512/2013 απόφαση αυτού- απέρριψε την υπό κρίση αγωγή, κατά το μέρος που είχε εισαχθεί ενώπιόν του, έσφαλε και κατά την ερμηνεία του νόμου αλλά και κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και γι' αυτό πρέπει:
Α) να γίνει δεκτή ως βάσιμη ...η από 5.7.2016 ....έφεση των εναγόντων, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη οριστική απόφαση με αριθμό 1245/2015...και μαζί με αυτή και η με αριθμό 6512/2013 μη οριστική του απόφαση, να κρατηθεί η υπόθεση και να δικαστεί η ...αγωγή..., να γίνει αυτή εν μέρει δεκτή και να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να καταβάλουν [...].
Β) να γίνει δεκτή ως βάσιμη...η... έφεση του πέμπτου εναγομένου, να εξαφανιστεί η...1242/2015 οριστική απόφαση ..., να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή...και να υποχρεωθεί και αυτός να καταβάλει εις ολόκληρον με τους λοιπούς εναγομένους, τα ανωτέρω αναφερόμενα ποσά [...] ". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού έκρινε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει εν προκειμένω, ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις της αδικοπρακτικής ευθύνης (και) του ήδη αναιρεσείοντος, προς αποζημίωση των αναιρεσιβλήτων, και ότι οφείλει να καταβάλει σ' αυτούς [εις ολόκληρον με τους, μη, εν προκειμένω, διαδίκους, συνεναγομένους του] ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης τα ανωτέρω ποσά, απέρριψε στην ουσία την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της εν μέρει οριστικής απόφασης, επικυρώνοντας, έτσι, αυτήν, που είχε αποφανθεί ομοίως.
Έτσι, με την αίτηση αναίρεσης ο αναιρεσείων προσβάλλει την εφετειακή απόφαση κατά το μέρος που τον αφορά. Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, εκτιμώμενος από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση, ότι η αποδιδόμενη στον ίδιο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, ως παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά, για την πρόκληση της πυρκαγιάς, ότι δεν προέβη "στην αποψίλωση του οικοπέδου γύρωθεν της οικοδομής" όπου εκτελούνταν οικοδομικές εργασίες, δεν είναι παράνομη, καθώς δεν θεμελιώνει καμία παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκαν εν προκειμένω, αφού κατά την υπ' αρ. 4/26.11/12.12.1987 Πυροσβεστική Διάταξη, που ίσχυε κατά τον ένδικο χρόνο, η αποψίλωση του χώρου, δηλαδή η αφαίρεση των ξερών χόρτων, που τυχόν υφίστανται σε οικόπεδο όπου ενεργούνται οικοδομικές εργασίες, προς αποτροπή του κινδύνου πρόκλησης πυρκαγιάς, αποτελεί αποκλειστικά και μόνο υποχρέωση του ιδιοκτήτη του ακινήτου και όχι του επιβλέποντος μηχανικού (ιδιότητα που είχε ο ίδιος), κατά δε τις διατάξεις του άρθρου 96 του ΠΔ 1073/1981, που ρυθμίζει τις υποχρεώσεις του επιβλέποντος μηχανικού για την πρόληψη και την αποφυγή πυρκαγιάς κατά την εκτέλεση εργασιών σε οικοδομές, και τις διατάξεις του ΠΔ 95/1978, σχετικά με τα μέτρα ασφαλείας κατά τη διενέργεια εργασιών συγκολλήσεων και κοπής μετάλλων, δεν προβλέπεται η υποχρέωση αποψίλωσης του χώρου ως μέτρο ασφαλείας που οφείλει να λάβει ο επιβλέπων μηχανικός, η δε προβλεπόμενη, ως ειδικότερο μέτρο ασφαλείας, στο άρθρο 96 ΠΔ 1073/1981 "...απομάκρυνση κάθε μη αμέσως χρησιμοποιήσιμου ποσότητος ευφλέκτων ως ξυλείας αχρήστου (παλαιών ξυλοτύπων, κ.α.), άχρηστων τιλμάτων (στουπιών), απορριμμάτων, πετρελαίων, ελαίων, χρωμάτων, ...", συνιστά απομάκρυνση εύφλεκτων αντικειμένων και όχι αποψίλωση του οικοπέδου, όπως, εσφαλμένα του αποδίδει η αναιρεσιβαλλομένη, προβαίνοντας, έτσι, σε εσφαλμένη εφαρμογή των άνω διατάξεων.
Επίσης, με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων προβάλλει την από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση ότι το Εφετείο με αντιφατικές αιτιολογίες κατέληξε να δεχθεί, εσφαλμένα, ότι συντρέχει η πιο πάνω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του και ειδικότερα ότι ο ίδιος ευθύνεται για την πρόκληση της πυρκαγιάς επειδή δεν προέβη στην αποψίλωση του συγκεκριμένου οικοπέδου γύρωθεν της οικοδομής επί της οδού ...
αρ. 15, όπου ασκούσε επίβλεψη, παραδοχή, ωστόσο, η οποία, όπως υποστηρίζει, έρχεται σε ευθεία αντίθεση με προηγούμενη παραδοχή του ίδιου Δικαστηρίου, το οποίο δέχθηκε ότι στο ακίνητο αυτό δεν υπήρχε ίχνος φωτιάς και ότι η επίμαχη πυρκαγιά δεν εκδηλώθηκε στο ακίνητο της οδού ... αρ. 15, που ήταν πλήρως καθαρισμένο από ξερά φύλλα, αλλά στο πευκόφυτο και γεμάτα άγρια χόρτα γειτονικό ακίνητο επί της οδού ...
αριθ. 42, στερώντας έτσι το Εφετείο την προσβαλλόμενη απόφασή του από την απαιτούμενη νόμιμη βάση και παραβιάζοντας εκ πλαγίου τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου που επικαλείται ότι εφάρμοσε. Και οι δύο ανωτέρω αναιρετικοί λόγοι προβάλλονται αλυσιτελώς, καθώς το Εφετείο, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της θεμελίωσης αδικοπρακτικής ευθύνης του αναιρεσείοντος, κατά το άρθρο 914 ΑΚ, προς αποζημίωση και ικανοποίηση της ψυχικής οδύνης των αντιδίκων του, διέλαβε, όπως προκύπτει από τις άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δύο επάλληλες αιτιολογίες, από τις οποίες η κάθε μία στηρίζει αυτοτελώς παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, ως προϋποθέσεων της ευθύνης του από αδικοπραξία, και, συνακόλουθα, το διατακτικό της προσβαλλομένης.
Η πρώτη συνίσταται στο ότι στην πρόκληση της πυρκαγιάς και του εξ αυτής θανάτου του στενού συγγενούς των αναιρεσιβλήτων συνετέλεσε και υπαιτιότητα του αναιρεσείοντος, ως επιβλέποντος, τις οικοδομικές εργασίες μηχανικού, για το λόγο ότι "δεν προέβη στην αποψίλωση του οικοπέδου γύρωθεν της οικοδομής και ειδικότερα, του συγκεκριμένου σημείου, όπου εκτελούνταν εργασίες με χρήση ηλεκτρικού τροχού, με αποτέλεσμα οι παραχθέντες σπινθήρες να βρουν πρόσφορο έδαφος για την πρόκληση πυρκαγιάς, από την οποία προκλήθηκε κοινός κίνδυνος για ξένα πράγματα και ανθρώπους και προκάλεσε το θάνατο του Ν.
Φ.". Επιπροσθέτως, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε με δεύτερη (επάλληλη) αιτιολογία ότι ο αναιρεσείων "δεν επέδειξε τη δέουσα επιμέλεια, την οποία εκ της ιδιότητάς του, ως επιβλέπων μηχανικός και υπεύθυνος για τη λήψη μέτρων παθητικής πυροπροστασίας, όφειλε να εμποδίσει την εκτέλεση εργασιών κοπής μετάλλων σε συνθήκες όπως αυτές, που επικρατούσαν στην περιοχή των …….Αττικής, την ημέρα εκείνη, στις 7.7.2004, που ήταν δυνατόν να προκαλέσουν την εκδήλωση πυρκαγιάς, αφού οι κλιματολογικές συνθήκες, κατά τη συγκεκριμένη ημέρα, επέτειναν τον κίνδυνο τόσο εκδηλώσεως όσο και ανεξέλεγκτης επεκτάσεως πυρκαγιάς.".
Ο αναιρεσείων και με τους δύο ως άνω λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση κατά την πρώτη, και μόνο, επάλληλη αιτιολογία της. Ωστόσο, εφόσον το διατακτικό της προσβαλλομένης στηρίζεται αυτοτελώς στις δύο ανωτέρω επάλληλες κύριες αιτιολογίες και με την αίτηση αναιρέσεως δεν πλήττεται η δεύτερη εξ αυτών, οι παραπάνω δύο αναιρετικοί λόγοι προβάλλονται αλυσιτελώς και κρίνονται, πρωτίστως, απαράδεκτοι.
Πέραν τούτου, ο πρώτος αναιρετικός λόγος ελέγχεται ως αόριστος και, εντεύθεν, απαράδεκτος, καθόσον, ενόψει της κατ' ουσίαν κρίσης της ένδικης αγωγής, ουδόλως παρατίθενται στο αναιρετήριο, ενώ είναι αναγκαίο, οι πραγματικές παραδοχές της προσβαλλομένης, που θεμελίωσαν την κρίση του Εφετείου ως προς την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής, αφού, σύμφωνα με την προηγηθείσα οικεία νομική σκέψη, μόνο με βάση τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, μπορεί να ελεγχθεί αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο τελικά και εξαρτάται κατ' άρθρο 578 ΚΠολΔ, η ευδοκίμηση της αναίρεσης, ούτε αναφέρεται στο αναιρετήριο η επίδραση του επικαλούμενου νομικού σφάλματος στο διατακτικό της προσβαλλομένης.
Επίσης, ο δεύτερος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο προβάλλονται αντιφατικές αιτιολογίες, ανεξαρτήτως του ότι, κατά τα ανωτέρω, παρίσταται αλυσιτελής, είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας διότι δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο με πληρότητα όλες οι αναγκαίες παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε το Εφετείο, υπό τα οποία και συντελέστηκε η επικαλούμενη παραβίαση, αλλά παρατίθενται παραδοχές αποσπασματικά και επιλεκτικά, ούτε αναφέρεται ο κρίσιμος ισχυρισμός, ως προς τον οποίο παρουσιάζονται οι επικαλούμενες αντιφάσεις των αιτιολογιών και η σύνδεσή του με το διατακτικό, ούτε ο κανόνας ή οι κανόνες ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκαν εκ πλαγίου.
Σε κάθε περίπτωση, ο ίδιος λόγος (δεύτερος) ελέγχεται αβάσιμος, αφού, οι παραδοχές του Εφετείου "Η χρήση του τροχού από τον Ί. Ν. πάνω στο μασίφ σίδερο, όπως είναι τα σίδερα της οικοδομής, είχε ως συνέπεια να παραχθούν σπινθήρες, οι οποίοι με τη σειρά τους εκτοξεύτηκαν, υποστηριζόμενοι και από τη μεγάλη ένταση του αέρα και προκάλεσαν με τη σειρά τους την ανάφλεξη των ξερών χόρτων, που υπήρχαν στο χώρο όπισθεν της οικοδομής.
Εξαιτίας των προαναφερθεισών κλιματολογικών συνθηκών και του στροβιλισμού των ανέμων οι σπινθήρες επεκτάθηκαν ταχύτατα στο πευκόφυτο οικόπεδο, το οποίο απέχει μόλις τρία μέτρα από την οικοδομή των εναγομένων...", επιστηρίζουν επαρκώς, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις την ως άνω αποδιδόμενη στον αναιρεσείοντα παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά, που συνίσταται στη συνδεόμενη αιτιωδώς με την προκληθείσα πυρκαγιά παράλειψη αποψίλωσης του οικοπέδου γύρωθεν της οικοδομής επί της οδού ...
αριθ. 15, της οποίας ο αναιρεσείων επέβλεπε τις εργασίες. Περαιτέρω, με τον τρίτο λόγο (και κατά τα δύο σκέλη του) της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η από τον αρ. 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω αντιφατικών αιτιολογιών. Ειδικότερα, ο αναιρεσείων, προβάλλοντας, κατά το πρώτο σκέλος του, αιτιάσεις για αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την έναρξη, την πορεία και την αιτία της πυρκαγιάς, επικαλείται τα εξής: " Όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της απόφασης, το δικαστήριο ρητά αποδέχεται ως πραγματικά τα στοιχεία που καταγράφονται στην έκθεση αυτοψίας της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας, αναφέροντας μάλιστα ότι επιβεβαιώνουν τα περιστατικά που δέχθηκε ότι συνέβησαν (βλ. 15ο φύλλο, 2η σελίδα).
Ωστόσο, τα στοιχεία αυτά, τα οποία το δικαστήριο αναφέρει στην απόφασή του (16ο φύλλο) όχι μόνο δεν επιβεβαιώνουν όσα δέχθηκε η απόφαση ως γεγονότα, αλλά επιπλέον βρίσκονται και σε προφανή αντίθεση με αυτά. Ειδικότερα, ενώ η προσβαλλομένη δέχεται ότι η φωτιά ξεκίνησε από το χώρο όπισθεν της οικοδομής την οποία επέβλεπα, παράλληλα δέχεται, εντελώς αντιφατικά, την αδυναμία προσδιορισμού του σημείου έναρξης της πυρκαγιάς που διαπίστωσε η Πυροσβεστική Υπηρεσία.
Επιπλέον, μετατρέποντας ανεπίτρεπτα την υποψία της Υπηρεσίας για πρόκληση της πυρκαγιάς από ανθρώπινη αμέλεια, σε βεβαιότητα, λαμβάνει το στοιχείο αυτό ως δεδομένο και το χρησιμοποιεί, συνδυαστικά με τις εργασίες που πραγματοποιούνταν στην επίμαχη οικοδομή για να αποδώσει ευθύνη σε βάρος μου. Ωστόσο, καμία εξήγηση δεν παρέχει για τον τρόπο με τον οποίο κατέληξε σε αυτό το συμπέρασμα, τη στιγμή που δέχεται ότι παράλληλα ενεργούνταν οικοδομικές εργασίες σε όλη την περιοχή από διάφορα οικοδομικά συνεργεία, όπως πιστοποιήθηκε από την Πυροσβεστική Υπηρεσία.".
Επίσης, με τον ίδιο αναιρετικό λόγο, κατά το δεύτερο σκέλος, προβάλλονται αιτιάσεις ότι η προσβαλλομένη περιλαμβάνει "αντιφατικές παραδοχές και σχετικά με την ώρα έναρξης της πυρκαγιάς", με αποτέλεσμα, όπως, ειδικότερα, υποστηρίζει ο αναιρεσείων, "να δημιουργείται σύγχυση αναφορικά με ένα ουσιώδες στοιχείο της διαφοράς, από το οποίο εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό η προταθείσα ένσταση συντρέχοντος πταίσματος του θύματος.
Και τούτο διότι, από τη μια πλευρά δέχεται ότι περί ώρα 12:46 της επίμαχης ημέρας έλαβε χώρα η χρήση του τροχού που δέχεται ότι προκάλεσε την πυρκαγιά, και από την άλλη, δέχεται ως πραγματικό το γεγονός που περιγράφουν όλοι οι αυτόπτες μάρτυρες και ο αρμόδιος Υποδιοικητής της Πυροσβεστικής, ότι περί ώρα 12.30-12.40 η πυρκαγιά όχι μόνο είχε ξεσπάσει αλλά είχε πλέον εξαπλωθεί".
Ο λόγος αυτός, στο σύνολο των αιτιάσεών του, είναι, πρωτίστως, απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, συνισταμένης στην έλλειψη αναφοράς, στο αναιρετήριο, των κρίσιμων ουσιαστικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης, δηλαδή των πραγματικών περιστατικών, που δέχθηκε το Εφετείο, υπό τα οποία και συντελέστηκαν οι επικαλούμενες παραβιάσεις, αφού ο αναιρεσείων αρκέσθηκε στην παράθεση σ' αυτό (αναιρετήριο) και, μάλιστα, κατά τρόπο διηγηματικό, σε περιορισμένες και εκτιμώμενες από τον ίδιο παραδοχές αυτής (αναιρεσιβαλλομένης), ούτε, βεβαίως, αναφέρεται ο κανόνας, ή οι κανόνες, ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκαν εκ πλαγίου ούτε (όσον αφορά το πρώτο σκέλος του αναιρετικού λόγου) ο ισχυρισμός, ως προς τον οποίο παρουσιάζονται οι επικαλούμενες αντιφάσεις των αιτιολογιών και η σύνδεσή του με το διατακτικό, ενώ, όσον αφορά την επικαλούμενη, όλως επιγραμματικά, με το δεύτερο σκέλος του ίδιου λόγου, ως προταθείσα ένσταση συντρέχοντος πταίσματος του θύματος, δεν αναφέρει τη σύνδεσή της με την επικαλούμενη αντίφαση και εντεύθεν με το διατακτικό της προσβαλλομένης.
Ο ίδιος λόγος, κατά το πρώτο σκέλος του, είναι απαράδεκτος διότι οι επικαλούμενες αντιφάσεις δεν εντοπίζονται στην παράθεση των ως άνω ουσιωδών περιστατικών, εκείνων, δηλαδή, που θεμελιώνουν την αδικοπρακτική ευθύνη του αναιρεσείοντος και ανήκουν στο πραγματικό της εφαρμοσθείσας, εν προκειμένω, ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 914 ΑΚ, αλλά εντοπίζεται μεταξύ παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης και διαπιστώσεων της έκθεσης αυτοψίας της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας.
Σε κάθε περίπτωση, ο ανωτέρω λόγος είναι απαράδεκτος, καθόσον το Εφετείο, στην προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφέρεται στις διαπιστώσεις της ως άνω έκθεσης αυτοψίας της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας, καθώς και στις μαρτυρικές καταθέσεις, στο πλαίσιο της αξιολόγησης αυτών ως αποδεικτικών μέσων και της ανάπτυξης της σχετικής επιχειρηματολογίας του κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, χωρίς να εντάσσει τα στοιχεία των αποδεικτικών αυτών μέσων στις, δεκτικές αναιρετικού ελέγχου, πραγματικές παραδοχές του και, επομένως, δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ.
Με τον τέταρτο αναιρετικό λόγο προβάλλονται αιτιάσεις ότι το Εφετείο έσφαλε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά την ερμηνεία της αόριστης νομικής έννοιας της αιτιώδους συνάφειας και κατά την υπαγωγή σ' αυτήν των πραγματικών περιστατικών που θεώρησε ως αποδειχθέντα, επικαλούμενος, ειδικότερα, ο αναιρεσείων ότι το Εφετείο δέχθηκε πως ο ίδιος ευθύνεται αιτιωδώς για το θάνατο του Ν.
Φ., χωρίς να περιλαμβάνει στην προσβαλλομένη καμία αιτιολογία ως προς την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του και του, επελθόντος εκ της πυρκαγιάς, θανάτου του Ν. Φ., καθώς και ότι οδηγήθηκε στο παραπάνω συμπέρασμα, υποπίπτοντας σε αντίφαση με άλλη παραδοχή του κατά την εξέταση της ένστασης συνυπαιτιότητας του θύματος, και ειδικότερα έκρινε ότι το θύμα ήταν αδύνατο να προβλέψει την εξάπλωση της πυρκαγιάς που επέφερε το θάνατό του, γεγονός, όμως, που αναιρεί την αντικειμενική προσφορότητα της πυρκαγιάς να επιφέρει το συγκεκριμένο θάνατο και ότι, έτσι, είναι λογικώς αδύνατη και στερείται νόμιμης βάσης η εντελώς αντιφατική παραδοχή του Εφετείου ότι ήταν ικανή και αντικειμενικώς πρόσφορη να επιφέρει το θάνατο η ίδια πυρκαγιά, ενώ έγινε δεκτό ότι ήταν αντικειμενικά αδύνατο να προβλεφθεί ότι θα οδηγήσει στο αποτέλεσμα αυτό.
Εξ άλλου, με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην αναιρεσιβαλλομένη την αιτίαση ότι ενέχει νομικό σφάλμα κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 300 ΑΚ ως προς τη συνδρομή ή μη συντρέχοντος πταίσματος του θύματος στην επέλευση του θανάτου του, που εξετάστηκε κατόπιν προβληθείσας εκ μέρους του (αναιρεσείοντος) σχετικής ένστασης, διότι (κατά τη διαλαμβανόμενη στο αναιρετήριο δική του συνοπτική ιστόρηση) το Εφετείο δέχθηκε ότι περί ώρα 12.30-12.40 η επίμαχη πυρκαγιά είχε ήδη εξαπλωθεί στην περιοχή και ότι περί ώρα 13.00 της επίμαχης ημέρας ο Ν.
Φ. αρνήθηκε να ακολουθήσει τη νύφη του, τέταρτη των εναγομένων, που έσπευσε να απομακρυνθεί από το σπίτι λόγω της πυρκαγιάς και ότι, παρ' όλα αυτά, το Εφετείο θεώρησε ότι η παραμονή του θανόντος στην οικία του, που βρισκόταν στην ευρύτερη περιοχή της πυρκαγιάς, σε χρόνο κατά τον οποίο αυτή είχε γίνει αντιληπτή από τους κατοίκους και τους ανάγκασε να απομακρυνθούν από τις οικίες τους, δεν συνιστά πταίσμα που συνέβαλε στο επελθόν τραγικό αποτέλεσμα.
Οι λόγοι αυτοί, εκτιμώμενοι από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι, πρωτίστως, απαράδεκτοι λόγω αοριστίας, διότι, αναφορικά με τον τέταρτο εξ αυτών α) δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο οι κρίσιμες πραγματικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Εφετείο προς θεμελίωση της κρίσης του ως προς την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής των αναιρεσιβλήτων εξ αδικοπραξίας, που προϋποθέτει και τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του εναγομένου-αναιρεσείοντος και του θανάτου του Ν.
Φ., ως στοιχείου του πραγματικού της εφαρμοσθείσας διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ, αφού μόνο με βάση τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας μπορεί να ελεγχθεί αν η, αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση, νομική πλημμέλεια οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, και β) δεν αναφέρονται με πληρότητα οι κρίσιμες πραγματικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, από τις οποίες να προκύπτει η επικαλούμενη αντίφαση, ούτε αναφέρεται ο κρίσιμος ισχυρισμός περί συνυπαιτιότητας του θύματος, ως προς τον οποίο παρουσιάζεται η αντίφαση, τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του και η σύνδεσή του με το διατακτικό της προσβαλλομένης, αναφορικά δε με τον πέμπτο αναιρετικό λόγο δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο με πληρότητα οι πραγματικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Εφετείο, όπως ακριβώς διατυπώνονται στην προσβαλλομένη και όχι αποσπασματικά και επιλεκτικά ή κατ' εκτίμηση του αναιρεσείοντος, όπως συμβαίνει εν προκειμένω.
Σε κάθε περίπτωση, ο τέταρτος λόγος ελέγχεται ως αβάσιμος, διότι με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298, 330 εδ. β' του ΑΚ, καθόσον διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων αυτών που εφάρμοσε, χωρίς ν' απαιτούνται προς τούτο και άλλες.
Ειδικότερα με τα δεκτά γενόμενα από το Εφετείο ως άνω πραγματικά περιστατικά ότι " Η χρήση του τροχού από τον Ί. Ν. πάνω στο μασίφ σίδερο, όπως είναι τα σίδερα της οικοδομής, είχε ως συνέπεια να παραχθούν σπινθήρες, οι οποίοι με τη σειρά τους εκτοξεύτηκαν, υποστηριζόμενοι και από τη μεγάλη ένταση του αέρα και προκάλεσαν με τη σειρά τους την ανάφλεξη των ξερών χόρτων, που υπήρχαν στο χώρο όπισθεν της οικοδομής.
Εξαιτίας των προαναφερθεισών κλιματολογικών συνθηκών και του στροβιλισμού των ανέμων, οι σπινθήρες επεκτάθηκαν ταχύτατα στο πευκόφυτο οικόπεδο, το οποίο απέχει μόλις τρία (3) μέτρα από την οικοδομή των εναγομένων. Η πυρκαγιά, αρχικώς κινήθηκε βόρεια και ανατολικά καίγοντας την περιοχή μεταξύ των οδών...
Στη συνέχεια, η πυρκαγιά κατευθύνθηκε νότια, λόγω των ισχυρών βορείων ανέμων, που έπνεαν στην περιοχή και κατακαίοντας τη δασική έκταση, εισήλθε στον οικισμό προκαλώντας, αφενός υλικές ζημίες στις ιδιοκτησίες, που βρέθηκαν στη διαδρομή της και αφετέρου το θάνατο του Ν. Φ.... ο πέμπτος εναγόμενος δεν επέδειξε τη δέουσα επιμέλεια, την οποία εκ της ιδιότητάς του ως επιβλέπων αρχιτέκτονας μηχανικός και υπεύθυνος για τη λήψη μέτρων παθητικής πυροπροστασίας όφειλε να εμποδίσει την εκτέλεση εργασιών κοπής μετάλλων (άρθρο 96 παρ. 2 του ΠΔ 1073/ 1981) σε συνθήκες όπως αυτές, που επικρατούσαν στην περιοχή των ……Αττικής, την ημέρα εκείνη..., που ήταν δυνατόν να προκαλέσουν την εκδήλωση πυρκαγιάς, αφού οι κλιματολογικές συνθήκες εκείνη την ημέρα επέτειναν τον κίνδυνο τόσο εκδηλώσεως όσο και ανεξέλεγκτης επεκτάσεως πυρκαγιάς...", καταφάσκεται η ευθύνη του εναγομένου από αδικοπραξία, καθόσον η υπό τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά εκδηλωθείσα συμπεριφορά αυτού και παράνομη και υπαίτια είναι αλλά και τελεί σε αιτιώδη συνάφεια προς το επελθόν αποτέλεσμα, καθόσον, η ανελέγκτως δεκτή γενόμενη ως άνω παράλειψή του υπό τις επικρατούσες συνθήκες, ήταν ικανή κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων το ανωτέρω αποτέλεσμα του θανάτου, το οποίο και επέφερε.
Επίσης, με βάση τις πραγματικές παραδοχές της προσβαλλομένης αναφορικά με την προβληθείσα εκ μέρους του αναιρεσείοντος ένσταση συνυπαιτιότητας του θύματος "Περαιτέρω, αποδείχθηκε, ότι κατά την εξέλιξή της η φωτιά κατευθύνθηκε και νοτίως του οικισμού, σε απόσταση 1,5 χιλιομέτρου από την οικοδομή των εναγομένων, όπου υπήρχε η κατοικία του Ν.
Φ., επί της οδού …... Ο Ν. Φ. έφθασε στην ως άνω κατοικία του περί τις 13:00, ήτοι κατά το χρόνο που μόλις είχε εκδηλωθεί η πυρκαγιά. Η τέταρτη ενάγουσα, νύφη του, η οποία ευρισκόταν και αυτή στην κατοικία και λόγω της φωτιάς θα πήγαινε με το αυτοκίνητό της δύο μαθητές της στο σπίτι τους, ζήτησε από τον πεθερό της (Ν.
Φ.), εάν θέλει να έλθει μαζί της. Εκείνος, ωστόσο, αρνήθηκε θεωρώντας ότι δεν συνέτρεχε λόγος ανησυχίας, καθώς η πυρκαγιά ήταν ακόμη μακριά. Επιχειρώντας η τέταρτη ενάγουσα κατά την επιστροφή της να προσεγγίσει την κατοικία της οδού ... οι αστυνομικές δυνάμεις, οι οποίες είχαν αναπτυχθεί στην περιοχή, δεν της το επέτρεψαν, διότι, ήδη, η πυρκαγιά είχε πλησιάσει την περιοχή ταχύτατα, λόγω του ισχυρού ανέμου.
Τελικά, ο Ν. Φ. βρέθηκε νεκρός, σε ύπτια θέση σε απόσταση 100 μέτρων από την κατοικία του... Ο θάνατος του Ν. Φ. δεν οφείλεται σε κάποιας μορφής συντρέχοντος πταίσματος του ιδίου του θανόντος καθώς περί τις 13:00, ώρα κατά την οποία η τέταρτη ενάγουσα του ζήτησε να έλθει μαζί της, η φωτιά είχε μόλις εκδηλωθεί και ευρισκόταν σε μεγάλη απόσταση από την κατοικία του.
Βεβαίως, λόγω των ισχυρών ανεμών η πυρκαγιά έλαβε γρήγορα μεγάλες διαστάσεις, κάτι που ήταν αδύνατο να το προβλέψει ο θανών, δεδομένου ότι κατά τον χρόνο αποχώρησης της τέταρτης εναγούσης δεν είχε αρχίσει η διαδικασία εκκενώσεως των κατοικιών, απορριπτομένου, ως ουσία αβασίμου, του ισχυρισμού..., περί συντρέχοντος πταίσματος του θανόντος...", αιτιολογείται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις η απόρριψη, ως κατ' ουσίαν αβάσιμης, της ένστασης περί συνυπαιτιότητας του θανόντος από το άρθρο 300 ΑΚ και, επομένως, ο περί του αντιθέτου πέμπτος αναιρετικός λόγος, κατά το μέρος του με το οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ώστε να μην καθίσταται εφικτός ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής του άρθρου 300 ΑΚ, είναι αβάσιμος.
Εξάλλου, οι αμέσως παραπάνω ουσιαστικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης αρκούσαν για να αποκρουστεί η εφαρμογή του άρθρου 300 ΑΚ, το οποίο, ως εκ τούτου, δεν παραβιάστηκε ευθέως από το Εφετείο που απέρριψε τη σχετική ένσταση του αναιρεσείοντος. Επομένως, ο πέμπτος λόγος και κατά το μέρος του με το οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 932 εδ. 3 του ΑΚ σε περίπτωση θανατώσεως προσώπου, η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικασθεί στην οικογένεια του θύματος, λόγω ψυχικής οδύνης. Στη διάταξη αυτή δεν προσδιορίζεται η έννοια του όρου "οικογένεια του θύματος", γιατί ο νομοθέτης δεν θέλησε να διαγράψει δεσμευτικώς τα όρια ενός θεσμού, ο οποίος ως εκ της φύσεώς του, υφίσταται αναγκαίως τις επιδράσεις από τις κοινωνικές διαφοροποιήσεις με την πάροδο των ετών.
Κατά την αληθή, όμως, έννοια της εν λόγω διατάξεως, που απορρέει από το σκοπό της θεσπίσεώς της, στην οικογένεια του θύματος περιλαμβάνονται οι εγγύτεροι και στενώς συνδεόμενοι συγγενείς του θανατωθέντος, οι οποίοι δοκιμάσθηκαν ψυχικά από την απώλειά του και στην ανακούφιση του ψυχικού τους πόνου στοχεύει η διάταξη αυτή, αδιαφόρως αν συζούσαν μαζί του ή διέμεναν χωριστά (ΟλΑΠ 21/2000).
Υπό την έννοια αυτή στην οικογένεια του θύματος περιλαμβάνονται η σύζυγος, οι ανιόντες, οι κατιόντες, οι αδελφοί, πεθερός, πεθερά, γαμπρός και νύφη (ΑΠ 253/2020, ΑΠ 605/2015, ΑΠ 260/2011, ΑΠ 1735/2006, ΑΠ 598/2005). Εξάλλου αναγνωρίζεται η δυνατότητα χρηματικής ικανοποιήσεως για μελλοντική ψυχική οδύνη του νηπίου, το οποίο κατά το χρόνο θανατώσεως του μέλους της οικογένειας του, λόγω της συναισθηματικής του ανωριμότητας και της ατελούς αναπτύξεώς του, δεν μπορεί να αισθανθεί ψυχικό πόνο, πλην όμως είναι βέβαιο, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, θα την υποστεί αργότερα, όταν θα φθάσει σε ηλικία που θα αισθάνεται ψυχικό πόνο από την έλλειψη του οικείου του (ΑΠ 260/2011, ΑΠ 598/2005, ΑΠ 442/2008).
Η επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως στα δικαιούμενα πρόσωπα, τελεί υπό την αυτονόητη προϋπόθεση, που συνιστά πραγματικό ζήτημα, που εκτιμάται από το δικαστήριο της ουσίας, της ύπαρξης μεταξύ αυτών και του θανατωθέντος, όταν αυτός ζούσε, αισθημάτων αγάπης και στοργής, η διαπίστωση της ανυπαρξίας των οποίων μπορεί να οδηγήσει στον αποκλεισμό, είτε όλων των προσώπων αυτών, είτε κάποιων, από την επιδίκαση της χρηματικής ικανοποιήσεως (ΑΠ 260/2011).
Επομένως, το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε, ότι στην οικογένεια του θύματος, δικαιούμενοι χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, περιλαμβάνονται και οι πέμπτη και ένατη των αναιρεσιβλήτων, νύφες του θανόντος (ως σύζυγοι των υιών του, αντίστοιχα) και ότι χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ψυχικής οδύνης, από το θάνατο του παππού του, δικαιούται και ο όγδοος αναιρεσίβλητος, ανήλικος εγγονός του, ηλικίας, τότε, τριών μηνών, δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 932 παρ. 3 ΑΚ και είναι αβάσιμος, ο, εκτιμώμενος από τον αριθ. 1 (και όχι από τον αριθ. 8) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, έκτος λόγος της αίτησης αναίρεσης που προβάλλει το αντίθετο.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του, κατατεθέντος για την άσκησή της, παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, ως ηττώμενος διάδικος, στη δικαστική δαπάνη των παρασταθέντων αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθ. 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27.7.2018 αίτηση του Κ. Π. για αναίρεση της υπ' αριθ. 5006/2017 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση αναιρέσεως παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των παρασταθέντων αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Σεπτεμβρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ