1602/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο- Εισηγητή, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή και Λάμπρο Καρέλο Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1602/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από τα στοιχεία δε της δικογραφίας προκύπτει ότι την αρχική συζήτηση είχε επισπεύσει το αναιρεσείον και ότι η απολιπόμενη αναιρεσίβλητη είχε κλητευθεί κατά την αρχική (24-1-2018) δικάσιμο.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1602 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1602/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο- Εισηγητή, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή και Λάμπρο Καρέλο Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 10η Οκτωβρίου 2018 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τη Γεωργία Καφήρα, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης:ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.",που ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-12-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7612/2009 του ίδιου Δικαστηρίου, 3291/2015 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 10-1-2018 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Πέτρος Σαλίχος, ανέγνωσε την από 10-1-2018 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των άρθρων 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 4 και 576 παρ. 1, 2 και 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος διάδικος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Εξάλλου, κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. 1, 3 και 4 ΚΠολΔ., αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη νέα αυτή δικάσιμο δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου, όταν ο απολιπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε επισπεύσει την αρχική συζήτηση ή είχε παραστεί νομίμως κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση ή είχε κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα να παραστεί κατά τη δικάσιμο εκείνη (αρχική).
Αν συντρέχει μία από τις προϋποθέσεις αυτές, είναι περιττή νέα κλήτευση του απόντος, κατά τη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο, διαδίκου. Στην προκειμένη περίπτωση, από το οικείο πινάκιο και τα πρακτικά συνεδριάσεως αυτού του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη εμφανίστηκε νομοτύπως κατά την αρχικώς ορισθείσα προς συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης δικάσιμο της 24-1-2018 και υπέβαλε αίτημα αναβολής της συζήτησης, το οποίο έγινε δεκτό και αναβλήθηκε η υπόθεση κατά την προκείμενη νέα δικάσιμο της 10-10-2018, κατά την οποία δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο.
Από τα στοιχεία δε της δικογραφίας προκύπτει ότι την αρχική συζήτηση είχε επισπεύσει το αναιρεσείον και ότι η απολιπόμενη αναιρεσίβλητη είχε κλητευθεί κατά την αρχική (24-1-2018) δικάσιμο.
Συνεπώς, δεδομένου ότι η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο μετά την αναβολή επέχει θέση κλητεύσεως, πρέπει, αφού η αναιρεσίβλητη δεν εμφανίστηκε κατά την αναφερόμενη στην αρχή νέα μετ' αναβολή δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου της, κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ., να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της (άρθρ. 576 παρ. 2 εδ. α' και γ' ΚΠολΔ.).-
Για την κτήση κυριότητας επί ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, σύμφωνα με τις έχουσες εφαρμογή κατ' άρθρο 51 Εισ. Ν.ΑΚ για τον προ της ενάρξεως της ισχύος του ΑΚ χρόνο διατάξεις των νόμων 8 παρ. 1 Κωδ. (7-39), 9 παρ. 1 Βασ. (50-4), 2 παρ. 20 Πανδ. (41-4), 6 παρ. 1 Πανδ. (44-3), 76 παρ. 1 Πανδ. (18-1) και 7 παρ. 3 Πανδ. (23-3) του βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου, απαιτείται αδιάλειπτη άσκηση νομής επί του πράγματος με καλή πίστη, ήτοι με την ειλικρινή πεποίθηση του νομέα ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλει κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας άλλου επ' αυτού, σύμφωνα με τις διατάξεις των νόμων 20 παρ. 12 Πανδ. (5-3), 27 Πανδ.(18-1), 15 παρ.3, 48 Πανδ. (41-3), 5 παρ.5 Πανδ. (41-10) και 109 Πανδ. (50-16), τη συνδρομή δε της καλής πίστης, ενόψει της φύσης της ως ενδιάθετης κατάστασης, συνάγει ο δικαστής της ουσίας συμπερασματικώς, από τα περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, καθώς και με διάνοια κυρίου, για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα του χρησιδεσπόζοντος να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και εκείνον του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού.
Οι διατάξεις αυτές δεν καταργήθηκαν με το νόμο της 21-6/3-7-1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", στο άρθρο 21 του οποίου ορίζεται ότι "ως προς τον τρόπο κτήσεως και διατηρήσεως της ιδιοκτησίας των δημοσίων πραγμάτων, εφαρμόζονται αι εν τω πολιτικώ νόμω περιεχόμεναι διατάξεις", επομένως και οι προαναφερόμενες διατάξεις του βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου.
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προς εκείνες των άρθρων 18 και 21 του ν. της 21-6/3-7-1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων" συνάγεται ότι η έκτακτη χρησικτησία χωρεί με τις προϋποθέσεις που εκτέθηκαν και σε δημόσια κτήματα, εφόσον η τριακονταετής νομή αυτών, κατά τις διατάξεις των ν. 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39) Βασ. 9 παρ. 1 (50.14) είχε συμπληρωθεί μέχρι και της 11ης Σεπτεμβρίου 1915, όπως αυτό προκύπτει από τις διατάξεις αφενός του νόμου ΔΞΗ /1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου", που εκδόθηκαν με βάση αυτόν από 12-9-1915 μέχρι και της 16-5-1926 και αφετέρου του άρθρου 21 του ν.
δ/τος της 22-4/26-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κλπ", που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του α.ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", που διατηρήθηκαν σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ με το άρθρο 53 Εισ. Ν. αυτού, με τις οποίες διατάξεις ανεστάλη κάθε παραγραφή ή δικαστική προθεσμία σε αστικές διαφορές και απαγορεύθηκε οποιαδήποτε παραγραφή των εμπράγματων δικαιωμάτων του Δημοσίου στα κτήματά του, άρα και η χρησικτησία πάνω σ' αυτά (Ολ.Α.Π.75/1987, Α.Π.625/2014).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.Α.Π.1/1999). Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως, και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία, η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης, εφόσον το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια (Ολ.Α.Π.12-13/1995, Ολ.Α.Π.24/1992, Α.Π.387/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι με αυτήν το Εφετείο, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, δέχτηκε, αναφορικά με την ένδικη αναγνωριστική κυριότητας αγωγή της αναιρεσίβλητης, τα ακόλουθα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά : "Το επίδικο ακίνητο απετέλεσε τμήμα ενός ευρύτερου ακινήτου εμβαδού περί τα 80 στρέμματα, το οποίο στο σύνολό του έως το έτος 1900 είχε τη μορφή αγρού.
Καλλιεργείτο τουλάχιστον από το έτος 1850 με σιτηρά κατά μερικότερα εδαφικά τμήματα από τους Χ. Κ., Μ. Χ., Δ. Ν., Α. Ν., Α. Μ. - Ν., Β. Ν. - Π., Δ. Δ., Χ. Σ., Η. Κ., Σ. Κ. και Ν. Γ. Σ.. Η καλλιέργεια των εδαφικών τμημάτων γινόταν με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, δηλαδή έχοντας την εύλογη και ειλικρινή πεποίθηση ότι δεν βλάπτονται δικαιώματα τρίτων και ιδίως του εφεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου.
Για την χρήση της έκτασης ως αγρού καταθέτει με σαφήνεια ο γεννηθείς το έτος 1935 μάρτυρας της εκκαλούσας - ενάγουσας, ο οποίος αναφέρει ότι τις σχετικές πληροφορίες για το παρελθόν τις άντλησε από ηλικιωμένους (αναφέρει χαρακτηριστικά τον ..., ιδιοκτήτη παρακείμενου ναυπηγείου). Με τον τρόπο αυτόν οι προαναφερθέντες κατέστησαν κύριοι των επιμέρους εδαφικών τμημάτων με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας (νομή με καλή πίστη επί χρόνο μεγαλύτερο της τριακονταετίας).
Δυνάμει του …./5-11-1911 πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Ελευσίνας Β. Π., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ελευσίνας στον τόμο 53 και αριθμό 35, Χ. Κ. μεταβίβασε στους Ν. Γ. Σ., Σ. Κ. και Δ. Δ. τμήμα του ευρύτερου ακινήτου εμβαδού 5 στρεμμάτων περίπου (όπως προκύπτει από τον ίδιο τον τίτλο το ακίνητο που μεταβιβάστηκε αποτελεί αγρό).
Δυνάμει του …/16-1-1912 πωλητηρίου συμβολαίου του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ελευσίνας στον τόμο 53 και αριθμό 97, οι Δ. Ν., Α. Ν., Α. Μ. - Ν. και Β. Ν. - Π. Η. Κ. τμήμα του ευρύτερου ακινήτου εμβαδού 8 στρεμμάτων περίπου (όπως προκύπτει από τον ίδιο τον τίτλο το ακίνητο που μεταβιβάστηκε αποτελεί αγρό, που συνορεύει με εργοστάσιο της "Κ.
Σ."). Δυνάμει του …8/20-5-1917 πωλητηρίου συμβολαίου του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ελευσίνας στον τόμο 57 και αριθμό 472, ο Δ. Ν. μεταβίβασε στον Η. Κ. τμήμα του ευρύτερου ακινήτου εμβαδού 1 στρέμματος περίπου (το ακίνητο που μεταβιβάστηκε αναφέρεται στον τίτλο ως αγρός).
Δυνάμει του 3…/21-3-1918 πωλητηρίου συμβολαίου του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ελευσίνας στον τόμο 58 και αριθμό 256, ο Δ. Δ. μεταβίβασε στους Ν. Γ. Σ. και Η. Κ. το 1/3 εξ αδιαιρέτου του ευρύτερου ακινήτου εμβαδού 60 στρεμμάτων περίπου. Εντός του ακινήτου που μεταβιβάζεται υπάρχει εργοστάσιο.
Δυνάμει του 7081/18-2-1924 πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Ελευσίνας Α. Α., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ελευσίνας στον τόμο 62 και αριθμό 262, ο Χ. Γ. Κ. Γ. Σ. μεταβίβασε στους Ν. Γ. Σ., Η. Κ. και Σ. Κ. τμήμα του ευρύτερου ακινήτου εμβαδού 4 στρεμμάτων (όπως προκύπτει από τον ίδιο τον τίτλο το ακίνητο που μεταβιβάστηκε αποτελεί αγρό).
Δυνάμει του 7503/4-8-1924 πωλητηρίου συμβολαίου του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου Ελευσίνας Α. Α., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ελευσίνας στον τόμο 62 και αριθμό 397, οι Η. Κ. και Σ. Κ. μεταβιβάζουν το μερίδιό τους στις εκτάσεις που έχουν αποκτήσει δυνάμει των ανωτέρω …8/1911, ../1912, ../1917, ../1918 και ..1/1924 συμβολαίων στον Ν.
Γ. Σ.. Το ακίνητο που αποκτά ο Ν. Γ. Σ. με το ανωτέρω ..3/4-8-1924 συμβόλαιο συγκεντρώνοντας τα μερίδια των Η. Κ. και Σ. Κ., εμβαδού που προσεγγίζει τα 80 στρέμματα εάν συνυπολογιστούν τα επιμέρους εμβαδά των εδαφικών τμημάτων, που μεταβιβάστηκαν με τους προαναφερθέντες τίτλους (τα ..8/1911, ..9/1912, …/1917, 347/1918 και ..1/1924 συμβόλαια), είναι συνεχόμενος αγρός και οικόπεδα - γήπεδα, εντός των οποίων υπάρχουν εργοστασιακές εγκαταστάσεις.
Εν συνεχεία δυνάμει του 45/14-2-1936 πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Πειραιά Π. Ρ., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ελευσίνας στον τόμο … και αριθμό 58, ο Ν. Γ. Σ. μεταβίβασε στην εταιρία "..." έκταση εμβαδού 11 περίπου στρεμμάτων από το ανωτέρω ακίνητο των 80 περίπου στρεμμάτων.
Όπως προκύπτει από τον τίτλο, η έκταση αυτή βρίσκεται δυτικά του χώρου του εργοστασίου του πωλητή Ν. Γ. Σ. και συνορεύει (οριοθετείται) ανατολικά με το εν λόγω εργοστάσιο, δυτικά με ιδιωτική οδό, νότια με παραλιακή οδό και βόρεια με την υπόλοιπη έκταση του πωλητή. Ουσιαστικά η έκταση που μεταβιβάστηκε αποτελεί προαύλιο χώρο του εργοστασίου.
Δυνάμει του 29398/12-11-1951 πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Ελευσίνας Α. Α., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ελευσίνας τον τόμο 80 και αριθμό 48, η εταιρία "..." μεταβίβασε αιτία πώλησης στον Π. Κ. έκταση εμβαδού 10.247,81 τ.μ. Ο Π. Κ. δυνάμει του …28-5-1964 συμβολαίου συγχώνευσης ατομικής επιχείρησης (πρόκειται για την επιχείρηση "...") και εισφοράς περιουσιακών στοιχείων της συμβολαιογράφου Αθηνών Ρ.
Κ., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ελευσίνας στον τόμο 101 και αριθμό 344, μεταβίβασε ως εισφορά το ανωτέρω ακίνητο, εμβαδού 10.247,81 τ.μ., στην εταιρία "... Α.Ε.". Τμήμα της έκτασης των 10.247,81 τ.μ. εμβαδού 3.512,27 τ.μ. (πρόκειται για το δυτικό τμήμα της όλης έκτασης των 10.247,81 τ.μ.) μεταβιβάστηκε αιτία πώλησης από την εταιρία "...
Α.Ε." στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. δυνάμει του …./30-12-1977 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Ι. Κ., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ελευσίνας στον τόμο …και αριθμό 95. Δυνάμει της …/13-6-2002 περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης ακινήτου της συμβολαιογράφου Αθηνών Α.
Λ. - Μ., η οποία μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ελευσίνας στον τόμο 2…και αριθμό 367, περιήλθε στην εκκαλούσα, ως τελευταία υπερθεματίστρια αναγκαστικού πλειστηριασμού, το εναπομείναν μετά την πώληση, που έλαβε χώρα με το …337/30- 12-1977 συμβόλαιο εδαφικό τμήμα του ακινήτου, το οποίο - εναπομείναν εδαφικό τμήμα - αποτελεί το επίδικο ακίνητο.
Με τον τρόπο αυτόν η εκκαλούσα κατέστη κυρία του επιδίκου ακινήτου, καθόσον η καθ' ης η εκτέλεση εταιρία "... Α.Ε." ήταν κυρία του ακινήτου που πλειστηριάστηκε ως αποκτήσασα από κύριο μέχρι την αναγωγή σε πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας κατά τη διαδοχή των τίτλων κατά τα προεκτεθέντα (άρθρο 1005 Κ.Πολ.Δ.).
Μάλιστα οι εκάστοτε αγοραστές άσκησαν επί των εδαφικών τμημάτων που απέκτησαν πράξεις νομής που προσιδιάζουν στη φύση αυτών (καλλιέργεια ή παραγωγική λειτουργία των εργοστασιακών μονάδων).
Εν προκειμένω πρέπει να επισημανθεί ότι οι τίτλοι της εκκαλούσας μέχρι και το 1924 (τα συμβόλαια …..) αναφέρονται στην ευρύτερη έκταση, μέρος της οποίας αποτελεί το επίδικο, τα όσα δε διαφορετικά διαλαμβάνει το εφεσίβλητο τυγχάνουν αβάσιμα. Συγκεκριμένα στο σύνολο των εν λόγω τίτλων αναφέρεται ότι τα ακίνητα που μεταβιβάζονται βρίσκονται στη θέση "..." (ή "...") της περιφέρειας του ..., το δε νότιο όριο σε όλες τις περιπτώσεις, πλην εκείνης των 89/1912 και ..1917 συμβολαίων, αποτελεί θάλασσα.
Στις περιπτώσεις των 89/1912 και …/1917 συμβολαίων, κοινό όριο αποτελεί το εργοστάσιο Κ. (που στο 89/1912 συμβόλαιο αναφέρεται ως νότιο όριο). Επειδή όμως δεν πρόκειται εξ αρχής για ένα ενιαίο ακίνητο αλλά για επιμέρους ακίνητα που εν τέλει απαρτίζουν το ευρύτερο ενιαίο ακίνητο, είναι επόμενο τα επιμέρους ακίνητα να μην έχουν ταυτόσημα όρια και να μην εφάπτονται όλα της θάλασσας.
Επιπροσθέτως οι παλαιοί τίτλοι, εκ των πραγμάτων, δεν έχουν την ακρίβεια των νεοτέρων τίτλων κυρίως ως προς τα εμβαδά των εκτάσεων. Με βάση και τα προεκτεθέντα δεν αποδείχθηκε, όπως αντίθετα δέχθηκε η εκκαλουμένη, κάνοντας δεκτό σχετικό ισχυρισμό (ένσταση) του εναγομένου - εφεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, ότι το επίδικο ακίνητο συνορεύει γύρω - γύρω με ευρύτερες δασικές εκτάσεις και αποτελεί το ίδιο τμήμα ευρύτερης χορτολιβαδικής έκτασης, που ήδη από το έτος 1945 και μετά, μέχρι σήμερα, καλύπτεται με αραιή χαμηλή βλάστηση και συνεπώς αποτελεί δασική έκταση σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 2, 3 ν. 998/1979 και κατ' επέκταση ως τέτοια (δασική έκταση) ανήκει στο εφεσίβλητο, ενώ προέκυψε ότι ασκήθηκαν στο επίδικο συγκεκριμένες πράξεις νομής από ιδιώτες κατά το παρελθόν και μέχρι 12-9-1915.
Η ευρύτερη περιοχή (περιοχή κόλπου Ελευσίνας) όπου βρίσκεται το επίδικο αποτελεί ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα και σαφώς από τις αρχές του 20ου αιώνα χώρο εγκατάστασης και λειτουργίας εργοστασίων και εν γένει βιομηχανικών μονάδων και σε καμία περίπτωση δεν απετέλεσε χορτολιβαδική έκταση. Αντίθετα επρόκειτο για αγροτική - καλλιεργήσιμη έκταση που βαθμιαία απώλεσε τον γεωργικό της χαρακτήρα και γνώρισε την ραγδαία εκβιομηχάνιση.
Τέτοια εργοστασιακή μονάδα αναφέρεται ήδη ως όριο του μεταβιβαζόμενου αγρού στο 89/16-1-1912 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ελευσίνας Β. Π.. Πέριξ του επίδικου ακινήτου μάλιστα και σε άμεση γειτνίαση με αυτό βρίσκονται δυτικά το εργοστάσιο της ... ("..."), ανατολικά το εργοστάσιο ... (που άρχισε να λειτουργεί το 1900) - όπως επισημάνθηκε ουσιαστικά το επίδικο αποτελεί προαύλιο χώρο του εν λόγω εργοστασίου - και το ναυπηγείο των αδελφών ...
και βόρεια τα λατομεία του ... Μάλιστα έμπροσθεν του επίδικου έχει μπαζωθεί η θάλασσα και έχει κατασκευαστεί προβλήτα.
Για τους λόγους αυτούς πιο πειστικό είναι το συμπέρασμα του ορισθέντος με την 4815/2011 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου πραγματογνώμονα ..., που περιέχεται στην 23/13 έκθεση πραγματογνωμοσύνης και αφορά την εξέταση των αεροφωτογραφιών έτους λήψης 1945, ότι δηλαδή το επίδικο εμφανίζει "χέρσο αγροτικό χαρακτήρα" και "δεν παρουσιάζει ίχνος δενδρώδους ή χαμηλής θαμνώδους βλάστησης", σε σχέση με το συμπέρασμα της τεχνικής συμβούλου του εφεσίβλητου ..., που περιέχεται στην από 25-2-2014 τεχνική έκθεση και αφορά την εξέταση των ίδιων αεροφωτογραφιών, σύμφωνα με το οποίο - συμπέρασμα - το επίδικο "δεν φέρει ίχνη καλλιέργειας" (εύλογη, κατ' αρχήν, επισήμανση αφού αυτό - επίδικο - αποτελεί ουσιαστικά προαύλιο χώρου του παρακειμένου εργοστασίου που υφίσταται από το έτος 1900) "και καλύπτεται από αυτοφυή χορτολιβαδική βλάστηση".
Το εφεσίβλητο όψιμα με την αρ. πρωτ. 5605πε/10-1-2006 πράξη χαρακτηρισμού του Δασάρχη Αιγάλεω χαρακτήρισε το επίδικο "μη δασικού χαρακτήρα έκταση (βραχώδη χορτολιβαδική) υπαγόμενη στην παρ. 6β και 6γ του άρθρ. 3 Ν. 998/79, όπως συμπληρώθηκε - τροποποιήθηκε με τον ν. 3208/2003" {κατά της πράξης έχουν ασκηθεί αντιρρήσεις στην πρωτοβάθμια Επιτροπή Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων και εκκρεμεί η έκδοση απόφασης}".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, δέχθηκε ως βάσιμη και κατ' ουσία την έφεση της ήδη αναιρεσίβλητης κατά της εκκαλούμενης απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο είχε εκφέρει αντίθετη κρίση, και, αφού εξαφάνισε αυτήν (εκκαλούμενη απόφαση), κράτησε και δίκασε την υπόθεση κατ' ουσία, και αφού απέρριψε τις εκ μέρους του εναγόμενου - εφεσίβλητου ενστάσεις ιδίας κυριότητας και παραγραφής ως κατ' ουσίαν αβάσιμες, δέχθηκε ακολούθως την ένδικη αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη, αναγνώρισε την ενάγουσα - εκκαλούσα κυρία του επίδικου ακινήτου, και διέταξε τη διόρθωση της αρχικής εγγραφής στο οικείο κτηματολογικό γραφείο.
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο και έτσι όπως έκρινε, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού, όπως προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενό της, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προ τα ουσιώδη ζητήματα ότι η αναιρεσίβλητη και οι δικαιοπάροχοί της νεμήθηκαν το επίδικο ακίνητο, ως τμήμα μεγαλύτερης έκτασης περίπου 80 στρεμμάτων, που έως το έτος 1900 είχε τη μορφή αγρού και καλλιεργείτο τουλάχιστον από το έτος 1850, ασκήσαντες τις προσιδιάζουσες στη φύση του πράξεις νομής (καλλιέργεια με σιτηρά, μεταβιβάσεις τμημάτων αυτού αιτία πωλήσεως, επίβλεψη) με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας και ειδικότερα νεμήθηκαν με διάνοια κυρίου το επίδικο με καλή πίστη, δηλαδή με την ειλικρινή πεποίθηση ότι δεν προσβάλλουν κατ' ουσία δικαίωμα κυριότητας τρίτου, διαδοχικά οι:
Χ. Κ., Μ. Χ., Δ. Ν., Α. Μ.-Ν., Β. Ν.-Π., Δ. Δ., Χ. Σ., Η. Κ., Σ. Κ. και Ν. Γ. Σ., από το έτος 1850 έως τις 23-2-1946, δηλαδή για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της τριακονταετίας και μέχρι τις 11-9-1915, έκτοτε δε ανεξάρτητα από καλή πίστη και μέχρι την άσκηση της αγωγής (Ιανουάριος 2009). Ειδικότερα, σαφής και πλήρης είναι η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς τη νομή (με καλή πίστη) του επίδικου ακινήτου από τους δικαιοπαρόχους της αναιρεσίβλητης επί τον απαιτούμενο, κατά το προϊσχύσαν βυζαντινορρωμαϊκό δίκαιο, χρόνο με την ενέργεια των αναφερόμενων εμφανών υλικών πράξεων νομής (καλλιέργεια με σιτηρά, κατάρτιση πιο πάνω πωλητήριων συμβολαίων και μεταγραφή αυτών, κατασκευή οικοδομής κλπ) με τις οποίες εκδηλωνόταν η βούλησή τους να το εξουσιάζουν.
Δεν απαιτείτο δε για τη νομική πληρότητα της απόφασης ως προς την ύπαρξη καλής πίστης στο πρόσωπο των πιο πάνω δικαιοπαρόχων της αναιρεσίβλητης και η αναφορά άλλων πραγματικών περιστατικών, όπως η προσκόμιση τίτλων αναγόμενων στο χρονικό διάστημα που ήταν κρίσιμο για την απόκτηση κυριότητας με χρησικτησία.
Είναι, συνεπώς, αβάσιμος ο μοναδικός λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., με τον οποίο το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών ως προς τα ως άνω ουσιώδη ζητήματα της συνδρομής του στοιχείου της καλής πίστης και της κτήσης της κυριότητας του επίδικου ακινήτου εκ μέρους των δικαιοπαρόχων της αναιρεσίβλητης με έκτακτη χρησικτησία, η οποία είχε συντελεσθεί πριν από την 11-9-1915.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει η αναίρεση να απορριφθεί στο σύνολό της, ενώ δεν γίνεται λόγος για δικαστικά έξοδα υπέρ της αναιρεσίβλητης, που νίκησε στη δίκη, δεδομένου ότι εξαιτίας της ερημοδικίας της δεν υποβλήθηκε σε τέτοια έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4-12-2015 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3291/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Νοεμβρίου 2018.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα στις 23 Νοεμβρίου 2018.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ