Legislator Case Law & Legislation
1602/2017 AI generated

1602/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1602/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/5/2007 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 32261/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 495/2012 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Legislator headnote

AI generated

1602/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Μπαλιτσάρης ανέγνωσε την από 5/12/2014 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Αλτάνας Κοκκοβού, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι υπό στοιχεία Α και Β λόγοι της αίτησης αναίρεσης, όπως συμπληρώθηκαν, κατ’ άρθρο 562 παρ.4 του ΚΠολΔ, καθώς και ο υπό στοιχείο Γ λόγος της αυτής, να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.

Keywords

AI generated
territorial scope of the Treaty demarcation of boundaries removal of boundary marks subdivision of land upzoning land reallocation
AI generated
885/2021
Κατά το άρθρο 559 αριθ.
401/2019
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 40/2016 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου που δίκασε έφεση του αναιρεσείοντος -ενάγοντος κατά της 39/2015 απόφασης του Ειρηνοδικείου Βόλου.Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558,564, 566§1 Κ.Πολ.Δ).και καταβλήθηκε το προσήκον παράβολο Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 Κ.Πολ.Δ).
724/2018
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ι.
420/2016
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1590/2021
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-9-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και την από 12-1-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Τρικάλων και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 67/2012 μη οριστική, 112/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 185/2017 του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25-9-2018 αίτησή τους.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1602 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1602/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 9 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Σ. Ε. του Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Ματράκη και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Γ. του Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μαύρο Μαυρουδή και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/5/2007 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 32261/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 495/2012 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26/4/2012 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Μπαλιτσάρης ανέγνωσε την από 5/12/2014 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Αλτάνας Κοκκοβού, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι υπό στοιχεία Α και Β λόγοι της αίτησης αναίρεσης, όπως συμπληρώθηκαν, κατ’ άρθρο 562 παρ.4 του ΚΠολΔ, καθώς και ο υπό στοιχείο Γ λόγος της αυτής, να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία 495/2012 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία απέρριψε κατ’ ουσίαν την από 3-12-2008 έφεση της αναιρεσείουσας κατά της 32261/2008 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που είχε απορρίψει την από 21-5-2007 αγωγή της κατά της αναιρεσίβλητης, με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί η τελευταία να της καταβάλει νομιμοτόκως το ποσό των 8.598,83 ευρώ για θετική ζημία και το ποσό των 6.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, που υπέστη από την περιγραφόμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά της (εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης) σε βάρος της και συγκεκριμένα, διότι αυτή, αν και γνώριζε, ότι το εμβαδόν του προς πώληση διαμερίσματος της ανερχόταν σε 123,5 τμ, τη διαβεβαίωσε ψευδώς ότι ανερχόταν σε 132,5 τμ, με αποτέλεσμα να πεισθεί και να προβεί στην αγορά του.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).- Από τη διάταξη του άρθρου 550 ΑΚ, που ορίζει ότι αν ο πωλητής ακινήτου διαβεβαίωσε τον αγοραστή ότι το ακίνητο έχει ορισμένη έκταση, ευθύνεται όπως και για συνομολογημένη ιδιότητα, συνάγεται ότι είναι ζήτημα ερμηνείας της σύμβασης πότε υπάρχει διαβεβαίωση του πωλητή προς τον αγοραστή περί ορισμένης έκτασης του πωληθέντος ακινήτου και ότι ο προσδιορισμός στη σύμβαση της έκτασης και η απλή δήλωση του πωλητή περί αυτής, δεν έχει πάντοτε την έννοια συνομολογημένης ιδιότητας, αφού είναι δυνατόν ο προσδιορισμός να έγινε για τον καθορισμό της ταυτότητας του ακινήτου και να αποτελεί μέρος της περιγραφής αυτού.

Περαιτέρω, εάν το πωληθέν ακίνητο ευρεθεί να έχει έκταση μικρότερη της αναγραφομένης στο συμβόλαιο, το δε τίμημα έχει ορισθεί ενιαίως για όλη την έκταση και όχι κατά μονάδα, πρόδηλο είναι ότι τα μέρη με τον καθορισμό ενιαίου τιμήματος δεν απέβλεψαν σε ορισμένη έκταση αλλά στην πώληση του συγκεκριμένου ακινήτου, αδιαφόρως της ακριβούς εκτάσεως αυτού, εκτός εάν ο προσδιορισμός του τελικώς οφειλομένου από τον αγοραστή τιμήματος γίνεται στο μεταβιβαστικό συμβόλαιο επί τη βάσει του ειδικώς συμφωνηθέντος τιμήματος ανά μονάδα μετρήσεως της εκτάσεως που μεταβιβάζεται.

Στην περίπτωση δε που το ουσιαστικό δικαστήριο διαπιστώσει ανέλεγκτα την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας σε σχέση με την ύπαρξη της αληθούς βούλησης των συμβληθέντων ως προς το εάν η πραγματική έκταση του πωληθέντος ακινήτου αποτελεί ή όχι συνομολογημένη ιδιότητά του, τότε στο πλαίσιο εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ συνεκτιμά τις δηλώσεις των μερών προς άλληλα και τη φορολογική αρχή, το περιεχόμενο των καταρτισθέντων συμβολαιογραφικών εγγράφων, τις τυχόν προηγηθείσες διαπραγματεύσεις, το μέγεθος της διαφοράς μεταξύ των αναγραφομένων και αληθών εμβαδών και ο,τιδήποτε άλλο οδηγεί στη διαπίστωση της αληθούς βούλησης των συμβληθέντων ΑΠ 1420/2013, 658/2011, 84/2008, 989/2008).

Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). (ΟλΑΠ 1/1999).

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεση τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (ΟλΑΠ 13/1995).

Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψη της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασής του, με την οποία απορρίφθηκε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη, η έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης που είχε απορρίψει κατ’ ουσίαν την από 21-5-2007 αγωγή της κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, το εφετείο δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: "Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάσθηκαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και διαλαμβάνονται στα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως αυτού, τα με επίκληση νόμιμα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, τα οποία λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους, ανεξαρτήτως αν στη συνέχεια γίνεται ειδικά μνεία μόνον ορισμένων, εκτιμώμενα και για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ....

μεταξύ των οποίων και οι Ε1 και Ε9 προς την Ε’ ΔΟΥ Θεσσαλονίκης δηλώσεις της εναγομένης, οι οποίες παραδεκτά λαμβάνονται υπόψη από το παρόν Δικαστήριο, αφού κρίνεται κατ’ αρθρ. 529 παρ. 2 ΚΠολΔ ότι η μη εμπρόθεσμη προσκόμισή τους στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν έγινε από πρόθεση στρεψοδικίας ή βαρεία αμέλεια, καθώς και τη με αρ. ...-5-08 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, την οποία επικαλείται και προσκομίζει η ενάγουσα και η οποία ελήφθη κατόπιν νομίμου και εμπροθέσμου κλητεύσεως της εναγομένης (βλ.

με αρ. ...-5-08 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Σ. Μ., που η ενάγουσα επικαλείται και προσκομίζει) αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Με το με αρ. .../13-6-06 συμβόλαιο της συμ/φου Θεσσαλονίκης Μ. Ά., που μεταγράφηκε νόμιμα, η εναγομένη μεταβίβασε στην ενάγουσα ένα διαμέρισμα, που ευρίσκεται στον 4ο όροφο της επί της ..., κείμενης οικοδομής, με εμβαδόν τμ.

καθαρών 132,50 και 145 μικτών, που αποτελείται από τρία δωμάτια, κουζίνα, καθιστικό, λουτροαποχωρητήριο και αποχωρητήριο, αντί αναγραφόμενου τιμήματος ίσου με την αντικειμενική του αξία, 113.710,55 Ε. Το ανωτέρω ακίνητο περιήλθε στην κυριότητα της εναγομένης με βάση το με αρ. ...23-4-90 συμβόλαιο της συμ/φου Θεσσαλονίκης Κ.

Σ.- Κ., που αναφέρεται στο πρώτο συμβόλαιο. Σ’ αυτό (.../06) η περιγραφή του ακινήτου και ειδικώς ως προς την επιφάνεια του ταυτίζεται απολύτως με εκείνη που αναφέρεται στον τίτλο κτήσης κυριότητος της εναγόμενης, ενώ το τίμημα πωλήσεως δεν αναγράφεται προσδιοριζόμενο στο προαναφερθέν ποσό ανά τετραγωνικό μέτρο του μεταβιβαζομένου ακινήτου αλλά δηλούμενο για ολόκληρο το ακίνητο.

Η ενάγουσα κατά τη μετάβαση της και μάλιστα δύο -τρεις φορές στο υπό πώληση διαμέρισμα, μαζί με συγγενικά της πρόσωπα, επισκέφθηκε όλους τους επί μέρους χώρους αυτού, πληροφορήθηκε από την εναγομένη ότι με βάση το συμβόλαιο αγοράς εκ μέρους της το διαμέρισμα είχε την έκταση των 132,5 τμ. καθαρών και 145 τμ.

μικτών, όση δηλ. ανέγραψε και στην αγγελία πώλησης στην εφημερίδα. Η εναγομένη της δήλωσε ειδικότερα ότι πωλούσε το συγκεκριμένο διαμέρισμα, το οποίο και επέδειξε στην ενάγουσα, προκειμένου να διαπιστώσει τον προσανατολισμό, τη διαρρύθμιση του, το εμβαδόν αυτού αλλά και των επί μέρους χώρων του και τον εξοπλισμό του, την παλαιότητα αλλά και την ποιότητα κατασκευής του, επομένως οι διαπραγματεύσεις που έλαβαν χώρα για την πώληση και η τελική συμφωνία με το τίμημα, στο οποίο και έληξαν αφορούσε το συγκεκριμένο διαμέρισμα με τα ανωτέρω ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του, ασχέτως του γεγονότος ότι στο συμβόλαιο δεν τέθηκε κάποια από τις συνήθεις για τον προσδιορισμό του εμβαδού του ειδικότερα φράσεις "περίπου" "κατά προσέγγιση" "πλέον ή έλασσον" αλλά η αναφορά του εμβαδού του μαζί με τα υπόλοιπα προσδιοριστικά του στοιχεία τέθηκε ενδεικτικά, προς επακριβέστερο προσδιορισμό της ταυτότητος του και μόνον.

Το ποσό, βέβαια, που αναγράφηκε στο συμβόλαιο ισούται με την αντικειμενική του αξία, για τον υπολογισμό της οποίας ως γνωστόν λαμβάνεται υπόψη μεταξύ άλλων και το εμβαδόν του ακινήτου, πλην όμως, από το με ημερομηνία 13-6-06 ιδιωτικό συμφωνητικό που ενάγουσα επικαλείται και προσκομίζει, το οποίο καταρτίστηκε και υπογράφηκε μεταξύ των διαδίκων την ίδια με την υπογραφή του μεταβιβαστικού συμβολαίου ημέρα, αποδεικνύεται ότι συμφωνήθηκε τίμημα ύψους 19.290 Ε και για την πώληση του τζακιού και της ενσωματωμένης κουζίνας (χωρίς τα ηλεκτρικά είδη) που υπήρχαν στο διαμέρισμα, χάριν δε καταβολής αυτού η ενάγουσα-αγοράστρια αποδέχθηκε ισόποση συναλλαγματική, η οποία και εξοφλήθηκε κατά τα συμφωνηθέντα την 13-7-06, μόνον δε μετά και την καταβολή αυτή του τιμήματος για τα ανωτέρω παραρτήματα του ακινήτου υπογράφηκε η .../18-7-06 πράξη εξόφλησης του τιμήματος και άρσης απαγόρευσης διάθεσης της ίδιας συμβολαιογράφου και παραδόθηκε το ακίνητο στην ενάγουσα, όπως η ίδια συνομολογεί στην αγωγή της.

Υπό τα δεδομένα αυτά από τη στο ανωτέρω μεταβιβαστικό προς την ενάγουσα συμβόλαιο χρήζουσα ερμηνείας ασαφή δήλωση των διαδίκων μερών μεταξύ τους αλλά και προς τη φορολογική αρχή, ερμηνευομένη κατά τις διατάξεις των άρθρων 173, 200 και 288 ΑΚ. χωρίς προσήλωση στις λέξεις, αποδεικνύεται ότι το τίμημα ορίστηκε στο μεταβιβαστικό προς την ενάγουσα συμβόλαιο ενιαίως, δηλ.

για όλη την έκταση αυτού, όση κι αν ήταν αυτή, χωρίς να έχει γίνει καθορισμός του συγκεκριμένου ποσού με βάση το εμβαδόν του, ανά τετραγωνικό μέτρο οριζόμενο και για τον επί πλέον λόγο ότι ως τίμημα συνολικό τελικώς συμφωνήθηκε μεγαλύτερο του ισόποσου της αντικειμενικής αξίας του, αφού πρέπει σ’ αυτό να συνυπολογιστεί και το συμφωνηθέν για τα προαναφερόμενα παραρτήματα αυτού, διότι (άρθρο 956ΑΚ) αυτά είχαν κατασκευαστεί και τοποθετηθεί ενσωματούμενα προς το πωλούμενο διαμέρισμα προκειμένου να εξυπηρετούν διαρκώς τον οικονομικό σκοπό αυτού και είχαν τεθεί σε τοπική σχέση προς το κύριο πωλούμενο πράγμα.

Σε κάθε περίπτωση και υπό την εκδοχή ότι ευσταθεί ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι το πωληθέν έχει μικρότερη της συμφωνηθείσας επιφάνεια, από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν αποδείχθηκε με βεβαιότητα ότι η εναγομένη γνώριζε τη διαφορά αυτή στο εμβαδόν του μεταβιβαζομένου και με πρόθεση να βλάψει την ενάγουσα απέκρυψε την πραγματική έκτασή του.

Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι όταν και η ίδια αγόρασε από εργολάβο το ανωτέρω ακίνητο, κατά το στάδιο κατασκευής της όλης οικοδομής, δεν προέβη σε μέτρηση του εμβαδού του με δικό της μάλιστα μηχανικό προς επαλήθευση των λεγομένων του εργολάβου και αυτών που γράφηκαν στο συμβόλαιο κτήσης της, υπέβαλε δε τις από 11-4-90 δηλώσεις φόρου μεταβίβασης στην αρμόδια ΔΟΥ, στις οποίες δήλωσε ως καθαρή επιφάνεια του ακινήτου τα 132,5 τμ.

και μικτή τα 145τμ., με βάση δε την ανωτέρω δήλωση, μετά τη μερική απαλλαγή της από το φόρο πρώτης κατοικίας, υπολογίστηκε ο φόρος μεταβίβασης ύψους 669.500 δρχ. τον οποίο και κατέβαλε. Επειδή δε πρόκειται για οροφοδιαμέρισμα και η αναφερόμενη μάλιστα στο αγωγικό δικόγραφο απόκλιση στο εμβαδόν του δεν ξεπερνά το 6,5%, ποτέ δεν αμφισβήτησε αυτό, κατέβαλλε δε έκτοτε και μέχρι λίγο καιρό πριν την προς την ενάγουσα μεταβίβαση του, κοινόχρηστα, τα οποία προσδιορίζονταν στο ίδιο ποσό ανά όροφο με βάση τα καθαρά τετραγωνικά μέτρα του κάθε ορόφου, τα οποία υπολογίζονταν σε 134 τμ.

Το τελευταίο χρονικό διάστημα αυτά άρχισαν να προσδιορίζονται ανά διαμέρισμα, η δε εναγομένη τα κατέβαλλε χωρίς ποτέ και πάλι να αμφισβητήσει το ύψος τους, το οποίο πλέον προσδιοριζόταν και με βάση το εμβαδόν του, πρώτα δε στην ενάγουσα, όπως η ίδια άλλωστε συνομολογεί, δημιουργήθηκε η απορία για το μεγάλο ποσό, που οφείλονταν για το συγκεκριμένο διαμέρισμα.

Το γεγονός ότι στις 8-7-91, όταν ολοκληρώθηκαν οι εργασίες αποπεράτωσης της οικοδομής και προς ηλεκτροδότηση της, δηλώθηκε το ακίνητο από την ενάγουσα στο Δήμο Θεσσαλονίκης με εμβαδόν 122 τμ., έκτοτε δε κατέβαλλε δημοτικά τέλη με βάση την ανωτέρω δήλωση, δε διαφοροποιεί την κρίση και του παρόντος Δικαστηρίου, καθώς η δήλωση πρέπει να έγινε, όπως άλλωστε στην πράξη για τις νεόδμητες οικοδομές συνηθίζεται, με βάση την από τον ηλεκτρολόγο, εκπόνηση του απαραίτητου σχεδίου, χωρίς να μεσολαβήσει η ίδια η εναγόμενη, η οποία μάλιστα αρνείται και την υπογραφή της επί της σχετικής δηλώσεως, που πράγματι διαφέρει και με μακροσκοπικό ακόμη έλεγχο από όλες τις άλλες σε ανύποπτο χρόνο τεθείσες υπογραφές της επί των λοιπών υπαρχόντων στη δικογραφία εγγράφων.

Άλλωστε η ίδια με δήλωση της προς το Δήμο Θεσσαλονίκης την 31-1-94, προκειμένου να υπολογιστεί το τέλος ακίνητης περιουσίας, δήλωσε ως στοιχεία του ακινήτου κτίσμα 134 τμ. (βλ. .../11-12-06 έγγραφο του οικείου Δήμου) με βάση δε αυτήν την έκταση υπολογίστηκε το καταβλητέο από αυτήν τέλος. Στη συνέχεια δε και προκειμένου η εναγομένη να εφοδιαστεί με βεβαίωση μη οφειλής ΤΑΠ για τη μεταβίβαση προς την ενάγουσα του διαμερίσματος, υπέβαλε σχετική αίτηση στο Δήμο στις 29-5-06.

Ήδη όμως είχε καθιερωθεί η τακτική να ζητείται η προσκόμιση του συμβολαίου ιδιοκτησίας. Με βάση επομένως πλέον το αναγραφόμενο σ’ αυτό καθαρό εμβαδόν των 132,5 τμ. Της χορηγήθηκε βεβαίωση για καταβαλλόμενο ΤΑΠ, μάλιστα αφού προηγουμένως διορθώθηκε η επιφάνεια του ακινήτου επί της τελευταίας αυτής αίτησης της από 134 σε 132 τμ..

Καταρρίπτεται επομένως κατά τα ανωτέρω ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι δολίως ενεργούσα η εναγομένη ενόψει της προς αυτήν μεταβίβασης του ακινήτου προέβη για πρώτη φορά την 29-5-06 σε αλλαγή της δηλωθείσας έκτασης του στο Δήμο, αφού ήδη από τις 31-1-94, σε ανύποπτο δηλ. χρόνο είχε προβεί με αίτηση της στη σχετική αλλαγή.

Από τις προσκομιζόμενες εξάλλου ετήσιες δηλώσεις φόρου εισοδήματος (Ε1) ως και το 2007 αλλά και στοιχείων ακινήτων (Ε9) του 2005 αποδεικνύεται ότι η εναγομένη με το σύζυγο της δήλωναν το διαμέρισμα-κατοικία τους με επιφάνεια 132,5 τμ έχοντας, κατά τα ανωτέρω δικαιολογημένα την πεποίθηση ότι έχει αυτό το εμβαδόν.

Με βάση όσα ανωτέρω αποδείχθηκαν, η εναγομένη δεν παρέστησε ψευδώς στην ενάγουσα αναληθή επιφάνεια του πωληθέντος προς αυτήν διαμερίσματος ούτε κινήθηκε με σκοπό εξαπάτησης της, αντίθετα είχε την πεποίθηση ότι αγόρασε ένα οροφοδιαμέρισμα εμβαδού 132,5τμ. καθαρού και 145 τμ. μικτού, με βάση το εμβαδόν δε αυτό υπολογίστηκε ο σχετικός φόρος αγοράς του, με βάση αυτό κατέβαλλε τις κοινόχρηστες δαπάνες που του αναλογούσαν αλλά και τα δημοτικά τέλη, αυτό δε το εμβαδόν δήλωνε σε κάθε περίπτωση και επί δεκαπενταετία προς τις δημόσιες υπηρεσίες.

Στη συνέχεια δε χωρίς να προβεί σε οποιαδήποτε μετατροπή ή εργασία επί του διαμερίσματος, η οποία να μείωσε ίο εμβαδόν του, προέβη στην πώληση του προς την ενάγουσα έχοντας πάντα την πεποίθηση ότι η πραγματική επιφάνεια του ήταν αυτή που αναφερόταν και στα δύο μεταβιβαστικά συμβόλαια. Επομένως, δεν αποδεικνύεται η βάση της αγωγής περί δόλιας και εν γνώσει της αναλήθειας απόκρυψης του πραγματικού εμβαδού του ακινήτου εκ μέρους της εναγομένης και της εντεύθεν πρόκλησης ζημίας σε βάρος της ενάγουσας.".

Με τα παραπάνω που δέχτηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα το Εφετείο και ειδικότερα: α) ότι στην αγγελία πωλήσεως του ανωτέρω διαμερίσματος στην εφημερίδα η εναγομένη (ήδη αναιρεσίβλητη) διέλαβε ότι η έκταση του ήταν 132,5 τμ. καθαρά και 145 τμ. μικτά, β) ότι πριν την υπογραφή του μεταβιβαστικού πωλητηρίου του διαμερίσματος συμβολαίου η εναγομένη επέδειξε το διαμέρισμα αυτό στην ενάγουσα (ήδη αναιρεσείουσα) η οποία επανειλημμένως το επισκέφθηκε με συγγενικά της πρόσωπα και επισκέφθηκε τους χώρους του, γ) ότι η ενάγουσα πληροφορήθηκε από την εναγομένη ότι με βάση το με βάση το με αρ. ...23-4-90 συμβόλαιο αγοράς του από την ίδια (εναγομένη), της συμ/φου Θεσσαλονίκης Κ.

Σ.- Κ., το διαμέρισμα αυτό είχε την έκταση των 132,5 τμ. καθαρών και 145 τμ. μικτών, δ) ότι η εναγομένη όταν και η ίδια αγόρασε από εργολάβο το ανωτέρω ακίνητο, κατά το στάδιο κατασκευής της όλης οικοδομής, δεν προέβη σε μέτρηση του εμβαδού του με δικό της μάλιστα μηχανικό προς επαλήθευση των λεγομένων του εργολάβου και αυτών που γράφηκαν στο ανωτέρω συμβόλαιο κτήσης του, ε) ότι η ίδια (εναγομένη) υπέβαλε τις από 11-4-90 δηλώσεις φόρου μεταβίβασης στην αρμόδια ΔΟΥ, στις οποίες δήλωσε ως καθαρή επιφάνεια του ακινήτου τα 132,5 τμ.

και μικτή τα 145τμ., και με βάση δε την ανωτέρω δήλωση, μετά τη μερική απαλλαγή της από το φόρο πρώτης κατοικίας, υπολογίστηκε ο φόρος μεταβίβασης ύψους 669.500 δρχ. τον οποίο και κατέβαλε, στ) ότι η αναιρεσίβλητη κατέβαλλε από την κτήση του και μέχρι λίγο καιρό πριν την μεταβίβαση του διαμερίσματος αυτού στην ενάγουσα, κοινόχρηστα, τα οποία προσδιορίζονταν στο ίδιο ποσό ανά όροφο με βάση τα καθαρά τετραγωνικά μέτρα του κάθε ορόφου, τα οποία υπολογίζονταν σε 134 τμ.

ζ) ότι και όταν τα ποσοστά των κοινοχρήστων των διαμερισμάτων της πολυκατοικίας του επιδίκου άρχισαν να προσδιορίζονται ανά διαμέρισμα, η εναγομένη και πάλι τα κατέβαλλε χωρίς ποτέ και πάλι να αμφισβητήσει το ύψος τους, το οποίο πλέον προσδιοριζόταν και με βάση το ανωτέρω εμβαδόν του, η) ότι η ίδια (η εναγομένη) με δήλωση της προς το Δήμο Θεσσαλονίκης την 31-1-94, προκειμένου να υπολογιστεί το τέλος ακίνητης περιουσίας, δήλωσε ως στοιχεία του ακινήτου κτίσμα 134 τμ και με βάση δε αυτήν την έκταση υπολογίστηκε το καταβλητέο από αυτήν τέλος, θ) ότι όταν απαιτήθηκε να εφοδιασθεί η εναγομένη με βεβαίωση μη οφειλής ΤΑΠ για τη μεταβίβαση προς την ενάγουσα του διαμερίσματος, υπέβαλε σχετική αίτηση στο Δήμο στις 29-5-06, και διότι όμως είχε καθιερωθεί η τακτική να ζητείται η προσκόμιση του συμβολαίου ιδιοκτησίας, με βάση το ανωτέρω συμβόλαιο αγοράς του από την ίδια (εναγομένη) και το αναγραφόμενο σε αυτό καθαρό εμβαδόν των 132,5 τμ.

της χορηγήθηκε βεβαίωση για καταβαλλόμενο ΤΑΠ και μάλιστα αφού προηγουμένως διορθώθηκε η επιφάνεια του ακινήτου επί της τελευταίας αυτής αίτησης της από 134 σε 132 τμ., ι) ότι στις ετήσιες δηλώσεις φόρου εισοδήματος (Ε1) έως και το 2007 αλλά και στοιχείων ακινήτων (Ε9) του 2005 η εναγομένη με το σύζυγο της δήλωναν το επίδικο διαμέρισμα-κατοικία τους με επιφάνεια 132,5 τμ, ια) ότι κατά την ερμηνευομένη, κατά τις διατάξεις των άρθρων 173, 200 και 288 ΑΚ, αληθή βούληση των συμβληθεισών, το τίμημα του διαμερίσματος ορίστηκε στο μεταβιβαστικό προς την ενάγουσα συμβόλαιο ενιαίως, δηλαδή για όλη την έκταση αυτού, όση κι αν ήταν αυτή, χωρίς να έχει γίνει καθορισμός του συγκεκριμένου ποσού με βάση το εμβαδόν του, ανά τετραγωνικό μέτρο οριζόμενο και ιβ) ότι η εναγομένη δεν προέβη σε οποιαδήποτε μετατροπή ή εργασία επί του διαμερίσματος, η οποία να μείωσε το εμβαδόν του, επί πλέον δε και με την παραδοχή ότι δεν αποδείχθηκε ότι η εναγομένη μεσολάβησε στην εκπόνηση από τον ηλεκτρολόγο της σχετικής πράξης ηλεκτροδότησης της οικοδομής, και στην εν συνέχεια, κατά την 8-7-1991, δήλωση του εν λόγω διαμερίσματος στον Δήμο Θεσσαλονίκης ως εμβαδού 122 τμ προς υπολογισμό των δημοτικών τελών, ούτε ότι υπέγραψε την σχετική δήλωση, δέχθηκε ότι η εναγομένη δεν παρέστησε ψευδώς στην ενάγουσα αναληθή επιφάνεια του πωληθέντος προς αυτήν διαμερίσματος, ούτε ενήργησε με σκοπό εξαπάτησης της, και συνεπώς δεν αποδεικνύεται η βάση της αγωγής περί δόλιας και εν γνώσει της αναλήθειας απόκρυψης του πραγματικού εμβαδού του ακινήτου εκ μέρους της εναγομένης και της εντεύθεν πρόκλησης της επικαλούμενης από την ενάγουσα ζημίας της, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 297, 298, 914, 932 ΑΚ και 386 του ΠΚ.

Επομένως, οι υπό στοιχεία Α και Β, κατά το σχετικό μέρος του, λόγοι αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11(γ) ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.

Εξάλλου, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα νομίμως προσκομισθέντα με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 605/ 2015).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον υπό στοιχείο Γ λόγο της αίτησης αναίρεσης, καθώς και τους υπό στοιχείο Δ και Η, κατά τα σχετικά τους σκέλη, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ. 11(γ) του ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκε και προσκόμισε ενώπιον του η αναιρεσείουσα για την απόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού της, ότι η αναιρεσίβλητη, αν και γνώριζε ότι το εμβαδόν του διαμερίσματος ανερχόταν σε 123,5 τμ τη διαβεβαίωσε ψευδώς ότι αυτό ανερχόταν σε 132,5 τμ, με αποτέλεσμα να πεισθεί και να προβεί στην αγορά του και να υποστεί εξ αυτού του λόγου ζημία και ειδικότερα (δεν έλαβε υπόψη): 1) την κάτοψη του τετάρτου ορόφου, που αγόρασε η αναιρεσίβλητη με το υπ’ αριθ. ...1990 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Κ.

Σ., από την οποία προκύπτει ότι υπήρχε πρόβλεψη για δύο διαμερίσματα καθαρού εμβαδού 66 και 56 τμ αντίστοιχα, τα οποία αυτή ζήτησε να συνενωθούν σε ένα, με ενιαίο εμβαδόν 122 τμ, το οποίο μετά σχετική διαρρύθμιση ανήλθε σε 123 τμ, 2) τον επίσημο πίνακα ποσοστών και εμβαδών της οικοδομής, που βρίσκεται κατατιθεμένος στην υπ’ αριθ. 2166/1989 πράξη της ίδιας παραπάνω συμβολαιογράφου, από τον οποίο προκύπτει ότι η συνολική καθαρή επιφάνεια καθενός των 1ου, 2ου και 3ου ορόφων της ίδιας οικοδομής ανέρχεται σε 122 τμ, άρα και του 4ου δεν μπορεί να ανέρχεται σε 132,5 τμ 3) την με ημερομηνία ελέγχου 28-10-1990 τεχνική έκθεση του μηχανικού της οικοδομής Α.

Τ., που υποβλήθηκε στην Πολεοδομία Θεσσαλονίκης, από την οποία προκύπτει η νέα κάτοψη του διαμερίσματος μετά τη συνένωση και 4) τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων της. Επιπλέον με τον υπό στοιχείο Β και κατά το σχετικό του σκέλος λόγο προβάλλει ότι δεν έλαβε υπόψη την από 13-6-2006 σχετική πράξη αναγνώρισης οφειλής ποσού στην οποία βεβαιώνεται ότι το ποσό των 19.290 ευρώ, που καθορίσθηκε για την αξία των παραρτημάτων του διαμερίσματος δεν έχει καμία σχέση με το τίμημα του διαμερίσματος, δεχόμενο τα αντίθετα, ενώ με τον υπό στοιχείο Η και κατά το σχετικό του σκέλος λόγο προβάλλει ότι δεν έλαβε υπόψη και τα σχετικά με αριθμό 11, 12, 13, 14, 15, 16, 17, 18, 19 και 20, που επικαλέσθηκε και προσκόμισε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, από τα οποία προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη γνώριζε το αληθές εμβαδόν του διαμερίσματος.

Από την περιλαμβανόμενη όμως στην προσβαλλόμενη απόφασή του ρητή βεβαίωση, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη του τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, καθώς και όλα τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από αυτούς έγγραφα και από το όλο παραπάνω περιεχόμενο της απόφασης, με την οποία απορρίφθηκαν οι παραπάνω αγωγικοί ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε και τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα που φέρονται αγνοηθέντα, για να καταλήξει στο απορριπτικό του πόρισμα.

Επομένως, οι λόγοι υπό στοιχείο Γ, Δ και Η, κατά τα σχετικά τους σκέλη, που αφορούν στα υπ’ αριθμό 1-4 αποδεικτικά μέσα, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί, αφού και από την κατ’ άρθρο 561 παρ.2 του ΚΠολΔ επισκόπηση των εγγράφων προτάσεων της αναιρεσείουσας στο Εφετείο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι επικαλέσθηκε και προσκόμισε ενώπιον του όλα τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα.

Περαιτέρω, ο λόγος υπό στοιχείο Η, που αναφέρεται στη μη λήψη υπόψη των σχετικών εγγράφων με αριθμούς 11-20, καθώς και ο υπό στοιχείο ΣΤ λόγος, που αναφέρεται στη μη λήψη υπόψη του υπ’ αριθ. .../23-3-2007 εγγράφου, είναι απορριπτέοι ως αόριστοι, διότι η αναιρεσείουσα, αφενός δεν προσδιορίζει τα ιδιαίτερα στοιχεία των άνω εγγράφων, ώστε να προσδιορισθεί η ταυτότητά τους και αφετέρου για το υπ’ αριθ. .../23-3-2007 έγγραφο δεν επικαλείται ότι είχε γίνει προσήκουσα επίκληση και προσκόμισή του ενώπιον του Εφετείου.

Τέλος, ο υπό στοιχείο Β λόγος κατά το μέρος του που αναφέρεται στο ότι δεν έλαβε υπόψη την από 23-6-2006 βεβαίωση, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, διότι δεν επικαλείται ότι είχε γίνει προσήκουσα επίκληση και προσκόμισή του ενώπιον του Εφετείου, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, όπως η ίδια δέχεται, το έλαβε υπόψη, αλλά κατέληξε σε αντίθετο προς τις απόψεις της πόρισμα.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα εγγράφων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάσθηκαν κανόνες δικαίου, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή αν υπάρχει λόγος αναίρεσης κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 και 20 του ίδιου κώδικα. Στην προκειμένη περίπτωση, με τους υπό στοιχείο Δ κατά το σχετικό του σκέλος, Ε, Ζ και Η κατά το σχετικό του σκέλος, λόγους της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιάσεις, που αναφέρονται αποκλειστικά στην εκτίμηση αποδείξεων και πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας, σχετικά με το αποδεικτικό πόρισμά του, το οποίο θεωρεί εσφαλμένο, εκτίμηση όμως η οποία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Συνεπώς, οι ανωτέρω λόγοι της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9(γ) του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αδίκαστη αίτηση. Ως "αίτηση" κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, δηλαδή κάθε αίτηση με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής και η οποία δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης, τέτοια δε αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κυρίας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, των ενδίκων μέσων της έφεσης, της ανακοπής και τριτανακοπής όχι όμως και εκείνη της ένστασης ή αντένστασης ή του λόγου της έφεσης, ως επίσης και το αίτημα για ενέργεια πραγματογνωμοσύνης, γιατί υπόκειται στην κυριαρχική εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 589/2008,40/2008). Συνακόλουθα, ο υπό στοιχείο ΣΤ, κατά το σχετικό του σκέλος, λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθ. 9(γ) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του το ενώπιον του υποβληθέν κοινό αίτημά αυτής και της αναιρεσίβλητης για διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης, προκειμένου να διαπιστωθεί το πραγματικό εμβαδόν του διαμερίσματος και έτσι άφησε αδίκαστη αίτηση, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8(β) του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα υπό την έννοια της άνω διάταξης είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως.

Πράγμα, επομένως, υπό την έννοια αυτή, είναι και ο λόγος έφεσης που περιέχει παράπονο κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης (ΟλΑΠ 25/2003, 11/1996). Όμως ο από το άνω άρθρο λόγος αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 25/2003).

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τους υπό στοιχείο Δ, ΣΤ και Η, κατά τα σχετικά τους σκέλη, προβάλλει την από το άρθρο 559 αριθ. 8(β) του ΚΠολΔ αιτίαση ότι το Εφετείο απέρριψε την έφεσή της κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, που είχε απορρίψει την αγωγή της, χωρίς να λάβει υπόψη του τους ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αγωγικούς ισχυρισμούς της, ότι το διαμέρισμα που της πώλησε η αναιρεσίβλητη είχε εμβαδόν 123,5 τμ , ότι η αναιρεσίβλητη γνώριζε το γεγονός αυτό και ότι την έπεισε να προβεί στην αγορά του, διαβεβαιώνοντας τη αναληθώς ότι είχε εμβαδόν 132,5 τμ.

Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο απέρριψε την έφεση ως ουσιαστικά αβάσιμη και συνακόλουθα και τους άνω ισχυρισμούς της, είτε ρητώς είτε εκ των πραγμάτων με τις περί του αντιθέτου παραδοχές της.

Συνεπώς, ο παραπάνω λόγος της αίτησης αναίρεσης, αφού το Εφετείο έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς αυτούς και τους απέρριψε, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Ο από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης της παραβίασης των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσδίδει σε αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που προσδίδει σ’ αυτό ο νόμος, ενώ δε δημιουργείται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο συνεκτιμώντας ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα, κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, αποδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα σ’ ένα από αυτά.(ΑΠ 479/2010,1585/2006).

Για να θεμελιωθεί ο λόγος αυτός, αναίρεσης απαιτείται να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο α) για την απόδειξη ποιου συγκεκριμένου ισχυρισμού προσκομίσθηκε το σχετικό αποδεικτικό μέσο και από ποιόν, καθώς και ποια επίδραση θα ασκούσε ο ισχυρισμός αυτός στην έκβαση της δίκης, β) ποια είναι η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε σ’ αυτό από το δικαστήριο της ουσίας, διαφορετική από εκείνη που αποδίδει σ’ αυτό ο νόμος και γ) ποιο είναι ως προς το αποδεικτικό μέσο το σχετικό σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης .

Αν λείπει έστω και ένα από τα στοιχεία αυτά ο λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος, ως αόριστος (ΑΠ1126/2009 ). Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον υπό στοιχείο Η, κατά το σχετικό του μέρος, λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με την αποδεικτική δύναμη των αποδείξεων και ειδικότερα ισχυρίζεται ότι προσέδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα στις σχετικές δηλώσεις Ε1 και Ε9 προς τη Δ.Ο.Υ της αναιρεσίβλητης και του συζύγου της, όπου δήλωναν το εμβαδόν του διαμερίσματος σε 132,5 τμ, δεχόμενο ως εκ τούτου ότι αυτή είχε την πεποίθηση ότι αυτό ήταν το εμβαδόν αυτού και ότι δεν παρέστησε σ’ αυτή αναληθώς την επιφάνεια του, ενώ για να αχθεί σ’ αυτό το αποδεικτικό πόρισμα έπρεπε να στηριχθεί σε αποδεικτικά στοιχεία που συντελέσθηκαν πριν από την κατάρτιση του δικού της συμβολαίου ή πολύ κοντά σ’ αυτή και όχι στις άνω δηλώσεις που η ίδια κατέθεσε χρόνια μετά την κατάρτιση του συμβολαίου της.

Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, διότι δεν αναφέρεται ποια ήταν η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε σ’ αυτά τα έγγραφα από το Εφετείο, διαφορετική από εκείνη που τους αποδίδει ο νόμος.- Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, μετά την κατάργηση της δεύτερης περίπτωσης, που προέβλεπε τη δυνατότητα αναίρεσης, αν το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά "χωρίς να διατάξει περί αυτών απόδειξη", με το άρθρο 17 παρ. 2 του ν. 2915/2001, όπως και μετά την κατάργηση της διατάξεως του άρθρου 341 ΚΠολΔ για τη δυνατότητα έκδοσης προδικαστικής αποφάσεως και την εφαρμογή του άρθρου 270 ΚΠολΔ σε όλες τις υποθέσεις, με το άρθρο 14 παρ. 1 του ίδιου νόμου, έχει περιορισμένη εφαρμογή στην περίπτωση που "το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη", δηλαδή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη ή δεν έχει προσαχθεί καμιά απόδειξη (ΑΠ 273/2011,1700/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, τα με επίκληση νόμιμα προσκομιζόμενα έγγραφα, καθώς και την υπ’ αριθ. ...-5-2008 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, που προσκόμισε και επικαλέστηκε η αναιρεσείουσα, μετά νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση της αναιρεσίβλητης.

Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν δέχθηκε ως αληθινά πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη και ο υπό στοιχείο Ε, κατά το σχετικό του σκέλος, λόγος της αναίρεσης με τον οποίον υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Τέλος, με τον υπό στοιχείο Η και κατά το σχετικό του σκέλος λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο "για να σχηματίσει την κρίση του ως προς τη νομική επάρκεια της αγωγής αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του ασκουμένου δικαιώματος για να κρίνει νόμιμη την αγωγή μου". Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης είναι προεχόντως αόριστος εφόσον δεν προσδιορίζονται τα ελλείποντα, κατά την άποψη της αναιρεσείουσας στοιχεία που ήσαν απαραίτητα για τη νομιμότητα της αγωγής.

Τέλος, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης πρέπει η αίτηση να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που κατέβαλε η αναιρεσείουσα, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ, όπως η παρ. 4 προσετέθη με το άρθρο 12 παρ.2 του ν. 4055/2012) και να καταδικασθεί η τελευταία (αναιρεσείουσα) στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26 Απριλίου 2012 αίτηση της Σ. Ε. του Α., για αναίρεση της 495/2012 απόφασης του Εφετείου (τριμελούς) Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Σεπτεμβρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Σεπτεμβρίου 2017.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και νυν Πρόεδρος του Αρείου Πάγου