Legislator Case Law & Legislation
1602/2014 AI generated

1602/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1602/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1602/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εάν δε το δικαστήριο εχώρησε στην κατ' ουσίαν έρευνα της υποθέσεως, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα γενόμενα δεκτά από το δικαστήριο πραγματικά γεγονότα, υπό τα οποία φέρεται συντελεσθείσα η προβαλλομένη παραβίαση του κανόνος ουσιαστικού δικαίου (Ολ.Α.Π. 20/2005, 15-16/20013, Α.Π. 1481/2013, 1029/2013).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1602 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1602/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Γεώργιο Κοντό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας-καλούσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Alpha Tράπεζα ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Νικόλαο Κανέλλια, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου-καθού η κλήση: Κ. Β. Τ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Γιαγκόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-9-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καστοριάς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 57/2006 μη οριστική, 49/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 32/2009 του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 16-12-2009 αίτησή της, όπου εκδόθηκε η 190/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε ματαιωθείσα τη συζήτηση τη αίτησης. Την υπόθεση επαναφέρει η καλούσα-αναιρεσείουσα με την από 24-9-2012 κλήση της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Κοντός, ανέγνωσε την από 16-9-2011 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου τούτου, Αρεοπαγίτη Δήμητρας Παπαντωνοπούλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από το συνδυασμό των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι στο έγγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται (κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο) η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ.

θεμελιώνει η προβαλλομένη αιτίαση. Άλλως ο λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των ελλειπόντων στοιχείων δια της παραπομπής σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα (Α.Π. 1481/2013). Ειδικότερα, για να είναι ορισμένος ο από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. λόγος για παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, πρέπει να προσδιορίζεται ο συγκεκριμένος νομικός κανόνας, ο οποίος φέρεται παραβιασθείς και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή αυτού.

Εάν δε το δικαστήριο εχώρησε στην κατ' ουσίαν έρευνα της υποθέσεως, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα γενόμενα δεκτά από το δικαστήριο πραγματικά γεγονότα, υπό τα οποία φέρεται συντελεσθείσα η προβαλλομένη παραβίαση του κανόνος ουσιαστικού δικαίου (Ολ.Α.Π. 20/2005, 15-16/20013, Α.Π. 1481/2013, 1029/2013).

Επίσης, για την πληρότητα του εκ του άρθρου 559 αριθμ. 8 Κ.Πολ.Δ. λόγου αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρονται ποια ήταν τα "πράγματα", δηλαδή οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που παρά τον νόμο το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη καίτοι προτάθηκαν παραδεκτώς ή έλαβε υπόψη, χωρίς να προταθούν καθώς και ποια επίδραση ασκούσαν αυτά στην έκβαση της δίκης (Α.Π. 1632/2007), ενώ για την πληρότητα του από τον αριθμό 10 του ιδίου άρθρου προβλεπομένου λόγου, πρέπει επίσης να αναφέρονται στο αναιρετήριο ποια είναι τα "πράγματα", ήτοι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, τα οποία το δικαστήριο παρά τον νόμο δέχθηκε ως αληθινά χωρίς απόδειξη και ποια η ουσιώδης επίδραση αυτών στην έκβαση της δίκης.

Περαιτέρω, για να είναι ορισμένος ο από το άρθρο 559 αριθ.11 εδ. β' Κ.Πολ.Δ. λόγος, θα πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο: α)ποιες είναι οι αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν και τις οποίες έλαβε υπόψη το δικαστήριο της ουσίας, β) ο ισχυρισμός για τον οποίο το δικαστήριο έλαβε υπόψη τις αποδείξεις αυτές και γ) η επίδραση που είχε αυτός στην διαμόρφωση του διατακτικού της αποφάσεως (Α.Π. 881/2011).

Τέλος για το ορισμένο του εκ του άρθρου 559 αριθμ. 20 Κ.Πολ.Δ. λόγου αναιρέσεως για παραμόρφωση εγγράφου πρέπει να αναφέρεται στην αίτηση: α) το αληθές περιεχόμενο του φερομένου ως παραμορφωθέντος εγγράφου, ώστε εκ της συγκρίσεως αυτού με εκείνο το οποίο δέχθηκε η απόφαση να παρέχεται η δυνατότητα στον Άρειο Πάγο να κρίνει αν υφίσταται διαγνωστικό λάθος, β) το από την προσβαλλομένη απόφαση δεκτό γενόμενο, διαφορετικό του αληθούς περιεχόμενο, γ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα του δικαστηρίου περί της συνδρομής ή μη κρισίμων γεγονότων και δ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το επίμαχο έγγραφο (Α.Π. 1450/2012, 113/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τους τέσσαρες πρώτους λόγους της κρινομένης αιτήσεως προσάπτονται αντιστοίχως στην προσβαλλομένη απόφαση αναιρετικές πλημμέλειες εκ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. αριθμ. 1 και 20, με τον πρώτο λόγο, 1, 8 και 10 με τον δεύτερο, 20 με τον τρίτο και 11 περ. β' με τον τέταρτο, χωρίς σε καμία από τις περιπτώσεις αυτές να εκτίθενται τα στοιχεία που ανεφέρθησαν ανωτέρω και είναι απαραίτητα κατά νόμον για την νομική θεμελίωση και το ορισμένο ενός εκάστου εκ των λόγων αυτών.

Επομένως όλοι αυτοί οι λόγοι αναιρέσεως τυγχάνουν προεχόντως απαράδεκτοι, λόγω της αοριστίας των, σε κάθε περίπτωση δε, διότι υπό την αόριστη επίκληση αυτών, πλήττεται η κατ' άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., ανέλεγκτη αναιρετικώς εκτίμηση των αποδείξεων ως προς το αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου περί πλαστότητος της επιδίκου επιταγής, με βάση την οποία εκδόθηκε διαταγή πληρωμής και η οποία, ύστερα από άσκηση ανακοπής, απετέλεσε αντικείμενο της ουσιαστικής δίκης.

Εξάλλου, η παρά τους ορισμούς του άρθρου 338 Κ.Πολ.Δ. κατανομή του υποκειμενικού βάρους αποδείξεως που θεμελιώνει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθμ. 13 Κ.Πολ.Δ. λόγο αναιρέσεως, προϋποθέτει την έκδοση παρεμπιπτούσης αποφάσεως περί αποδείξεως. Τοιαύτη όμως απόφαση δεν εκδίδεται μετά την κατάργηση της προδικαστικής αποφάσεως με το ν. 2915/2001 (Α.Π. 2228/2007, 683/2010, 233/2011).

Επομένως ο πρώτος λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος που προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την εκ της διατάξεως αυτής πλημμέλεια, ανεξαρτήτως της ρηθείσης αοριστίας του, είναι και εκ της αιτίας ταύτης απαράδεκτος.

Επειδή, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 10 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι' αυτά (Α.Π. 1131/2007, 2122/2009, 379/2006, 120/2011). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο, διαμόρφωσε την ουσιαστική του κρίση και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των εξετασθέντων στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου μαρτύρων και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι προσεκόμισαν νομίμως μετ' επικλήσεως αυτών. Επομένως, δεν δέχθηκε ως αληθή πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη και ο εκ του άρθρου 559 αριθμ. 10 Κ.Πολ.Δ. αντίθετος τρίτος λόγος αναιρέσεως, κατά το αντίστοιχο μέρος του, τυγχάνει αβάσιμος.

Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. γ' Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν". Κατά την έννοια της διατάξεως ταύτης, για την ίδρυση του σχετικού λόγου αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 Κ.Πολ.Δ. (Ολ.Α.Π. 2/2008).

Ο λόγος αυτός απορρίπτεται, ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσεκομίσθησαν και των οποίων έγινε επίκληση. Συνήθως αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μαρτύρων, εγγράφων κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.

Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση έγγραφα όχι όμως και τα φερόμενα ως αγνοηθέντα (Α.Π. 109/2012, 134/2012). Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο για τον σχηματικό του αποδεικτικού του πορίσματος περί της πλαστότητος της επιδίκου επιταγής, βάσει της οποίας εξεδόθη η πληττομένη με την ένδικη ανακοπή του αναιρεσιβλήτου διαταγή πληρωμής δεν έλαβε υπόψη νομίμως ενώπιόν του προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα την από 3-4-2007 έκθεση γραφολογικής της ειδικής δικαστικής γραφολόγου και τεχνικής συμβούλου της αναιρεσειούσης Β.

Σ., την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Εμπορικής Τραπέζης της Ελλάδος και "την κατάθεση της μάρτυρος". Ο λόγος αυτός αναιρέσεως τυγχάνει αβάσιμος, διότι από την βεβαίωση της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε "από την εκτίμηση των καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων...όλων των εγγράφων ...

μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι...εκθέσεις των ... Ε. Α. και Β. Σ. ..." σε συνδυασμό προς το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο για την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματο έλαβε υπόψη και τα φερόμενα ως αγνοηθέντα αποδεικτικά στοιχεία.

Επειδή, κατά το άρθρο 562 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.: "Είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση ή γ) για ισχυρισμό που αφορά στη δημόσια τάξη". Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι στην αναιρετική δίκη ελέγχεται η νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που ώφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των αναιρετικών λόγων του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, έστω και αν ο ισχυρισμός αυτός θα μπορούσε να ερευνηθεί αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας.

Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεώς του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν η προβολή του ήταν παραδεκτή και νόμιμη (Ολ.Α.Π. 15/2000, Α.Π. 182/2014, 111/2009).

Εν προκειμένω με τον έκτο και τελευταίο λόγο της κρινομένης αιτήσεως, εκ του άρθρου 559 αριθμ. 14 Κ.Πολ.Δ., κατά την εκτίμηση του νοηματικού του περιεχομένου, η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση, διότι παρά το νόμο δεν εκήρυξε απαράδεκτο τον περί πλαστότητας της επιδίκου επιταγής ισχυρισμό του αναιρεσιβλήτου, λόγω ελλείψεως ειδικής πληρεξουσιότητος του προβαλόντος αυτόν πληρεξουσίου του δικηγόρου. Ο λόγος αναιρέσεως, σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη, τυγχάνει απαράδεκτος, προεχόντως, λόγω της αοριστίας του, αφού η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται ότι τον σχετικό ισχυρισμό της είχε προβάλλει ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και είχε επαναφέρει με λόγο εφέσεως ενώπιον του Εφετείου. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η ένδικη αίτηση, που δεν περιέχει άλλους λόγους αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, να καταδικασθεί δε η αναιρεσείουσα, ως ηττωμένη (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 16-12-2009 αίτηση της Εταιρείας με την επωνυμία "Alpha Τράπεζα ΑΕ", για αναίρεση της υπ' αριθμ. 32/2009 αποφάσεως του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.

Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 25η Φεβρουαρίου 2014. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημοσία συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 22α Ιουλίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ