Legislator Case Law & Legislation
1602/2012 AI generated

1602/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1602/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 25 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ: Στο σημείο αυτό, ο δικηγόρος των παραστάντων αναιρεσειόντων, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο δήλωσε ότι το ορθό όνομα της υπό στοιχείο 4 αναιρεσείουσας, είναι "Α." και όχι "Ε." όπως εσφαλμένα αναφέρεται στην αίτηση αναιρέσεως.

Legislator headnote

AI generated

1602/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 914 και 932 του Α.Κ. και 1, 2 και 3 του ν. 551/1915 προκύπτει ότι χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας. Εργατικό ατύχημα από βίαιο συμβάν αποτελεί η σωματική βλάβη η οποία είχε ως συνέπεια ανικανότητα για εργασία ή το θάνατο του εργαζόμενου, εφόσον επήλθε από αιφνίδιο και απρόβλεπτο γεγονός.

Keywords

AI generated
weather-related loss of work medically certified work incapacity claim for insurance benefits occupational accidents service-incurred health impairment expulsion despite health conditions
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1602 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1602/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 25 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Ζ. του Κ., χήρας Π. Κ., κατοίκου ..., ατομικά και υπό την ιδιότητά της ως ασκούσας την γονική μέριμνα της ανήλικης θυγατέρας της Γ. Κ. του Π., 2) Π. χήρας Δ. Κ., το γένος Π. Κ., κατοίκου ..., 3) Γ. Ζ., 4) Ε. συζύγου Γ. Ζ., κατοίκων ..., 5) Γ. Κ. του Δ., 6) Μ. Κ. του Δ., 7) Α. Κ. του Δ., 8) Σ. Κ. του Δ., 9) Ν. Κ. του Δ., 10) Γ. Κ. του Δ., 11) Ε. Κ. του Δ., κατοίκων ... . Οι υπό στοιχεία 1, 3, 4 αναιρεσείοντες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Απόστολο Τσιαντή και κατέθεσαν προτάσεις. Οι λοιποί αναιρεσείοντες δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Τεχνικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΛΤΕΡ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ΕΛΤΕΡ Α.Ε.", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Δ. Μ. του Β., κατοίκου ... ή άλλως ..., 3) Γ. Κ. του Δ., κατοίκου ... ή άλλως ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Αλεξόπουλο και κατέθεσαν προτάσεις.

Στο σημείο αυτό, ο δικηγόρος των παραστάντων αναιρεσειόντων, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο δήλωσε ότι το ορθό όνομα της υπό στοιχείο 4 αναιρεσείουσας, είναι "Α." και όχι "Ε." όπως εσφαλμένα αναφέρεται στην αίτηση αναιρέσεως.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/12/2008 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3306/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 507/2010 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 8/12/2010 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Καρέλλου ανέγνωσε την από 5/1/2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 8/12/2010 αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 914 και 932 του Α.Κ. και 1, 2 και 3 του ν. 551/1915 προκύπτει ότι χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας. Εργατικό ατύχημα από βίαιο συμβάν αποτελεί η σωματική βλάβη η οποία είχε ως συνέπεια ανικανότητα για εργασία ή το θάνατο του εργαζόμενου, εφόσον επήλθε από αιφνίδιο και απρόβλεπτο γεγονός.

Τέτοιο γεγονός θεωρείται και η νόσος που προκλήθηκε, εκδηλώθηκε ή και επιδεινώθηκε κατά την εκτέλεση της εργασίας ή εξ αφορμής αυτής από έκτακτη και αιφνίδια επενέργεια εξωτερικού αιτίου, άσχετου προς την ιδιοσυστασία του οργανισμού του παθόντος και προς τη βαθμιαία και προοδευτική εξασθένηση και φθορά του, λόγω της φύσεως και του είδους της εργασίας και των συνδεομένων με αυτή δυσμενών όρων παροχής της.

Τέτοια έκτακτη και αιφνίδια επενέργεια εξωτερικού αιτίου υφίσταται, είτε όταν κατά την εκτέλεση της εργασίας διαμορφώθηκαν εκτάκτως δυσμενείς συνθήκες, που δεν είναι συμφυείς προς τους συνηθισμένους όρους παροχής της, είτε όταν η απασχόληση του εργαζόμενου εξακολούθησε, έστω και υπό κανονικές συνθήκες, μετά την εκδήλωση της νόσου, με αποτέλεσμα την επιδείνωσή της, αφού στην τελευταία περίπτωση ο εργοδότης που οφείλει να ρυθμίζει τα της εργασίας έτσι ώστε να προστατεύεται η ζωή και υγεία του εργαζόμενου, δεν μπορεί να αξιώσει τη συνέχιση της απασχολήσεώς του και αν δεν τον θέσει εκτός υπηρεσίας, οι συνθήκες παροχής της εργασίας αποβαίνουν εξαιρετικές και ασυνήθιστα δυσμενείς, προσλαμβάνοντας έτσι το χαρακτήρα του βίαιου συμβάντος.

Στην τελευταία περίπτωση βασική προϋπόθεση για τη μετατροπή των κανονικών συνθηκών εργασίας σε ασυνήθιστες και εξαιρετικά δυσμενείς, μετά την εκδήλωση της νόσου του εργαζόμενου, είναι η παραβίαση της έναντι αυτού υποχρεώσεως πρόνοιας του εργοδότη και γι' αυτό ακριβώς δεν υπάρχει τέτοια παραβίαση και συνακόλουθα εργατικό ατύχημα με την παραπάνω έννοια, όταν ο εργοδότης δεν γνωρίζει, ούτε αγνοεί υπαίτια ότι ο εργαζόμενος είναι ασθενής και γενικότερα ότι η κατάσταση της υγείας του δεν επιτρέπει την εξακολούθηση της απασχολήσεώς του.

Για να δικαιούται ο παθών σε εργατικό ατύχημα χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης, αρκεί να συντέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν, με την έννοια του άρθρου 914Α.Κ., δηλαδή να συντρέχει αμέλεια αυτών και ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ του ζημιογόνου γεγονότος και του επιζήμιου αποτελέσματος.

Υπάρχει δε η αιτιώδης αυτή συνάφεια όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως ήταν πρόσφορη να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα και επέφερε πράγματι τούτο στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα : Η πρώτη εναγομένη και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη τεχνική εταιρεία, η οποία δραστηριοποιείται στην ανάληψη εκτελέσεως δημοσίων έργων και την κατασκευή λιμενικών εγκαταστάσεων για την εξυπηρέτηση της τελευταίας δραστηριότητάς της διατηρεί πλοιάρια ( ρυμουλκά ) ιδιοκτησίας της, μεταξύ των οποίων και το πλοιάριο "Ζ...", το οποίο είχε ανάγκη εκτεταμένων επισκευών και μετασκευών ώστε να καταστεί κατάλληλο για τη χρήση που προοριζόταν, γι' αυτό στις αρχές Ιανουαρίου του 2008 εισήλθε στη ναυπηγοεπισκευαστική ζώνη Περάματος.

Την 1/2/2008 προσελήφθη με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου ο Π. Κ. ως εργάτης και συγκεκριμένα για να βοηθά το μηχανικό Χ. Σ., στην επίβλεψη των εργασιών επισκευής του πλοιαρίου, οι οποίες είχαν ανατεθεί σε συνεργεία εργολάβων εντός του ναυπηγείου. Η εργασία του ήταν πενθήμερη, με ωράριο απασχολήσεως από 08.00 έως 15.00, αντί συμφωνημένων μηνιαίων αποδοχών 1.200 ευρώ, εκτός των υπερωριών για τις οποίες συμφωνήθηκε αμοιβή 8 ευρώ την ώρα.

Στον παραπάνω συμφωνημένο μισθό περιλαμβάνονταν το ποσό των 350 ευρώ, το οποίο του χορηγείτο μηνιαίως ως δαπάνη μίσθωσης κατοικίας, γιατί ο τόπος μόνιμης κατοικίας του ήταν η ... . Περί τα μέσα Σεπτεμβρίου 2008 ο Π. Κ. εμφάνισε πυρετό και στις 17/9/2008 ανέφερε στον υπεύθυνο πληρωμάτων της εταιρείας Ι. Κ. ότι δεν αισθάνεται καλά και ο τελευταίος του κατέβαλε το ποσό των 400 ευρώ προκειμένου να επισκεφθεί γιατρό, για το λόγο ότι αν και ήταν ασφαλισμένος στο ΙΚΑ δεν είχε επιμεληθεί της εκδόσεως βιβλιαρίου ασθενείας.

Όμως ο Π. Κ., τις επόμενες ημέρες δεν επισκέφθηκε γιατρό, αλλά πιστεύοντας ότι επρόκειτο για απλή ίωση, συνέχιζε να εργάζεται, χωρίς ποτέ να ανακοινώσει στον ως άνω προστηθέντα από την εργοδότρια του Ι. Κ., ότι η κατάσταση της υγείας του είχε επιδεινωθεί και στις 29 /9 / 2008, όταν πλέον η κατάσταση της υγείας του είχε επιδεινωθεί μεταφέρθηκε άμεσα από τον Χ.

Σ. στην Πνευμονολογική Κλινική του Θριασίου Νοσοκομείου, όπου διαπιστώθηκε πνευμονία άμφω - πολυοργανική ανεπάρκεια - σηπτικό σοκ. Λόγω της σοβαρότητας της καταστάσεως της υγείας του διασωληνώθηκε και με ασθενοφόρο διακομίσθηκε επειγόντως στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας (ΜΕΘ) του ιδιωτικού Θεραπευτικού Κέντρου " ΙΑΣΙΣ ΠΕΙΡΑΙΑ ",όπου διαπιστώθηκε ότι κατά την είσοδο του στη ΜΕΘ ήταν σε καταστολή και μηχανική υποστήριξη της αναπνοής με εικόνα Α.R.D.S. (Ρ 02 60 με Ρ 100%), ενώ ταυτόχρονα ήταν αιμοδυναμικά εξαιρετικά ασταθής παρά την υποστήριξη με ινότροπα φάρμακα.

Από τις πρώτες εργαστηριακές εξετάσεις προέκυπτε εικόνα νεφρικής ανεπάρκειας, ενώ η Rο θώρακα εμφάνιζε κυψελιδικά διηθήματα άμφω. Υποβλήθηκε άμεσα σε βρογχοσκόπηση και σε καλλιέργεια βρογχικών εκκρίσεων, καθώς και σε καλλιέργεια αίματος και ούρων (για λεπτόσπειρα). Στη συνέχεια αφού τέθηκε σε τετραπλό αντιμικροβιακό σχήμα και κορτιζόνη, άρχισε να υποβάλλεται σε υψηλού όγκου αιμοδιήθηση, με ταυτόχρονο συνεχές αιμοδυναμικό monitoring, μέσω καθετήρα picco (συνεχής καταγραφή καρδιακής παροχής κ.λ.π.).

Τις επόμενες ημέρες νοσηλείας και παρά την υποστήριξη η κατάσταση της υγείας του παρουσίασε ραγδαία επιδείνωση και στις 2/10/2008 κατέληξε. Ως αιτία θανάτου ανεγράφη η σηπτική καταπληξία και πολυοργανική ανεπάρκεια. Συνεχίζει το Εφετείο, ότι η εργασία του συγγενούς των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων Π.

Κ. δεν ήταν ιδιαίτερα κοπιώδης ή ανθυγιεινή, αφού με τις καθ' αυτές εργασίες επισκευής ασχολείτο το προσωπικό των συνεργείων και ουδέποτε απασχολήθηκε ως φύλακας στο πλοιάριο, ότι ο ως άνω θανών διέμενε σε χώρο του υπό επισκευή πλοιαρίου, αλλά τούτο γινόταν με δική του πρωτοβουλία και με την ανοχή των εναγομένων, προκειμένου να εξοικονομήσει το ποσόν των 350 ευρώ που καταβάλλονταν σ' αυτόν, όπως και στον Χ.

Σ., από την εργοδότριά του, πρώτη εναγομένη εταιρεία, ως δαπάνη μίσθωσης χώρου για τη διαμονή τους. Ότι η επιδείνωση της καταστάσεως της υγείας του Π. Κ. οφείλεται αποκλειστικά στη δική του άρνηση να επισκεφθεί γιατρό, εκτιμώντας εσφαλμένα ότι πρόκειται για απλό κρυολόγημα, για την αντιμετώπιση του οποίου δεν χρειαζόταν ιδιαίτερη θεραπευτική αγωγή.

Ότι ουδεμία αμέλεια επέδειξε ο φερόμενος ως προϊστάμενος πληρωμάτων Ι. Κ., ο οποίος, κατά το στάδιο της επισκευής του πλοιαρίου ήταν ο από μέρους της πρώτης εναγομένης εργοδότριας εταιρείας προϊστάμενος των Χ. Σ. και Π. Κ., αφού δεν γνώριζε και ούτε ήταν σε θέση να γνωρίζει τη σοβαρότητα της καταστάσεως της υγείας του τελευταίου, ο οποίος τον διαβεβαίωνε ότι πρόκειται για απλό κρυολόγημα.

Ότι η υποχρέωση της πρώτης εναγομένης δεν φθάνει μέχρι του σημείου να επιβάλλει στο μισθωτό της να επισκεφθεί το γιατρό, ούτε και να αξιώσει απ' αυτόν να υποβληθεί σε εξετάσεις προκειμένου να συνεχίσει την εργασία του, πολύ δε περισσότερο όταν η εργασία που του αναθέτει δεν απαιτεί από μέρους τους την καταβολή ιδιαίτερης σωματικής δύναμης και ότι δεν προέκυψε ότι η εμφάνιση της νόσου της πνευμονίας στον Π.

Κ. και η θανατηφόρα εξέλιξή της οφείλεται στις δυσμενείς συνθήκες εργασίας. Δέχεται στη συνέχεια το Εφετείο, ότι ο Π. Κ. ήταν αλκοολικός και καθημερινά κατανάλωνε μεγάλη ποσότητα αλκοόλ στις καντίνες που υπήρχαν στη ναυπηγοεπισκευαστική ζώνη και αυτό είχε ως αποτέλεσμα να εμφανίσει βαριάς μορφής πνευμονία και ότι τόσο η εκδήλωση της νόσου στον Π.

Κ. όσο και η ραγδαία επιδείνωσή της, δεν οφείλεται στις συνθήκες κάτω από τις οποίες παρείχε την εργασία του, αλλά οφείλεται σε προϋπάρχουσα κακή κατάσταση της υγείας του λόγω αλκοολισμού, την οποία δεν γνώριζε η πρώτη εναγομένη εργοδότρια εταιρεία, αφού ο ίδιος ο εργαζόμενος με επιμέλεια απέκρυπτε τούτο από τους προϊσταμένους του Χ.

Σ. και Ι. Κ.. Κατέληξε δε το Εφετείο, ότι οι εναγόμενοι ουδεμία ευθύνη υπέχουν για το θάνατο του ως άνω εργαζόμενου συγγενούς των εναγόντων, καθώς ουδεμία πράξη ή παράλειψη των προστηθέντων από την πρώτη εναγομένη προσώπων συνδέεται με την εκδήλωση της νόσου του ως άνω εργαζόμενου Π. Κ. και τη θανατηφόρα για τον τελευταίο, κατάληξη αυτής και στη συνέχεια, κατά παραδοχή των εφέσεων των πρώτης και δεύτερου των εναγομένων και της αντεφέσεως του τρίτου, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη, και απέρριψε την αγωγή.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 662 και 932 Α.Κ. και 1, 2 και 3 του ν. 551/1915, καθώς και των άρθρων 7, 8 και 14 του π.δ.17/1996 (ΟΔΗΓ ΕΟΚ 89/391, 91/383) "Μέτρα Ασφάλειας - Υγείας Εργαζομένων" και 3, 4 και 5 του π.δ. 70/1990 "Για την υγιεινή και ασφάλεια των εργαζομένων σε ναυπηγικές εργασίες", καθόσον με τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν συνέτρεχαν στην κρινόμενη περίπτωση οι κατά νόμο προϋποθέσεις για την εφαρμογή των περί εργατικού ατυχήματος διατάξεων, οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες, ούτε εκ πλαγίου, με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ειδικότερα, με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι η εργασία του συγγενούς των αναιρεσειόντων στο πλοιάριο " Ζ... " Π. Κ. ( βοηθός του μηχανικού στην επίβλεψη των εργασιών επισκευής του πλοιαρίου) δεν ήταν ιδιαίτερα κοπιώδης και ανθυγιεινή, ότι εργαζόταν από την 08.00 έως την 15.00 ώρα αντί συμφωνημένου μισθού 1.200 ευρώ, στον οποίο περιλαμβάνονταν και το ποσό των 350 ευρώ για δαπάνη μίσθωσης κατοικίας, πλην όμως αυτός για την εξοικονόμηση της τελευταίας δαπάνης χρησιμοποιούσε τους χώρους του ρυμουλκού για τη διαμονή του, ότι ο Π.

Κ. ουδέποτε εργάσθηκε στο ρυμουλκό ως φύλακας, ότι η επιδείνωση της υγείας του οφείλεται αποκλειστικά στην άρνησή του να επισκεφθεί ιδιώτη γιατρό ( δεν είχε επιμεληθεί να εκδοθεί στο όνομα του βιβλιάριο ασθενείας αν και είχε τις νόμιμες προς τούτο προϋποθέσεις ) μετά την εμφάνιση πυρετού, ότι ουδέποτε ανακοίνωσε στον προστηθέντα της αναιρεσίβλητης την επιδείνωση της καταστάσεως της υγείας του, ότι η εμφάνιση πνευμονίας και η θανατηφόρα εξέλιξή της δεν οφείλεται στις δυσμενείς συνθήκες εργασίας του αλλά στην ως άνω δική του αμελή συμπεριφορά, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ήταν αλκοολικός, γεγονός που αγνοούσε η πρώτη αναιρεσίβλητη και ότι ουδεμία πράξη ή παράλειψη των προστηθέντων απ' αυτή συνδέεται με την εκδήλωση της νόσου της πνευμονίας στον Π.

Κ. και τη θανατηφόρα κατάληξή της, δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, περί εργατικού ατυχήματος, οφειλόμενο σε αμελή συμπεριφορά των αναιρεσίβλητων, οι δε αιτιολογίες είναι πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις και στηρίζουν πλήρως το αποδεικτικό πόρισμα και το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως.

Επομένως, οι από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ. τρεις πρώτοι λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 5 του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο, σε περίπτωση καθ' ύλην αρμοδιότητας, εσφαλμένα δέχθηκε ότι είναι αρμόδιο ή αναρμόδιο, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 47.

Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι ο ως άνω λόγος αναιρέσεως δημιουργείται μόνον όταν υπάρχει σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας, συνιστάμενο σε παραδοχή υλικής αρμοδιότητας ή αναρμοδιότητας αυτού του ιδίου και όχι όταν κρίνει εσφαλμένως ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση ήταν ή δεν ήταν αρμόδιο καθ' ύλην (Ολ.ΑΠ 5/2003).

Εξάλλου, από το άρθρο 51 παρ. 1,2,6 και 9 β' του ν. 2172/1993, προκύπτουν τα εξής: Για την υπαγόμενη στην καθ' ύλην αρμοδιότητα των πρωτοδικείων πρωτοβάθμια δίκη επί ναυτικών διαφορών, συνιστάται ειδικό τμήμα στο Πρωτοδικείο Πειραιώς, με περιφέρεια εκείνη του Νομού Αττικής, το οποίο και καθίσταται καθ' ύλην αρμόδιο γι' αυτή τη δίκη, ενώ η αντίστοιχη καθ' ύλην αρμοδιότητα του Πρωτοδικείου Αθηνών καταργείται, για δε τη δευτεροβάθμια δίκη συνιστάται ειδικό τμήμα στο Εφετείο Πειραιώς, το οποίο και καθίσταται καθ' ύλην αρμόδιο γι' αυτή τη δίκη, ενώ η αντίστοιχη καθ' ύλην αρμοδιότητα του Εφετείου Αθηνών επίσης καταργείται.

Ενώπιον του Εφετείου Πειραιώς ασκούνται υποχρεωτικά και εισάγονται στο τμήμα ναυτικών διαφορών αυτού και οι εφέσεις που αφορούν ναυτική διαφορά για την οποία εκδόθηκε απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών μετά την έναρξη ισχύος του άρθρου 51 του ν. 2172/1993. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 3Α του ίδιου νόμου, ναυτικές διαφορές είναι οι ιδιωτικές διαφορές που πηγάζουν από πράξεις του θαλάσσιου εμπορίου, τη χρησιμοποίηση, λειτουργία ή ναυσιπλοΐα πλοίου ή την παροχή εργασίας σ' αυτό.

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής δεν είναι ναυτική η διαφορά που πηγάζει από την παροχή χερσαίας και όχι ναυτικής εργασίας σε πλοίο, ενώ από τις διατάξεις των άρθρων 1, 37 επ. και 53 επ. του Κώδικα Ιδιωτικού Ναυτικού Δικαίου (Κ.Ι.Ν.Δ.) προκύπτει ότι ουσιώδες στοιχείο της συμβάσεως ναυτικής εργασίας είναι ότι ο ναυτικός αναλαμβάνει την υποχρέωση να συμμετέχει ως μέλος συγκροτημένου οργανικά πληρώματος στους πλόες του πλοίου.

Έτσι, η σύμβαση δεν αποβάλλει το χαρακτήρα της ως ναυτικής, αν για οποιοδήποτε λόγο, όπως για συντήρηση ή επισκευή παραμένει το πλοίο αργό στο λιμάνι, έχει όμως συγκροτημένο πλήρωμα και βρίσκεται σε διαρκή ετοιμότητα προς πλου, μόλις περατωθεί η συντήρηση ή η επισκευή του. Στην περίπτωση αυτή ο προσλαμβανόμενος για να εργασθεί ως μέλος συγκροτημένου πληρώματος, έστω και αν δεν παρέχει αμιγώς ναυτική εργασία, θεωρείται ναυτικός.

Όταν όμως η πρόσληψή του γίνεται για όσο χρόνο το πλοίο είναι προσδεδεμένο στο λιμάνι για επισκευή, συντήρηση ή είναι παροπλισμένο και αυτός δεν έχει υποχρέωση συμμετοχής σε πλόες του πλοίου, τότε πρόκειται για παροχή χερσαίας εργασίας, η από την οποία γεννώμενη διαφορά δεν είναι ναυτική. Τέλος κατά τις διατάξεις των άρθρων 46, 559 αρ. 5 και 562 παρ 2 περ.

γ' του Κ.Πολ.Δ. η ένσταση της καθ' ύλην αρμοδιότητας του δικαστηρίου που δικάζει την αγωγή αφορά τη δημόσια τάξη και εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, προτείνεται δε σε κάθε στάση της δίκης και στον Άρειο Πάγο για πρώτη φορά, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση τα πραγματικά αυτά περιστατικά που τη συγκροτούν προκύπτουν από την προσβαλλόμενη απόφαση ή έχουν τεθεί νομίμως ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας.

Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 5 του Κ.Πολ.Δ. προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο Πειραιώς δεν ήταν καθ' ύλην αρμόδιο για την εκδίκαση της ένδικης διαφοράς, η οποία ήταν ναυτική και υπαγόταν στο Ναυτικό Τμήμα του Εφετείου Πειραιώς και ότι το σφάλμα αυτό προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση. Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι τα περιστατικά στα οποία, κατά τους αναιρεσείοντες θεμελιώνεται η καθ' ύλην αναρμοδιότητα του δικάσαντος Εφετείου, δεν προκύπτουν το πρώτον από την προσβαλλόμενη απόφαση. Και τούτο γιατί οι παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως ως προς το κρίσιμο ζήτημα της φύσεως της εργασίας του Π. Κ., είναι όμοιες με τις παραδοχές της πρωτοβάθμιας αποφάσεως, και συγκεκριμένα και στις δύο αποφάσεις αναφέρεται, ότι ο Π. Κ. προσελήφθη ως εργάτης (βοηθός) του μηχανικού Χ. Σ., απασχολούμενος στην επίβλεψη των εργασιών επισκευής του ρυμουλκού πλοίου " Ζ... Μ" .

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8/12/2010 αίτηση για αναίρεση της 507/2010 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιά.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Οκτωβρίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Νοεμβρίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ