Legislator Case Law & Legislation
1602/2007 AI generated

1602/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1602/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Μαΐου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αιτούντος την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση: X1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελπινίκη Τσάτσαρη.

Legislator headnote

AI generated

1602/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνεπώς πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν ο διάδικος αυτός παρών (άρθρο 576 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1602 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1602/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Ιωάννη Ιωαννίδη, Μίμη Γραμματικούδη και Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Μαΐου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: X1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελπινίκη Τσάτσαρη.

Των αναιρεσίβλητων: 1. ..... , η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 2. ...., 3. α. ...., β. ....και γ. ...., ως κληρονόμων εξ αδιαθέτου Α. Της αρχικής ενάγουσας ....., συζύγου του πρώτου και μητέρας των λοιπών, που πέθανε στις 25-10-1998 και Β. Της ......, που πέθανε στις 17-11-1999, θυγατέρας και κληρονόμου εξ αδιαθέτου της αρχικής ενάγουσας ..... , 4. ..... , 5. ..... , ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 6. ....., 7. ....και 8. ...... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Καραμανέ ο οποίος δήλωσε ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη (.... ) απεβίωσε στις 7-5-2006 και κληρονομήθηκε από τον υιό της ..... , ο οποίος συνεχίζει την βιαίως διακοπή σε δίκη ως μοναδικός εξ αδιαθέτου κληρονόμος της ανωτέρω αποβιώσασας και εκπροσωπείται δι' εμού .

Του αιτούντος την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση: X1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελπινίκη Τσάτσαρη.

Καθ'ών η αίτηση επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση: 1. ..... , ως μοναδικού εξ αδιαθέτου κληρονόμου της αποβιώσασας στις 7-5-2006 μητέρας του και αρχικής διαδίκου ....., 2. ..... , 3. α. .... , β. .... και γ. ...., κατοίκων .... , ως κληρονόμων εξ αδιαθέτου Α. Της αρχικής ενάγουσας ..... , συζύγου του πρώτου και μητέρας των λοιπών, που πέθανε στις στις 25-10-1998 και Β. Της ..... , που πέθανε στις 17-11-1999, θυγατέρας και κληρονόμου εξ αδιαθέτου της αρχικής ενάγουσας ..... , 4...... , 5. .... , ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 6. .... , 7. .... και 8. .... . Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Καραμανέ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-12-1993 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 745/1995 προδικαστική, 845/1998 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5/2001 προδικαστική, 50/2003 του Εφετείου Λάρισας. Κατά της ανωτέρω απόφασης ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 1462/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Λάρισας. Το Εφετείο Λάρισας εξέδωσε την 105/2006 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8-2-2006 αίτησή του, με τους από 28-2-2006, 28-3-2007 προσθέτους λόγους του και με την από 18-4-2007 αίτησή επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Ιωαννίδης ανέγνωσε την από 17-4-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και οι από 28-2-2006 και 28-3-2007 πρόσθετοι λόγοι για αναίρεση της υπ' αριθ. 105/2006 αποφάσεως του Εφετείου Λαρίσης. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος και αιτούντος την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, ζήτησε την παραδοχή των κρινόμενων αιτήσεων και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή των, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

ΕΠΕΙΔΗ όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη, με αριθμό .....έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτρια Λάρισας ..... , αντίγραφο της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως, με την πάνω σ'αυτό πράξη αριθμού της προκειμένης δικασίμου και κλήση για συζήτηση κατ' αυτήν επιδόθηκε με επίσπευση του αναιρεσείοντος νομοτύπως και εμπροθέσμως στο 5ο αναιρεσίβλητο ....., ο οποίος δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από την σειρά του οικείου πινακίου, ούτε κατέθεσε δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Συνεπώς πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν ο διάδικος αυτός παρών (άρθρο 576 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ).

ΕΠΕΙΔΗ ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 λόγος αναιρέσεως της λήψεως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας πραγμάτων που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ιδρύεται και όταν λήφθηκαν υπόψη γεγονότα θεμελιωτικά της αγωγή τοιαύτα που δεν περιέχονται σ' αυτήν ούτε στις προτάσεις του ενάγοντος της πρώτης στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας συζητήσεως εφ' όσον έτσι επέρχεται μεταβολή της βάσης της αγωγής. Πράγματα κατά την έννοια του εν λόγω άρθρου αριθ. 8 είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση (επομένως στηρίζουν το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων, ως επίσης και τα αποδεικτικά μέσα.

Εν προκειμένω με τον 10ο λόγο αναιρέσεως εκ του αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και κατά το πρώτο μέρος του αποδίδεται η πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι έλαβε πράγματα που δεν προτάθηκαν από τους ενάγοντες και έτσι επήλθε ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσης της αγωγής και ειδικότερα δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά από την εκτίμηση των αποδείξεων τα οποία δεν περιλαμβάνονται στην ιστορική βάση της αγωγής και δη ότι από το έτος 1954 τα επίδικα ακίνητα τα καλλιεργούσε η μητέρα του αναιρεσείοντος εναγομένου M1 ως διοικήτρια αλλοτρίων με την αληθινή ή εικαζομένη βούληση του κυρίου βοηθούμενο από τον εναγόμενο και περαιτέρω ότι τα επίδικα τα καλλιεργούσε ο εναγόμενος και η μητέρα του ως αντιπρόσωπός της.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθ' όσον κατά τα προλεχθέντα "Πράγματα" δεν είναι το περιεχόμενο των αποδείξεων τις οποίες το Εφετείο εκτιμά ελεύθερα χωρίς να υπόκειται στο αναιρετικό έλεγχο και από τις οποίες άντλησε πραγματικά επιχειρήματα για το ουσία βάσιμο της ένδικης αγωγής χωρίς να επέλθει καμμία μεταβολής της βάσεώς της ως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου αυτής, με την οποία οι ενάγοντες ζήτησαν να αναγνωρισθεί η συγκυριότητά τους στα επίδικα ακίνητα κατά τι τρόπο παράγωγο και δη με κληρονομική διαδοχή ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της αποβιωσάσης Π1 , ως μόνοι πληρέστεροι συγγενής αυτής την κληρονομία της οποίας αποδέχθηκαν και νόμιμα με μετέγραψαν.

Περαιτέρω με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως και κατά το δεύτερο μέρος του προβάλλεται η αιτίαση από την ίδια ως άνω διάταξη διότι δεν έλαβε υπόψη του το Εφετείο, τον προταθέντα ισχυρισμό του περί εξωδίκου ομολογίας του εκ των αναιρεσιβλήτων ....που περιέχεται στα υπ' αριθ. 9/1993 πρακτικά του Ειρηνοδικείου Ολύμπου κατά την συνεδρίαση του οποίου αυτός καταθέτοντας ως μάρτυρας, κατέθεσε ότι τα επίδικα ακίνητα τα καλλιεργούσε ο αναιρεσείων από το 1965 και ότι δεν τα καλλιέργησε κανείς άλλος.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος κατά τα προαναφερθέντα, γιατί πρόκειται για επίκληση έγγραφης εξώδικης ομολογίας και η παράλειψη της προσβαλλομένης απόφασης να την εκτιμήσει δεν ιδρύει τον λόγο αυτό αναιρέσεως.

ΕΠΕΙΔΗ με το 1ο λόγο αναίρεσης και κατά το τρίτο μέρος του αποδίδεται πλημμέλεια στην προσβαλλομένη από τον αρ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός είναι αόριστος και πρέπει να απορριφθεί γιατί δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο σε ποια από τις τρεις περιπτώσεις του εν λόγω άρθρου αναφέρεται η αποδιδομένη πλημμέλεια του Εφετείου, γιατί αν η αναίρεση ζητείται γιατί το δ/ριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν, δεν αναφέρονται, αυτό που επιδικάσθηκε στην 1η περίπτωση ή εκείνα τα περισσότερα που επιδίκασε στην 2η περίπτωση και αν η αναίρεση ζητείται γιατί το δ/ριο άφησε αδίκαστη αίτηση, δεν αναφέρεται το περιεχόμενο της αιτήσεως (κεφαλαίου) που υποβλήθηκε στο δ/ριο και ποια είναι αυτή η αίτηση.

ΕΠΕΙΔΗ η παράλειψη του Εφετείου να αναλύσει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς κάθε ένα από τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, που έχουν προσαχθεί και από τα οποία σχημάτισε δικανική πεποίθηση για την παραδοχή της αγωγής και την απόρριψη των σχετικών ενστάσεων του εναγομένου δεν αποτελεί έλλειψη αιτιολογίας και δεν δημιουργεί λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ο δε 1ος λόγος αναιρέσεως και κατά το τέταρτο μέρος του, με το οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

ΕΠΕΙΔΗ από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το Δ/ριο για να σχηματίσει τη δικανική πεποίθησή του ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλομένων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που αρκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς όμως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά.

Βέβαια δεν αποκλείεται το δ/ριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξέρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει το λόγο αναιρέσεως του αριθ. 11 γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως (Ολ. ΑΠ 42/02).

Εν προκειμένω το Εφετείο όπως ρητώς βεβαιώνει στην προσβαλλόμενη απόφασή του σχημάτισε την κρίση του επί της ουσίας της υποθέσεως αφού έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε τις καταθέσεις των μαρτύρων καθώς και όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, από τη βεβαίωση δε αυτή σε συνδυασμό και με το όλο αιτιολογικό της αποφάσεως, δεν απομένει αμφιβολία ότι έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και τις καταθέσεις των μαρτύρων και τα έγγραφα που αναφέρονται στον 1ο λόγο αναιρέσεως και κατά το πέμπτο μέρος του και στον 3ο πρόσθετο λόγο, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία αυτών.

Μάλιστα στην προσβαλλομένη απόφαση ρητώς μνημονεύεται από τα εν λόγω έγγραφα η υπ' αριθ. 9/1993 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ολύμπου που εκδόθηκε κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων νομής μετά από αίτηση των αναιρεσιβλήτων η οποία και απορρίφθηκε ελήφθησαν δε υπόψη και τα ταυτάριθμα πρακτικά συνεδριάσεως του δ/ριου τούτου καίτοι δεν μνημονεύονται ρητά.

Επομένως ο εκ του αριθμού 11 γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ 1ος λόγος αναιρέσεως κατά το πέμπτο μέρος του και ο 3ος πρόσθετος λόγος, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Εξάλλου η κρίση του δ/ρίου της ουσίας περί του αν συνάγεται εξώδικη ομολογία από έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι ανάγεται σε πράγματα και ως εκ τούτου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Α.Π.

Ο εκ του άρθρου 559 αρθ. 11 γ λόγος αναιρέσεως, όταν με αυτόν προβάλλεται μη λήψη υπόψη εξώδικης ομολογίας δεν θεμελιώνεται αν από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει ότι το δ/ριο της ουσίας έλαβε υπ' όψη το έγγραφο από το οποίο συνάγεται κατά το λόγο αναιρέσεως εξώδικη ομολογία (ΑΠ 545/93).

Συνεπώς ο 1ος λόγος αναιρέσεως και κατά το έκτο μέρος του, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και ως προς την αιτίαση της μη λήψεως υπόψη από το Εφετείο της εξώδικης ομολογίας του εκ των αναιρεσιβλήτων..... που περιέχεται στα υπ' αριθ. 9/93 πρακτικά του Ειρηνοδικείου Ολύμπου ως το περιεχόμενο της ανωτέρω προαναφέρθηκε, αφού κατά τα προαναφερθέντα η υπ' αριθ. 9/93 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ολύμπου ως κατά ταυτάριθμα με αυτή πρακτικά συνεδριάσεως αυτού, λήφθηκαν υπόψη. ΕΠΕΙΔΗ κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ για να θεμελιωθεί ο προβλεπόμενος από τη διάταξη αυτή λόγος αναιρέσεως απαιτείται να διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο α) για την απόδειξη ποίου συγκεκριμένου ισχυρισμού προσκομίσθηκε το σχετικό αποδεικτικό μέσο β) ποια είναι η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε σ' αυτό από το δ/ριο της ουσίας και γ) ότι το σχετικό σφάλμα της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Αν λείπει έστω και ένα από τα προεκτιθέμενα στοιχεία ο λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αόριστος (ΑΠ 441/93).

Συνεπώς ο 2ος λόγος αναιρέσεως που αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια, ότι παρέβη τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μερών γιατί δεν θεώρησε ότι αποτελούν πλήρη απόδειξη οι υπ' αρ. 628/30-12-48, 209/6-6-65 και 5/16-2-89 ληξιαρχικές πράξεις θανάτου των ...., ...., Κ1 αντιστοίχως, είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι δεν αναφέρει τα ως άνω απαραίτητο κατά νόμο, για το ορισμένο αυτού στοιχεία.

ΕΠΕΙΔΗ από τις διατάξεις του άρθρου 580 παρ. 3, 4 ΚΠολΔ σε συνδυασμό με την παράγραφο 1 του άρθρου 562 αυτού, προκύπτει ότι το δ/ριο της παραπομπής δεσμεύονται από την απόφαση της Ολομέλειας ή του τμήματος του Αρείου Πάγου που ασχολήθηκε με την ίδια υπόθεση, ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσε και περαιτέρω δεν έχει δικαίωμα διαφωνίας με το αναιρετικό δ/ριο και γι' αυτό η απόφαση του, που κατά το μέρος που αυτή συμμορφώθηκε με την αναιρετική απαραδέκτως πλήσσεται με λόγο αναιρέσεως.

Αν η απόφαση αναιρέθηκε για έλλειψη νόμιμης βάσης, το δ/ριο της παραπομπής δεν δεσμεύεται από τις διαπιστώσεις της αναιρεθείσης ως προς την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών. Σε μια τέτοια περίπτωση το δ/ριο της παραπομπής μπορεί να εφαρμόσει άλλες νομικές λύσεις αφού πρόκειται πλέον για υπαγωγή διάφορων περιστατικών (ΑΠ 480/04, ΑΠ 79/1998).

Επομένως το Εφετείο το οποίο με την προκειμένη απόφασή του ερεύνησε και πάλι την εκ του άρθρου 281 ΑΚ ένσταση καταχρηστικής ενστάσεως του δικαιώματος των εναγόντων - αναιρεσιβλήτων, συμμορφωθέν κατά τούτο, με την αναιρετική απόφαση 1462/2004, η οποία είχε αναιρέσει την προηγούμενη απόφαση του Εφετείου Λαρίσης με αριθμ. 50/2003 για έλλειψη νόμιμης βάσης για την ίδια υπόθεση διότι διέλαβε σ' αυτήν ανεπαρκείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες οι οποίες καθιστούσαν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθ. 18 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ο 3ος λόγος αναιρέσεως ως και ο 1ος πρόσθετος τέτοιος κατά το 1ο μέρος του με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα πρέπει ν' απορριφθούν ως απαράδεκτοι.

ΕΠΕΙΔΗ ο εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως είναι δυνατό να φέρεται ότι πλήσσει την προσβαλλομένη απόφαση γιατί στερείται νομίμου βάσης είτε διότι δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, αλλά στην πραγματικότητα να πλήσσει την απόφαση κατά την ανέλεγκτη από τον Αρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων υπό την επίκληση ότι αυτή στερείται νόμιμου βάσης.

Με τον 3ο λόγο αναίρεσης και κατά το 2ο μέρος του προβάλλεται η αιτίαση έλλειψης νόμιμης βάσης με επισήμανση σφαλμάτων που αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων σχετικά με την απόρριψη της ένστασης παραγραφής του δικαιώματος των εναγόντων στα επίδικα ακίνητα, το πόρισμα των οποίων είναι σαφές, αφού στον οικείο λόγο αναιρέσεως αναφέρεται ότι το Εφετείο εσφαλμένα απέρριψε την εν λόγω ένσταση ενώ αντίθετα έπρεπε να την δεχθεί.

Πρέπει επομένως ο λόγος αυτός, με τον οποίο, με την επίκληση της έλλειψης νόμιμης βάσης, πλήσσεται η ουσιαστική εκτίμηση του δ/ρίου της ουσίας να απορριφθεί ως απαράδεκτος. ΕΠΕΙΔΗ από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρθ. 4 559 αρ. 1α και 566 ΚΠολΔ, προκύπτει με σαφήνεια ότι για να είναι ορισμένος ο από τη δεύτερη από αυτές (559 αρ. 1) προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, εφόσον το δ/ριο εξήτασε την ουσία της υπόθεσης, α) οι ουσιαστικές παραδοχές, με τις οποίες εκείνο υπέπεσε κατά τον αναιρεσείοντα στην πλημμέλεια που συγκροτεί το λόγο αυτό αναιρέσεως, διότι διαφορετικά είναι απολύτως ανέφικτος ο ζητούμενος αναιρετικώς έλεγχος β) το συγκεκριμένο σφάλμα του Εφετείου κατά την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν, με τρόπο σαφή και ορισμένο και γ) η επίδραση του σφάλματος αυτού στο διατακτικό της απόφασης, στοιχεία απαραίτητα για το ορισμένο του λόγου αυτού κατά το άρθρο 118 αρθ. 4, 559 παρ. 1α και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ.

Ειδικότερα η από την υπό στοιχείο α παράλειψη αυτή αοριστία του δικογράφου της αναιρέσεως η οποία επάγεται την απόρριψη αυτής ως απαραδέκτου (577 παρ. 1, 2 ΚΠολΔ) δεν μπορεί, όπως άλλωστε και κάθε αοριστία οιουδήποτε εισαγωγικού δίκης δικογράφου, να αναπληρωθεί από στοιχεία που βρίσκονται εκτός του αναιρετηρίου, ούτε ειδικότερα από την υπάρχουσα στη δικογραφία απόφαση που προσβάλλεται με την αναίρεση, διότι εκτός των άλλων ο Αρειος Πάγος δεν μπορεί να γνωρίζει ποιες από τις παραδοχές του δ/ρίου της ουσίας είναι αυτές που κατά τον αναιρεσείοντα, συνιστούν το αναιρετικό σφάλμα και έτσι μπορούν να επιλεγούν τέτοιες που να μην το συνιστούν και να απορριφθεί για το λόγο αυτό η αναίρεση, ενώ αν επιλέγονταν άλλες που είχε επισημάνει ο αναιρεσείων χωρίς όμως να τις αναφέρει στο αναιρετήριο, ενδεχομένως να ήταν διαφορετικό το αποτέλεσμα.

Η θέση αυτή είναι απολύτως σύμφωνη με το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ διότι διασφαλίζει την από αυτό αξιουμένη δίκαιη δίκη, αφού συμβάλλει στην αποτελεσματικότητά του και συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος πρόσβασης του καθενός στα δικαστήρια, το οποίο μπορεί να ικανοποιηθεί μόνο με την άσκηση ορισμένης σύμφωνα με το νόμο προσφυγής οιασδήποτε μορφής, η οποία θα επιτρέπει ως εκ του ορισμένου περιεχομένου της, την από το δ/ριο έρευνα και γιαυτό τα απαιτούμενα από το νόμο για το ορισμένο της εν γένει προσφυγής στο δ/ριο, μορφή της οποίας είναι και το ένδικο μέσο της αναίρεσης στοιχεία δεν δυσχεραίνουν αλλά μάλλον διευκολύνουν την πρόσβαση στα δ/ρια για παροχή έννομης προστασίας, αφού με αυτά συγκεκριμενοποιείται το είδος αυτής.

Επομένως ο 3ος λόγος αναιρέσεως και κατά το τρίτο μέρος του, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1α ΚΠολΔ και ειδικότερα για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης των άρθρων 247, 249, 258 και 253 ΑΚ (Παραγραφή) είναι απορριπτέος ως αόριστος διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο α) οι παραδοχές του δ/ρίου της ουσίας β) το συγκεκριμένο σφάλμα του Εφετείου κατά την ερμηνεία και εφαρμογή των ως είρηται διατάξεων με τρόπο σαφή και ορισμένο να γ) η επίδραση του σφάλματος αυτού στο διατακτικό της απόφασης στοιχεία απαραίτητα για το ορισμένο του λόγου αυτού κατά τα προαναφερθέντα άρθρα του ΚΠολΔ.

Η από το ίδιο λόγος αναιρέσεως και κατά το τέταρτο μέρος του ως και από 1ο πρόσθετο λόγο και κατά το τέταρτο μέρος του αποδιδόμενες πλημμέλειες στην προσβαλλόμενη απόφαση από το άρθρο 559 αριθ. 1β ΚΠολΔ ότι δηλαδή το Εφετείο παρέβη τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την εφαρμογή των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν ως προς την ένσταση του αναιρεσείοντος περί παραγραφής του δικαιώματος των εναγόντων (άρθρα 247, 249, 258 και 259 Α.Κ.) και περί καταχρηστικής ασκήσεως αυτού κατά το άρθρο 281 ΑΚ είναι απορριπτέες ως αόριστες, διότι δεν αναφέρεται ποια είναι τα διδάγματα της κοινής πείρας τα οποία παραβίασε το Εφετείο και συνακόλουθα σε τι συνίσταται το περί αυτά σφάλμα του δ/ρίου, αν δηλαδή αυτό συνέχεται με την ερμηνεία ουσία διατάξεων ή με την υπαγωγή σ' αυτές πλασματικών γεγονότων.

ΕΠΕΙΔΗ ο 1ος πρόσθετος λόγος και κατά το τρίτο μέρος του, με το οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη απόφαση από το άρθρο 559 αρ. 1 α,β ΚΠολΔ ότι δηλαδή το Εφετείο εσφαλμένα εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 211, 212, 130 και 131 ΑΚ καθώς παρέβη και τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την εφαρμογή αυτών, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος καθ' όσον ερείδεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, διότι το Εφετείο ως εκ της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει δεν εφήρμοσε τις εν λόγω διατάξεως, αφού δεν ασχολήθηκε με αυτές.

ΕΠΕΙΔΗ κατά τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Εξάλλου κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νομίμου βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Ως ζητήματα των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατική στερεί από την απόφαση την νόμιμη βάση της, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνος που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος που ασκήθηκε άλλως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο.

Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ το δικαίωμα θεωρείται ότι αρκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το μεσολαβήσαν χρονικό διάστημα δεν δικαιολογούν τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεως του μέσου κοινωνικού ανθρώπου αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο (Ολ.

Α.Π. 17/1995).

Εν προκειμένω το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση του απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την προβληθείσα από τον αναιρεσείοντα εναγόμενο ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του ενδίκου δικαιώματος των εναγόντων - αναιρεσιβλήτων, με τις ακόλουθες αιτιολογίες: Με το ..... προικοσύμφωνο συμβόλαιο του Σ/φου Λάρισας Περικλή Γαρδικιώτη που νόμιμα μεταγράφηκε, η δ/χος των διαδίκων Π1 , απέκτησε την ψιλή κυριότητα και μετά την αμετάκλητη λύση του γάμου της με τον Σ1, λόγω διαζυγίου το 1951, την πλήρη κυριότητα των επιδίκων οκτώ (8) κληροτεμαχίων που βρίσκονται στην κτηματική περιφέρεια της Κοινότητας .... .

Η ανωτέρω Π1 απεβίωσε το 1992, χωρίς να αφήσει διαθήκη και κληρονομήθηκε από τους πλησιέστερους συγγενείς της και εξ αδιαθέτου κληρονόμους το δηλ. τις δύο πρώτες ενάγουσες αδελφές της και τους υπολοίπους έξι (6) ενάγοντες και τον εναγόμενο τέκνα των προαποβιωσάντων αδελφών της M1, Κ1 και .... και οι ως άνω κληρονόμοι υπεισήλθαν στην κληρονομία της Π1 καθεμία από την πρώτη και δεύτερη ενάγουσα κατά 6/30 εξ αδιαιρέτου, κατά 3/30 εξ αδιαιρέτου η τρίτη ενάγουσα, κατά 3/30 εξ αδιαιρέτου ο εναγόμενος, κατά 3/30 εξ αδιαιρέτου καθένας από τους τέταρτο και πέμπτο ενάγοντα και κατά 2/30 εξ αδιαιρέτου καθένας των τριών τελευταίων εναγόντων.

Οι ενάγοντες με την.... δήλωση αποδοχής ενώπιον του συμ/φου Λαρίσης η Παπαγεωργίου, που νόμιμα μεταγράφηκε, αποδέχθηκαν την ως άνω κληρονομία. Όμως η ως άνω κληρονομουμένη Π1 από το έτος 1941 έπασχε από σχιζοφρένεια ή ψύχωση, ψυχική νόσο η οποία απέκλειε τη χρήση του λογικού της και εξαιτίας της οποίας δεν ήταν δυνατό να επιμεληθεί του εαυτού της και της περιουσίας της.

Εξαιτίας της νόσου αυτής εγκατέλειψε τον σύζυγό της Σ1 και εγκαταστάθηκε στην οικεία της αδερφής της M1 μητέρας του εναγομένου, η οποία εν τοις πράγμασι ανέλαβε την επιμέλεια του προσώπου και τη διαχείριση της περιουσίας της αδελφής της, ενεργούσα ως διοικητής αλλοτρίων και σύμφωνα με την πραγματική ή εικαζομένη βούληση του κυρίου των υποθέσεων, αφού εντολή για την διεξαγωγή των υποθέσεών της η ως άνω ανίκανη προς δικαιοπραξία αδελφή της, λόγω πνευματικής νόσου από την οποία έπασχε δεν μπορούσε έγκαιρα να της δώσει.

Το έτος 1967 μετά από αίτηση του αδελφού της Κ1 η ως άνω κληρονομουμένη τέθηκε υπό δικαστική απαγόρευση και ακολούθως με την 560/1968 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου διορίσθηκε επίτροπος της τεθείσης υπό δικαστική απαγόρευση ο αδελφός της Κ1 και παρεπίτροπος ο ..... Στις ως άνω δίκες παρενέβη η M1 , μητέρα του εναγομένου και ζήτησε το διορισμό αυτής ως προσωρινής διαχειρίστριας της απαγορευτέας ή του υιού της X1.

Επίσης με τριτανακοπή της προσέβαλε το διορισμό του Κ1 ως επιτρόπου της υπό δικαστική απαγόρευση τεθείσης αδελφής της. Μπορεί να μην διορίσθηκε η M1 επίτροπος της υπό απαγόρευση τελούσας αδελφής Π1 , πλην όμως αυτή δεν έπαψε ποτέ να έχει την επιμέλεια του προσώπου και τη διαχείριση της περιουσίας της, ενεργούσα ως "διοικητής αλλοτρίων", αφού και μετά τον ως άνω διορισμό επιτρόπου, αυτός ουδέποτε ανέλαβε ή ζήτησε να αναλάβει τη διαχείριση της περιουσίας της υπό δικαστική απαγόρευση αδελφής του.

Εξάλλου δέχθηκε το Εφετείο ότι τα επίδικα ακίνητα και οι πέριξ εκτάσεις ήσαν αμμώδεις και δασώδεις εκτάσεις, ανεπίδεκτες καλλιέργειας, γι' αυτό και το έτος 1950 μία εταιρία υπό το διακριτικό τίτλο "....." ανέλαβε κατόπιν συμφωνίας με τους ιδιοκτήτες των την δια μηχανημάτων εκχέρσωση και ως αμοιβή της έλαβε την εσοδεία των διαμορφωθέντων πλέον εις αγρούς ως άνω κτημάτων επί 4 έτη, τα οποία καλλιέργησε με ρύζι.

Η συμφωνία αυτή όσον αφορά τα επίδικα ακίνητα έγινε με την ως άνω εταιρία από την αδελφή της κυρίας των ακινήτων αυτών Μ1 , η οποία κατά τα ανωτέρω ενεργούσε ως "διοικητής αλλοτρίων" χωρίς να έχει στη συμφωνία αυτή καμία ανάμιξη ο υιός της X1(εναγόμενος), ο οποίος τότε διήγε το 15ο έτος της ηλικίας του, αφού γεννήθηκε το έτος 1935.

Η απόδοση των επιδίκων ακινήτων από την εταιρία "....." έγινε στην παραχωρήσασα αυτά Μ1 , με την ως άνω ίδιότητά της, η οποία συνέχισε να τα καλλιεργεί, μέχρι που πέθανε στις 27-11-1992, βοηθουμένη από τον υιό της και ήδη εναγόμενο. Ουδέποτε η ως άνω Μ1 και ο εναγόμενος υιός της, όλα αυτά τα χρόνια που κατείχαν τα επίδικα ακίνητα ως αντιπρόσωποι της Π1 εξεδήλωσαν καθ' οιονδήποτε τρόπο την πρόθεσή τους να νέμονται και να κατέχουν τα ακίνητα αυτά επ' ονόματι και για λογαριασμό τους.

Περαιτέρω το Εφετείο δέχθηκε ότι ο εναγόμενος ουδέποτε νέμονταν και κατείχε τα επίδικα ακίνητα για δικό του λογαριασμό, απλώς βοηθούσε τη μητέρα του στην καλλιέργεια και εκμετάλλευση τους που αυτή είχε από το έτος 1954 ενεργούσα για λογαριασμό και ως αντιπρόσωπος της δικαιοπαρόχου των εναγόντων πριν τεθεί υπό δικαστική απαγόρευση και επιτροπεία κατά τα ανωτέρω.

Η δικαιοπάροχος των εναγόντων δεν δημιούργησε σ' αυτόν με την συμπεριφορά της την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκήσει τα δικαιώματά της. Αλλωστε αυτή λόγω της στέρησης του λογικού της είχε αδυναμία λογικής στάθμισης και εκτίμησης των συμφερόντων της και αδυνατούσα να επιμεληθεί του εαυτού της και της περιουσίας της, γι' αυτό και τέθηκε υπό δικαστική απαγόρευση.

Ο επίτροπος Κ1 δεν μπορούσε να προβεί σε διάθεση της περιουσίας της υπό απαγόρευση χωρίς τις διατυπώσεις του νόμου και ούτε με την συμπεριφορά του δημιούργησε στον εναγόμενο την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκήσει τα δικαιώματά του. Οι δε ενάγοντες πριν από το θάνατο της δικαιοπαρόχου τους δεν είχαν κανένα δικαίωμα στα επίδικα ακίνητα και αφού έγιναν συγκύριοι δεν αδράνησαν να ασκήσουν τα δικαιώματά τους.

Αλλωστε ο εναγόμενος δεν προέβη ο ίδιος σε αξιόλογες δαπάνες για την αξιοποίηση των επιδίκων, τις οποίες άλλωστε ουδόλως εξειδικεύει και την αξιοποίηση των ακινήτων αυτών την έκανε κατά τα ανωτέρω η εταιρία "....", ενώ όλα αυτά τα χρόνια ο εναγόμενος με την μητέρα του καλλιεργούσε τα επίδικα ακίνητα εσοδεύοντας αυτά, έχοντας όμως την φροντίδα και διατροφή της δικαιοπαρόχου των εναγόντων μέχρι που αυτή εγκλείσθηκε σε ψυχιατρείο το έτος 1962.

Τέλος το εφετείο με την 5/2001 μη οριστική του απόφαση η οποία θεωρείται ότι έχει προσβληθεί έστω και αν απευθύνεται ρητώς εναντίον της η κρινόμενη αναίρεση (άρθρο 553 παρ. 2 ΚΠολΔ) απέρριψε επίσης και μάλιστα με οριστική διάταξη την ένσταση αυτή του αναιρεσείοντος, με αντίθετες αιτιολογίες, πλην όμως με την προσβαλλομένη απόφασή του ανακάλεσε την διάταξη αυτή της προδικαστικής του απόφασης.

Με αυτά που δέχθηκε το εφετείο και στη συνέχεια απέρριψε ως ουσία αβάσιμη την ένσταση του αναιρεσείοντος περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος των εναγόντων, αφενός μεν ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προπαρατεθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου μη παραβιάσαν και κάποια άλλη διάταξη, αφετέρου δε διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, απαντήσαν έτσι σε όλα τα ζητήματα της ένστασης και ειδικότερα αναφορικά με τον χρόνο κτήσεως της κυριότητας των επιδίκων ακινήτων από τους ενάγοντες - αναιρεσίβλητους, τη σχέση βάσει της οποίας η μητέρα του εναγομένου αναιρεσείοντος και ο ίδιος κατείχε και καλλιεργούσε τα επίδικα ακίνητα, τη συμπεριφορά του επιτρόπου της απαγορευμένης καθ' όλο το χρονικό αυτό διάστημα, τις δαπάνες που δεν έκανε ο αναιρεσείων στα επίδικα, και τα έσοδα που έπαιρνε από την καλλιέργεια των επιδίκων, σαφώς δε συγχρόνως εκθέτοντας σ' αυτή και το πόρισμα στο οποίο κατέληξε από τις αποδείξεις.

Η υπάρχουσα στην προσβαλλομένη απόφαση αντίφαση από τις παραδοχές της, κατά τις οποίες, η μητέρα του αναιρεσείοντα - εναγομένου από το έτος 1954 καλλιεργούσε τα επίδικα ακίνητα ως διοικήτρια αλλοτρίων με την αληθινή ή εκκαλουμένη βούληση του κυρίου, βοηθουμένη από τον ένα εναγόμενον, και περαιτέρω ότι τα επίδικα τα καλλιεργούσε ο εναγόμενος και η μητέρα του, ο πρώτος ως αντιπρόσωπος της δεύτερης, αφορά την μητέρα του εναγομένου και δεν είχε καμμία επίδραση στο διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης και εντεύθεν επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ο δε εναγόμενος εμφανίζεται να καλλιεργεί τα επίδικα ως αντιπρόσωπος της μητέρα του, ουδέποτε εκδηλώσας καθ' οιονδήποτε τρόπο την πρόθεσή του να νέμεται ή να κατέχει τα ακίνητα αυτά επ' ονόματι και για λογαριασμό του.

Ούτε ήταν υποχρεωμένο το Εφετείο να παραθέσει και εμφανείς υλικές πράξεις της κατά τα ανωτέρω νομής των επιδίκων εφόσον και αυτή αναφέρθηκε από το Δικαστήριο ως επιχείρημα απόκρουσης της νομής του εναγομένου που έγινε δεκτό ότι εκείνος δεν υπέδειξε προς ευδοκίμηση της ανωτέρω ενστάσεώς του. Τέλος μόνη η αδράνεια και μόνο ο χρόνος του επιτρόπου Κ1 , να επιμεληθεί των επιδίκων ακινήτων της δικαιοπαρόχου των εναγόντων κατά τη διάρκεια της επιτροπείας του, δεν θα έφθανε για να δημιουργήσει στον εναγόμενο την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκήσει τα δικαιώματά του εφόσον το εφετείο δεν δέχθηκε προσθέτως ότι συντρέχουν ειδικότερες περιστάσεις που να συνδέονται με την συμπεριφορά του επιτρόπου ώστε εξ αυτών να δημιουργηθεί πεποίθηση στον εναγόμενο ότι δεν θα ασκήσει τα δικαιώματά του.

Επομένως ο 1ος πρόσθετος λόγος και κατά το δεύτερο μέρος του από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με το οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

ΕΠΕΙΔΗ κατά το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δ/ριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικώς με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ο σχετικός αυτός λόγος δεν ιδρύεται όταν το δ/ριο προσέδωσε μεγαλύτερη αξιοπιστία ή βαρύτητα στους μάρτυρες του ενός διαδίκου από τους μάρτυρες του άλλου.

Επομένως ο σχετικός 4ος λόγος αναιρέσεως και 2ος πρόσθετος τέτοιος, όπως εκτιμώνται εκ του αριθμ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους ο αναιρεσείων παραπονείται ότι το Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση έδωσε μεγαλύτερη βαρύτητα και αξιοπιστία στις καταθέσεις των μαρτύρων των εναγόντων από ότι των δικών του μαρτύρων, είναι κατά τα προεκτεθέντα απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.

Οι ίδιοι λόγοι αναίρεσης, κατά το σκέλος τους που αποδίδεται η πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι κατά την αξιολόγηση των μαρτυρικών αποδείξεων χαρακτήρισε αναξιόπιστες τις καταθέσεις των μαρτύρων του και εντεύθεν δεν τις έλαβε υπόψη είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος γιατί στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι ως εκ της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει το Εφετείο δεν προέβη στον ανωτέρω χαρακτηρισμό, πλέον του ότι είναι απαράδεκτος ο αναιρετικός λόγος με τον οποίο προσβάλλεται η απόφαση του δ/ρίου της ουσίας που δεν έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν επειδή τις έκρινε αναξιόπιστες.

ΕΠΕΙΔΗ για το ορισμένο του λόγου αναιρέσεως εκ του αριθμού 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο εκτός των άλλων α) όχι μόνο το αληθές περιεχόμενο του εγγράφου, αλλά και εκείνο που με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτό και είναι διάφορο του αληθούς, για να κριθεί από την σύγκριση, η ύπαρξη ή μη της επικαλουμένης παραμορφώσεως και β) το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το δ/ριο για το ότι υπάρχουν ή όχι κρίσιμα πραγματικά γεγονότα.

Συνεπώς ο μοναδικός πρόσθετος λόγος αναιρέσεως του δικογράφου του από 28/3/07 προσθέτου λόγου ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των αναφερομένων στο λόγο αυτό εγγράφων πρέπει ν' απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος γιατί δεν συγκεντρώνει τις ανωτέρω για την πληρότητά του απαιτούμενες προϋποθέσεις, με την αναφορά των προαναφερθέντων στοιχείων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την ένδικη αίτηση, για αναίρεση της υπ' αριθ. 105/2006 αποφάσεως του Εφετείου Λαρίσης. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των παραστάντων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ .

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 6 Ιουνίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 26 Ιουνίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ