Legislator Case Law & Legislation
1601/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on evidence review, ruling lower court properly considered all witness depositions.

Case Number 1601/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the final judgment of the Thessaloniki Court of Appeal. The appellant argued that the appellate court failed to consider a specific sworn witness deposition from the first instance, claiming this constituted a procedural error under Article 559 of the Code of Civil Procedure. The court rejected this claim, stating that the appellate court's explicit finding that it had taken into account all sworn depositions, including those of witnesses for proof and cross-examination, left no room for doubt regarding the evidence's evaluation. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the opposing party's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure; An appeal based on the claim that a second-instance court failed to consider specific evidence is inadmissible when the appellate judgment explicitly states it has taken such evidence into account, thereby resolving the evidentiary assessment.

Keywords

AI generated
appeal admissibility evidence review sworn depositions appellate judgment legal costs Code of Civil Procedure procedural error

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure
Article 9 of Law 3226/2004

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 1040/2023
Supreme Court Case 161/2017
Supreme Court Case 34/2021
Supreme Court Case 50/2020
Supreme Court Case 1401/2022
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1601 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1601/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Κατσιάνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ασημίνα Υφαντή, Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Χρυσούλα Πλατιά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Β. Π. συζύγου Κ., το γένος Κ. Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στέφανο Τοπάλη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία ..., που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σταυρούλα Καραθάνου - Δεληγιάννη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/2/2011 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 24089/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1497/2017 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8/12/2017 αίτησή της. Με την υπ' αριθμ. 106/2022 Πράξη του Προέδρου του Α1' Πολιτικού Τμήματος, ορίστηκε, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, η δικάσιμος, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Νομίμως φέρεται προς περαιτέρω συζήτηση κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (20.3.2023) η από 8.12.2017 αίτηση αναίρεσης της Β. Π. κατόπιν της υπ' αριθ. 106/2022 Πράξης του Προέδρου του Α1 Πολιτικού Τμήματος, λόγω επανασυζήτησης της υπόθεσης κατ' εφαρμογή του άρθρου 307 ΚΠολΔ για τον αναφερόμενο στην ως άνω Πράξη λόγο (αδυναμία έκδοσης απόφασης).

Συγκεκριμένα, με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 1497/2017 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο δίκασε επί της από 3.1.2014 έφεσης της αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρίας κατά της υπ' αριθ. 24089/2013 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία είχε γίνει δεκτή, κατά την κύρια βάση της (εκ του άρθρου 140 ΑΚ), η από 25.2.2011 αγωγή της αναιρεσείουσας και είχε κηρυχθεί η ακυρότητα λόγω ουσιώδους πλάνης της τελευταίας, των αναφερόμενων δύο συμβάσεων εγγύησης, που είχαν υπογραφεί την 10.6.2009 μεταξύ αυτής, ως εγγυήτριας, και της αναιρεσίβλητης.

Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσίβλητης και, αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, κράτησε και δίκασε την ως άνω αγωγή, την οποία απέρριψε κατ' ουσίαν τόσο ως προς την προαναφερθείσα κύρια βάση της, όσο και ως προς την επικουρική (εκ του άρθρου 147 ΑΚ) βάση της.

Η αίτηση αναίρεσης, ως κατατεθείσα την 8.12.2017, ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως εντός της γνήσιας προθεσμίας των τριάντα ημερών από την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού η τελευταία επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα την 10.11.2017, όπως συνομολογείται από την ίδια (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Επομένως, αυτή είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Α. Κατά τη διάταξη του άρθρου 140 ΑΚ, αν κάποιος καταρτίζει δικαιοπραξία και η δήλωσή του δεν συμφωνεί, από ουσιώδη πλάνη, με τη βούλησή του, έχει το δικαίωμα να ζητήσει την ακύρωση της δικαιοπραξίας, ουσιώδης δε κατά τη διάταξη τον άρθρου 141 του ίδιου Κώδικα είναι η πλάνη, όταν αναφέρεται σε σημείο τόσο σπουδαίο για την όλη δικαιοπραξία, ώστε, αν το πρόσωπο γνώριζε την πραγματική κατάσταση, δεν θα επιχειρούσε τη δικαιοπραξία.

Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, η πλάνη κατά τη δήλωση της βούλησης, δηλαδή η διάσταση μεταξύ δήλωσης και βούλησης, οφειλόμενη σε εσφαλμένη γνώση ή και άγνοια από τον δηλούντα της απαιτούμενης για τον προσδιορισμό της βούλησης πραγματικής κατάστασης, η οποία (πλάνη) μπορεί να είναι και αποτέλεσμα απάτης, παρέχει σ' αυτόν που πλανήθηκε το δικαίωμα να ζητήσει την ακύρωση της δικαιοπραξίας, μόνον όταν είναι ουσιώδης (ΑΠ 1661/2022), η κρίση δε του δικαστηρίου της ουσίας για το αν η πλάνη είναι στη συγκεκριμένη περίπτωση ουσιώδης, αφορά σε έννοια νομική και, συνεπώς, ελέγχεται αναιρετικά (ΟλΑΠ 5/1990, ΑΠ 1/2017).

Τέτοια είναι και η πλάνη που αφορά στο περιεχόμενο της δήλωσης, έστω και αν έχει σχέση με το δίκαιο, δηλαδή με το είδος της δικαιοπραξίας, τη νομική ενέργεια κάποιου όρου ή με τις έννομες συνέπειες της δήλωσης (ΑΠ 512/2022, ΑΠ 745/2020, ΑΠ 406/2019), εφόσον όμως αυτές ανήκουν στο περιεχόμενο της δήλωσης, δηλαδή πρόκειται για τις έννομες συνέπειες, που επιδιώκεται, να επέλθουν αμέσως σύμφωνα με το νόημα της δήλωσης.

Αντίθετα, κατά το άρθρο 143 ΑΚ, η πλάνη που αναφέρεται αποκλειστικά στα παραγωγικά αίτια της βούλησης δεν είναι ουσιώδης, νοούνται δε ως παραγωγικά αίτια της βούλησης όσα συμβάλλουν στο σχηματισμό της. Όμως, αν τα παραγωγικά αίτια τέθηκαν ως αίρεση ή αν συζητήθηκαν πριν από την κατάρτιση της δικαιοπραξίας και αποτέλεσαν έτσι, κατά τη θέληση των μερών, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, βάση ή προϋπόθεση αυτής, δηλαδή θεμέλιο της δικαιοπραξίας, η πλάνη ως προς τα αίτια αυτά είναι ουσιώδης και δικαιολογεί την ακύρωση της δικαιοπραξίας, όπως συμβαίνει όταν τα περιστατικά, που έλαβαν κυρίως υπόψη τα μέρη για τη σύναψη της σύμβασης δεν συνέτρεχαν εξ αρχής ή στη συνέχεια ανατράπηκαν (ΟλΑΠ 35/1998, ΟλΑΠ 5/1990, ΑΠ 1661/2022, ΑΠ 1067/2019).

Περαιτέρω, απάτη, κατά την έννοια του άρθρου 147 ΑΚ, αποτελεί κάθε συμπεριφορά από πρόθεση, που τείνει να παράγει, ενισχύσει ή διατηρήσει πεπλανημένη αντίληψη ή εντύπωση, με σκοπό να οδηγηθεί κάποιος σε δήλωση βούλησης, συνίσταται δε η απατηλή συμπεριφορά, είτε σε παράσταση ανύπαρκτων γεγονότων ως υπαρκτών, κατά παράβαση του καθήκοντος αληθείας, είτε στην απόκρυψη ή αποσιώπηση ή ατελή ανακοίνωση υπαρκτών γεγονότων, των οποίων η αποκάλυψη σ` αυτόν, που τα αγνοούσε, επιβαλλόταν από το καθήκον διαφώτισής του με βάση την καλή πίστη ή την υπάρχουσα ιδιαίτερη σχέση μεταξύ αυτού και εκείνου, προς τον οποίο απηύθυνε τη δήλωσή του, η συμπεριφορά δε αυτή αποσκοπεί στην πρόκληση δήλωσης βούλησης του απατηθέντος, η οποία προκλήθηκε πράγματι από την απάτη (ΑΠ 1730/2022, ΑΠ 2060/2022, ΑΠ 745/2020).

Σε κάθε περίπτωση, δεν ενδιαφέρει το είδος της πλάνης που δημιουργήθηκε από την απάτη, δηλαδή αν αυτή είναι ή δεν είναι συγγνωστή, ουσιώδης ή επουσιώδης, καθώς και αν αναφέρεται αποκλειστικά στα παραγωγικά αίτια της βούλησης, αρκεί η πλάνη να υφίσταται κατά το χρόνο που δηλώνεται η βούληση (ΑΠ 832/2022, ΑΠ 1269/2017).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 154 ΑΚ η ακύρωση της δικαιοπραξίας λόγω πλάνης ή απάτης επέρχεται με δικαστική απόφαση.

Β. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού.

Με τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006).

Εξάλλου, με τον λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται η προσβαλλόμενη απόφαση, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, να πλήττεται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1137/2019, ΑΠ 185/2019). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.

Έλλειψη δε νόμιμης βάσης της απόφασης συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006, ΑΠ 1382/2019).

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 1382/2019), ενώ τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον ανωτέρω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 34/2021, ΑΠ 753/2020, ΑΠ 50/2020).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Μεταξύ της εναγόμενης-εκκαλούσης ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία ... (ήδη αναιρεσίβλητης) και της μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, Μ.

Κ., συζύγου του υιού της ενάγουσας-εφεσίβλητης Β., συζ. Κ. Π. το γένος Κ. Κ. (ήδη αναιρεσείουσας), καταρτίστηκε η με αριθμό 273/24.11.2003 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, ύψους 30.000 ευρώ, το οποίο με τις από 06.12.2005, 26.06.2006 και 06.06.2007 αυξητικές-συμπληρωματικές συμβάσεις ανήλθε σε 800.000 ευρώ. Προσέτι, μεταξύ της εναγομένης-εκκαλούσης τράπεζας και του, επίσης, μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, υιού της ενάγουσας-εφεσίβλητης, Α.

Π., καταρτίσθηκε σε μεταγενέστερο χρόνο η με αριθμό 864/06.06.2007 έτερη σύμβαση ανοικτού (αλληλόχρεου) λογαριασμού, ύψους, κατόπιν της από 28.11.2007 συμπληρωματικής σύμβασης, 300.000 ευρώ. Αμφότεροι οι ως άνω πιστούχοι-σύζυγοι έμποροι μεταχειρισμένων αυτοκινήτων προέβησαν σε δανεισμό για τη χρηματοδότηση των επιχειρήσεών τους.

Κατά τη σύναψη των προαναφερθεισών δανειακών συμβάσεων δεν είχαν χορηγηθεί από τους πιστούχους εμπράγματες ασφάλειες για την εξασφάλιση των δανείων, πλην όμως εκατέρωθεν εγγυήθηκαν ο ένας τη δανειακή σύμβαση του άλλου, ενώ την πρώτη σύμβαση (της Μ. Κ.) εγγυήθηκε και ο τρίτος Χ. Μ. του Β.. Ενόσω οι συμβάσεις ήταν ενεργείς, η χρηματοδότηση των πιστούχων, ελάμβανε χώρα με ενεχυρίαση στην εναγόμενη τράπεζα επιταγών ή συναλλαγματικών πελατών τους, οι οποίες προεξοφλούνταν από την τελευταία, ενώ η πληρωμή τους κατά το φερόμενο χρόνο έκδοσής τους (για τις επιταγές) ή την ημερομηνία λήξης τους (για τις συναλλαγματικές) επέφερε ισόποση εξόφληση μέρους της χορηγηθείσας πίστωσης.

Η πορεία της εξυπηρέτησης από τους πιστούχους των ως άνω δανειακών συμβάσεων (πιστώσεων με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό) έπαψε να εξελίσσεται ομαλά κατά το τέλος του 2008. Τότε εμφανίσθηκαν σοβαρές καθυστερήσεις στις εξυπηρετήσεις αμφοτέρων, καθώς και αθρόα επιστροφή απλήρωτων αξιογράφων που είχαν ενεχυριάσει

οι ως άνω πιστούχοι στην τράπεζα. Η ραγδαία επιδείνωση της δυνατότητας των πιστούχων να καταβάλλουν τις δόσεις των αλληλόχρεων λογαριασμών, σύμφωνα με τους όρους των συμβάσεων και να καλύψουν το "άνοιγμα" που δημιουργήθηκε, οδηγούσε σταδιακά και αναπόφευκτα στην καταγγελία των εν λόγω συμβάσεων από την τράπεζα και την μεταφορά τους σε οριστική καθυστέρηση.

Τούτο επειδή οι απαιτήσεις της τράπεζας ήταν ανασφάλιστες, καθώς, όπως προαναφέρθηκε, υπήρχαν μόνο ενέχυρα ρευστοποιήσιμα στοιχεία (συναλλαγματικές και επιταγές τρίτων) οι οποίες επιστρέφονταν απλήρωτες. Η μόνη δυνατότητα που υπήρχε για να αποφευχθεί η καταγγελία των συμβάσεων, ήταν να χορηγηθεί εμπράγματη διασφάλιση υπέρ των απαιτήσεων της τράπεζας από πρόσωπο που θα συμβαλλόταν ως εγγυητής σ' αυτές (τις συμβάσεις), ζητήθηκε δε τούτο από τους πιστούχους.

Ειδικότερα, τον Δεκέμβριο του έτους 2008, μεταξύ της τράπεζας (δια του διευθυντή της, του κείμενου στην Π. Θ. υποκαταστήματος της, Δ. Γ.-μάρτυρα ανταπόδειξης, με τον οποίο οι πιστούχοι είχαν αναπτύξει σχέση εμπιστοσύνης, στα πλαίσια της μακροχρόνιας συνεργασίας τους με το ως άνω υποκατάστημα, όπου ο τελευταίος εργαζόταν) και του πιστούχου Α.

Π. διερευνήθηκε η δυνατότητα λήψης εκ μέρους του τελευταίου στεγαστικού δανείου ύψους 250.000 ευρώ, με αποκλειστικό όμως σκοπό, όχι την εκταμίευση νέων πιστώσεων, αλλά την "αναχρηματοδότηση" μέρους των οφειλών του ιδίου και της συζύγου του από τους προμνησθέντες αλληλόχρεους λογαριασμούς (τα επαγγελματικά και οικονομικά συμφέροντα αμφοτέρων των συζύγων ταυτίζονταν).

Με το νέο δάνειο, ο πιστούχος Α. Π. θα είχε τη δυνατότητα εξόφλησης όλων των οφειλών σε βάθος χρόνου (10-15 έτη) με χαμηλότερο επιτόκιο. Επειδή, ως αιτία λήψης του νέου δανείου θα ήταν η αγορά και ανακαίνιση κατοικιών, η ενάγουσα-εφεσίβλητη (ήδη αναιρεσείουσα) μητέρα του πιστούχου Α. Π., κατά προτροπή αυτού, συμφώνησε να του μεταβιβάσει δύο διαμερίσματα, κυριότητας της, κείμενα στην ....

Καίτοι ο πιστούχος υπέβαλλε αίτηση και έλαβε χώρα προεργασία εκ μέρους των οργάνων της τράπεζας, η κατάρτιση του στεγαστικού δανείου τελικώς δεν τελεσφόρησε. Διαμείφθηκαν νέες συζητήσεις μεταξύ της τράπεζας (δια του διευθυντή της Δ. Γ.) και του πιστούχου Α. Π. και προκρίθηκε η λύση της λήψης εξ μέρους του τελευταίου ενός επαγγελματικού "πολυδανείου", με αποκλειστικό σκοπό τον ίδιο, ήτοι την "αναχρηματοδότηση" μέρους των οφειλών του ιδίου και της συζύγου του.

Το "πολυδάνειο", που θα αποτελούσε σύμβαση εξαρτώμενη από τις προγενέστερες συμβάσεις παροχής πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, θα χορηγούταν μετά την παροχή εμπράγματης ασφάλειας εκ μέρους τρίτου προσώπου. Ο πιστούχος Α. Π. ζήτησε και πάλι από τη μητέρα του να εγγυηθεί τις οφειλές του ίδιου και της συζύγου του και να παράσχει εμπράγματες ασφάλειες στην τράπεζα.

Έτσι, την 10.06.2009 η ενάγουσα συνοδευόμενη από το Δ. Ν. (παιδικό φίλο του υιού της), μετέβη από το ..., στη Θεσσαλονίκη και προσήλθε στο κείμενο στην Π. υποκατάστημα της εναγομένης τράπεζας. Παρουσία του υιού της και ως άνω διευθυντή Δ. Γ., υπέγραψε τις με αριθμούς 8647000812 και 8647000081/10.6.2009 συμβάσεις παροχής εγγύησης των προϋφιστάμενων πιστώσεων με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό.

Με την πρώτη εκ των εν λόγω εγγυητικών συμβάσεων, η ενάγουσα εγγυήθηκε προς την τράπεζα και υπέρ της πιστούχου νύφης της Μ. Κ. την εμπρόθεσμη και ολοκληρωτική εξόφληση κάθε χρεωστικού υπολοίπου που θα ανέκυπτε από την προαναφερόμενη με αριθμό 273/24.11.2003 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό.

Με τη δεύτερη (των συμβάσεων) εγγυήθηκε προς την τράπεζα και υπέρ του πιστούχου υιού της Α. Π. την εμπρόθεσμη και ολοκληρωτική εξόφληση κάθε χρεωστικού υπολοίπου που θα ανέκυπτε από την προαναφερόμενη με αριθμό 864/06.06.2007 έτερη σύμβαση ανοικτού (αλληλόχρεου) λογαριασμού. Μετ' ολίγες ημέρες, την 16.06.2009 η ίδια (ενάγουσα εγγυήτρια) παρείχε ενώπιον του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου ...ς τη συναίνεσή της για την εγγραφή προσημειώσεων υποθηκών μέχρι των ποσών των 400.000 και 200.000 ευρώ, αντιστοίχως, επί τριών ακινήτων (διαμερισμάτων)

της στην ..., για την εξασφάλιση των απαιτήσεων της τράπεζας εκ των προαναφερθεισών συμβάσεων παροχής πιστώσεων (με ανοικτό αλληλόχρεο) τόσο της νύφης της Μ. Κ., όσο του υιού της Α. Π.. Προς τούτο εκδόθηκαν οι με αριθμό 452 και 453/2009 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου ...ς. Κατά το μήνα που ακολούθησε την υπογραφή των επίμαχων συμβάσεων εγγύησης και την εγγραφή προσημειώσεων υποθηκών, η οικονομική δυσανεξία του Α. Π.

και της Μ. Κ. επιτάθηκε και κατέστησε αδύνατη τη χορήγηση του "πολυδανείου" εκ μέρους της τράπεζας. Αμφότεροι οι αλληλόχρεοι λογαριασμοί των συζύγων (υιού και νύφης της ενάγουσας) κατέστησαν ανενεργείς από το θέρος του 2009. Οι σχετικές δανειακές συμβάσεις καταγγέλθηκαν εκ μέρους της τράπεζας μετά ένα έτος (την 8.12.2010), οπότε και γνωστοποιήθηκαν στους πιστούχους τα οφειλόμενα κατάλοιπα, τα οποία αναγνωρίστηκαν ως ακριβή από τους τελευταίους.

Εν συνεχεία εκδόθηκαν σε βάρος των πιστούχων και των εκασταχού εγγυητών (συμπεριλαμβανομένης της ενάγουσας-εφεσίβλητης) οι με αριθμούς 27596/2011 και 100047/2011 διαταγές πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης για τα ποσά των 544.077,06 και 254.981,77 ευρώ, αντίστοιχα. Κατά των διαταγών πληρωμής, ανακοπές άσκησε μόνον η ενάγουσα-εφεσίβλητη, οι οποίες εκκρεμούν εισέτι (η εκδίκασή τους αναβλήθηκε μέχρι την τελεσίδικη απόφανση-επίλυση της επίμαχης διαφοράς).

Ως προς το νευραλγικό ζήτημα, που συνιστά και το θεμέλιο της κύριας βάσης της αγωγής, ήτοι ότι η ενάγουσα-εφεσίβλητη κατά την υπογραφή των ανωτέρω συμβάσεων εγγύησης, υπολάμβανε εσφαλμένα ότι παρείχε εγγύηση προς την τράπεζα για την εξασφάλισή της ως προς την εκπλήρωση των μελλουσών υποχρεώσεων του υιού της από το "πολυδάνειο", το οποίο επρόκειτο άμεσα ο τελευταίος να λάβει, και όχι ότι εγγυήθηκε την εμπρόθεσμη εξόφληση κάθε χρεωστικού υπολοίπου που θα ανέκυπτε από τις προϋφιστάμενες δύο συμβάσεις πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό του υιού της και της νύφης της, έχοντας υπόψη τις προεκτεθείσες αιτιολογίες και σταθμίζοντας τα προεκτεθέντα, επισημαίνονται τα ακόλουθα:

Καταρχάς αδιαμφισβήτητα προέκυψε η σταθερή θέληση της ενάγουσας-εφεσίβλητης μητέρας να παράσχει κάθε συνδρομή στον υιό της και τη νύφη της για την απεμπλοκή τους από τα χρέη προς την τράπεζα και τη συνέχιση της επιχειρηματικής τους δραστηριότητας. Επίνευσε οικιοθελώς αρχικά στην εικονική μεταβίβαση των ακινήτων της προς τον υιό της και μεταγενέστερα στην παροχή εγγύησης και την εγγραφή προσημείωσης υποθήκης σ' αυτά (τα ακίνητά της).

Και ναι μεν η υπογραφή των εγγυητικών συμβάσεων, που ενδιαφέρει εν προκειμένω, έλαβε χώρα εντός ολίγων λεπτών μετά την άφιξη της στο υποκατάστημα της τράπεζας, χωρίς να διαμεσολαβήσει καμία συζήτηση για το περιεχόμενό τους (ειδικότερη ενημέρωσή της από τον ως άνω διευθυντή) και χωρίς η τελευταία να προβεί σε ανάγνωση των σχετικών εγγράφων, πλην όμως η διευθέτηση της εκκρεμότητας (των οφειλών - χρεών), κατά τον επιχειρούμενο τρόπο, ήταν απότοκος των σχοινοτενών διαπραγματεύσεων και συζητήσεων του υιού της με την τράπεζα.

Κατά λογική αναγκαιότητα ο τελευταίος (ο υιός μάρτυρας ανταπόδειξης υπέρ του οποίου χορήγησε η ενάγουσα τις εγγυήσεις) για να εκμαιεύσει την επίνευση της μητέρας του είτε της εξήγησε ενδελεχώς το περιεχόμενο και τις επιπτώσεις των χορηγούμενων εκ μέρους της εγγυήσεων, δηλαδή ότι αφορούσαν την τακτοποίηση της εκκρεμότητας του από τις προγενέστερες δανειακές συμβάσεις -προϋπόθεση για τη συνέχιση της χρηματοδότησης και της επιχειρηματικής δραστηριότητάς του-, εμπιστευόμενη δε τον υιό της, θεώρησε την ενδελεχή ενημέρωσή της για το περιεχόμενο των εγγυήσεων, εκ μέρους περιττή και υπέγραψε, ό,τι της υπέδειξε ο υιός της.

Ο εν λόγω κύριος αγωγικός ισχυρισμός της, με έρεισμα τις ελλιπείς πληροφορίες που η ίδια είχε, κατά τους ισχυρισμούς της, ήτοι ότι δεν γνώριζε πως για τη λήψη του πολυδανείου, θα έπρεπε προηγουμένως να χορηγήσει εγγύηση για τις προγενέστερες συμβάσεις των αλληλοχρέων λογαριασμών, θα ευσταθούσε μόνον υπό την προϋπόθεση ότι ούτε ο υιός της γνώριζε το ακριβές περιεχόμενο των χορηγηθησόμενων εγγυητικών συμβάσεων και εντεύθεν δεν την ενημέρωσε προσηκόντως.

Πλην όμως, τέτοιος ισχυρισμός ούτε προτάθηκε στο δικαστήριο ούτε επιβεβαιώθηκε από κάποιο αποδεικτικό μέσο. Τουναντίον προέκυψε, όπως προεκτίθεται, ότι η προκριθείσα λύση του πολυδανείου με τις εγγυήσεις για τα "ανοίγματα" ήταν αποτέλεσμα σχοινοτενών διαπραγματεύσεων και συζητήσεων των δύο πλευρών.

Προσέτι, η "αγράμματη" ενάγουσα- εφεσίβλητη, μόνιμη κάτοικος ... ...ς, ως πωλήτρια λαϊκών αγορών, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, δεν ήταν εντελώς άπειρη στις συναλλαγές και είχε τουλάχιστον την εμπειρία του μέσου, συνετού ατόμου. Άλλωστε, ουδεμία αιτιολογία ή έστω δικαιολογία επικαλείται αυτή (η ενάγουσα) για το λόγο που θα επίνευε στην παροχή εγγύησης προς την τράπεζα υπέρ του υιού της, μόνον εφόσον η εγγύηση θα αφορούσε σε νέα σύμβαση πολυδανείου, και όχι για την διευθέτηση των υφιστάμενων ήδη χρεών του από τις παλαιές συμβάσεις, ενόψει μάλιστα, του ότι με την χορήγηση της εγγύησης θα καλυπτόταν το "άνοιγμα" και μόνον έτσι θα μπορούσαν οι παλαιές συμβάσεις να συνεχίσουν να λειτουργούν (να μην καταγγελθούν εκ μέρους της τράπεζας και να αποφευχθούν όλες οι δυσμενείς επιπτώσεις στις επιχειρήσεις των πιστούχων).

Ούτε ο ισχυρισμός της, ότι η σύμβαση για το πολυδάνειο θα οδηγούσε σε νέα αυτοτελή χρηματοδότηση του υιού και της νύφης της, ήτοι στην εκταμίευση νέων κεφαλαίων προς τους πιστούχους και όχι "αναχρηματοδότηση" διευθέτηση των παλαιών οφειλών, ευσταθεί. Τούτο επειδή, με δεδομένη ήδη την αφερεγγυότητα των πιστούχων, η χρηματοδότηση αφερέγγυων δανειοληπτών προσκρούει στους χρηματοδοτικούς κανόνες όλων των τραπεζών.

Έχοντας υπόψη ότι η πλάνη είναι ουσιώδης και δικαιολογεί την ακύρωση της δικαιοπραξίας, μόνον όταν τα περιστατικά, που έλαβαν κυρίως υπόψη τα μέρη για τη σύναψη της σύμβασης, δεν συνέτρεχαν εξ αρχής ή στη συνέχεια ανατράπηκαν, εν προκειμένω οι ως άνω προϋποθέσεις ουδόλως επιβεβαιώθηκαν, καθόσον τα παλαιά χρέη του υιού και της νύφης της ενάγουσας εγγυήτριας, που ήταν το έρεισμα για την παροχή της εγγύησης εκ μέρους της, ήταν γνωστά στους πιστούχους και κατά λογική αναγκαιότητα και σ' αυτήν.

Άλλωστε, η επικαλούμενη πλάνη της, με δεδομένη την απόφασή της να παράσχει οικονομική συνδρομή στον υιό της και τη νύφη της, και αληθής υποτεθείσα, δεν αναφέρεται σε σημείο τόσο σπουδαίο για την όλη δικαιοπραξία της εγγύησης ώστε να δικαιολογεί την ακύρωσή της (της επίμαχης δικαιοπραξίας της εγγύησης).

Τούτο επειδή ούτως ή άλλως και υπό την εκδοχή ότι γνώριζε την πραγματική κατάσταση, ήτοι ότι η εγγύηση θα αφορούσε στην διευθέτηση των υφιστάμενων ήδη χρεών από τις παλαιές συμβάσεις, και όχι στη νέα σύμβαση πολυδανείου, και πάλι θα προέβαινε στην παροχή της. Ο ισχυρισμός της ότι, ως άπειρη περί τις συναλλαγές και αγράμματη, δεν μπορούσε μεν να αντιληφθεί τις επιπτώσεις της χορηγηθείσης εγγύησης για τα παλιά χρέη, πλην όμως ότι τις κατανοούσε (τις επιπτώσεις) για τη νέα σύμβαση πολυδανείου, είναι προδήλως αντιφατικός.

Ενόψει της ταυτόσημης νοηματικής δυσκολίας και στις δύο εκδοχές παροχής της εγγύησης, είτε τις κατανοούσε είτε δεν τις κατανοούσε αμφότερες. Συμπερασματικά ήθελε να παράσχει την επίμαχη εγγύηση και την παρέσχε οικειοθελώς.

Συνεπώς, δεν συνέτρεξε ουσιώδης, κατά τη διάταξη του άρθρ. 141 του ΑΚ, πλάνη της και η αγωγή κατά την κύρια βάση της έπρεπε ν' απορριφθεί. Περαιτέρω, ούτε και η επικουρική θεμελίωση της αγωγής, που δεν ερευνήθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο

(ως αλυσιτελής ενόψει της ουσιαστικής παραδοχής της κύριας βάσης), ήτοι ότι η πλάνη της ήταν αποτέλεσμα απάτης εκ μέρους?των οργάνων της τράπεζας, επιβεβαιώθηκε. Από τα προμνησθένια αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι όσο ο Διευθυντής του Καταστήματος ..., με το οποίο συναλλάσσονταν οι πιστούχοι (Δ. Γ.-μάρτυρας ανταπόδειξης) όσο και οι λοιποί υπάλληλοι, ενεργούσαν στα πλαίσια αποφάσεων που λαμβάνονταν σε κεντρικό επίπεδο από τα αρμόδια όργανα της τράπεζας (Κέντρα Πιστοδοτήσεων), τα οποία είχαν την αρμοδιότητα να παρακολουθούν και να ελέγχουν την πορεία της χρηματοδότησης. Επισημαίνεται ότι με τις εισαγγελικές διατάξεις με αριθμούς 129/2011 του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης και με αριθμό 6/2014 του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης, απορρίφθηκε τελεσίδικα η από 23.10.2009 έγκληση της ενάγουσας κατά των υπαλλήλων του καταστήματος της εκκαλούσας Δ. Γ. και Μ. Κ., με την οποία τους προσήψε την κατηγορία ότι την εξαπάτησαν. Ο εν λόγω ισχυρισμός της ότι παραπλανήθηκε από το διευθυντή και τους υπαλλήλους της τράπεζας (καίτοι δεν δικαιολογεί το κίνητρο μίας τέτοιας ενέργειας από τα υπηρεσιακά όργανα) δεν κρίνεται πειστικός και πρέπει να απορριφθεί.

Συνεπώς δεν συνέτρεξε ούτε, κατά τη διάταξη τον άρθρ. 147 του ΑΚ, πλάνη της...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει αντιθέτως και, στη συνέχεια, δικάζοντας επί της αγωγής της αναιρεσείουσας, απέρριψε αυτήν ως ουσιαστικά αβάσιμη και ως προς τις δύο βάσεις της (κύρια και επικουρική).

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 140, 141, 143 και 147 του ΑΚ αφού τα ανωτέρω, ανελέγκτως γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά δεν πληρούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων αυτών, όπως η έννοιά τους αναλύθηκε στη νομική σκέψη που προεκτέθηκε ούτε και στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, εξαιτίας έλλειψης αιτιολογίας ή ελαττώματος σ' αυτήν, αφού εξέθεσε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, το από τις αποδείξεις πόρισμα στο οποίο κατέληξε και τα πραγματικά γεγονότα που εκείνο δέχθηκε και τα οποία ήταν επαρκή για την μη εφαρμογή των προαναφερόμενων διατάξεων, σε σχέση με τα ουσιώδη ζητήματα:

α) της μη συνδρομής ουσιώδους πλάνης στο πρόσωπο της αναιρεσείουσας-εγγυήτριας κατά τη συνομολόγηση των επίμαχων συμβάσεων εγγύησης και β) της μη συνδρομής πλάνης στο πρόσωπο της ίδιας, κατά την κατάρτιση των εν λόγω συμβάσεων, από απάτη των οργάνων της αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρίας. Ειδικότερα, δικαιολογούσαν την απόρριψη της ένδικης αγωγής, κατ' ορθή ερμηνεία και μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, τα δεκτά γενόμενα από το Εφετείο πραγματικά περιστατικά και συγκεκριμένα οι παραδοχές ότι:

α) ο υιός της αναιρεσείουσας, Α. Π., πριν την κατάρτιση των συμβάσεων εγγύησης, εξήγησε ενδελεχώς σ' αυτήν το περιεχόμενο και τις επιπτώσεις των χορηγούμενων εκ μέρους της εγγυήσεων, δηλαδή ότι αφορούσαν την τακτοποίηση της εκκρεμότητάς του από τις προγενέστερες συμβάσεις πίστωσης με την αναιρεσίβλητη, β) ότι η αναιρεσείουσα ήθελε να υπογράψει τις επίμαχες συμβάσεις εγγύησης και προέβη στην υπογραφή τους με σκοπό να παράσχει κάθε συνδρομή στον υιό της και στη νύφη της για την απεμπλοκή τους από τα υφιστάμενα (από τις προγενέστερες συμβάσεις πίστωσης) χρέη τους προς την αναιρεσίβλητη, που ήταν γνωστά στην ίδια και γ) ότι δεν συνέτρεξε στο πρόσωπο της αναιρεσείουσας ουσιώδης πλάνη, αλλά ούτε και πλάνη αυτής ως αποτέλεσμα απάτης εκ μέρους των οργάνων της αναιρεσίβλητης (διευθυντή και υπαλλήλων του υποκαταστήματός της στην Π.

Θ.), πέραν δε των ανωτέρω δεν ήταν αναγκαίο να περιλάβει άλλες αιτιολογίες προς αποσαφήνιση των όσων δέχθηκε. Εξάλλου, η παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι ο υιός της αναιρεσείουσας, υπέρ του οποίου αυτή εγγυήθηκε, "για να εκμαιεύσει την επίνευση της μητέρας του είτε της εξήγησε ενδελεχώς το περιεχόμενο και τις επιπτώσεις των χορηγούμενων εκ μέρους της εγγυήσεων, δηλαδή ότι αφορούσαν την τακτοποίηση της εκκρεμότητας του από τις προγενέστερες δανειακές συμβάσεις -προϋπόθεση για τη συνέχιση της χρηματοδότησης και της επιχειρηματικής δραστηριότητάς του-, εμπιστευόμενη δε τον υιό της, θεώρησε την ενδελεχή ενημέρωσή της για το περιεχόμενο των εγγυήσεων, εκ μέρους (των οργάνων της αναιρεσίβλητης) περιττή και υπέγραψε, ό,τι της υπέδειξε ο υιός της", δεν δημιουργεί οιαδήποτε ασάφεια (όπως η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται, επικαλούμενη ότι δεν αναφέρεται το δεύτερο στοιχείο της διαζευκτικής αυτής πρότασης), γιατί είναι προφανής η εκ παραδρομής θέση της λέξης "είτε" στην ανωτέρω πρόταση, αφού είναι σαφές ότι η πρόταση αυτή, αφαιρουμένης της εν λόγω λέξης, έχει πλήρες και σαφές νόημα ως "απλή πρόταση", ενώ δεν θα είχε τέτοιο πλήρες νόημα, εάν πράγματι συνιστούσε "διαζευκτική πρόταση".

Επομένως οι από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ πρώτος, δεύτερος, τρίτος, τέταρτος (κατά το πρώτο σκέλος του) και έκτος λόγοι της αίτησης αναίρεσης (που αναφέρονται σ' αυτήν με τα στοιχεία Β1, Β2, Β3, Β4 και Δ), με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι, πέραν του απαραδέκτου αυτών, καθόσον υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στο ανωτέρω άρθρο, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1137/2019, ΑΠ 185/2019).

Επίσης, οι ίδιοι λόγοι, κατά το μέρος που με αυτούς η αναιρεσείουσα προβάλλει αιτιάσεις για την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και για τη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το ανωτέρω αποδεικτικό του πόρισμα, είναι απαράδεκτοι, γιατί, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην αμέσως προηγουμένη νομική σκέψη, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, δεν συνιστούν αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα.

ΙΙΙ. Διδάγματα της κοινής πείρας, είναι γενικές αρχές που επαγωγικά συνάγονται από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, της συμμετοχής στις συναλλαγές και από τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει πλέον κοινό κτήμα. Κατά την έννοια αυτή, χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο της ουσίας για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή για την εκτίμηση της αξίας και των αποδεικτικών μέσων, που με επίκληση νόμιμα προσκομίστηκαν.

Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 εδ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μόνον, όμως, αν αφορά την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών γεγονότων της υπόθεσης, ενώ, αντίθετα, ανέλεγκτη αναιρετικά είναι η παράβαση των διδαγμάτων αυτών κατά την ερμηνεία των δικαιοπραξιών ή την εκτίμηση των αποδείξεων και τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Για να είναι δε ορισμένος ο σχετικός, περί παραβίασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας, λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται ποια συγκεκριμένα διδάγματα παραβιάστηκαν, ο κανόνας δικαίου, στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν, ενώ έπρεπε ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και σε τι συνίσταται η παραβίαση (ΑΠ 461/2021, ΑΠ 1247/2019, ΑΠ 752/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τους τέταρτο (κατά το δεύτερο σκέλος του) και πέμπτο (ομοίως κατά το δεύτερο σκέλος του) λόγους της αίτησης αναίρεσης (που αναφέρονται σ' αυτήν με τα στοιχεία Β4 και Γ2) προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ αιτίαση, ότι το Εφετείο παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας με το να δεχθεί:

α) ότι, με δεδομένη ήδη την αφερεγγυότητα των πιστούχων (υιού και νύφης της αναιρεσείουσας), δεν μπορούσε να γίνει νέα αυτοτελής χρηματοδότηση αυτών από την αναιρεσίβλητη, γιατί τέτοια νέα χρηματοδότηση αφερέγγυων δανειοληπτών προσκρούει στους χρηματοδοτικούς κανόνες όλων των τραπεζών και β) ότι η αναιρεσείουσα "ως πωλήτρια λαϊκών αγορών, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, δεν ήταν εντελώς άπειρη στις συναλλαγές και είχε τουλάχιστον την εμπειρία του μέσου, συνετού ατόμου".

Όμως, οι ανωτέρω λόγοι αναίρεσης, ανεξαρτήτως της αοριστίας τους, αφού δεν αναφέρονται ποια συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάστηκαν ούτε και οι κανόνες δικαίου, στην εξειδίκευση του οποίων δεν χρησιμοποιήθηκαν, είναι απαράδεκτοι, καθόσον, υπό την επίκληση της παραβίασης ουσιαστικού δικαίου διατάξεων (που ούτε και αυτές προσδιορίζονται) και των διδαγμάτων της κοινής πείρας, πλήττεται με αυτούς, στην πραγματικότητα, η εκτίμηση από το Εφετείο των συνιστώντων την ουσία της υπόθεσης πραγματικών περιστατικών, η οποία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου και, ως εκ τούτου, η επικαλούμενη παραβίαση δεν έχει σχέση με ερμηνεία κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς.

IV. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 2/2022, ΟλΑΠ 22/2005, ΑΠ 50/2020).

Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο ανωτέρω λόγος αυτός, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991, ΑΠ 531/2022, ΑΠ 1293/2017), γεγονός που συντρέχει, στην τελευταία περίπτωση, και όταν το δικαστήριο δέχθηκε ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα από εκείνα που συγκροτούν τον ισχυρισμό, οπότε τον αντιμετωπίζει και τον απορρίπτει εκ των πραγμάτων κατ' ουσία.

Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον πέμπτο λόγο (κατά το πρώτο σκέλος του) της αίτησης αναίρεσης (που αναφέρεται σ' αυτήν με το στοιχείο Γ1), προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ, πλημμέλεια, ισχυριζόμενη ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν από αυτήν και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη τον αγωγικό ισχυρισμό της ότι τόσο η ίδια, όσο και ο υιός της, πίστευαν ότι η εκ μέρους αυτής παροχή εγγυήσεων αφορούσε νέο δάνειο προς τον τελευταίο και όχι τα χρέη αυτού και της συζύγου του από τις υφιστάμενες συμβάσεις πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό.

Ο λόγος, όμως, αυτός, κατά τα εκτιθέμενα στην αμέσως προηγούμενη νομική σκέψη, είναι αβάσιμος, γιατί ο ανωτέρω ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ελήφθη υπόψη από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο και απορρίφθηκε, με την προσβαλλομένη απόφαση, τόσο ρητώς, όσο και εκ των πραγμάτων, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που η αναιρεσείουσα επικαλείται για τη συγκρότηση αυτού, ήτοι με την παραδοχή ότι τόσο η ίδια, όσο και ο υιός της γνώριζαν το ακριβές περιεχόμενο των συμβάσεων εγγύησης που υπεγράφησαν από αυτήν, δηλαδή ότι αφορούσαν την τακτοποίηση των χρεών του τελευταίου και της συζύγου του από τις προγενέστερες συμβάσεις πίστωσης.

V. Από τη διάταξη του αριθ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ σε συνδυασμό προς εκείνη του άρθρου 106 του ιδίου Κώδικα, που καθιερώνει το συζητητικό σύστημα στην πολιτική δίκη, δηλαδή της ενέργειας του δικαστηρίου κατόπιν πρωτοβουλίας των διαδίκων, προκύπτει ότι ο από την ανωτέρω διάταξη σχετικός λόγος ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, όπως είναι, μεταξύ άλλων, οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης ή ανταπόδειξης ή τα έγγραφα, τα οποία ο αναιρεσείων είχε επικαλεσθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο προς απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμών που είχαν προταθεί νομίμως και ασκούσαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ανεξαρτήτως εάν αυτά τα είχε προσκομίσει ο ίδιος ή ο αντίδικός του (ΑΠ 1040/2023, ΑΠ 161/2017).

Εξάλλου, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς στην απόφαση να γίνεται μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, εκτός εάν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της απόφασης και ιδίως από τις αιτιολογίες καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων αποδεικτικών μέσων, οπότε είναι ουσιαστικά βάσιμος ο λόγος αναίρεσης (ΑΠ 34/2021, ΑΠ 50/2020).

Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον τέταρτο λόγο (κατά το τρίτο σκέλος του) της αίτησης αναίρεσης (που αναφέρεται σ' αυτήν με το στοιχείο Β4), αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ (και όχι 559 αριθ. 19 όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο), πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο.

Ο λόγος, όμως, αυτός, κατά τα εκτιθέμενα στην αμέσως προηγούμενη νομική σκέψη, είναι αβάσιμος, γιατί από τη ρητή βεβαίωση του Εφετείου, που περιέχεται στην απόφασή του, ότι ελήφθησαν υπόψη, μεταξύ άλλων, "οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά", δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και το ως άνω, φερόμενο ως αγνοηθέν, αποδεικτικό μέσο.

VI. Κατ' ακολουθίαν τούτων, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί. Διάταξη για την τύχη του προβλεπόμενου κατά νόμο παραβόλου για την παραδεκτή άσκηση της αναίρεσης, δεν περιλαμβάνεται στην παρούσα απόφαση, γιατί δεν καταβλήθηκε τέτοιο, εξαιτίας του ότι η αναιρεσείουσα έτυχε του ευεργετήματος της παροχής νομικής βοήθειας μόνο ως προς την άσκηση της αναίρεσης κατ' άρθρο 9 παρ. 2 του Ν. 3226/2004 (βλ.

ΑΠ 1401/2022). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατόπιν σχετικού αιτήματός της, να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8.12.2017 αίτηση της Β. Π. για αναίρεση της υπ' αριθ. 1497/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσείουσας τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Ιουλίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Οκτωβρίου 2023.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ