Legislator Case Law & Legislation
1601/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling lower court properly considered all evidence.

Case Number 1601/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Thessaloniki Court of Appeal's judgment. The appellant argued the lower court ignored specific documents proving suspicious transactions and employee liability, but the court found the appellate court had duly considered all submitted evidence. Consequently, the appeal was rejected as unfounded, and the appellant was ordered to pay the opposing party's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Art. 830, 806, 827, 416, 417, 559, 176, 183, 191, 495, 242 of the Civil Code and the Code of Civil Procedure; An appeal must be dismissed if the appellate court has properly evaluated all evidence, including documents alleged to have been overlooked, without being required to make separate findings on each item.

Keywords

AI generated
appeal dismissal evidence evaluation documentary evidence procedural error legal costs suspicious transactions employee liability

Cited Legislation

AI generated
Art. 830 of the Civil Code
Art. 806 of the Civil Code
Art. 827 of the Civil Code
Art. 416 of the Civil Code
Art. 417 of the Civil Code
Art. 559 of the Code of Civil Procedure
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure
Art. 191 of the Code of Civil Procedure
Art. 495 of the Code of Civil Procedure
Art. 242 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1601 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1601/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Γεώργιο Αυγέρη και Μαρί Δεργαζαριάν - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "FROST - ITREFRIGERATIONAE", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ελευθέριο Σκαλίδη. Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "...", η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Τσιαλίκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την με ημερομηνία κατάθεσης 25-7-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 194/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 554/2020 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25-6-2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρ. 830 ΑΚ, η κατάθεση χρημάτων ή άλλων αντικαταστατών πραγμάτων, λογίζεται, σε περίπτωση αμφιβολίας, ως δάνειο, αν ο θεματοφύλακας έχει την εξουσία να τα χρησιμοποιεί, σχετικά όμως με τον χρόνο και τον τόπο της απόδοσης ισχύουν, σε περίπτωση αμφιβολίας, οι διατάξεις για την παρακαταθήκη, η οποία στην περίπτωση αυτή χαρακτηρίζεται ως ανώμαλη παρακαταθήκη.

Έτσι και η κατάθεση χρημάτων σε τράπεζα, που κύριο σκοπό έχει την ασφαλή φύλαξη των χρημάτων του καταθέτη, προς την οποία δεν είναι αντίθετη η συνομολόγηση του συνηθισμένου για τις τραπεζικές εργασίες τόκου, φέρει τον χαρακτήρα ανώμαλης παρακαταθήκης, αφού η τράπεζα έχει την εξουσία χρησιμοποίησης των χρημάτων του καταθέτη και συνεπώς κατά το άρθρο 830 ΑΚ έχουν σ` αυτή εφαρμογή οι διατάξεις τόσο του άρθρ. 806 ΑΚ, με βάση το οποίο η τράπεζα αποκτά την κυριότητα των κατατιθεμένων σ` αυτή χρημάτων, όσο και του άρθρ. 827 του ίδιου Κώδικα, σύμφωνα με το οποίο ο θεματοφύλακας, αν ο παρακαταθέτης απαιτεί το πράγμα, οφείλει να το αποδώσει και αν ακόμη δεν έχει περάσει η προθεσμία που ορίσθηκε για τη φύλαξή του.

Εξάλλου, ναι μεν κατά τις διατάξεις των άρθρων 416 και 417 ΑΚ, η ενοχή αποσβήνεται με καταβολή που έγινε μόνον προς τον δανειστή ή σε όποιον ο δανειστής ή το δικαστήριο ή ο νόμος επέτρεψε να δεχτεί την καταβολή, οπότε η καταβολή σε άλλο πρόσωπο δεν απαλλάσσει τον οφειλέτη, εκτός αν ο δανειστής την εγκρίνει ή ωφελείται από αυτήν, όμως κατά τη διάταξη του άρθρ. 3 του ν.

δ/τος της 17.7/13.8.1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών", η οποία ως ειδική υπερισχύει και των διατάξεων των άρθρων 888 και 889 ΑΚ, "Η εκδότρια ονομαστικής ομολογίας ή άλλης αποδείξεως καταθέσεως χρημάτων εταιρεία, η πληρώσασα αυτήν εξοφλημένην διά της επ` αυτής υπογραφής του δικαιούχου, απαλλάσσεται, και αν η υπογραφή ήτο πλαστή, πλην αν η εκδότρια κατά την πληρωμήν ετέλει εν δόλω ή εν βαρεία αμελεία".

Τέτοια "απόδειξη καταθέσεως χρημάτων" είναι και το βιβλιάριο ταμιευτηρίου, που εκδίδει και παραδίδει στον καταθέτη η τραπεζική ανώνυμη εταιρεία, στο οποίο καταχωρούνται τόσο η αρχική όσο και οι επόμενες καταθέσεις ή αναλήψεις χρημάτων με βάση τα σχετικά γραμμάτια κατάθεσης και ανάληψης, που ο καταθέτης ή εξουσιοδοτημένο απ` αυτόν πρόσωπο υπογράφει και τα οποία διατηρούνται στο αρχείο της τράπεζας και στη μνήμη του ηλεκτρονικού υπολογιστή της.

Το βιβλιάριο αυτό, έστω και αν δεν φέρει υπογραφή του αρμόδιου υπαλλήλου της Τράπεζας ή δεν έχει ενημερωθεί αναφορικά με καταθέσεις ή αναλήψεις χρημάτων που έγιναν χωρίς αυτό να έχει προσκομιστεί κατά τη σχετική τραπεζική συναλλαγή, - θα ενημερωθεί όμως από τα στοιχεία του ηλεκτρονικού υπολογιστή αμέσως μόλις προσκομιστεί-, εξομοιώνεται κατά τη διάταξη του άρθρ. 444 αριθ. 3 ΚΠολΔ με ιδιωτικό έγγραφο και αποτελεί κατά τη διάταξη του άρθρ. 448 παρ. 2 του ίδιου κώδικα πλήρη απόδειξη, με δυνατότητα πάντως ανταπόδειξης, για όσα γεγονότα και πράγματα αναγράφονται σ` αυτό, είτε με χειρόγραφη είτε μηχανική καταχώριση.

Επομένως, κάθε φορά που η Τράπεζα εξοφλεί ολικά ή μερικά απαίτηση του καταθέτη, που προκύπτει από το παραπάνω βιβλιάριο και σημειώνει σ` αυτό με μηχανική καταχώρηση τη σχετική ανάληψη (εξόφληση), έχει εφαρμογή η προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 3 του ν.δ/τος 17.7/13.8.1923, από την οποία προκύπτει ότι απαραίτητο κατά νόμο στοιχείο για την υποχρέωση της Τράπεζας να αποδώσει στον καταθέτη το ποσό της κατάθεσής του, το οποίο κατέβαλε προηγουμένως σε τρίτο που πλαστογράφησε την υπογραφή του καταθέτη, είναι ο δόλος ή βαριά αμέλεια των οργάνων της.

Στην περίπτωση, δηλαδή, αυτή, διατηρείται άθικτη η εναντίον της Τράπεζας ενοχική αξίωση του καταθέτη από τη μεταξύ τους σύμβαση ανώμαλης παρακαταθήκης, ενώ διαφορετικό είναι το ζήτημα, ότι η Τράπεζα, η οποία ως κυρία των χρημάτων, που είχαν κατατεθεί σ` αυτή και ζημιώθηκε από την απώλειά τους συνεπεία της αδικοπρακτικής σε βάρος της συμπεριφοράς του τρίτου, έχει κατ` αυτού ισόποση αξίωση αποζημίωσης.

Συνακόλουθα, η άρνηση της Τράπεζας να αποδώσει στον καταθέτη το χρηματικό ποσό της κατάθεσής του συνιστά πάντοτε αθέτηση σύμβασης από μέρους της Τράπεζας και όχι αδικοπραξία, δηλαδή ακόμη και αν το ποσό αυτό αφαιρέθηκε από τρίτο με αξιόποινη πράξη, αφού η αδικοπραξία στην περίπτωση αυτή γίνεται σε βάρος της Τράπεζας από τον τρίτο και όχι από την Τράπεζα σε βάρος του καταθέτη.

Η ευθύνη της Τράπεζας για δόλο ή βαριά αμέλεια των υπαλλήλων της δεν μπορεί να αποκλεισθεί με συμφωνία της με τον καταθέτη και αυτή ευθύνεται για το πταίσμα των υπαλλήλων της, αφού και κατά το άρθρ. 332 παρ. 1 ΑΚ, στο οποίο παραπέμπει το άρθρ. 334 του ίδιου Κώδικα, είναι άκυρη κάθε εκ των προτέρων συμφωνία με την οποία αποκλείεται ή περιορίζεται η ευθύνη από δόλο ή βαριά αμέλεια.

Βαριά αμέλεια από την πλευρά της τράπεζας κατά την απόδοση κατάθεσης σε μη δικαιούχο υπάρχει και όταν οι προστηθέντες υπάλληλοι της, που συνέταξαν το ένταλμα πληρωμής του αναληφθέντος ποσού, δεν προέβησαν στην επιβαλλόμενη από τις περιστάσεις και τα μέσα που διέθεταν διαπίστωση της έλλειψης ταυτοπροσωπίας μεταξύ εκείνου που έκανε την ανάληψη και του δικαιούχου του λογαριασμού ή, αναλόγως, της έλλειψης έγκυρης πληρεξουσιότητας του τελευταίου, ιδιαίτερα όταν η τελευταία στηρίζεται σε έγγραφη εξουσιοδότηση του πελάτη, η οποία δεν προσκομίστηκε από τον πελάτη αυτοπροσώπως στην Τράπεζα και δεν φέρει θεώρηση του γνησίου της υπογραφής του και βέβαιη χρονολογία από αρμόδια αρχή, επιδεικνύοντας αδιαφορία για τη διαφύλαξη των συμφερόντων του πελάτη.

Αντιθέτως, δεν υπάρχει βαριά αμέλεια του προστηθέντος υπαλλήλου, όταν αυτός δεν επέδειξε κατά τον σχετικό έλεγχο εξιδιασμένη επιμέλεια (AΠ 908/2021, ΑΠ 1432/2019, ΑΠ 2118//2014). Επίσης, από το συνδυασμό των περί επιταγής διατάξεων του Ν. 5960/1933 και ιδίως των άρθρων 1, 3 και 35 αυτού, καθώς και του άρθρου 361 ΑΚ, προκύπτει ότι η σύμβαση της επιταγής καταρτίζεται μεταξύ τραπεζίτου και πελάτου αυτού, ρητώς ή σιωπηρώς με την παράδοση από τον πρώτο στον δεύτερο βιβλιαρίου (μπλοκ) επιταγών, σύμφωνα δε με αυτήν ο μεν πελάτης (εκδότης επιταγής) έχει το δικαίωμα διαθέσεως των προς τούτο διαθέσιμων κεφαλαίων του στην Τράπεζα, η δε τελευταία υποχρεούται να πληρώσει την επιταγή, σύμφωνα με τους όρους της συμβάσεως και τις τραπεζικές συνήθειες.

Η έννομη αυτή σχέση δημιουργείται είτε αυτοτελώς, οπότε διέπεται από τις περί εντολής διατάξεις, είτε παρεπομένως άλλης συμφωνίας, όπως είναι η ανώμαλη παρακαταθήκη με την τραπεζική κατάθεση χρημάτων, όταν, ιδίως, συνοδεύεται με τον όρο ότι ο συγκεκριμένος λογαριασμός θα εξυπηρετεί τις επιταγές που εκδίδει ο καταθέτης, οπότε στην περίπτωση αυτή η συνδέουσα τα ως άνω πρόσωπα σχέση διέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 822-831 του ΑΚ (ΑΠ 1439/2019).

Ενόψει της διοικητικής αυτοτέλειας που έχουν τα υποκαταστήματα των τραπεζών, η εμφάνιση της επιταγής πρέπει να γίνεται στον τόπο που βρίσκεται το υποκατάστημα στο οποίο εκδόθηκε η επιταγή. Με τη χρησιμοποίηση, όμως, των ηλεκτρονικών υπολογιστών από τις τράπεζες και τη μέσω του διαδικτύου διασύνδεση των τραπεζικών υποκαταστημάτων γίνεται δεκτό ότι η εμφάνιση της επιταγής μπορεί να γίνεται σε οποιοδήποτε υποκατάστημα της πληρώτριας τράπεζας, ενώ με τη διάταξη του άρθρου 88 παρ. 1 του ν. 1969/1991 "Εταιρίες επενδύσεων χαρτοφυλακίου κ.λ.π" ρητώς ορίστηκε, ότι η εμφάνιση προς πληρωμή και η βεβαίωση της μη πληρωμής της επιταγής μπορεί να γίνει και σε κατάστημα της πληρώτριας Τράπεζας διαφορετικό από εκείνο στο οποίο τηρείται ο λογαριασμός επί του οποίου σύρεται η επιταγή, ακόμη δε και σε οποιοδήποτε υποκατάστημα οποιασδήποτε Τράπεζας μετά από εξουσιοδότηση της πληρώτριας.

Η εφαρμογή της διατάξεως αυτής άρχισε από 20-2-1992, σύμφωνα με την 6617/Β 104/11- 24 Φεβρουαρίου 1992 (ΦΕΚ Β 100) κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Εμπορίου, που εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση της παρ. 2 του ως άνω άρθρου 88 ν. 1969/1991 (AP 1131/2020, ΑΠ 513/2014, ΑΠ 911/2012). Όμως, η προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 3 του ν.δ.

της 17/7-23/8/1923, οριοθετούσα την ευθύνη της εταιρείας που πλήρωσε μόνο στην περίπτωση δόλου ή βαρείας αμελείας των οργάνων της, εφαρμόζεται μόνο στην περίπτωση της εκδόσεως ονομαστικής ομολογίας ή άλλης αποδείξεως καταθέσεως χρημάτων, όπως είναι το εκδιδόμενο από την Τράπεζα βιβλιάριο καταθέσεως Ταμιευτηρίου, όχι όμως και στην περίπτωση που η πληρώτρια, βάσει συμβάσεως επιταγής, Τράπεζα εξοφλεί πλαστογραφημένη επιταγή στον φερόμενο κομιστή και χρεώνει με το αντίστοιχο ποσό τον λογαριασμό του πελάτου της, που φέρεται ως εκδότης αυτής.

Στην τελευταία αυτή περίπτωση η Τράπεζα ευθύνεται για κάθε πταίσμα των προστηθέντων από αυτήν υπαλλήλων, ως τούτο ειδικότερα προκύπτει από το άρθρο 3 παρ. 1 εδ. α' του ν. 5960/1933 που ορίζει ότι "η επιταγή εκδίδεται επί τραπεζίτου έχοντος κεφάλαια εις την διάθεσιν του εκδότου επί τη βάσει συμφωνίας, ρητώς ή σιωπηρώς, καθ` ην ο εκδότης έχει το δικαίωμα διαθέσεως των κεφαλαίων τούτων δι`επιταγής" και από το άρθρο 35 του ίδιου νόμου που ορίζει ότι "ο πληρωτής, ο πληρώνων επιταγήν οπισθογραφήσιμον, υποχρεούται να εξακριβώσει την κανονικότητα της συνεχείας των οπισθογραφήσεων, ουχί όμως και την υπογραφήν των οπισθογράφων".

Από τις τελευταίες αυτές διατάξεις προκύπτει η υποχρέωση της πληρώτριας Τράπεζας να ελέγχει την κανονικότητα της συνέχειας των γενομένων οπισθογραφήσεων, όχι όμως και το υπαρκτό των υπογραφών των οπισθογράφων. Επίσης, βάσει της σύμβασης περί επιταγής, η Τράπεζα υποχρεούται να ελέγχει την υπογραφή του εκδότη με αντιπαραβολή προς το τηρούμενο δείγμα υπογραφής του, ενώ όταν κατονομάζεται ο λήπτης της επιταγής, η Τράπεζα οφείλει να ελέγχει κατά πόσο η ταυτότητα του αιτούντος την πληρωμή κομιστού συμπίπτει με το όνομα του δικαιούχου της επιταγής, με βάση το κείμενο του τίτλου.

Εξ άλλου, ελλείψει ειδικής διατάξεως, σε κάθε άλλη περίπτωση, που εκ πταίσματος των οργάνων της Τράπεζας ζημιούται τρίτος, η ευθύνη της Τράπεζας, ως προστήσασας οριοθετείται από τον ΑΚ, ήτοι ευθύνεται για κάθε πταίσμα (ΑΠ 295/2017, ΑΠ 841/2006). Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του φερομένου ως υποχρέου προς αποζημίωση ή συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος, υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, αφ' ενός ως προς το αν τα πραγματικά περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν αντικειμενικά την έννοια του πταίσματος, αφετέρου ως προς την ορθή υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο δηλαδή τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί αντικειμενικά ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος (ΑΠ 12/2020, ΑΠ 210/2013).

Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, δηλαδή για το ότι το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 548/2020, ΑΠ 403/2015).

Τέλος, με το ν. 3691/2008 (Α' 166) ενσωματώθηκε στην εθνική έννομη τάξη η Οδηγία 2005/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της 26ης Οκτωβρίου 2005, (L 309) "σχετικά με την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας".

Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 2 του ν. 3691/2008 ορίζεται ότι "Αντικείμενο του παρόντος νόμου είναι η πρόληψη και καταστολή των αδικημάτων της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, όπως αυτά τα αδικήματα ορίζονται κατωτέρω, καθώς και η προστασία του χρηματοπιστωτικού συστήματος από τους κινδύνους που ενέχουν", ενώ με τη διάταξη της παραγράφου 2 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι "Νομιμοποίηση εσόδων από τις εγκληματικές δραστηριότητες (ξέπλυμα χρήματος), που προβλέπονται στο άρθρο 3, αποτελούν οι ακόλουθες πράξεις:

α) [...] δ) Η χρησιμοποίηση του χρηματοπιστωτικού τομέα με την τοποθέτηση σε αυτόν ή τη διακίνηση μέσω αυτού εσόδων που προέρχονται από εγκληματικές δραστηριότητες, με σκοπό να προσδοθεί νομιμοφάνεια στα εν λόγω έσοδα.... Περαιτέρω, η διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 5 του ιδίου νόμου ορίζει ότι "Ως υπόχρεα πρόσωπα τα οποία υπόκεινται στις υποχρεώσεις του παρόντος νόμου νοούνται τα εξής φυσικά και νομικά πρόσωπα:

α) Τα πιστωτικά ιδρύματα. β) Οι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί. γ) [...]". Οι κυριότερες δε υποχρεώσεις που θεσπίζονται για τα υπόχρεα πρόσωπα συνίστανται στην εφαρμογή "μέτρων δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη". Ειδικότερα το άρθρο 12 "Περιπτώσεις εφαρμογής δέουσας επιμέλειας" του ν. 3691/2008 ορίζει ότι: "Τα υπόχρεα πρόσωπα εφαρμόζουν τα μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη στις εξής περιπτώσεις:

α) [...] β) όταν διενεργούν περιστασιακές συναλλαγές που ανέρχονται σε ποσό τουλάχιστον δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ, ανεξάρτητα από το αν η συναλλαγή διενεργείται με μία μόνη πράξη ή με περισσότερες, μεταξύ των οποίων φαίνεται να υπάρχει κάποια σχέση, γ) [...]", ενώ στην παράγραφο 1 του άρθρου 13 ορίζεται ότι " Τα μέτρα της συνήθους δέουσας επιμέλειας που εφαρμόζουν τα υπόχρεα πρόσωπα ως προς τον πελάτη περιλαμβάνουν:

α) Την πιστοποίηση και την επαλήθευση της ταυτότητας του πελάτη βάσει εγγράφων, δεδομένων ή πληροφοριών από αξιόπιστες και ανεξάρτητες πηγές. β) Την πιστοποίηση της ταυτότητας του πραγματικού δικαιούχου ή των πραγματικών δικαιούχων της εταιρείας - πελάτη, τη συνεχή επικαιροποίηση των στοιχείων και τη λήψη εύλογων μέτρων, αναλόγως του βαθμού κινδύνου, για επαλήθευση των στοιχείων ταυτότητάς τους ώστε να διασφαλίζεται ότι το υπόχρεο πρόσωπο γνωρίζει τον πραγματικό δικαιούχο ή τους πραγματικούς δικαιούχους.

Επίσης, στο άρθρο 26 του ιδίου ως άνω ν. 3691/2008 ορίζεται, ("Αναφορές ύποπτων συναλλαγών προς την Επιτροπή"), ότι: "1. Τα υπόχρεα πρόσωπα και οι υπάλληλοί τους, στους οποίους περιλαμβάνονται τα διευθυντικά στελέχη, οφείλουν: α) να ενημερώνουν αμελλητί την Επιτροπή, με δική τους πρωτοβουλία, όταν γνωρίζουν ή έχουν σοβαρές ενδείξεις ή υποψίες ότι διαπράττεται, επιχειρείται να διαπραχθεί, έχει διαπραχθεί ή επιχειρήθηκε να διαπραχθεί νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες ή χρηματοδότηση της τρομοκρατίας.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006).

Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΟλΑΠ 2/2019, ΑΠ10/2021, ΑΠ 40/2020, ΑΠ 1075/2019).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η ενάγουσα ανώνυμη εταιρία (αναιρεσείουσα) με την επωνυμία ..." και τον διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νομίμως από την Πρόεδρο και Διευθύνουσα σύμβουλο αυτής, Ε.

Κ., δραστηριοποιείται στον χώρο της επαγγελματικής ψύξεως και συντηρήσεως τροφίμων. Μέτοχοί της είναι η Ε. Κ.... και ο σύζυγός της, Α. Κ.,.... Πρόκειται, δηλαδή, από άποψη μετοχικής συνθέσεως, για μια καθαρά οικογενειακή επιχείρηση. Τον Απρίλιο του έτους 2010, η ενάγουσα προσέλαβε με σύμβαση εξηρτημένη εργασίας, αορίστου χρόνου τον Μ.

Ζ., ως βοηθό στο λογιστήριό της,.... Αντικείμενο της εργασίας του ανωτέρω ήταν, μεταξύ άλλων, η τήρηση των λογιστικών βιβλίων της ενάγουσας, η προετοιμασία και έκδοση παραστατικών (δελτίων αποστολής, τιμολογίων, αποδείξεων κλπ), η διεκπεραίωση εργασιών που σχετίζονταν με τράπεζες, ασφαλιστικά ταμεία, εφορίες κλπ., η ταμειακή διαχείριση (είσπραξη λογαριασμών και εξόφληση οφειλών), η καταχώριση των παραστατικών πληρωμής και εισπράξεως, η προετοιμασία επιταγών εκδόσεως της εταιρίας προς εξόφληση οφειλών της σε προμηθευτές και λοιπούς συνεργάτες, η υπογραφή των οποίων γινόταν είτε από την Ε.

Κ., είτε από τον Α. Κ., η είσπραξη των επιταγών και η κατάθεση των ποσών αυτών στους τραπεζικούς λογαριασμούς της εταιρίας, η συμπλήρωση των προβλεπομένων εντύπων για διάφορες υπηρεσίες, η συστηματοποίηση των οικονομικών στοιχείων για την προετοιμασία των ετησίων οικονομικών καταστάσεων (ισολογισμών) και γενικότερα η ταμειακή διαχείριση της ενάγουσας εταιρίας.

Η παραπάνω εργασιακή σχέση του ως άνω υπαλλήλου με την ενάγουσα διεκόπη στις 3-9-2012, όταν αυτός δεν επέστρεψε στην εταιρία μετά την καλοκαιρινή άδεια που είχε λάβει και η ενάγουσα κατήγγειλε την μεταξύ τους σύμβαση.... Εν τω μεταξύ, στο πλαίσιο δειγματοληπτικού ελέγχου βάσει ελεγκτικού προγράμματος, ο οποίος διενεργήθηκε κατόπιν εντολής της ενάγουσας τον Ιούλιο του έτους 2012 από τον ορκωτό ελεγκτή-λογιστή Γ.

Β., δημιουργήθηκαν υπόνοιες εις βάρος του υπαλλήλου της, Μ. Ζ.. Κατόπιν διεξοδικών ελέγχων που διενήργησε η ενάγουσα, διαπιστώθηκε ότι ο Μ. Ζ., έχοντας πρόσβαση στα μπλοκ επιταγών της, εξέδιδε επιταγές με εκδότρια την ενάγουσα, πλαστογραφώντας την υπογραφή της προέδρου και διευθύνουσας συμβούλου, Ε. Κ. και θέτοντας την σφραγίδα της εταιρίας.

Τις επιταγές αυτές τις εξέδιδε είτε εις διαταγήν της ενάγουσας, τις οποίες στην συνέχεια οπισθογραφούσε και τις εισέπραττε ο ίδιος, είτε απευθείας εις διαταγήν του ιδίου. Ειδικότερα από τον έλεγχο που διενήργησε η ενάγουσα, μετά τις διαπιστώσεις του προαναφερομένου ορκωτού ελεγκτή περί λογιστικών ατασθαλιών, προέκυψε ότι ο υπάλληλός της, Μ.

Ζ., κατά το χρονικό διάστημα από τον Σεπτέμβριο του έτους 2010 μέχρι και την 4-3-2013, σε αδιευκρίνιστες ημερομηνίες, πλαστογράφησε τις ακόλουθες τραπεζικές επιταγές, εκδόσεως της ενάγουσας εταιρίας, συμπληρώνοντας όλα τα στοιχεία τους και δη θέτοντας -χωρίς δικαίωμα και χωρίς συναίνεση και έγκριση - τη σφραγίδα της εταιρίας και πλαστή υπογραφή στην θέση του εκδότη, κατ' απομίμηση της υπογραφής της προέδρου και διευθύνουσας συμβούλου της εταιρίας, Ε.

Κ., καθώς και ημερομηνία εκδόσεως, τόπο εκδόσεως και ποσό σε κάθε επιταγή και εκδίδοντας τις εν λόγω επιταγές, άλλοτε εις διαταγήν της ενάγουσας με πλαστή οπισθογράφηση προς τον εαυτό του και άλλοτε εις διαταγήν του ίδιου, ως εξής: 1) σε αδιευκρίνιστη ημερομηνία του μηνός Σεπτεμβρίου του έτους 2010 πλαστογράφησε την υπ' αριθμ.45874960-5 επιταγή της τράπεζας ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ, θέτοντας την σφραγίδα της ενάγουσας εταιρίας και πλαστή υπογραφή στην θέση του εκδότη, κατ'απομίμηση της υπογραφής της προέδρου και διευθύνουσας συμβούλου της, Ε.

Κ., εκδίδοντάς την εις διαταγήν του, με τόπο εκδόσεως την Θεσσαλονίκη, χρόνο εκδόσεως την 30-9-2010 και ποσό 10.000 ευρώ και στην συνέχεια έκανε χρήση της εν λόγω πλαστής επιταγής, αφού την εμφάνισε την 30-9-2010 σε υποκατάστημα της ως άνω πληρώτριας τράπεζας στην Άνω Τούμπα Θεσσαλονίκης και εισέπραξε το αναγραφόμενο σ' αυτήν ποσό, 2) σε αδιευκρίνιστη ημερομηνία του μηνός Σεπτεμβρίου του έτους 2010 πλαστογράφησε την υπ' αριθμ.45874959-1 επιταγή της τράπεζας ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ, θέτοντας την σφραγίδα της ενάγουσας εταιρίας και πλαστή υπογραφή στην θέση του εκδότη, κατ' απομίμηση της υπογραφής της προέδρου και διευθύνουσας συμβούλου της, εκδίδοντάς την εις διαταγήν του, με τόπο εκδόσεως την Θεσσαλονίκη, χρόνο εκδόσεως την 30-9-2010 και ποσό 12.000 ευρώ, και στην συνέχεια έκανε χρήση της εν λόγω πλαστής επιταγής, αφού την εμφάνισε την 30-9-2010 σε υποκατάστημα της ως άνω πληρώτριας τράπεζας στην περιοχή Φλόριντα Πυλαίας Θεσσαλονίκης και εισέπραξε το αναγραφόμενο σ' αυτήν ποσό, 3) σε αδιευκρίνιστη ημερομηνία του χρονικού διαστήματος από τον Σεπτέμβριο έως την 15η Οκτωβρίου του έτους 2010 πλαστογράφησε την υπ' αριθμ. 46159386-6 επιταγή της τράπεζας ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ, θέτοντας την σφραγίδα της ενάγουσας εταιρίας και πλαστή υπογραφή στην θέση του εκδότη, κατ' απομίμηση της υπογραφής της προέδρου και διευθύνουσας συμβούλου της, εκδίδοντάς την εις διαταγήν του, με τόπο εκδόσεως την Θεσσαλονίκη, χρόνο εκδόσεως την 15-10-2010 και ποσό 12.000 ευρώ και στην συνέχεια έκανε χρήση της εν λόγω πλαστής επιταγής, αφού την εμφάνισε την 15-10-2010 σε υποκατάστημα της ως άνω πληρώτριας τράπεζας στην περιοχή Φλόριντα Πυλαίας Θεσσαλονίκης και εισέπραξε το αναγραφόμενο σ' αυτήν ποσό, 4) σε αδιευκρίνιστη ημερομηνία του χρονικού διαστήματος από τον Σεπτέμβριο έως την 20η Οκτωβρίου του έτους 2010 πλαστογράφησε την υπ'αριθμ.46788916-3 επιταγή της τράπεζας ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ, θέτοντας την σφραγίδα της ενάγουσας εταιρίας και πλαστή υπογραφή στην θέση του εκδότη, κατ' απομίμηση της υπογραφής της προέδρου και διευθύνουσας συμβούλου της, εκδίδοντάς την εις διαταγήν του, με τόπο εκδόσεως την Θεσσαλονίκη, χρόνο εκδόσεως την 20-10-2010 και ποσό 8.000 ευρώ και στην συνέχεια έκανε χρήση της εν λόγω πλαστής επιταγής, αφού την εμφάνισε την 21-10-2010 σε υποκατάστημα της ως άνω πληρώτριας τράπεζας στην περιοχή Παπάφη Θεσσαλονίκης και εισέπραξε το αναγραφόμενο σ' αυτήν ποσό, 5) σε αδιευκρίνιστη ημερομηνία του χρονικού διαστήματος από τον Σεπτέμβριο έως την 11η Νοεμβρίου του έτους 2010 πλαστογράφησε την υπ' αριθμ. 46788914-7 επιταγή της τράπεζας ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ, θέτοντας την σφραγίδα της ενάγουσας εταιρίας και πλαστή υπογραφή στην θέση του εκδότη, κατ' απομίμηση της υπογραφής της προέδρου και διευθύνουσας συμβούλου της, εκδίδοντάς την εις διαταγήν του, με τόπο εκδόσεως την Θεσσαλονίκη, χρόνο εκδόσεως την 10-11-2010 και ποσό 14.800 ευρώ, και στην συνέχεια έκανε χρήση της εν λόγω πλαστής επιταγής, αφού την εμφάνισε την 11-11-2010 σε υποκατάστημα της ως άνω πληρώτριας τράπεζας στην περιοχή Περσίας Θεσσαλονίκης και εισέπραξε το αναγραφόμενο σ' αυτήν ποσό, 6) σε αδιευκρίνιστη ημερομηνία του χρονικού διαστήματος από τον Σεπτέμβριο έως την 2α Μαΐου του έτους 2011 πλαστογράφησε την υπ' αριθμ.47864020-0 επιταγή της τράπεζας ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ, θέτοντας την σφραγίδα της ενάγουσας εταιρίας και πλαστή υπογραφή στην θέση του εκδότη, κατ' απομίμηση της υπογραφής της προέδρου και διευθύνουσας συμβούλου της, εκδίδοντάς την εις διαταγήν της ως άνω εταιρίας και οπισθογραφώντας την προς τον εαυτό του, με τόπο εκδόσεως την Θεσσαλονίκη, χρόνο εκδόσεως την 2-5-2011 και ποσό 20.000 ευρώ, και στην συνέχεια έκανε χρήση της εν λόγω πλαστής επιταγής, αφού την εμφάνισε την 18-3-2011 στο υποκατάστημα της ως άνω πληρώτριας τράπεζας στην περιοχή Φλόριντα της Περαίας Θεσσαλονίκης και εισέπραξε το αναγραφόμενο σ' αυτήν ποσό, 7) σε αδιευκρίνιστη ημερομηνία του χρονικού διαστήματος από τον Σεπτέμβριο έως την 10η Μαΐου του έτους 2011 πλαστογράφησε την υπ' αριθμ.47864021-8 επιταγή της τράπεζας ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ , θέτοντας την σφραγίδα της ενάγουσας εταιρίας και πλαστή υπογραφή στην θέση του εκδότη, κατ' απομίμηση της υπογραφής της προέδρου και διευθύνουσας συμβούλου της, εκδίδοντάς την εις διαταγήν της ως άνω εταιρίας και οπισθογραφώντας την προς τον εαυτό του, με τόπο εκδόσεως την Θεσσαλονίκη, χρόνο εκδόσεως την 10-5-2011 και ποσό 10.000 ευρώ, και στην συνέχεια έκανε χρήση της εν λόγω πλαστής επιταγής, αφού την εμφάνισε την 10-5-2011 στο υποκατάστημα της ως άνω πληρώτριας τράπεζας στην περιοχή Φλόριντα Περαίας Θεσσαλονίκης και εισέπραξε το αναγραφόμενο σ' αυτήν ποσό, 8) σε αδιευκρίνιστη ημερομηνία του χρονικού διαστήματος από τον Σεπτέμβριο έως την 20η Ιουνίου του έτους 2011 πλαστογράφησε την υπ' αριθμ. 48349146-2 επιταγή της τράπεζας ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ, θέτοντας την σφραγίδα της ενάγουσας εταιρίας και πλαστή υπογραφή στην θέση του εκδότη, κατ' απομίμηση της υπογραφής της προέδρου και διευθύνουσας συμβούλου της, εκδίδοντάς την εις διαταγήν της ως άνω εταιρίας και οπισθογραφώντας την προς τον εαυτό του, με τόπο εκδόσεως την Θεσσαλονίκη, χρόνο εκδόσεως την 20-6-2011 και ποσό 10.000 ευρώ, και στην συνέχεια έκανε χρήση της εν λόγω πλαστής επιταγής, αφού την εμφάνισε την 20-6-2011 στο υποκατάστημα της ως άνω πληρώτριας τράπεζας στην περιοχή Φλόριντα Περσίας Θεσσαλονίκης και εισέπραξε το αναγραφόμενο σ' αυτήν ποσό, 9) σε αδιευκρίνιστη ημερομηνία του χρονικού διαστήματος από τον Σεπτέμβριο έως την 30η Ιουνίου του έτους 2011 πλαστογράφησε την υπ' αριθμ. 48349164-1 επιταγή της τράπεζας ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ, θέτοντας την σφραγίδα της ενάγουσας εταιρίας και πλαστή υπογραφή στην θέση του εκδότη, κατ' απομίμηση της υπογραφής της προέδρου και διευθύνουσας συμβούλου της, εκδίδοντάς την εις διαταγήν της ως άνω εταιρίας και οπισθογραφώντας την προς τον εαυτό του, με τόπο εκδόσεως την Θεσσαλονίκη, χρόνο εκδόσεως την 30-6-2011 και ποσό 10.000 ευρώ, και στην συνέχεια έκανε χρήση της εν λόγω πλαστής επιταγής, αφού την εμφάνισε την 30-6-2011 στο υποκατάστημα της ως άνω πληρώτριας τράπεζας στην περιοχή Φλόριντα Περαίας Θεσσαλονίκης και εισέπραξε το αναγραφόμενο σ' αυτήν ποσό, 10) σε αδιευκρίνιστη ημερομηνία του χρονικού διαστήματος από τον Σεπτέμβριο έως την 30η Ιουνίου του έτους 2011 πλαστογράφησε την υπ' αριθμ. 48349165-9 επιταγή της τράπεζας ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ, θέτοντας την σφραγίδα της ενάγουσας εταιρίας και πλαστή υπογραφή στην θέση του εκδότη, κατ' απομίμηση της υπογραφής της προέδρου και διευθύνουσας συμβούλου της, εκδίδοντάς την εις διαταγήν της ως άνω εταιρίας και οπισθογραφώντας την προς τον εαυτό του, με τόπο εκδόσεως την Θεσσαλονίκη, χρόνο εκδόσεως την 20-6-2011 και ποσό 10.000 ευρώ και στην συνέχεια έκανε χρήση της εν λόγω πλαστής επιταγής, αφού την εμφάνισε την 30-6-2011 στο υποκατάστημα της ως άνω πληρώτριας τράπεζας στην περιοχή Φλόριντα Περαίας Θεσσαλονίκης, και εισέπραξε το αναγραφόμενο σ' αυτήν ποσό, 11) σε αδιευκρίνιστη ημερομηνία του χρονικού διαστήματος από τον Σεπτέμβριο έως την 1η Αυγούστου του έτους 2011 πλαστογράφησε την υπ'αριθμ.48617311-9 επιταγή της τράπεζας ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ, θέτοντας την σφραγίδα της ενάγουσας εταιρίας και πλαστή υπογραφή στην θέση του εκδότη, κατ' απομίμηση της υπογραφής της προέδρου και διευθύνουσας συμβούλου της, εκδίδοντάς την εις διαταγήν της ως άνω εταιρίας και οπισθογραφώντας την προς τον εαυτό του, με τόπο εκδόσεως την Θεσσαλονίκη, χρόνο εκδόσεως την 1-8-2011 και ποσό 20.000 ευρώ, και στην συνέχεια έκανε χρήση της εν λόγω πλαστής επιταγής, αφού την εμφάνισε την 1-8-2011 σε υποκατάστημα της ως άνω πληρώτριας τράπεζας στην περιοχή Βυζάντιο Θεσσαλονίκης και εισέπραξε το αναγραφόμενο σ' αυτήν ποσό, 12) σε αδιευκρίνιστη ημερομηνία του χρονικού διαστήματος από τον Σεπτέμβριο έως την 1η Αυγούστου του έτους 2011 πλαστογράφησε την υπ' αριθμ.48617315-1 επιταγή της τράπεζας ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ, θέτοντας την σφραγίδα της ενάγουσας εταιρίας και πλαστή υπογραφή στην θέση του εκδότη, κατ' απομίμηση της υπογραφής της προέδρου και διευθύνουσας συμβούλου της, εκδίδοντάς την εις διαταγήν της ως άνω εταιρίας και οπισθογραφώντας την προς τον εαυτό του, με τόπο εκδόσεως την Θεσσαλονίκη, χρόνο εκδόσεως την 1-8-2011 και ποσό 15.000 ευρώ, και στην συνέχεια έκανε χρήση της εν λόγω πλαστής επιταγής, αφού την εμφάνισε την 1-8-2011 σε υποκατάστημα της ως άνω πληρώτριας τράπεζας στην περιοχή Βυζάντιο Θεσσαλονίκης και εισέπραξε το αναγραφόμενο σ' αυτήν ποσό, 13) σε αδιευκρίνιστη ημέρα του πρώτου δεκαημέρου του μηνός Αυγούστου του έτους 2011 νόθευσε την υπ'αριθμ.75047204-9 γνήσια επιταγή της τράπεζας ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ, εκδόσεως της ως άνω εταιρίας "..." εις διαταγήν της ενάγουσας, με τόπο εκδόσεως την Αθήνα, χρόνο εκδόσεως την 10-8-2011 και ποσό 20.000 ευρώ, θέτοντας την σφραγίδα της ενάγουσας εταιρίας και πλαστή υπογραφή στην θέση του πρώτου οπισθογράφου, κατ' απομίμηση της υπογραφής της προέδρου και διευθύνουσας συμβούλου της, και στην συνέχεια έκανε χρήση της εν λόγω πλαστής επιταγής, αφού την εμφάνισε ως οπισθογράφος την 100-8-2011 σε υποκατάστημα της ως άνω πληρώτριας τράπεζας στην περιοχή Βυζάντιο Θεσσαλονίκης, και εισέπραξε το αναγραφόμενο σ' αυτήν ποσό, 14) σε αδιευκρίνιστη ημερομηνία του χρονικού διαστήματος από τον Σεπτέμβριο έως την 30η Σεπτεμβρίου του έτους 2011 πλαστογράφησε την υπ' αριθμ.48617333-0 επιταγή της τράπεζας ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ, θέτοντας την σφραγίδα της ενάγουσας εταιρίας και πλαστή υπογραφή στην θέση του εκδότη, κατ' απομίμηση της υπογραφής της προέδρου και διευθύνουσας συμβούλου της, εκδίδοντάς την εις διαταγήν της ως άνω εταιρίας και οπισθογραφώντας την προς τον εαυτό του, με τόπο εκδόσεως την Θεσσαλονίκη, χρόνο εκδόσεως την 30-9-2011 και ποσό 20.000 ευρώ, και στην συνέχεια έκανε χρήση της εν λόγω πλαστής επιταγής, αφού την εμφάνισε την 30-9-2011 σε υποκατάστημα της ως άνω πληρώτριας τράπεζας στην περιοχή Βυζάντιο Θεσσαλονίκης, και εισέπραξε το αναγραφόμενο σ' αυτήν ποσό, 15) σε αδιευκρίνιστη ημερομηνία του χρονικού διαστήματος από τον Σεπτέμβριο έως την 31η Οκτωβρίου του έτους 2011 πλαστογράφησε την υπ' αριθμ. 49044702-3 επιταγή της τράπεζας ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ, θέτοντας την σφραγίδα της ενάγουσας εταιρίας και πλαστή υπογραφή στην θέση του εκδότη, κατ' απομίμηση της υπογραφής της προέδρου και διευθύνουσας συμβούλου της, εκδίδοντάς την εις διαταγήν της ως άνω εταιρίας και οπισθογραφώντας την προς τον εαυτό του, με τόπο εκδόσεως την Θεσσαλονίκη, χρόνο εκδόσεως την 31-10-2011 και ποσό 20.000 ευρώ, και στην συνέχεια έκανε χρήση της εν λόγω πλαστής επιταγής, αφού την εμφάνισε την 31-10-2011 σε υποκατάστημα της ως άνω πληρώτριας τράπεζας στην περιοχή Βυζάντιο Θεσσαλονίκης, και εισέπραξε το αναγραφόμενο σ' αυτήν ποσό, 16) σε αδιευκρίνιστη ημερομηνία του χρονικού διαστήματος από τον Σεπτέμβριο έως την 11η Νοεμβρίου του έτους 2011 πλαστογράφησε την υπ' αριθμ. 49209353-9 επιταγή της τράπεζας ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ, θέτοντας την σφραγίδα της ενάγουσας εταιρίας και πλαστή υπογραφή στην θέση του εκδότη, κατ' απομίμηση της υπογραφής της προέδρου και διευθύνουσας συμβούλου της, εκδίδοντάς την εις διαταγήν της ως άνω εταιρίας και οπισθογραφώντας την προς τον εαυτό του, με τόπο εκδόσεως την Θεσσαλονίκη, χρόνο εκδόσεως την 11-11-2011 και ποσό 20.000 ευρώ, και στην συνέχεια έκανε χρήση της εν λόγω πλαστής επιταγής, αφού την εμφάνισε την 11-11-2011 σε υποκατάστημα της ως άνω πληρώτριας τράπεζας στην Θεσσαλονίκη και εισέπραξε το αναγραφόμενο σ' αυτήν ποσό, 17) σε αδιευκρίνιστη ημερομηνία του χρονικού διαστήματος από τον Σεπτέμβριο έως την 30η Νοεμβρίου του έτους 2011 πλαστογράφησε την υπ' αριθμ.49209364-4 επιταγή της τράπεζας ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ, θέτοντας την σφραγίδα της ενάγουσας εταιρίας και πλαστή υπογραφή στην θέση του εκδότη, κατ' απομίμηση της υπογραφής της προέδρου και διευθύνουσας συμβούλου της, εκδίδοντάς την εις διαταγήν της ως άνω εταιρίας και οπισθογραφώντας την προς τον εαυτό του, με τόπο εκδόσεως την Θεσσαλονίκη, χρόνο εκδόσεως την 30-11-2011 και ποσό 15.063,33 ευρώ και στην συνέχεια έκανε χρήση της εν λόγω πλαστής επιταγής, αφού την εμφάνισε την 30-11-2011 σε υποκατάστημα της ως άνω πληρώτριας τράπεζας στην περιοχή Βυζάντιο Θεσσαλονίκης και εισέπραξε το αναγραφόμενο σ' αυτήν ποσό, 18) σε αδιευκρίνιστη ημερομηνία του χρονικού διαστήματος από τον Σεπτέμβριο έως την 3η ίανουαρίου του έτους 2012 πλαστογράφησε την υπ' αριθμ.49499906-3 επιταγή της τράπεζας ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ, θέτοντας την σφραγίδα της ενάγουσας εταιρίας και πλαστή υπογραφή στη θέση του εκδότη, κατ' απομίμηση της υπογραφής της προέδρου και διευθύνουσας συμβούλου της, εκδίδοντάς την εις διαταγήν της ως άνω εταιρίας και οπισθογραφώντας την προς τον εαυτό του, με τόπο εκδόσεως την Θεσσαλονίκη, χρόνο εκδόσεως την 3-1-2012 και ποσό 16.400 ευρώ, και στην συνέχεια έκανε χρήση της εν λόγω πλαστής επιταγής, αφού την εμφάνισε την 3-1-2012 σε υποκατάστημα της ως άνω πληρώτριας τράπεζας στην περιοχή Βυζάντιο Θεσσαλονίκης και εισέπραξε το αναγραφόμενο σ' αυτήν ποσό, 19) σε αδιευκρίνιστη ημερομηνία του χρονικού διαστήματος από τον Σεπτέμβριο έως την 31η Ιανουαρίου του έτους 2012 πλαστογράφησε την υπ' αριθμ.49499905-5 επιταγή της τράπεζας ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ, θέτοντας την σφραγίδα της ενάγουσας εταιρίας και πλαστή υπογραφή στην θέση του εκδότη, κατ' απομίμηση της υπογραφής της προέδρου και διευθύνουσας συμβούλου της, εκδίδοντάς την εις διαταγήν της ως άνω εταιρίας και οπισθογραφώντας την προς τον εαυτό του, με τόπο εκδόσεως την Θεσσαλονίκη, χρόνο εκδόσεως την 31-1-2012 και ποσό 7.000 ευρώ, και στην συνέχεια έκανε χρήση της εν λόγω πλαστής επιταγής, αφού την εμφάνισε την 31-1-2012 σε υποκατάστημα της ως άνω πληρώτριας τράπεζας στην περιοχή Βυζάντιο Θεσσαλονίκης και εισέπραξε το αναγραφόμενο σ' αυτήν ποσό, 20) σε αδιευκρίνιστη ημερομηνία του χρονικού διαστήματος από τον Σεπτέμβριο έως την 1η Μαρτίου του έτους 2012 πλαστογράφησε την υπ' αριθμ. 49499907-1 επιταγή της τράπεζας ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ, θέτοντας την σφραγίδα της ενάγουσας εταιρίας και πλαστή υπογραφή στην θέση του εκδότη, κατ' απομίμηση της υπογραφής της προέδρου και διευθύνουσας συμβούλου της, εκδίδοντάς την εις διαταγήν της ως άνω εταιρίας και οπισθογραφώντας την προς τον εαυτό του, με τόπο εκδόσεως την Θεσσαλονίκη, χρόνο εκδόσεως την 1-3-2012 και ποσό 10.000 ευρώ, και στην συνέχεια έκανε χρήση της εν λόγω πλαστής επιταγής, αφού την εμφάνισε την 29-2-2012 σε υποκατάστημα της ως άνω πληρώτριας τράπεζας στην περιοχή Βυζάντιο Θεσσαλονίκης και εισέπραξε το αναγραφόμενο σ' αυτήν ποσό, 21) σε αδιευκρίνιστη ημερομηνία του χρονικού διαστήματος από τον Σεπτέμβριο έως την 3η Απριλίου του έτους 2012 πλαστογράφησε την υπ' αριθμ. 49870931-1 επιταγή της τράπεζας ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ, θέτοντας την σφραγίδα της ενάγουσας εταιρίας και πλαστή υπογραφή στην θέση του εκδότη, κατ' απομίμηση της υπογραφής της προέδρου και διευθύνουσας συμβούλου της, εκδίδοντάς την εις διαταγήν της ως άνω εταιρίας και οπισθογραφώντας την προς τον εαυτό του, με τόπο εκδόσεως την Θεσσαλονίκη, χρόνο εκδόσεως την 3-4-2012 και ποσό 12.000 ευρώ και στην συνέχεια έκανε χρήση της εν λόγω πλαστής επιταγής, αφού την εμφάνισε την 3-4-2012 στο υποκατάστημα της ως άνω πληρώτριας τράπεζας στην περιοχή Βυζάντιο Θεσσαλονίκης, και εισέπραξε το αναγραφόμενο σ' αυτήν ποσό, 22) σε αδιευκρίνιστη ημερομηνία του χρονικού διαστήματος από τον Σεπτέμβριο έως την 10η Απριλίου του έτους 2012 πλαστογράφησε την υπ' αριθμ. 49870940-0 επιταγή της τράπεζας ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ, θέτοντας την σφραγίδα της ενάγουσας εταιρίας και πλαστή υπογραφή στην θέση του εκδότη, κατ' απομίμηση της υπογραφής της προέδρου και διευθύνουσας συμβούλου της, εκδίδοντάς την εις διαταγήν της ως άνω εταιρίας και οπισθογραφώντας την προς τον εαυτό του, με τόπο εκδόσεως την Θεσσαλονίκη, χρόνο εκδόσεως την 10-4-2012 και ποσό 10.000 ευρώ, και στην συνέχεια έκανε χρήση της εν λόγω πλαστής επιταγής, αφού την εμφάνισε την 10-4-2012 στο υποκατάστημα της ως άνω πληρώτριας τράπεζας στην περιοχή Βυζάντιο Θεσσαλονίκης, και εισέπραξε το αναγραφόμενο σ' αυτήν ποσό, 23) σε αδιευκρίνιστη ημέρα του χρονικού διαστήματος από 1 έως 8 Μαΐου του έτους 2012 νόθευσε την υπ' αριθμ.75607285-9 γνήσια επιταγή της τράπεζας ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ , εκδόσεως της ως άνω εταιρίας ("...), εις διαταγήν της ενάγουσας, με τόπο εκδόσεως την Αθήνα, χρόνο εκδόσεως την 8-5-2012 και ποσό 30.000 ευρώ, θέτοντας χωρίς δικαίωμα και χωρίς συναίνεση και έγκριση της ενάγουσας την σφραγίδα της και πλαστή υπογραφή, κατ' απομίμηση της υπογραφής της προέδρου και διευθύνουσας συμβούλου της, Ε.

Κ., στην θέση του πρώτου οπισθογράφου και στην συνέχεια έκανε χρήση της εν λόγω νοθευμένης επιταγής, αφού την εμφάνισε, ως οπισθογράφος, την 8-5-2012, σε υποκατάστημα της πληρώτριας τράπεζας στην περιοχή Βυζάντιο Θεσσαλονίκης και εισέπραξε το αναγραφόμενο σ' αυτήν ποσό, 24) σε αδιευκρίνιστη ημερομηνία του χρονικού διαστήματος από τον Σεπτέμβριο έως την 30η Μαΐου του έτους 2012 πλαστογράφησε την υπ' αριθμ. 49870949-3 επιταγή της τράπεζας ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ, θέτοντας την σφραγίδα της ενάγουσας εταιρίας και πλαστή υπογραφή στην θέση του εκδότη, κατ' απομίμηση της υπογραφής της προέδρου και διευθύνουσας συμβούλου της, εκδίδοντάς την εις διαταγήν της ως άνω εταιρίας και οπισθογραφώντας την προς τον εαυτό του, με τόπο εκδόσεως την Θεσσαλονίκη, χρόνο εκδόσεως την 30-5-2012 και ποσό 10.499,23 ευρώ, και στην συνέχεια έκανε χρήση της εν λόγω πλαστής επιταγής, αφού την εμφάνισε την 30-5-2012 στο υποκατάστημα της ως άνω πληρώτριας τράπεζας στην περιοχή Βυζάντιο Θεσσαλονίκης, και εισέπραξε το αναγραφόμενο σ' αυτήν ποσό, 25) σε αδιευκρίνιστη ημερομηνία του χρονικού διαστήματος από τον Σεπτέμβριο έως την 2α Ιουλίου του έτους 2012 πλαστογράφησε την υπ' αριθμ. 50222426-6 επιταγή της τράπεζας ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ, θέτοντας την σφραγίδα της ενάγουσας εταιρίας και πλαστή υπογραφή στην θέση του εκδότη, κατ' απομίμηση της υπογραφής της προέδρου και διευθύνουσας συμβούλου της, εκδίδοντάς την εις διαταγήν της ως άνω εταιρίας και οπισθογραφώντας την προς τον εαυτό του, με τόπο εκδόσεως την Θεσσαλονίκη, χρόνο εκδόσεως την 2-7-2012 και ποσό 9.986,37 ευρώ, και στην συνέχεια έκανε χρήση της εν λόγω πλαστής επιταγής, αφού την εμφάνισε την 3-7-2012 στο υποκατάστημα της ως άνω πληρώτριας τράπεζας στην περιοχή Βυζάντιο Θεσσαλονίκης, και εισέπραξε το αναγραφόμενο σ' αυτήν ποσό, 26) σε αδιευκρίνιστη ημέρα του πρώτου δεκαημέρου του μηνός Ιουλίου του έτους 2012 νόθευσε την υπ'αριθμ.75607331-6 γνήσια επιταγή της τράπεζας ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ, εκδόσεως της εταιρίας ...

εις διαταγήν της ενάγουσας, με τόπο εκδόσεως την Αθήνα, χρόνο εκδόσεως την 10-7-2012 και ποσό 30.000 ευρώ, θέτοντας χωρίς δικαίωμα και χωρίς συναίνεση και έγκριση της ενάγουσας την σφραγίδα της και πλαστή υπογραφή, κατ' απομίμηση της υπογραφής της προέδρου κατ διευθύνουσας συμβούλου της στην θέση του πρώτου οπισθογράφου και στην συνέχεια έκανε χρήση της εν λόγω νοθευμένης επιταγής, αφού την εμφάνισε, ως οπισθογράφος, την 12-7-2012, σε υποκατάστημα της πληρώτριας τράπεζας στην περιοχή Βυζάντιο Θεσσαλονίκης και εισέπραξε το αναγραφόμενο σ' αυτήν ποσό.

Κατά την εμφάνιση των παραπάνω επιταγών στις πληρώτριες τράπεζες ο ως άνω υπάλληλος της ενάγουσας παρίστανε κάθε φορά ψευδώς στους υπαλλήλους της εναγομένης ότι η επιταγή που κάθε φορά προσκόμιζε ενώπιον τους ήταν γνήσια, ότι ο ίδιος είναι νόμιμος κομιστής και ενεργεί με την ιδιότητα του λογιστή της ενάγουσας, ιδιότητα την οποία αυτοί (οι προστηθέντες υπάλληλοι της εναγόμενης) γνώριζαν από προηγούμενες συναλλαγές και είχαν τη διαβεβαίωση της διευθύνουσας συμβούλου της ενάγουσας, ότι τυγχάνει πρόσωπο της απολύτου εμπιστοσύνης της και με τις ψευδείς αυτές παραστάσεις τους έπειθε να προβούν στην πληρωμή της επιταγής που προσκόμιζε κάθε φορά και να του παραδίδουν το χρηματικό ποσό που ενσωμάτωνε η κάθε μία επιταγή.

Με τον τρόπο αυτό εμφάνισε όλες τις προαναφερθείσες επιταγές και με τις ίδιες κάθε φορά ψευδείς παραστάσεις έπεισε τους υπαλλήλους της εναγομένης να πληρώσουν αυτές. Με την είσπραξη των ως άνω επιταγών ο ως άνω υπάλληλος της ενάγουσας προσπόρισε στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος συνολικού ύψους 392.478,93 ευρώ, με αντίστοιχη ισόποση ζημία της ενάγουσας εταιρίας.

Για τις ως άνω αξιόποινες πράξεις της πλαστογραφίας με χρήση κατ' εξακολούθηση με συνολικό όφελος και προξενηθείσα ζημία που υπερβαίνουν το ποσό των 120.000 ευρώ από δράστη που διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα, της απάτης κατ' εξακολούθηση από δράστη που διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα και της νομιμοποιήσεως εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα ο εναγόμενος παραπέμφθηκε για να δικαστεί ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, ενώ το ως άνω δικαστήριο με την υπ' αριθμ. 2301/2018 απόφασή του τον καταδίκασε σε συνολική ποινή καθείρξεως οκτώ ετών και δύο μηνών (βλ.

απόσπασμα αποφάσεως Τριμελούς Εφετείου, η οποία εκτιμάται ως δικαστικό τεκμήριο). Η ενάγουσα εκκαλούσα αποδίδει αμέλεια στους υπαλλήλους της εναγομένης, συνιστάμενη α) στην παράλειψη των υπαλλήλων της εναγομένης να προβούν σε επιμελή έλεγχο της γνησιότητας των υπογραφών, οι οποίες εμφανίζονταν να έχουν τεθεί επί των επιδίκων επιταγών από τους εκπροσώπους της ίδιας, από τον οποίο θα διαπιστωνόταν ευχερώς η πλαστογράφησή τους και β) στην παράλειψη της εναγομένης να προβεί σε έλεγχο του Μ.

Ζ. σχετικά με τη νομιμότητα των συναλλαγών του τελευταίου με αυτήν, παρά το γεγονός ότι συνέτρεχαν σοβαρές ενδείξεις, ότι αυτές αφορούσαν στη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Ο ισχυρισμός της εναγομένης εφεσίβλητης περί απαλλαγής της από την ευθύνη της, επικαλούμενη συμβατική σχετική απαλλακτική ρήτρα της σύμβασής της με την ενάγουσα, είναι απορρπττέος ως μη νόμιμος, αφού, βάσει της διάταξης του άρθρου 332 ΑΚ, είναι άκυρη η εκ των προτέρων συμφωνία, με την οποία αποκλείεται, ή περιορίζεται η ευθύνη από δόλο, ή βαρειά αμέλεια ή (και) από ελαφρά αμέλεια, αν η ευθύνη προέρχεται από άσκηση επιχείρησης για την οποία προηγήθηκε άδεια της αρχής, όπως εν προκειμένω η εναγομένη τράπεζα.

Αποδείχτηκε, ότι, καθεμία από τις επίδικες επιταγές είχε αναγεγραμμένο τον σωστό αριθμό επιταγής, τον σωστό, ανήκοντα στην ενάγουσα, αριθμό λογαριασμού επιταγής και είχε εκδοθεί για να πληρωθεί μέσω του αναγραφόμενου σε αυτή αριθμού λογαριασμού επιταγής. Επίσης, ο λογαριασμός αυτός περιείχε επαρκές υπόλοιπο για την πληρωμή της και υπήρχε κανονικότητα στην διάρκεια του καταστατικού και στην εκπροσώπηση της εκδότριας ενάγουσας (σφραγίδα και μία υπογραφή της διαχειρίστριας και εκπροσώπου).

Περαιτέρω, οι εμφανισθείσες επιταγές, ... είχαν σωστά και τα υπόλοιπα ουσιώδη στοιχεία, που δεν ελέγχονται μέσω της συναλλαγής από το σύστημα, όπως ο τόπος εκδόσεως της επιταγής, ο σειριακός αριθμός (Cοde ) αυτής στην κάτω λευκή λωρίδα, ο αριθμός ΙΒΑΝ του πελάτη - ενάγουσας και τη σφραγίδα της ενάγουσας στη θέση του εκδότη.

Επίσης, σε ορισμένες από τις εμφανισθείσες επιταγές, τα τυπικά στοιχεία, που συμπλήρωναν τα κενά πεδία αυτών είχαν τεθεί μέσω υπολογιστή, και σε ορισμένες ήταν χειρόγραφες, όπως ακριβώς και στις γνήσιες. Το μόνο στοιχείο που ήταν διαφορετικό από το γνήσιο, ήταν η υπογραφή στη θέση της διευθύνουσας συμβούλου της ενάγουσας, Ε.

Κ., στη θέση του εκδότη κάτω από την επωνυμία της ενάγουσας ΑΕ, είτε στη θέση του 1ου οπισθογράφου, η οποία (υπογραφή) αποτελούσε πιστή απομίμηση της γνήσιας υπογραφής αυτής. Οι επιταγές αυτές δεν είχαν ξέσματα η διαγραφές, είχαν τόπο και ημερομηνία εκδόσεως, ποσό αριθμητικώς και ολογράφως, αριθμό επιταγής, ονοματεπώνυμο, ΑΔΤ, ΑΦΜ και αριθμό τηλεφώνου του εις διαταγήν δικαιούχου, λογαριασμό επιταγής, επωνυμία της ενάγουσας εκκαλούσας ως πελάτη - εντολέα επιταγής, ΙΒΑΝ της ενάγουσας, επωνυμία στη θέση του εκδότη και κάτωθι αυτής υπογραφή της διευθύνουσας συμβούλου, σειριακό αριθμό (Cοde) στην κάτω λευκή λωρίδα της επιταγής και πρώτη λευκή οπισθογράφηση στην οπίσθια όψη της επιταγής από τον αρχικό εις διαταγή δικαιούχο.

Οι επίδικες επιταγές έγιναν δεκτές από το σύστημα, δεδομένου ότι όλα τα ελεγχόμενα από το σύστημα στοιχεία αυτών ήταν σωστά. Ειδικότερα, καθεμία επιταγή είχε αναγεγραμμένο τον σωστό αριθμό επιταγής, τον σωστό, ανήκοντα στην ενάγουσα, αριθμό λογαριασμού επιταγής και είχε εκδοθεί για να πληρωθεί μέσω του αναγραφόμενου σε αυτή αριθμού λογαριασμού επιταγής.

Οι υπάλληλοι της εναγομένης έλεγξαν το δείγμα υπογραφής των εκπροσώπων της ενάγουσας, όπως αυτό τηρούνταν στο λογαριασμό της, το δε προσκομιζόμενο δείγμα υπογραφής τους σε αντιπαραβολή με τις υπογραφές επί των επιδίκων επιταγών, δεν εμφανίζει εμφανή διαφορά, με τρόπο ώστε να κινεί υποψίες πλαστότητας.

Πρωτίστως όμως, οι υπάλληλοι της εναγομένης τράπεζας, κατά την πάγια τραπεζική πρακτική, ενημέρωναν τηλεφωνικώς την ενάγουσα για κάθε εμφάνιση των επιδίκων επιταγών προς πληρωμή, καθώς αυτές εμφανίζονταν σχεδόν κάθε μήνα επί δύο και πλέον έτη και τα ποσά τους υπερέβαιναν κατά πολύ τις 5.000 Ε, λαμβάνοντας τη διαβεβαίωση και την έγκριση της διευθύνουσας συμβούλου για την πληρωμή τους.

Πρέπει δε να ληφθεί εδώ υπόψη και το γεγονός ότι, κατά τους χρόνους των επιδίκων συμβάντων, ο ως άνω υπάλληλος της ενάγουσας ήταν της απόλυτης εμπιστοσύνης της και ως τέτοιο τον αντιμετώπιζε και η εναγόμενη Τράπεζα, χωρίς να έχει περιέλθει στην τελευταία οποιαδήποτε αντίρρηση ή επιφύλαξη εκ μέρους της ενάγουσας σε σχέση με την συμπεριφορά και τις κινήσεις του.

Αντιθέτως μάλιστα, είχαν δοθεί οδηγίες της εκπροσώπου της ενάγουσας προς την εναγομένη τράπεζα, προκειμένου αυτός να εξυπηρετείται κατά προτεραιότητα, ως πρόσωπο της απόλυτης εμπιστοσύνης της. Χαρακτηριστική είναι η κατάθεση της μάρτυρος ανταπόδειξης, Αναστασίας Γκούντρα, η οποία καταθέτει ότι, κάθε φορά που ενημέρωνε τηλεφωνικά την ως άνω εκπρόσωπο της ενάγουσας, όταν επρόκειτο για συναλλαγή άνω των 5.000 Ε, όπως στις επίδικες επιταγές, προσέκρουε στην διαμαρτυρία και στον εκνευρισμό της για την καθυστέρηση της συναλλαγής και κάθε φορά εκείνη επιβεβαίωνε τη συναλλαγή.

Όλες οι επιταγές (πλην δύο) έχουν εκδοθεί σε διαταγή της ενάγουσας εκδότριας εταιρείας και φέρουν κανονική εν λευκώ δική της οπισθογράφηση με την υπογραφή της ίδιας της εκπροσώπου της, που υπογράφει και για την έκδοση. Συνέπεια του γεγονότος τούτου είναι ότι, ο κομιστής των επιταγών αυτών, εμφανίζοντας αυτές στην πληρώτρια Τράπεζα, δικαιούται να τις εισπράξει ως νόμιμος κομιστής αυτών με βάση την εν λευκώ οπισθογράφηση.

Επομένως οι υπάλληλοι της εναγόμενης Τράπεζας κανονικά εξοφλούσαν τις επίδικες επιταγές στον κομιστή αυτών, υπάλληλό της, Μιχαήλ Ζαφειριού, αφού προηγουμένως ενημέρωναν τηλεφωνικά την ενάγουσα, καθώς επρόκειτο για ποσό άνω των 5.000 Ε. Περαιτέρω υποχρέωση της εναγόμενης Τράπεζας για ενημέρωση της ενάγουσας, για το πού κατατίθενται τα εισπραττόμενα από τον υπάλληλό της χρήματα, δεν υπήρχε, όπως αβάσιμα διατείνεται η ενάγουσα.

Η εμφάνιση των επιδίκων επιταγών δεν μπορούσε να προκαλέσει ανησυχία στους υπαλλήλους της Τράπεζας, αφού η υπογραφή του οπισθογράφου επιταγής, η οποία γίνεται ενώπιον του υπαλλήλου της Τράπεζας και δεν είναι δυνατόν να αμφισβητηθεί, δεν ελέγχεται και ούτε γίνεται αντιπαραβολή αυτής με οποιοδήποτε δείγμα.

Η δε κατάθεση των επιταγών αυτών στον υπ' αρ. 70002310011220 ατομικό λογαριασμό του, τον οποίο διατηρούσε στην εναγόμενη, γινόταν νόμιμα, αφού αυτός, εκτός από εξουσιοδοτημένος υπάλληλος της ενάγουσας, ήταν ταυτόχρονα και δικαιούχος ατομικά της κάθε επιταγής ως κομιστής αυτής εν λευκώ και με δεδομένο ότι ο ανωτέρω, για τους υπαλλήλους της Τράπεζας, ήταν ο έμπιστος υπάλληλος της ενάγουσας, αρμόδιος για τη διαχείριση των οικονομικών της και γνωστός στο κατάστημά της.

Ούτε είχε υποχρέωση η Τράπεζα να γνωρίζει, τι είδους συναλλαγές είχε η ενάγουσα με τους υπαλλήλους της, ούτε ήταν σε θέση να γνωρίζει τις εσωτερικές σχέσεις μεταξύ ενάγουσας και του υπαλλήλου της. Αντίθετα, γνώριζε ότι, ο καταθέτης ήταν πρόσωπο της απόλυτης εμπιστοσύνης της ενάγουσας, η δε τελευταία παραλάμβανε κανονικά την κίνηση του λογαριασμού της, ...και δεν είχε υπάρξει ποτέ εκ μέρους της ενάγουσας αμφισβήτηση για την κίνηση αυτού.

Εξάλλου οι επίδικες επιταγές παρουσιάστηκαν στην εναγόμενη Τράπεζα οι περισσότερες από αυτές δακτυλογραφημένες κανονικά και ορισμένες χειρόγραφα, σε γνήσια έντυπα της εταιρίας με γνήσια εκτύπωση του λογότυπου και της επωνυμίας της ενάγουσας, από εξουσιοδοτημένο και της απόλυτης εμπιστοσύνης της ενάγουσας πρόσωπο, τον υπάλληλό της, Μ.

Ζ., για το πρόσωπο του οποίου έως τότε ουδεμία υποψία παρανομίας είχε διατυπωθεί. Το γεγονός ότι ορισμένες από τις επίδικες επιταγές ανέγραφαν χειρόγραφη την επωνυμία της, δεν ήταν ικανό από μόνο του να κινήσει τις υποψίες των υπαλλήλων της εναγομένης, δεδομένης μάλιστα της συχνής και τακτικής εμφάνισης των επιταγών, η εκάστοτε πληρωμή των οποίων, όπως προεκτέθηκε, τύγχανε πάντοτε της έγκρισης της εκπροσώπου της ενάγουσας.

Περαιτέρω, από την ανάγνωση του προσκομιζομένου πίνακα των επιταγών, προκύπτει ότι, καταγράφονται δύο δελτία ταυτότητας τα οποία χρησιμοποιήθηκαν από τον Μ. Ζ., το υπ' αρ. ΑΕ 697358 που εκδόθηκε την 11-7-2007 και το υπ' αρ. ΑΙ 93884 που εκδόθηκε στις 3-11-2010, ενώ δηλώθηκε η αλλαγή ταυτότητας στην εναγομένη τράπεζα. Το γεγονός ότι, το δηλωθέν ως απωλεσθέν, υπ' αρ.

ΑΕ 697658, δελτίο αστυνομικής ταυτότητας του Μ. Ζ., βρέθηκε εκ των υστέρων κατόπιν νομότυπης έρευνας των αρχών, στην κατοικία του τελευταίου, γεγονός που καταδεικνύει ότι ήταν ψευδής η δήλωση απώλειας του, προκειμένου να προμηθευτεί νέο δελτίο αστυνομικής ταυτότητας, (βλ. υπ' αρ. Α20153479 από 7-7-2015 κλητήριο θέσπισμα εις βάρος του για ψευδή υπεύθυνη δήλωση), το οποίο επεδείκνυε από της εκδόσεώς του στην εναγομένη τράπεζα, δεν είναι δυνατό να προσδώσει ευθύνη των υπαλλήλων της εναγομένης τράπεζας, καθώς, όπως προαναφέρθηκε και προκύπτει από τον προσκομιζόμενο ως άνω πίνακα των επιταγών, ο ως άνω υπάλληλος της ενάγουσας χρησιμοποιούσε για τη συναλλαγή του με την εναγομένη συνεχώς και μέχρι τις 20-12-2010 το υπ' αρ.

ΑΕ697658 δελτίο αστυνομικής ταυτότητας, ενώ έκτοτε και μετά τη δήλωση απώλειας χρησιμοποιούσε συνεχώς το νέο εκδοθέν, υπ' αρ. ΑΙ93884 ΑΔΤ, χωρίς να υπάρχει καμία αταξία ως προς τη χρήση του ΑΔΤ του, γεγονός το οποίο δεν ήταν ικανό να δημιουργήσει οποιαδήποτε αμφιβολία στους προστηθέντες της εναγομένης, δεδομένου ότι κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας είναι δυνατή η απώλεια του ΑΔΤ και η μετά από αυτήν έκδοση νέου.

Αταξία, η οποία να δικαιολογεί την αυξημένη επιμέλεια των προστηθέντων της εναγομένης, δεν αποδείχθηκε, ούτε ως προς τον αριθμό του ΑΦΜ που χρησιμοποιούσε ο Μ. Ζ., καθώς, όπως προκύπτει από τα στοιχεία της εναγομένης τράπεζας ο ΑΦΜ του ήταν 079255276, αριθμό τον οποίο χρησιμοποιούσε ο ως άνω, ενώ σε ορισμένες επιταγές η χειρόγραφη αναγραφή του στην οπίσθια όψη τους δεν διακρίνεται καθαρά.

Επομένως, η ανωτέρω πλαστογράφηση των επιταγών και η διά της χρήσης αυτών εξαπάτηση των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγομένης, είχε ως αφορμή γεγονός, το οποίο κείται στη σφαίρα επιρροής της ενάγουσας. Η κατασκευή των ως άνω πλαστών επιταγών έγινε, επειδή η ενάγουσα εμπιστεύθηκε και εγχείρησε το μπλοκ επιταγών της επί δύο και πλέον έτη και χωρίς κανέναν ενδιάμεσο έλεγχο, στον νεοπροσληφθέντα υπάλληλό της, Μ.

Ζ., δίχως να ασκεί ούτε τη στοιχειώδη εποπτεία και έλεγχο στη φύλαξη και στην εξέλιξη της κίνησης των φύλλων των επιταγών της. Σημειώνεται ότι, 23 από τις 26 επίδικες επιταγές εκδόθηκαν από την ενάγουσα και εσύρθησαν επί του υπ' αρ. 711002002006728 λογαριασμού όψεως της ιδίας, ως εκ τούτου, ένας απλός έλεγχος στην κίνηση του λογαριασμού θα οδηγούσε στην άμεση διαπίστωση της είσπραξης τόσο σημαντικών ποσών, τα οποία εισπράττονταν από τον Μ.

Ζ. σχεδόν κάθε μήνα επί δύο και πλέον έτη. Πέραν αυτού, οι τρεις (3) εκ των είκοσι έξι (26) επιταγών είναι εκδόσεως της εταιρίας "ΡΕRMAFROST", ποσού 20.000, 30.000 και 30.000 ευρώ αντιστοίχως, η δε ενάγουσα ουδόλως εξηγεί, ποια ήταν η συναλλακτική της σχέση με την ως άνω εταιρία, και πώς είναι δυνατό να μη γίνει αντιληπτό από τους εκπροσώπους της, το ότι δεν εισπράχθηκαν οι ως άνω επιταγές, συνολικού ποσού 80.000 Ε, αφού αυτές προφανώς αντιστοιχούσαν σε κάποια απαίτησή της.

Χαρακτηριστικό είναι επίσης το γεγονός ότι, από του έτους 2012, χρόνο γνώσης της παράνομης συμπεριφοράς του υπαλλήλου της και της πλαστότητας των επιταγών και χρόνο υποβολής της έγκλησης της ενάγουσας κατά του υπαλλήλου της, μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής, (24-7-2017), η ενάγουσα ουδέποτε εξέφρασε την παραμικρή νύξη για πταίσμα της εναγομένης τράπεζας.

Σύμφωνα με τις παραπάνω παραδοχές, αποδείχτηκε σε βαθμό δικανικής πεποίθησης ότι, οι προστηθέντες υπάλληλοι της εναγόμενης Τράπεζας κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους δεν ενήργησαν αμελώς, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η ενάγουσα εκκαλούσα και συνεπώς η εναγόμενη εφεσίβλητη δεν συνέβαλε στην επέλευση της προαναφερόμενης ζημίας της ενάγουσας.

Αντιθέτως, αυτοί ενήργησαν σύννομα, στα πλαίσια της τραπεζικής πρακτικής και δεοντολογίας και με πιστή τήρηση των ισχυόντων κανόνων και εγκυκλίων οδηγιών. Οι μη εμφανώς ορατές διαφορές στις υπογραφές των επιδίκων επιταγών δεν μπορούσαν να γίνουν αντιληπτές με βάση την αντικειμενική καλή πίστη και ούτε μπορούσαν να δημιουργήσουν υπόνοιες, ή οποιοδήποτε προβληματισμό για την μη γνησιότητα αυτών, τη στιγμή μάλιστα που είχαν ολοκληρωθεί επιτυχώς όλοι οι έλεγχοι, κατά τα προαναφερθέντα, συμπεριλαμβανομένου και του τελευταίου (της ταυτοπροσωπίας του κομιστή).

Επομένως, οι εμφανισθείσες επιταγές, κατά τα εκτεθέντα παραπάνω, δεν μπορούσαν να δημιουργήσουν σε ένα μέσο υπάλληλο τράπεζας εύλογες υποψίες, ως προς την γνησιότητα της υπογραφής του εκδότη και κατ' ακολουθία ως προς την νομιμοποίηση του κομιστή. Η ανωτέρω κρίση στηρίζεται σε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και δη σε όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα και τις καταθέσεις των μαρτύρων ανταπόδειξης, τραπεζικών υπαλλήλων της εναγομένης, ενώ δεν αναιρείται από τις αντίθετες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης, απορριπτομένων των σχετικών λόγων έφεσης...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, και αφού προηγουμένως έκρινε, ότι η αγωγή της αναιρεσείουσας είναι νόμιμη ως προς τη βάση της ενδοσυμβατικής ευθύνη της αναιρεσίβλητης και εξαφάνισε, κατά παραδοχή της έφεσης της αναιρεσείουσας, την πρωτόδικη απόφαση που είχε απορρίψει την αγωγή της ως μη νόμιμη ως στηριζόμενη μόνον στη βάση της αδικοπραξίας, το Εφετείο, κρατώντας στη συνέχεια και δικάζοντας την υπόθεση, απέρριψε την αγωγή της αναιρεσείουσας ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 288, 330, 823 ΑΚ, 3 και 35 του ν. 5960/1933, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, καθόσον τα πιο πάνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία ορθώς υπήγαγε στις ως άνω διατάξεις, χωρίς να παραβιάσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, δεν πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της υπαιτιότητας στο πρόσωπο των προστηθέντων υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης, είτε δόλου είτε αμέλειας υπό οποιαδήποτε μορφή (βαριάς ή ελαφράς), αφού αφενός μεν ο ως άνω υπάλληλος της αναιρεσείουσας, κατά την εμφάνιση των ένδικων επιταγών στην πληρώτρια τράπεζα, ενεργούσε με την πραγματική του ιδιότητα, που ήταν γνωστή στους προστηθέντες υπαλλήλους της αναιρεσίβλητης, δηλαδή ως λογιστής της αναιρεσείουσας, και επίσης ως νόμιμος κομιστής των επιταγών αυτών, αφετέρου δε οι επιταγές παρουσίαζαν πλήρη κανονικότητα ως προς όλα τα λοιπά στοιχεία και, περαιτέρω, οι υπάλληλοι της αναιρεσίβλητης ήλεγχαν, όπως είχαν υποχρέωση, τόσο την κανονικότητα της συνέχειας των οπισθογραφήσεων όσο και την υπογραφή του εκδότη της επιταγής με αντιπαραβολή αυτής με τον τηρούμενο στον λογαριασμό δείγμα υπογραφής των εκπροσώπων της αναιρεσείουσας, χωρίς τη διαπίστωση εμφανούς διαφοράς, ώστε να κινεί υποψίες πλαστότητας, ενημερώνοντας σχετικά και τηλεφωνικώς την αναιρεσίβλητη για τις επιταγές που η αξία τους υπερέβαινε το ποσό των 5.000 ευρώ και λαμβάνοντας αντίστοιχη έγκριση της διευθύνουσας συμβούλου αυτής για την πληρωμή τους και, συνεπώς, με βάση τις ανωτέρω ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, οι εμφανισθείσες στους προστηθέντες υπαλλήλους της αναιρεσίβλητης επιταγές από τον προαναφερόμενο υπάλληλο της αναιρεσείουσας, πρόσωπο της απολύτου εμπιστοσύνης της, δεν μπορούσαν, υπό τις περιγραφόμενες αναλυτικά συνθήκες, να δημιουργήσουν στον μέσο τραπεζικό υπάλληλο, υπό τις ίδιες αυτές συνθήκες, εύλογες υποψίες, ως προς την γνησιότητα της υπογραφής του εκδότη και ως προς την νομιμοποίηση αυτού ως κομιστή των επιταγών και, συνακόλουθα, η πληρωμή των ένδικων επιταγών δεν οφείλεται σε αμελή συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης.

Εξάλλου, με βάση τις ίδιες ως άνω ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η παράλειψη της αναιρεσίβλητης να προβεί σε έλεγχο του Μ. Ζ. σχετικά με τη νομιμότητα των συναλλαγών αυτού και να ενημερώσει την αρμόδια Επιτροπή της Τράπεζας της Ελλάδος και την ίδια την αναιρεσείουσα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 13 και 26 του ν. 3691/2008, καθώς και των συναφών με αριθ. 285/9-7-2009 και 290/11-11-2009 αποφάσεων της Επιτροπής Τραπεζικών και Πιστωτικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος και ΥΑ 1051027/2034/ΔΕ-Ε (ΦΕΚ Β'/605/2010), χωρίς άλλα στοιχεία και δη σοβαρές ενδείξεις για ύποπτες συναλλαγές, τη συνδρομή των οποίων δεν διαπίστωσε το δικαστήριο της ουσίας κατά την ανέλεγκτη κρίση του, δεν αρκεί για την κατάφαση υπαιτιότητας της αναιρεσίβλητης και, συνεπώς, το Εφετείο ούτε τις εν λόγω διατάξεις παραβίασε ευθέως.

Περαιτέρω, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερόμενων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, τις οποίες έτσι δεν παρεβίασε εκ πλαγίου, αφού παρατίθενται στην απόφαση με σαφήνεια τα, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο ως άνω αρνητικό αποδεικτικό του πόρισμα για την έλλειψη συνδρομής της απαραίτητης, για τη θεμελίωση της ευθύνης της αναιρεσίβλητης, προϋπόθεσης της υπαιτιότητας των προστηθέντων υπαλλήλων αυτής, με τις υποστηρίζουσες την κρίση αυτή παρακάτω παραδοχές, ήτοι:

α) ο Μ. Ζ. είχε προσληφθεί από την αναιρεσίβλητη ως βοηθός στο λογιστήριό της, έχοντας ως αντικείμενο εργασίας, μεταξύ άλλων, τη διεκπεραίωση εργασιών που σχετίζονταν με τράπεζες, την προετοιμασία επιταγών εκδόσεως της εταιρίας προς εξόφληση οφειλών της σε προμηθευτές και λοιπούς συνεργάτες, καθώς και την είσπραξη των επιταγών και την κατάθεση των ποσών αυτών στους τραπεζικούς λογαριασμούς της εταιρίας, β) κατά την εμφάνιση των ένδικων επιταγών στην πληρώτρια τράπεζα ο ως άνω υπάλληλος της αναιρεσείουσας εμφανιζόταν αφενός μεν ενεργώντας με την ιδιότητα του λογιστή αυτής, δηλαδή με την πραγματική ιδιότητα, την οποία οι προστηθέντες υπάλληλοι της αναιρεσίβλητης γνώριζαν από προηγούμενες συναλλαγές, έχοντας μάλιστα τη διαβεβαίωση της διευθύνουσας συμβούλου της αναιρεσείουσας, ότι αυτός τυγχάνει πρόσωπο της απολύτου εμπιστοσύνης της, αφετέρου δε ως νόμιμος κομιστής αυτών και, γ) οι επιταγές παρουσίαζαν πλήρη κανονικότητα (καθεμία είχε αναγεγραμμένο τον σωστό αριθμό επιταγής, τον σωστό, ανήκοντα στην ενάγουσα, αριθμό λογαριασμού επιταγής κλπ) και γενικά όλα τα ελεγχόμενα από το σύστημα στοιχεία των επιταγών ήταν σωστά, γι' αυτό και γίνονταν δεκτές από αυτό, σωστά δε ήσαν και όλα τα υπόλοιπα ουσιώδη στοιχεία, που δεν ελέγχονται μέσω της συναλλαγής από το σύστημα και έτσι το μόνο στοιχείο που ήταν διαφορετικό από το γνήσιο, ήταν η υπογραφή στη θέση της διευθύνουσας συμβούλου της αναιρεσείουσας Ε.

Κ., δ) οι υπάλληλοι της αναιρεσίβλητης ήλεγχαν το τηρούμενο στο λογαριασμό δείγμα υπογραφής των εκπροσώπων της αναιρεσείουσας, πλην όμως αυτό, σε αντιπαραβολή με τις υπογραφές επί των επιδίκων επιταγών, δεν εμφάνιζε εμφανή διαφορά ώστε να κινεί υποψίες πλαστότητας, επί πλέον δε ενημέρωναν τηλεφωνικώς την αναιρεσίβλητη για κάθε εμφάνιση επιταγής προς πληρωμή, η αξία της οποίας υπερέβαινε το ποσό των 5.000 ευρώ, λαμβάνοντας τη διαβεβαίωση και την έγκριση της διευθύνουσας συμβούλου αυτής για την πληρωμή τους, ε) ο προαναφερόμενος υπάλληλος της αναιρεσείουσας ήταν της απόλυτης εμπιστοσύνης αυτής και ως τέτοιο τον αντιμετώπιζε και η εναγόμενη Τράπεζα, χωρίς να έχει περιέλθει στην τελευταία οποιαδήποτε αντίρρηση ή επιφύλαξη εκ μέρους της αναιρεσείουσας σε σχέση με την συμπεριφορά και τις κινήσεις του, και μάλιστα, είχαν δοθεί οδηγίες της εκπροσώπου της αναιρεσείουσας προς την τράπεζα, προκειμένου αυτός να εξυπηρετείται κατά προτεραιότητα, ως πρόσωπο της απόλυτης εμπιστοσύνης της, στ) όλες οι επιταγές (πλην δύο) είχαν εκδοθεί σε διαταγή της αναιρεσείουσας εκδότριας εταιρείας και έφεραν κανονική εν λευκώ δική της οπισθογράφηση με την υπογραφή της ίδιας της εκπροσώπου της, που υπέγραφε και για την έκδοσή τους, με συνέπεια, με βάση την εν λευκώ οπισθογράφηση, να δικαιούται να τις εισπράξει ο εμφανιζόμενος ως νόμιμος κομιστής αυτών, ζ) η αναιρεσείουσα λάμβανε κανονικά την κίνηση του λογαριασμού της, χωρίς να υπάρξει ποτέ εκ μέρους της αμφισβήτηση για την κίνηση αυτού, η) η αναιρεσίβλητη δεν είχε υποχρέωση να ενημερώνει την αναιρεσείουσα για το πού κατατίθενται τα εισπραττόμενα από τον υπάλληλό της χρήματα, ούτε και να γνωρίζει τι είδους συναλλαγές είχε η τελευταία με τον ανωτέρω υπάλληλό της και τις μεταξύ τους εσωτερικές σχέσεις, και θ) οι υπάλληλοι της αναιρεσίβλητης ενήργησαν, όπως είχαν υποχρέωση, στα πλαίσια της τραπεζικής πρακτικής και δεοντολογίας και με πιστή τήρηση των ισχυόντων κανόνων και εγκυκλίων οδηγιών, ενώ οι μη εμφανώς ορατές διαφορές στις υπογραφές των επιδίκων επιταγών δεν μπορούσαν να γίνουν αντιληπτές με βάση την αντικειμενική καλή πίστη και ούτε μπορούσαν να δημιουργήσουν υπόνοιες, ή οποιοδήποτε προβληματισμό για την μη γνησιότητα αυτών, τη στιγμή μάλιστα που είχαν ολοκληρωθεί επιτυχώς όλοι οι έλεγχοι, κατά τα προαναφερθέντα, συμπεριλαμβανομένης και της ταυτοπροσωπίας του κομιστή.

Επομένως, ο πρώτος, από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια της παραβίασης των ως άνω διατάξεων με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή και λόγω ασαφούς και ανεπαρκούς αιτιολογίας σχετικά με την καταβολή ή μη αμοιβής για την έκδοση και πληρωμή των επίδικων επιταγών, τον τρόπο διενέργειας ελέγχου ταυτοπροσωπείας του κομιστή αυτών και ως προς το στοιχείο ελέγχου και έρευνας της γνησιότητας της υπογραφής του εκδότη των επιταγών δι' αντιπαραβολής με το υπάρχον στην Τράπεζα δείγμα υπογραφής αυτού, ο δεύτερος, ομοίως, από τους αρ. 1 και 19, λόγος, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι παραβίασε, ευθέως και εκ πλαγίου, τις πραναφερόμενες διατάξεις για το κανονιστικό πλαίσιο της Τράπεζας της Ελλάδος σχετικά με τις υποχρεώσεις της αναιρεσίβλητης Τράπεζας για ενημέρωση και πληροφόρηση της αρμόδιας επιτροπής της ΤτΕ, συνεπεία ασυνήθων και ύποπτων συναλλαγών του Μ.

Ζ., ο τρίτος, κατά το οικείο σκέλος, από τον αρ. 1, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, καθώς και ο πέμπτος, κατά τα δύο πρώτα σκέλη, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αιτιάται την αναιρεσιβαλλομένη για την εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια της ευθείας και εκ πλαγίου παράβασης με ελλιπείς αιτιολογίες των αορίστων νομικών εννοιών της αιτιώδους συναφείας μεταξύ των ενεργειών των προστηθέντων υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης και της προκληθείσας εξαιτίας αυτών ζημίας της και της επιδειχθείσας αμέλειας των προστηθέντων υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης, η οποία έπρεπε να χαρακτηρισθεί βαριά αμέλεια, είναι αβάσιμοι.

Η περαιτέρω παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι "η ανωτέρω πλαστογράφηση των επιταγών και η διά της χρήσης αυτών εξαπάτηση των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγομένης, είχε ως αφορμή γεγονός, το οποίο κείται στη σφαίρα επιρροής της ενάγουσας", δεν διατυπώθηκε προκειμένου το Εφετείο να στηρίξει το μοναδικό αποδεικτικό του πόρισμα της απόρριψης της αγωγής λόγω μη συνδρομής υπαιτιότητας στο πρόσωπο των υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης, αλλά διατυπώθηκε ως εκ περισσού και χωρίς να είναι απαραίτητη για την περαιτέρω στήριξη του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλονται αιτιάσεις από τους αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ για την ως άνω παραδοχή, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος ως άνω λόγος, ως προς τις λοιπές προβαλλόμενες αιτιάσεις, είναι απαράδεκτος, ως πλήττων την εκτίμηση του Εφετείου περί της ουσίας των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Περαιτέρω, με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης, κατά το τρίτο και τέταρτο σκέλος, η αναιρεσείουσα αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για την εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ήτοι ότι προέβη σε ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση με ελλιπείς αιτιολογίες των αορίστων νομικών εννοιών α) της αρχής της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 του Σ) υπό την έννοια ότι δεν υπάρχει μια ανεκτή σχέση μεταξύ των παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης και του καταλογισμού τους στη σφαίρα επιρροής της αναιρεσείουσας και β) παραβίασης της αρχής της δίκαιης δίκης ("άρθρο 1 του πρώτου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ), καθόσον η αναιρεσίβλητη γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει την εγκληματική δραστηριότητα της νομιμοποίησης παρανόμου χρήματος και να λάβει τα δέοντα μέτρα επιμέλειας για να αποτραπεί η περιουσιακή ζημία και η ηθική βλάβη της αναιρεσείουσας.

Ο λόγος αυτός, κατά το πρώτο σκέλος, είναι αβάσιμος, αφού, με την εφαρμογή των προαναφερομένων διατάξεων και κρίνοντας ότι οι προστηθέντες υπάλληλοι της αναιρεσίβλητης δεν επέδειξαν αμέλεια κατά την πληρωμή των ένδικων επιταγών, το Εφετείο δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, ενώ, κατά τα ανωτέρω, η παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι η πλαστογράφηση των επιταγών και η διά της χρήσης αυτών εξαπάτηση των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγομένης, είχε ως αφορμή γεγονός, το οποίο κείται στη σφαίρα επιρροής της ενάγουσας, διατυπώθηκε εκ περισσού και χωρίς να είναι απαραίτητη για την περαιτέρω στήριξη του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, με συνέπεια να μην ιδρύονται οι από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναιρετικοί λόγοι.

Για τον ίδιο ως άνω λόγο είναι απαράδεκτος ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης και κατά το δεύτερο σκέλος, αφού με αυτόν η αναιρεσείουσα, κατ` επίφαση απόδοση πλημμέλειας από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, στην πραγματικότητα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και την κατάληξη του Εφετείου σε διαφορετικό πόρισμα από το θεωρούμενο ως ορθό από την αναιρεσείουσα, με βάση τα ως άνω αναφερόμενα απ` αυτήν αποδεικτικά στοιχεία.

Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας αυτού, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο και δεν εξειδικεύεται ποιο είναι το νομικό σφάλμα στο οποίο υπέπεσε το Εφετείο κατά την εφαρμογή των διατάξεων που επικαλείται και μάλιστα με βάση τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά περιστατικά. Όμως ανεξάρτητα από την άνω αοριστία ο λόγος αυτός είναι και αβάσιμος, καθόσον από τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο ορθά εφάρμοσε και ερμήνευσε τις άνω διατάξεις και πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες περιέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση, κατέληξε δε στο αποδεικτικό του πόρισμά κρίνοντας δίκαια και αμερόληπτα την ένδικη υπόθεση.

Παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό, από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρ. 339 και 432 επ. ΚΠολΔ, εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή, ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο το δικαστήριο ορθώς ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού στην περίπτωση αυτή δεν πρόκειται για διαγνωστικό λάθος, αλλά για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει όμως από τον αναιρετικό έλεγχο.

Παραμόρφωση εγγράφου συνιστά, πάντως και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης. Σ' αυτή την περίπτωση, προϋπόθεση για να ιδρυθεί ο λόγος αναίρεσης, είναι να μπορούσαν οι κρίσιμες περικοπές που παραλείφθηκαν να οδηγήσουν σε διαφορετικό διατακτικό από εκείνο στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, χωρίς να λάβει αυτές υπόψη (ΑΠ 662/2021, ΑΠ 2236/2009).

Για να θεμελιώνεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο που φέρεται ότι παραβιάστηκε κατά το περιεχόμενο του. Δεν αρκεί, έτσι, ότι το συνεκτίμησε απλώς με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το περιεχόμενό του σε σχέση με το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε και το οποίο, εξάλλου, θα πρέπει να είναι επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αναφορικά με πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 1182/2021, AΠ 1167/2019, ΑΠ 1348/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείoυσα, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, και ειδικότερα ότι το Eφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο α) του με ΑΒΜ: Α2015/18353/7-7-2015 κλητηρίου θεσπίσματος του Γ' Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με το οποίο ο Μ.

Ζ. παραπέμπεται στο ακροατήριο του ως άνω Δικαστηρίου, προκειμένου να δικασθεί για το ότι στις 29-9-2010 εν γνώσει του δήλωσε ψευδή γεγονότα, β) του εγγράφου του πίνακα των επιταγών, στην οπισθία πλευρά των οποίων είχαν αναγραφεί δύο αριθμοί ταυτότητας -10 αριθμοί τηλεφώνου και γ) του πίνακα με την ονομασία "Υποκαταστήματα εναγομένης".

Όμως το Εφετείο, όπως προκύπτει από τις προαναφερόμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν προέβη σε εσφαλμένη ανάγνωση του περιεχομένου των ως άνω εγγράφων, ούτε παρέλειψε να αναγνώσει μέρος αυτών, αλλά αφού ανέγνωσε το όλο περιεχόμενό τους όπως αυτό πραγματικά διατυπώνεται, κατέληξε, με τη συνεκτίμηση και των λοιπών αποδεικτικών μέσων που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι, στο προαναφερόμενο πόρισμα ότι η ζημία που προκλήθηκε στην αναιρεσείουσα με την εκ μέρους του Μ.

Ζ. πλαστογράφηση της υπογραφής της διευθύνουσας συμβούλου της αναιρεσείουσας, την οποία έθεσε στη θέση του εκδότη των επιταγών, τις οποίες επιταγές εμφάνισε στη συνέχεια στην αναιρεσίβλητη τράπεζα, δεν οφείλεται σε υπαίτια συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων αυτής. Το γεγονός ότι, παρά την ορθή ανάγνωση του παραπάνω εγγράφου, η προσβαλλομένη απόφαση συνήγαγε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που η αναιρεσείουσα θεωρεί ορθό, δεν μπορεί να θεμελιώσει τον προβαλλόμενο ως άνω αναιρετικό λόγο, αφού πρόκειται για αιτίαση αναγομένη στην αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση πραγμάτων.

Εξάλλου, στην κρίση του αυτή κατέληξε το Εφετείο, όχι αποκλειστικά από την εκτίμηση των προαναφερομένων εγγράφων, που η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το περιεχόμενο αυτών παραμορφώθηκε, αλλά και από όλα τα υπόλοιπα έγγραφα και τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία, που νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, ώστε το Εφετείο δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κυρίως στα εν λόγω έγγραφα για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, αλλά τα συνεκτίμησε μαζί με τις λοιπές αποδείξεις.

Κατά συνέπεια, ο ανωτέρω, από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 11 εδάφ. γ` του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.

Κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου, για την ίδρυση του λόγου αυτού αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 2/2008).

Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, υπό την αποκλειστική προϋπόθεση, ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης. (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 136/2022, ΑΠ 600/2021, ΑΠ 1205/2017).

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος κατ` ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς στην απόφαση να γίνεται μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, εκτός εάν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως από τις αιτιολογίες καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων, οπότε είναι ουσιαστικά βάσιμος ο λόγος αναιρέσεως (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 136/2022, ΑΠ 34/2021, ΑΠ 50/2020).

Για το ορισμένο της προβολής του λόγου της μη λήψης υπόψη αποδεικτικών μέσων που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο, τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα που δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους, ως και ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου αυτά προσκομίσθηκαν και η επίδραση που έχει αυτός στο διατακτικό της απόφασης, το οποίο και θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 136/2022, ΑΠ 18/2021, ΑΠ 92/2020) και επιπλέον να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και προσκομιδή τους κατά την συζήτηση ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθούν αυτεπαγγέλτως υπόψη (ΟλΑΠ 8/2016, ΑΠ 18/2021, ΑΠ 779/2019, ΑΠ 204/2017).

Μεταξύ των ως άνω αποδεικτικών μέσων περιλαμβάνονται και τα έγγραφα. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ. 11 γ` ΚΠολΔ πλημμέλεια και δη ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα νομίμως επικληθέντα και προσκομισθέντα από αυτήν ουσιώδη έγγραφα και δη α) το υπ' αριθ.

πρωτ. 29-3-2013 έγγραφο της αναιρεσίβλητης προς τη Διεύθυνση Ασφαλείας, όταν με εισαγγελική παραγγελία ανοίχθηκε ο υπ' αριθ. 700002310011220 λογαριασμός που τηρούσε ο Μ. Ζ. στην αναιρεσίβλητη τράπεζα και εμφανίσθηκαν οι κινήσεις αυτού, και τους συνταχθέντες με βάση το ανωτέρω έγγραφο από την ίδια, προς διευκόλυνση των δικαστηρίων, δύο πίνακες σχετικά με την κίνηση του ανωτέρω λογαριασμού του Μ.

Ζ., από τα οποία προέκυπτε ο ισχυρισμός της για ασυνήθεις και ύποπτες συναλλαγές αυτού, β) την υπ' αριθ. 1748/2019 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία υποχρεώθηκε αυτός να καταβάλει στην αναιρεσείουσα το ποσό των 517.621,58 ευρώ, σύμφωνα με την οποία οι επίμαχες επιταγές είχαν κλαπεί, γ) την υπ' αριθ. 2301/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, την οποία επίσης προσκόμισε προς απόδειξη των ύποπτων συναλλαγών του Μ.

Ζ.. Ωστόσο, από τη βεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλομένη απόφαση ότι στην περί πραγμάτων κρίση του κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη και όλα τα νομίμως προσκομιζόμενα και από τους διαδίκους έγγραφα, και ιδιαίτερα από τις παραδοχές της απόφασης που αφορούν τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και όλα τα φερόμενα ως αγνοηθέντα, ως άνω, αποδεικτικά μέσα, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά και να καθορίσει τη βαρύτητά του ή την επιρροή του στα αποδεικτέα θέματα, κατέληξε δε σε διαφορετικό πόρισμα από αυτό που η αναιρεσείουσα θεωρεί ορθό, ειδικότερα όσον αφορά την υπαιτιότητα των προστηθέντων υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης.

Κατόπιν αυτού, ο ανωτέρω τέταρτος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Κατόπιν των ανωτέρω εκτεθέντων, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά το άρθρο 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παράβολου, που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα, στο Δημόσιο Ταμείο. Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά της, να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό (άρθ. 176, 183, 191 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 25-6-2020 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "..." για αναίρεση της υπ` αριθ. 554/2020 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παράβολου που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Ιουνίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Σεπτεμβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ