Legislator Case Law & Legislation
1601/2014 AI generated

1601/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1601/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1601/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο παραστάθηκαν ο αναιρεσείων και οι πρώτη, δεύτερη και πέμπτος από τους αναιρεσιβλήτους, ενώ δεν εμφανίστηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο ο τρίτος και ο τέταρτος από τους αναιρεσιβλήτους. Όπως δε προκύπτει από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες εκθέσεις επίδοσης 8506/18.10.2013 και 8507/18.10.2013 της δικαστικής επιμελήτριας Αθηνών Ε.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1601 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1601/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 24 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Μ. Τ. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Τσίκλο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1.του Ν.Π.Δ.Δ με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΑ ΑΠΑΣΧΟΛΟΥΜΕΝΩΝ" (ΕΤΑΑ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διαδόχου του "ΤΑΜΕΙΟΥ ΣΥΝΤΑΞΕΩΝ ΜΗΧΑΝΙΚΩΝ ΚΑΙ ΕΡΓΟΛΗΠΤΩΝ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΡΓΩΝ (ΤΣΜΕΔΕ)", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Αθανασιάδη, 2.της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΦΟΙ Μ. Τ. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΕΧΝΟΔΟΜΗ", που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα από τον οριστικό σύνδικο Διονυσάτο Σπυρογιάννη, ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως και δεν κατέθεσε προτάσεις, 3.Π. Π. του Σ., κατοίκου ..., 4.Κ. Τ. του Α., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο και 5.Κ. Κ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Αλεξίου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε α) με την από 9 Δεκεμβρίου 2004 ανακοπή και 12 Απριλίου 2004 ανακοίνωση δίκης του ήδη αναιρεσείοντος και β) με την από 9 Δεκεμβρίου 2004 ανακοπή και την από 12 Απριλίου 2005 ανακοίνωση δίκης του Γεωργίου Τραυλού, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4372/2007 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 3060/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29 Απριλίου 2013 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Χαμηλοθώρης, ανέγνωσε την από 9 Ιανουαρίου 2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση εν μέρει της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου εν μέρει και των τρίτου και τέταρτου λόγων αναίρεσης και την απόρριψη του δεύτερου λόγου αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 568 παρ. 4 και 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανιστεί κάποιος από τους διαδίκους, είτε αυτός είναι ο αναιρεσείων είτε ο αναιρεσίβλητος, εξετάζεται ποιος από αυτούς επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης. Αν η συζήτηση επισπεύδεται από το διάδικο που εμφανίστηκε και δεν εμφανιστεί ο αντίδικός του, πρέπει να προσκομίζεται με επίκληση το αποδεικτικό επίδοσης της σχετικής κλήσης προς συζήτηση, ενώ αν συζήτηση επισπεύδεται από τον αντίδικο του διαδίκου που εμφανίστηκε, πρέπει να προσκομίζεται με επίκληση η κλήση που του επιδόθηκε (είτε αυτοτελώς είτε με την αίτηση αναίρεσης και της πράξης ορισμού δικασίμου).

Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο παραστάθηκαν ο αναιρεσείων και οι πρώτη, δεύτερη και πέμπτος από τους αναιρεσιβλήτους, ενώ δεν εμφανίστηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο ο τρίτος και ο τέταρτος από τους αναιρεσιβλήτους. Όπως δε προκύπτει από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες εκθέσεις επίδοσης 8506/18.10.2013 και 8507/18.10.2013 της δικαστικής επιμελήτριας Αθηνών Ε.

Τ., επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στους δύο τελευταίους, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, o οποίος επισπεύδει τη συζήτηση, ακριβές αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης με ορισμένη αρμοδίως δικάσιμο την 20.1.2014, κατά την οποία η εκδίκαση της υπόθεσης αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (24.3.2014).

Επομένως πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία των εν λόγω αναιρεσιβλήτων (576 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση σ' αυτόν έννοιας μη αληθινής (μη αρμόζουσας), είτε με εσφαλμένη (μη ορθή) εφαρμογή, που υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου εφαρμόζεται, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή δεν εφαρμόζεται ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα (Ολ ΑΠ 7/2006, 4/2005).

Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 44 του ν.δ. 496/1974 περί Λογιστικού των ν.π.δ.δ. ορίζεται ότι "παν χρέος προς το ν.π. παραγράφεται, εφόσον δεν ορίζεται άλλως υπό των διατάξεων του παρόντος, μετά πέντε έτη από της λήξεως του οικονομικού έτους εντός του οποίου εβεβαιώθη" (παρ. 1 εδ. α'). Χρέη προς το ν.π. α)... β)... γ) εκ συμβάσεων και διατάξεων τελευταίας βουλήσεως περιλαμβανομένων και των περιοδικών παροχών, υπόκεινται εις εικοσαετή παραγραφήν, αρχομένην από της λήξεως του οικονομικού έτους, εντός του οποίου εβεβαιώθησαν ( παρ.2 ).

Με τη διάταξη δε του άρθρου 56 παρ. 2 του ίδιου ν.δ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του ν. 578/1977, ορίζεται ότι "Δια προεδρικών διαταγμάτων εκδιδομένων μέχρις 30ης Νοεμβρίου 1977 δύνανται να εξαιρώνται εκ των διατάξεων του παρόντος, εν όλω ή εν μέρει και έτερα (πλην των αναφερομένων στην παρ. 1) ν.π.δ.δ... Τα ως άνω διατάγματα επιτρέπεται όπως καταργούνται κατά την αυτήν διαδικασίαν, αν εκλείψουν οι λόγοι δι' ους ταύτα εξεδόθησαν".

Από την τελευταία διάταξη προκύπτει ότι στην περίπτωση εξαίρεσης ν.π.δ.δ. από την εφαρμογή όλων των διατάξεων του ν.δ. 496/1974, δεν υπάρχει δυνατότητα εφαρμογής αυτού και συνεπώς, ως προς την παραγραφή ειδικότερα των εναντίον αυτού ή υπέρ αυτού αξιώσεων, εξακολουθεί να ισχύει το προηγούμενο νομικό καθεστώς.

Κατ' εφαρμογή της παρεχόμενης από την παρ. 2 του άρθρου 56 του ν.δ. 496/1974 εξουσιοδότησης εκδόθηκε το π.δ. 437/1977, με το άρθρο μόνο του οποίου ορίζεται ότι "εξαιρούνται της εφαρμογής του ν.δ. 496/1974 οι Ασφαλιστικοί Οργανισμοί οι υπαγόμενοι εις την εποπτείαν του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η εξαίρεση είναι καθολική και επομένως καταλαμβάνει και τις πιο πάνω περί παραγραφής διατάξεις του ν.δ. 496/1974, οι οποίες δεν επανήλθαν σε ισχύ με το άρθρο μόνο του π.δ. 305/1985 (Α.Π. 663/2011, Α.Π. 1831/2006).

Τέλος, με το ν. 2326/1940 ιδρύθηκε το ταμείο συντάξεως μηχανικών και εργοληπτών δημοσίων έργων (ΤΣΜΕΔΕ), του οποίου ήδη αποτελεί καθολικό διάδοχο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 25 και 38 του ν. 3655/2008, το ενιαίο ταμείο ανεξάρτητα απασχολούμενων (ΕΤΑΑ) (πρώτο από τους αναιρεσιβλήτους), υπαγόμενο στην εποπτεία του Υπουργείου Απασχόλησης και Κοινωνικών Υπηρεσιών.

Συνεπώς, κατ' εφαρμογή του άρθρου μόνου του π.δ. 437/1977, εξαιρείται αυτό ολοσχερώς από την εφαρμογή των διατάξεων του ν.δ. 496/1974 και επομένως και από την εφαρμογή του άρθρου 44 που αναφέρεται στην παραγραφή των αξιώσεων ν.π.δ.δ., δεδομένου δε, ότι στο καταστατικό του δεν περιλαμβάνονται ειδικές διατάξεις για την παραγραφή των αξιώσεών του, εφαρμογή έχουν οι κοινές περί παραγραφής διατάξεις του ΑΚ.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 249 του ΑΚ οι αξιώσεις παραγράφονται σε είκοσι χρόνια, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά, όπως στην περίπτωση του άρθρου 250 αριθ.5, που αναφέρεται στις αξιώσεις εκείνων, που ασκούν κατ' επάγγελμα την παροχή υπηρεσιών, για τις αμοιβές και τις δαπάνες τους. Με το άρθρο 7 του α.ν. 440/1945 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των αφορωσών το Ταμείον Συντάξεων Μηχανικών και Εργοληπτών Δημοσίων Έργων διατάξεων" ορίζεται ότι οι κατά τας κείμενες γενικές ή ειδικές διατάξεις εγγυοδοτικές επιστολές για τη συμμετοχή σε δημοπρασίες εκτέλεσης έργων ή προμηθειών του Δημοσίου όλων των Υπουργείων και κάθε αρμοδιότητας, όπως και των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου και κάθε Οργανισμού, για τα οποία απαιτείται κατά το νόμο δημοπρασία για την εκτέλεσή τους, εκδίδονται απεριόριστα και από το Ταμείο Συντάξεων Μηχανικών και Εργοληπτών Δημοσίων 'Εργων και ότι οι εγγυοδοτικές επιστολές του Ταμείου γίνονται υποχρεωτικά δεκτές, έστω και αν δεν αναφέρεται αυτό στη διακήρυξη.

Με το άρθρο δε 2 του ν. 1019/1949 ορίστηκε ότι, προκειμένου για δημόσια κ.λ.π έργα που εκτελούνται στις επαρχίες, οι υπέρ των μετόχων του ΤΣΜΕΔΕ εκδιδόμενες από αυτό μετά το ν. 440/1945 εγγυοδοτικές επιστολές για τη συμμετοχή στις δημοπρασίες χορηγούνται είτε από το Κεντρικό Γραφείο του Ταμείου είτε από τα ιδρυόμενα επαρχιακά Γραφεία.

Τέλος, κατά το άρθρο 2 του ν. 2326/1940 σκοπός του ΤΣΜΕΔΕ είναι η παροχή συντάξεως ή εφάπαξ βοηθήματος στους μετόχους, οι οποίοι παύουν να εξασκούν επάγγελμα, όπως και στις οικογένειές τους, κατά δε το άρθρο 7 του ιδίου νόμου πόροι του Ταμείου είναι κλπ. Από το συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων προκύπτει ότι το ΤΣΜΕΔΕ έχει διφυή χαρακτήρα και ειδικότερα συνιστά, αφενός, ασφαλιστικό οργανισμό κοινωνικής ασφάλισης και με την ιδιότητα αυτή αποτελεί φορέα δημόσιας εξουσίας και αφετέρου ενεργεί ως οικονομική οντότητα ιδιωτικού δικαίου (fiscus), όπως ακριβώς δρούν τα άλλα πιστωτικά ιδρύματα και στα πλαίσια της δραστηριότητάς του αυτής παρέχει στους μετόχους του ασφαλισμένους πιστωτικές υπηρεσίες, εγγυόμενο υπέρ των μελών του, τα οποία επιδίδονται έτσι απρόσκοπτα στην ανάληψη και εκτέλεση δημόσιων έργων, καταβάλλοντας στο Ταμείο ορισμένη προμήθεια.

Η καταβολή προμήθειας γενικά για την έκδοση εγγυητικών επιστολών συνιστά ανταποδοτικό αντάλλαγμα (αμοιβή) για την παροχή εγγύησης ή την έκδοση εγγυητικής επιστολής και η αξίωση για την καταβολή αυτής (αμοιβής) υπόκειται στη πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 αριθ. 5 του Α.Κ. Επομένως, το ΤΣΜΕΔΕ ανήκει στην κατηγορία των προσώπων της παρ. 5 του άρθρου 250 Α.Κ.

κατά το μέρος που ασκεί κατ' επάγγελμα την παροχή εγγυήσεων υπέρ των μελών του εργοληπτών δημόσιων έργων με την έκδοση εγγυητικών επιστολών και οι αξιώσεις του για την καταβολή της προμήθειας υπόκεινται στην πενταετή παραγραφή του παραπάνω άρθρου (ΑΠ 663/2011). Στην προκειμένη περίπτωση, επί της από 9.12.2004 ανακοπής του αναιρεσείοντος ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτός ζήτησε την ακύρωση της 65119/2004 ατομικής ειδοποίησης και πρόσκλησης του Προέδρου του ΤΣΜΕΔΕ και της 448Α/2004 απόφασης του Δ.Σ.

του ίδιου Ταμείου, με την οποία βεβαιώθηκε σε βάρος του οφειλή, συνολικού ποσού 334.713, 07 ευρώ, από προμήθειες εγγυητικών επιστολών που εκδόθηκαν από το ΤΣΜΕΔΕ υπέρ της εταιρίας "Τεχνοδομή Αφοί Μ. Τ. Α.Β.Ε.Τ.Τ.Ε.", ύστερα από δική του εντολή, από τόκους χαρτόσημο και εισφορά ΟΓΑ, εκδόθηκε η πρωτόδικη απορριπτική απόφαση 4372/2007, η οποία στη συνέχεια επικυρώθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. 'Όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο απέρριψε, ως μη νόμιμο, τον προβληθέντα με τον έκτο λόγο της ανακοπής και επαναφερθέντα στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με τον έβδομο λόγο και τους πρόσθετους λόγους έφεσης, ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι από τις επίμαχες αξιώσεις του ΤΣΜΕΔΕ (ήδη πρώτου από τους αναιρεσιβλήτους) έχουν παραγραφεί, εκείνες της χρονικής περιόδου 1997-2001, λόγω παρέλευσης της προβλεπόμενης από το άρθρο 71 παρ. 1 εδ.γ του ν. 542/l977 τριετίας από τη λήξη του έτους, μέσα στο οποίο αποκτήθηκε ο τίτλος βεβαίωσης, και επικουρικά, λόγω παρέλευσης πενταετίας από τη λήξη του έτους, μέσα στο οποίο έπρεπε να βεβαιωθούν, δεχόμενο ότι οι αξιώσεις αυτές υπόκεινται στην εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 44 παρ. 2 του ν.

δ. 496/1974 για το λογιστικό των ν.π.δ.δ., που αρχίζει από τη λήξη του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο βεβαιώθηκαν. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, το οποίο υπήγαγε τις πιο πάνω αξιώσεις του πρώτου από τους αναιρεσιβλήτους από προμήθειες των χορηγηθεισών εγγυητικών επιστολών στην εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 44 παρ. 2 του ν.δ. 496/1974, παραβίασε την τελευταία αυτή διάταξη, την οποία εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε, ενώ δεν ήταν εφαρμοστέα, καθώς και τη διάταξη του άρθρου 250 περ. 5 του ΑΚ, την οποία δεν εφάρμοσε αν και ήταν εφαρμοστέα.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, κατά την έκταση που ενέχει μομφή κατά της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 44 παρ. 2 του ν.δ. 496/1974 και εσφαλμένη μη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 250 περ. 5 ΑΚ, είναι βάσιμος. Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης εκθέτει ο αναιρεσείων ότι το Εφετείο απέρριψε τον τρίτο λόγο ανακοπής του, τον οποίο επανέφερε σ'αυτό με τον τέταρτο λόγο έφεσης, δεχόμενο τα εξής: "Οι εκκαλούντες με τον τρίτο λόγο της ανακοπής, που επαναφέρουν με τον τέταρτο λόγο έφεσης, ζήτησαν να ακυρωθούν οι ως άνω αποφάσεις (νόμιμοι τίτλοι), γιατί τα αντίγραφα των ως άνω αποφάσεων που του επιδόθηκαν φέρουν μόνο την υπογραφή της Γραμματέως του Δ.Σ., ενώ, σύμφωνα με την απόφαση αυτή, παρέχεται εξουσιοδότηση για έκδοση αντιγράφων στον Πρόεδρο του Ταμείου ή το νόμιμο αναπληρωτή του.

Ο λόγος αυτός αλυσιτελώς προβάλλεται κατά των ως άνω αποφάσεων-βεβαιώσεων οφειλών, δεδομένου ότι αναφέρεται σε ακυρότητα ως προς την έκδοση του αντιγράφου αυτών και όχι σε ακυρότητα των αποφάσεων αυτών, που λήφθηκαν νόμιμα από το Δ.Σ. του εφεσίβλητου Ταμείου και επομένως ο σχετικός λόγος των εφέσεων των ανακοπτόντων είναι αβάσιμος".

Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι, με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο, υπέπεσε στην πλημμέλεια, α) του αριθμού 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά, χωρίς απόδειξη και ειδικότερα δέχθηκε ότι η επίμαχη απόφαση του Δ.Σ. του ΤΣΜΕΔΕ για τον καθορισμό και τη βεβαίωση των οφειλών του λήφθηκε νόμιμα από αυτό, μολονότι από το προσκομισθέν αποδεικτικό υλικό (επικυρωμένο αντίγραφο της απόφασης αυτής) δεν προέκυπταν τα αναγκαία στοιχεία που πρέπει να διαλαμβάνονται στην απόφαση συλλογικού οργάνου της Διοίκησης για να αχθεί αυτό στην κρίση για τη νομιμότητα του τίτλου και β) του αριθμού 1του ίδιου άρθρου, διότι, ενώ ο ίδιος ισχυρίστηκε με την ανακοπή και την έφεσή του ότι ο επίμαχος νόμιμος τίτλος (απόφαση-βεβαίωση οφειλών) δεν είχε εκδοθεί νομίμως και έπασχε αθεράπευτη ακυρότητα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν εφάρμοσε και έτσι παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 15 παρ. 7 και 8 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, με τις οποίες ορίζεται ότι το πρακτικό (συλλογικού οργάνου) συντάσσεται από το γραμματέα και επικυρώνεται από τον πρόεδρο και ότι η υπογραφή του προέδρου ή του αναπληρωτή του αρκεί για τη νόμιμη υπόσταση κάθε πράξης του συλλογικού οργάνου.

Από την επισκόπηση του δικογράφου της από 9.12.2004 ανακοπής του ανακόπτοντος και ήδη αναιρεσείοντος προκύπτει ότι αυτός ισχυρίστηκε, με τον τρίτο λόγο αυτής, τα εξής: "Το αντίγραφο της προσβαλλόμενης υπ' αριθ. 448Α απόφασης-βεβαίωσης οφειλών, το οποίο μου έχει επιδοθεί, δεν έχει εκδοθεί νομίμως, καθ' όσον φέρει μόνο την υπογραφή της γραμματέως του ΔΣ, ενώ σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 3 της εν λόγω απόφασης η εξουσιοδότηση για τη νόμιμη έκδοση αντιγράφων και αποσπασμάτων της σχετικής απόφασης παρέχεται από το Δ.Σ.

μόνο στον πρόεδρο του Ταμείου και εν απουσία αυτού ή λόγω κωλύματός του, στο νόμιμο αναπληρωτή του.

Συνεπώς μόνο ο πρόεδρος του Ταμείου ή κατά περίπτωση ο νόμιμος αναπληρωτής του μπορούν να προβαίνουν στη νόμιμη έκδοση αντιγράφων των αποφάσεων του ΔΣ και όχι ο γραμματέας του ΔΣ. Με βάση λοιπόν τα ανωτέρω εκτιθέμενα, η προσβαλλόμενη πράξη της απόφασης-βεβαίωσης οφειλών, στο βαθμό που φέρει ως εκδότη της τη γραμματέα του ΔΣ του Ταμείου, αντί του προέδρου ή του αναπληρωτή του, τυγχάνει εξ υπαρχής απολύτως άκυρη, ως έχουσα εκδοθεί από αναρμόδιο όργανο, πρέπει δε για το λόγο αυτό να αναγνωριστεί η ακυρότητά της κατ'αποδοχή του λόγου αυτού της ανακοπής μου".

Όπως γίνεται φανερό, με τον επίμαχο αυτό λόγο ανακοπής ο ανακόπτων και ήδη αναιρεσείων αμφισβητεί το κύρος και τη νομιμότητα του επιδοθέντος στον ίδιο αντιγράφου της με αριθ. 448Α απόφασης-βεβαίωσης οφειλών, η οποία και αποτελεί το νόμιμο τίτλο στην ένδικη υπόθεση, επικαλούμενος ατέλειες κατά την έκδοσή του και ειδικότερα αναρμοδιότητα της γραμματέως που το υπογράφει.

Η πιο πάνω όμως προσβαλλόμενη ατέλεια του αντιγράφου της εν λόγω απόφασης-βεβαίωσης, το οποίο δεν έχει αυθυπαρξία, αλλά αντλεί την αποδεικτική του δύναμη από την απόφαση αυτή, η οποία και αποτελεί τον κρίσιμο νόμιμο τίτλο, δεν ασκεί καμιά επίδραση στο αυθύπαρκτο κύρος και τη νομιμότητα του τίτλου αυτού.

Πρέπει να σημειωθεί ότι η περαιτέρω αναφορά στον πιο πάνω λόγο ανακοπής ότι, ενόψει του πιο πάνω ελαττώματος του αντιγράφου, είναι απολύτως άκυρη, ως έχουσα εκδοθεί από αναρμόδιο όργανο, και η απόφαση-βεβαίωση οφειλών, συνδέεται αρρήκτως με τον ισχυρισμό του ανακόπτοντος για μη νόμιμη έκδοση εκ μέρους της γραμματέως του αντιγράφου της απόφασης αυτής και δεν ενέχει προσβολή του κύρους και της νομιμότητας της εν λόγω απόφασης, ως εκτελεστού τίτλου, αφού δεν περιέχει με σαφήνεια και κατηγορηματικότητα συγκεκριμένα στοιχεία αμφισβήτησης του κύρους και της νομιμότητας του νόμιμου αυτού τίτλου.

Συνακόλουθα η αιτιολογία της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης ότι ο επίμαχος λόγος ανακοπής αλυσιτελώς προβάλλεται κατά της απόφασης-βεβαίωσης οφειλών, δεδομένου ότι αναφέρεται σε ακυρότητα, ως προς την έκδοση του αντιγράφου αυτής, και όχι σε ακυρότητα της ίδιας της απόφασης, στηρίζει με επάρκεια αυτοτελώς την απόρριψη του πιο πάνω λόγου της ανακοπής.

Η μομφή που προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση με τον προαναφερόμενο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, για παραδοχή παρά το νόμο πραγμάτων με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινών, χωρίς απόδειξη, και η οποία αναφέρεται μόνο στην περαιτέρω πλεοναστική αιτιολογία της εν λόγω απόφασης ότι η επίμαχη απόφαση-βεβαίωση "λήφθηκε νόμιμα από το Δ.Σ.

του εφεσίβλητου Ταμείου", δεν είναι σε θέση να ασκήσει επίδραση στο παραπάνω απορριπτικό αποτέλεσμα, ως προς τον τρίτο λόγο ανακοπής και τον αντίστοιχο τέταρτο λόγο της έφεσης. Επομένως είναι αλυσιτελής ο πιο πάνω δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του. Για την ίδια αιτία είναι αλυσιτελής ο λόγος αυτός αναίρεσης και κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ για εσφαλμένη μη εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 15 παρ. 7 και 8 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, σε σχέση με τη νομιμότητα του επίμαχου τίτλου (απόφασης-βεβαίωσης-οφειλών).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 80, 88, 89, 277 αρ. 4 και 517 ΚΠολΔ συνάγεται ότι αν ο εναγόμενος πρoσεπικαλέσει στη δίκη εκείνον από τον οποίο, σε περίπτωση ήττας του, δικαιούται να ζητήσει αποζημίωση για το ποσό που θα υποχρεωθεί να καταβάλει στον ενάγοντα και συγχρόνως ενώσει μαζί με την προσεπίκληση και αγωγή αποζημίωσης, ο δε προσεπικληθείς και με την παρεμπίπτουσα αγωγή εναγόμενος δεν παρενέβη σε αυτή, αλλά περιορίστηκε μόνο στην απόκρουση της προσεπίκλησης και την άρνηση της υποχρεώσεως του για αποζημίωση, δεν καθίσταται διάδικος στην κύρια δίκη μεταξύ του ενάγοντος και του εναγομένου, ούτε δημιουργείται ομοδικία μεταξύ αυτού (προσεπικληθέντος) και του προσεπικαλέσαντος αυτόν εναγομένου.

Από αυτά παρέπεται ότι αν απορριφθεί η αγωγή και ως εκ τούτου και η προσεπίκληση και η ενωμένη σε αυτή παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημίωσης, ο ενάγων στην κύρια δίκη, ασκώντας έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης, δεν δικαιούται να την απευθύνει και κατά του προσεπικληθέντος και παρεμπιπτόντως εναγομένου, διότι ο τελευταίος, εφόσον δεν παρενέβη, δεν κατέστη διάδικος στην κύρια δίκη.

Ο εναγόμενος όμως, που ηττήθηκε στην κύρια δίκη και του οποίου απορρίφθηκε παράλληλα η προσεπίκληση και η ενωμένη σ' αυτή παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημίωσης, δικαιούται να ασκήσει έφεση και να την απευθύνει τόσο εναντίον του κυρίως ενάγοντος, όσο και εναντίον του προσεπικληθέντος και παρεμπιπτόντως εναγομένου.

Η τελευταία αυτή έφεση τελεί βέβαια υπό την αίρεση απόρριψης της έφεσης εναντίον του κυρίως ενάγοντος. Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 73 παρ. 1 του ΚΕΔΕ (ν.δ. 356/1974), σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 583-585 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι στη δίκη που ανοίγεται με την ανακοπή του προαναφερόμενου άρθρου του ΚΕΔΕ, η οποία μπορεί να ασκείται και κατά του νόμιμου τίτλου, ο ανακόπτων επέχει καταρχήν θέση εναγομένου και το καθού (Δημόσιο ή ν.π.δ.δ.) θέση ενάγοντος, γεγονός που σημαίνει ότι το τελευταίο βαρύνεται με την επίκληση των γεγονότων, των οποίων το βάρος θα έφερε αν ασκούσε το δικαίωμά του με αγωγή (ΑΠ 2284/2009, ΑΠ 904/2005).

Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, σύμφωνα με το οποίο, επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, ο λόγος αυτός αναίρεσης, ο οποίος αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο, ιδρύεται και όταν κηρύσσεται εσφαλμένα ορισμένο ένδικο μέσο παραδεκτό ή απαράδεκτο.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο απέρριψε, ως απαράδεκτους την έφεση και τους πρόσθετους λόγους έφεσης, ως προς τους δεύτερη, τρίτο, τέταρτο και πέμπτο από τους εφεσίβλητους και ήδη αναιρεσιβλήτους, εναντίον των οποίων, ως δικονομικών εγγυητών του, ο ανακόπτων και ήδη αναιρεσείων άσκησε τις πρωτοδίκως απορριφθείσες από 12.4.2005 δύο προσεπικλήσεις με ενωμένες παρεμπίπτουσες αγωγές αποζημίωσης (τη μία εναντίον της δεύτερης αναιρεσίβλητης και την άλλη εναντίον των λoιπών), για την περίπτωση απόρριψης της ανακοπής του, με τη σκέψη ότι, εφόσον οι προσεπικαλούμενοι και παρεμπιπτόντως εναγόμενοι δικονομικοί εγγυητές προσήλθαν στην πρωτοβάθμια δίκη και δεν άσκησαν παρεμβάσεις, αλλά περιορίστηκαν στην απόκρουση των προσεπικλήσεων και την άρνηση της υποχρέωσής τους για αποζημίωση, δεν δικαιούται ο ανακόπτων να απευθύνει την ασκούμενη κατά της πρωτόδικης απόφασης έφεση και κατά των προσεπικαλουμένων και παρεμπιπτόντως εναγομένων εκ μέρους του, διότι οι τελευταίοι δεν κατέστησαν διάδικοι στην κύρια δίκη.

Έτσι όμως που έκρινε το Εφετείο κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτους την έφεση και τους πρόσθετους λόγους έφεσης, που, σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη, ήσαν παραδεκτοί, εφόσον στη δίκη που ανοίχθηκε με την επίμαχη από 9.12.2004 ανακοπή του αναιρεσείοντος κατά της πρώτου αναιρεσιβλήτου Ταμείου, με βάση το άρθρο 73 παρ. 1 του ΚΕΔΕ, για την ακύρωση της 65119/2004 ατομικής ειδοποίησης και πρόσκλησης του Προέδρου του ΤΣΜΕΔΕ και της 448Α/2004 απόφασης του Δ.Σ.

του ίδιου Ταμείου, ως νόμιμου τίτλου, θέση ενάγοντος επέχει το καθ'ου η ανακοπή ν.π.δ.δ. και όχι ο ανακόπτων, ο οποίος επέχει θέση εναγομένου και συνεπώς δικαιούται με την ιδιότητα αυτή να απευθύνει έφεση τόσο εναντίον του καθ' ου η ανακοπή, όσο και εναντίον των εκ μέρους του προσεπικληθέντων-παρεμπιπτόντως εναχθέντων, υπό την αίρεση απόρριψης της έφεσής του εναντίον του καθ' ου και συνακόλουθα επικύρωσης, κατά την έκταση αυτή, της πρωτόδικης απόφασης.

Επομένως ο τρίτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο απέρριψε ως απαράδεκτη την έφεση και τους πρόσθετους λόγους έφεσης εναντίον της δεύτερης, του τρίτου, του τέταρτου και του πέμπτου από τους ήδη αναιρεσιβλήτους, είναι βάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 536 παρ. 1 ΚΠολΔ, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν μπορεί να εκδώσει απόφαση επιβλαβέστερη για τον εκκαλούντα χωρίς ο εφεσίβλητος να ασκήσει δική του έφεση ή αντέφεση. Τέτοια επιβλαβέστερη διάταξη εκδίδεται, όταν η αγωγή απορρίφθηκε πρωτοδίκως ως νομικά αβάσιμη και το Εφετείο, μετά από έφεση του ενάγοντος, την απορρίπτει ως ουσιαστικά αβάσιμη, χωρίς έφεση του εναγομένου, οπότε υποπίπτει στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.8 ΚΠολΔ (ΑΠ 1951/2007).

Στην προκείμενη περίπτωση από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και εκείνης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (4372/2007 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών) προκύπτουν τα εξής: Το Πολυμελές Πρωτοδικείο απέρριψε τον προβληθέντα με τον πέμπτο λόγο της ανακοπής ισχυρισμό (ένσταση) του ανακόπτοντος και ήδη αναιρεσείοντος ότι το καθ'ου και ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο Ταμείο ασκεί καταχρηστικά το δικαίωμά του για είσπραξη της βεβαιωθείσας σε βάρος αυτού οφειλής με τον επίμαχο νόμιμο τίτλο (281 AK), ενόψει του ότι με την όλη συμπεριφορά των οργάνων του δημιούργησε στον ίδιο τη δικαιολογημένη πεποίθηση ότι για την είσπραξη της εν λόγω οφειλής επρόκειτο να στραφεί μόνο εναντίον της πιστούχου εταιρίας (δεύτερης αναιρεσίβλητης) και των φορέων της επένδυσης, με τους οποίους και συνήψε σύμβαση αναδοχής του χρέους αυτού και όχι εναντίον του ίδιου, δεχόμενο ότι τα αναφερόμενα στο λόγο αυτό ανακοπής πραγματικά περιστατικά και αν υποτεθεί ότι είναι αληθινά, δεν καθιστούν καταχρηστική την εκ των υστέρων επιδίωξη ανατροπής της κατάστασης, δηλαδή δεχόμενο ότι ο ισχυρισμός αυτός είναι νομικά αβάσιμος.

Το Εφετείο, ενώπιον του οποίου επαναφέρθηκε το ζήτημα αυτό με την έφεση που άσκησε ο ανακόπτων, απέρριψε τον εν λόγω ισχυρισμό, ως ουσιαστικά αβάσιμο, κρίνοντας ότι από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα και από τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αποδείχθηκε ότι δεν υπήρξε σύμβαση στερητικής αναδοχής χρέους, δυνάμει της οποίας ο ανακόπτων απηλλάγη από τις υποχρεώσεις του που απέρρεαν από τις εγγυητικές επιστολές, αλλά και ούτε υπήρξε οποιαδήποτε διαβεβαίωση εκ μέρους του Ταμείου για απαλλαγή του ανακόπτοντος από την ένδικη οφειλή, ούτε αδράνεια του Ταμείου για τη διεκδίκηση της ένδικης απαίτησης.

Έτσι όμως που έκρινε το Εφετείο, κατέστησε, χωρίς την άσκηση έφεσης ή αντέφεσης εκ μέρους του εφεσιβλήτου, επιβλαβέστερη τη θέση του ανακόπτοντος-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος και υπέπεσε, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8α ΚΠολΔ, διότι έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια αυτή του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8α ΚΠολΔ, είναι βάσιμος. Μετά από αυτά που προεκτέθηκαν, πρέπει, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου εν μέρει και των τρίτου και τέταρτου λόγων αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο Δικαστήριο, που την εξέδωσε, εφόσον είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), να διαταχθεί, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 495 παρ. 4 του ΚΠολΔ, η επιστροφή του παραβόλου στον αναιρεσείοντα και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την απόφαση 3060/2011 του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο πιο πάνω Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου, ποσού τριακοσίων (300) ευρώ, στον αναιρεσείοντα.

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Ιουλίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ