Legislator Case Law & Legislation
1601/2012 AI generated

1601/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1601/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 25 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/9/2006 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 689/2008 μη οριστική και 2120/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και η 2053/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των ανωτέρω οριστικών αποφάσεων ζητεί το αναιρεσείον με την από 27/10/2011 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

1601/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η απόρριψη της εφέσεως, λόγω της ερημοδικίας γίνεται κατ' ουσίαν και όχι κατά τύπους. Γιατί, παρόλο που στην πραγματικότητα οι λόγοι της εφέσεως δεν εξετάζονται ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητά τους, θεωρείται, κατά πλάσμα του νόμου, ότι είναι αβάσιμοι και για την αιτία αυτή πάντοτε απορριπτέοι, αφού δεν δίδεται στο δικαστήριο η δυνατότητα εκδόσεως αντίθετης αποφάσεως περί παραδοχής της.

Keywords

AI generated
previous legal status resettlement allowance transition indemnity reintegration of pension beneficiaries modification of maintenance assignment to provisional status
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1601 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1601/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 25 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΡΟΣΧΟΛΙΚΗΣ ΑΓΩΓΗΣ - ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΥ & ΠΡΟΝΟΙΑΣ" ως καθολικού διαδόχου του αρχικά εναγομένου Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΠΑΙΔΙΚΟΙ ΣΤΑΘΜΟΙ (πρώην ΙΒΣΑ) ΔΗΜΟΥ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΟΥ" που εδρεύει στο Περιστέρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Βουδούρη και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ν. Α. του Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Ανδρεαδάκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/9/2006 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 689/2008 μη οριστική και 2120/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και η 2053/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των ανωτέρω οριστικών αποφάσεων ζητεί το αναιρεσείον με την από 27/10/2011 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Ασπασία Καρέλλου, ανέγνωσε την από 11/9/2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 27/10/2011 αιτήσεως αναιρέσεως ως απαράδεκτης και σε περίπτωση που αυτή ήθελε κριθεί παραδεκτή να απορριφθεί ο πρώτος λόγος και να γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά το άρθρο 553 παρ. 1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι σε περίπτωση που η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, σε αναίρεση υπόκειται μόνον η απόφαση του Εφετείου, αφού αν μεν η έφεση γίνει δεκτή η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίζεται, ενώ αν η έφεση απορριφθεί κατ' ουσίαν, η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται και ενσωματώνεται στην εφετειακή (Ολ.Α.Π. 40/1996).

Η απόρριψη της εφέσεως, λόγω της ερημοδικίας γίνεται κατ' ουσίαν και όχι κατά τύπους. Γιατί, παρόλο που στην πραγματικότητα οι λόγοι της εφέσεως δεν εξετάζονται ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητά τους, θεωρείται, κατά πλάσμα του νόμου, ότι είναι αβάσιμοι και για την αιτία αυτή πάντοτε απορριπτέοι, αφού δεν δίδεται στο δικαστήριο η δυνατότητα εκδόσεως αντίθετης αποφάσεως περί παραδοχής της.

Επομένως, εάν η ασκηθείσα έφεση κατά της πρωτόδικης αποφάσεως απορριφθεί, λόγω ερημοδικίας του εκκαλούντος, προσβλητή με το ένδικο μέσο της αναιρέσεως είναι μόνον η (μη υποκείμενη πλέον σε ανακοπή ερημοδικίας) απόφαση του Εφετείου, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη . Έτσι δε τα τυχόν σφάλματα της αποφάσεως του πρώτου βαθμού, αφού επικυρώνονται από το Εφετείο, μπορούν να προταθούν με την αίτηση αναιρέσεως, ως σφάλματα της δευτεροβάθμιας αποφάσεως, εφόσον συνιστούν και αναιρετικούς λόγους, παραδεκτώς προβαλλόμενους.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 566 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., αν με το ίδιο αναιρετήριο προσβάλλονται δύο ή περισσότερες αποφάσεις πρωτοβάθμιου και δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η κατάθεσή του πρέπει να γίνεται στο καθένα από τα δικαστήρια αυτά. Η παράβαση της διατάξεως αυτής, η οποία συμπληρώνει τη γενική διάταξη του άρθρου 495 παρ. 1 του Κ.

Πολ.Δ., που ρυθμίζει τον τρόπο ασκήσεως των ενδίκων μέσων, επάγεται την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως ως απαράδεκτης, κατά το μέρος που αυτή στρέφεται κατά της αποφάσεως, ως προς την οποία το δικόγραφό της δεν κατατέθηκε στη γραμματεία του δικαστηρίου που την εξέδωσε.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο αντίγραφο της 2053/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, με αυτή το Εφετείο απέρριψε την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος, κατ' ουσίαν, λόγω της ερημοδικίας του. Επομένως η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της πρωτόδικης αποφάσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, γιατί η τελευταία απόφαση ενσωματώθηκε στην απόφαση του Εφετείου. Επιπλέον, η αίτηση αναιρέσεως, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της πρωτόδικης αποφάσεως είναι απαράδεκτη και για το λόγο, ότι όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζομένου αντιγράφου της, με την κάτω από αυτήν πράξη καταθέσεως, το δικόγραφό της κατατέθηκε μόνο στη γραμματεία του Εφετείου Αθηνών, όχι δε και στη γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Επειδή, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 553 παρ. 2 στοιχ. β' εδ. 1, 321, 495 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο ασκήσεως του εν λόγω ενδίκου μέσου, δηλαδή κατά το χρόνο καταθέσεως του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία απεκδύοντας το δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της εφέσεως. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 503 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας είναι δεκαπέντε ημέρες, αν ο διάδικος που δικάσθηκε ερήμην διαμένει στην Ελλάδα και αρχίζει από την επίδοση της αποφάσεως.

Συνεπώς, η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, είτε διότι παρήλθε η δεκαπενθήμερη, προς άσκηση αυτής προθεσμία από την επίδοση της ερήμην αποφάσεως, είτε διότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής ερημοδικασθείς διάδικος παραιτήθηκε νομίμως από το ασκηθέν ένδικο μέσο ή από το δικαίωμα προς άσκηση αυτού, διότι έκτοτε καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 553παρ. 1β' Κ.Πολ.Δ. Η απόδειξη της τελεσιδικίας της προσβαλλόμενης με αναίρεση αποφάσεως γίνεται με την προσκομιδή των σχετικών εκθέσεων επιδόσεως ή με τη βεβαίωση της γραμματείας του δικαστηρίου ότι δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο. Αν δεν αποδεικνύεται η τελεσιδικία με την προσκομιδή των εγγράφων αυτών η αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη.

Στην προκείμενη περίπτωση η αναίρεση ασκήθηκε από το εκκαλούν στις 31/10/2011 και στρέφεται και κατά της 2053/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη η έφεση που είχε ασκήσει κατά της 2120/2009 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή της αναιρεσίβλητης.

Όπως δε προκύπτει από την επισημείωση του δικαστικού επιμελητή στο αντίγραφο της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αυτό επιδόθηκε στο αναιρεσείον στις 28/9/2011 και έκτοτε παρήλθε άπρακτη η 15νθήμερη προθεσμία προς άσκηση ανακοπής ερημοδικίας, όπως τούτο προκύπτει από το με αριθμ. πρωτ. 423/2012 πιστοποιητικό του τμήματος ενδίκων μέσων του Εφετείου Αθηνών, με συνέπεια κατά το χρόνο που ασκήθηκε η προκείμενη αναίρεση (31/10/2011) να έχει καταστεί τελεσίδικη.

Ενόψει των ανωτέρω η προσβαλλόμενη απόφαση εφόσον προκύπτει ότι κατέστη τελεσίδικη υπόκειται σε αναίρεση και κατά συνέπεια η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως που ασκήθηκε κατ' αυτής είναι παραδεκτή. Επειδή, με το ν. 3106/2003 "αναδιοργάνωση του Εθνικού Συστήματος Κοινωνικής Φροντίδας και άλλες διατάξεις" ρυθμίστηκαν διάφορα θέματα σχετικά με την περιφερειακή συγκρότηση του Εθνικού Συστήματος Κοινωνικής Φροντίδας.

Ειδικότερα, με το άρθρο 8 παρ. 7-10 του άνω νόμου ανατέθηκε η ανάληψη της λειτουργίας των βρεφικών - παιδικών σταθμών, βρεφοκομείων και νηπιαγωγών του ΠΙΚΠΑ και των Ιδρυμάτων Βρεφονηπιακών Σταθμών Αθηνών, Θεσσαλονίκης και Λάρισας, καθώς και των προγραμμάτων των παιδικών σταθμών του Εθνικού Οργανισμού Πρόνοιας, στους οικείους ΟΤΑ Α' βαθμού για την καλύτερη εξυπηρέτηση των δημοτών τους.

Η μεταβίβαση γίνεται με την ίδια διαδικασία και προϋποθέσεις που μεταβιβάσθηκαν και οι Κρατικοί Παιδικοί και Βρεφονηπιακοί Σταθμοί με τις διατάξεις του άρθρου 12 του ν. 2880/2001. Επίσης, με τις ίδιες διατάξεις προβλέπεται η μεταφορά προσωπικού των κεντρικών υπηρεσιών των ιδρυμάτων βρεφονηπιακών σταθμών Αθηνών, Θεσσαλονίκης και Λάρισας σε Π.Ε.Σ.Υ.

και άλλα ΝΠΔΔ και ΝΠΙΔ, που εποπτεύονται από το Υπουργείο Υγείας και Πρόνοιας, σε υπηρεσίες της Περιφέρειας και σε υπηρεσίες Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης. Πλέον συγκεκριμένα στο άρθρο 8 του ν. 3106/2003 ορίζονται μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: Παράγραφος 7. Οι διατάξεις των παρ. 1, 2 και 5 του άρθρου 12 του ν. 2880/2001 ισχύουν και για τους βρεφικούς-παιδικούς σταθμούς, βρεφοκομεία και νηπιαγωγεία του ΠΙΚΠΑ, Κ.Β. " ΜΗΤΕΡΑ " και των ιδρυμάτων Βρεφονηπιακών Σταθμών Αθηνών, Θεσσαλονίκης και Λάρισας και για τα προγράμματα των παιδικών σταθμών του Ε.Ο.Π.

Παράγραφος 10. Τα ιδρύματα Βρεφονηπιακών Σταθμών Αθηνών (Ι.Β.Σ.Α.) Θεσσαλονίκης (Ι.Β.Σ.Θ.) και Λάρισας (Ι.Β.Σ.Λ.) εξακολουθούν να λειτουργούν μέχρι 30/6/2003, οπότε καταργούνται. Το προσωπικό των κεντρικών υπηρεσιών των παραπάνω φορέων, ανάλογα με τις υπηρεσιακές ανάγκες, μεταφέρεται με την ίδια σχέση εργασίας που έχει κατά τη δημοσίευση του παρόντος στα ΠΕ.Σ.Υ.

ή σε άλλα ΝΠΔΔ και ΝΠΙΔ εποπτευόμενα από το Υπουργείο Υγείας και πρόνοιας ή σε υπηρεσίες της Περιφέρειας ή της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης σε κενές οργανικές ή συνιστώμενες με την απόφαση μεταφοράς προσωποπαγείς θέσεις, σε κλάδους της ίδιας κατηγορίας ή εκπαιδευτικής βαθμίδας αντίστοιχους με τα προσόντα ή την ειδικότητα που κατέχουν.

Η μεταφορά γίνεται με απόφαση του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας ή με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Υγείας και Πρόνοιας, εάν ο φορέας υποδοχής είναι υπηρεσία της Περιφέρειας ή της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης. Το προσωπικό των παραπάνω φορέων, που διέπεται από τις διατάξεις των παραγράφων 3, 4 και 5 του άρθρου 7 του ν. 2646/1998 και του άρθρου 20 του ν. 2716/1999, τη δήλωση που προβλέπεται από το άρθρο 20 του ν. 2716/1999 υποβάλλει στη νέα του υπηρεσία εντός αποκλειστικής προθεσμίας δύο μηνών από τη γνωστοποίηση της απόφασης μεταφοράς ή μετάταξής του.

Η ένταξη γίνεται στη θέση που κατέχει ο υπάλληλος. Η θέση αυτή αυτοδικαίως μετατρέπεται σε θέση δημοσίου δικαίου και διαβαθμίζεται επίσης αυτοδικαίως από τον εισαγωγικό βαθμό. Η κατά τα ανωτέρω αυτοδίκαιη μετατροπή της θέσης σε θέση δημοσίου δικαίου και η διαβάθμισή της διαπιστώνεται στην απόφαση με την οποία γίνεται η ένταξη.

Η ένταξη και η κατάταξη σε μισθολογικό κλιμάκιο γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 20 του ν. 2716/1999 με απόφαση του αρμοδίου οργάνου της οικείας υπηρεσίας που δημοσιεύεται περιληπτικώς στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Οι προσωποπαγείς θέσεις που συνιστώνται με την απόφαση μεταφοράς καταργούνται αυτοδικαίως με την κατά οποιονδήποτε τρόπο αποχώρηση από την υπηρεσία των υπαλλήλων αυτών.

Ο χρόνος υπηρεσίας του υπαλλήλου που διανύθηκε στον φορέα από τον οποίο προέρχεται θεωρείται ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας και λαμβάνεται υπόψη για τη μισθολογική του εξέλιξη. Τυχόν επί πλέον τακτικές αποδοχές διατηρούνται ως προσωπική διαφορά, η οποία μειώνεται με οποιαδήποτε αύξηση των αποδοχών ή απολαβών μέχρι πλήρη εξίσωσή τους με τις αποδοχές της νέας θέσης.

Ο παραπάνω χρόνος αναγνωρίζεται, χωρίς δαπάνη, μετά από αίτηση του υπαλλήλου, για την καταβολή εφάπαξ χρηματικού βοηθήματος, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 103/1975. Εξάλλου στο άρθρο 20 του ν. 2716/1999 με βάση το οποίο θα γίνει η έναρξη και η κατάταξη σε μισθολογικά κλιμάκια των παραπάνω εργαζομένων, ορίζεται ότι το προσωπικό εντάσσεται σε μόνιμες θέσεις δημοσίου δικαίου, κατατάσσεται σε βαθμό και μισθολογικά κλιμάκια ανάλογα με το χρόνο υπηρεσίας που έχει διανυθεί στο νομικό πρόσωπο από το οποίο προέρχεται, με τα τυπικά προσόντα του κλάδου στον οποίο κατατάσσεται.

Ο χρόνος που τυχόν πλεονάζει στο βαθμό κατάταξης του υπαλλήλου θεωρείται ότι έχει διανυθεί στο βαθμό αυτό για την προαγωγή στον επόμενο βαθμό και την εκλογή του ως προϊσταμένου οργανικής μονάδας. Ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας που έχει διανυθεί στο νομικό πρόσωπο από το οποίο προέρχεται ο υπάλληλος θεωρείται ως πραγματική υπηρεσία για θέματα υπηρεσιακής του κατάστασης.

Από τις προεκτεθείσες διατάξεις συνάγεται ότι η ένταξη και η μετάταξη του μεταφερομένου υπαλλήλου σε μισθολογικά κλιμάκια θα γίνει ανάλογα με τα χρόνια υπηρεσίας που είχε διανύσει στον φορέα από τον οποίο προερχόταν, συνυπολογιζομένου ελλείψει αντίθετης ρύθμισης και του χρόνου προϋπηρεσίας σε προηγούμενο εργοδότη του ιδιωτικού τομέα που είχε αναγνωρίσει, αφού η υπηρεσία αυτή είχε αναγνωρισθεί από τον φορέα από τον οποίο προερχόταν και υπολογιζόταν για τη βαθμολογική του εξέλιξη και προσδιορισμό των αποδοχών του και αποτελούσε τη συνολική υπηρεσία του στο φορέα από τον οποίο έγινε η μεταφορά.

Στην προκείμενη περίπτωση το Μονομελές Πρωτοδικείο, η απόφαση του οποίου ενσωματώθηκε στην προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα : Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη προσλήφθηκε και ανέλαβε υπηρεσία, ως βοηθητικό προσωπικό, με τα καθήκοντα της καθαρίστριας στο πρώην Κρατικό Νομικό Πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία ΙΔΡΥΜΑ ΒΡΕΦΟΝΗΠΙΑΚΩΝ ΣΤΑΘΜΩΝ (Ι..Β.Σ.Α), την 1/11/1989, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 31/9/11/1989 απόφαση του Δ.Σ.

του Ιδρύματος εκείνου, σε εκτέλεση της υπ' αριθμ. Δ2α/38061/15/11/1989 αποφάσεως του Υπουργείου Υγείας Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, η οποία στη συνέχεια μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου. Με την υπ' αρ. 20/16/6/1989 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Ι.Β.Σ.Α. αναγνωρίσθηκε στην ενάγουσα προϋπηρεσία σε ιδιώτες (ως οικιακή βοηθός) 11 ετών και 24 ημερών, η ίδια εντάχθηκε στο ανάλογο μισθολογικό κλιμάκιο με βάση αυτή την αναγνώριση και προσμέτρηση της προϋπηρεσίας της και έκτοτε εξελίχθηκε στα εκάστοτε μισθολογικά κλιμάκια της κατηγορίας Υ.Ε.

όπου ανήκε, με θεωρούμενο ως χρόνο πρόσληψης, την 17/11/1978. Με την υπ' αριθμ. πρωτ. Οικ. 32627/30/6/2003 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Αττικής, που εκδόθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 8 του ν. 3106/2003 " Υπαγωγή των ΚΕΦΟ των άλλων υπηρεσιών Κοινωνικής Φροντίδας στους ΟΤΑ" (ΦΕΚ 30/10/2/2003 τ. Α') συστήθηκε το εναγόμενο (δημοτικό νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου) (ΦΕΚ 988/17/7/2003 τ.

Β' και ΦΕΚ 1184/26/8/-2003 τ. Β') και με την υπ' αριθμ. 42539/28/8/2003 απόφαση του ίδιου ως άνω Γ.Γ., η οποία διορθώθηκε με την υπ' αριθμ. 455669/29/9/2003 όμοια (δημοσιεύθηκαν στα ΦΕΚ 231/19/9/2003 και 250/ 9/10/2003, τ.ΝΠΔΔ), η ενάγουσα κατετάγη σε συσταθείσα προσωρινή προσωποπαγή θέση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στο εναγόμενο, ως βοηθητικό προσωπικό, χωρίς όμως να της αναγνωριστεί η προϋπηρεσία που της είχε αναγνωριστεί από τον προηγούμενο εργοδότη της, δηλαδή το Ι.Σ.Β.Α.

Για το λόγο αυτό κατετάγη στο 30° Μ.Κ. του ν. 2470/1997, με χρονοεπίδομα 48%, αντί για το 24° Μ.Κ. με χρονοεπίδομα 48%, το οποίο ελάμβανε κατά το χρόνο διακοπής της μισθοδοσίας της από το Ι.Σ.Β.Α. Δηλαδή, ακριβώς επειδή δεν της αναγνωρίστηκε η προϋπηρεσία των 11 ετών και 24 ημερών, η οποία της είχε αναγνωριστεί από τον προηγούμενο εργοδοτικό φορέα, από την κατάργηση του τελευταίου λαμβάνει κατώτερες αποδοχές.

Περαιτέρω, δυνάμει του άρθρου 1 παρ. 7 του ν. 3106/2003 ο χρόνος προϋπηρεσίας που αναγνωρίστηκε από το φορέα από τον οποίο προέρχεται ο υπάλληλος που μεταφέρεται στο νέο φορέα λαμβάνεται υπόψη για τη μισθολογική του εξέλιξη και θεωρείται ως πραγματική υπηρεσία για όλα τα θέματα της υπηρεσιακής του κατάστασης και στο νέο φορέα στον οποίο μεταφέρεται μετά την μετατροπή.

Συνεπώς, υπάρχει ρητή πρόβλεψη νόμου, βάσει της οποίας, η ως άνω συνολική προϋπηρεσία της ενάγουσας πρέπει να αναγνωρίζεται από το νέο εργοδότη. Κατ' ακολουθίαν των παραδοχών αυτών το Μονομελές Πρωτοδικείο δέχθηκε κατ' ουσίαν την αγωγή με την οποία η ενάγουσα ζητούσε την αναγνώριση, από 29/3/2003, προϋπηρεσίας 24 ετών 10 μηνών και 9 ημερών και την ένταξη τής, αναδρομικά στο αντίστοιχο μισθολογικό κλιμάκιο.

Με την κρίση του αυτή το δικαστήριο της ουσίας ορθώς εφάρμοσε τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του ν. 3016/2003, καθόσον, με την αναγνώριση από το Ι.Β.Σ.Α. του χρόνου προϋπηρεσίας της αναιρεσίβλητης στον ιδιωτικό τομέα και την εν συνεχεία μεταφορά αυτής, από 29/9/2003, στο αναιρεσείον Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου, μετά την κατάργηση του Ι.Β.Σ.Α.

συνυπολογιζόταν, ελλείψει αντίθετης ρύθμισης στον ως άνω νόμο, η προϋπηρεσία της αναιρεσίβλητης που είχε διανύσει στον ιδιωτικό τομέα και η οποία είχε αναγνωριστεί από το φορέα από τον οποίο προερχόταν (τον Ι.Β.Σ.Α.) και υπολογιζόταν για τη βαθμολογική της εξέλιξη και προσδιορισμό των αποδοχών της και αποτελούσε τη συνολική υπηρεσία της στο φορέα από τον οποίο έγινε η μεταφορά, οι δε αντίθετες αιτιάσεις, που προβάλλονται από το αναιρεσείον, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 560 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ, ότι η αναιρεσίβλητη δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις για την αναγνώριση της προϋπηρεσίας που εφέρετο να έχει, είναι αβάσιμοι.

Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 57 Α.Κ., όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να ζητήσει την άρση της προσβολής και τη μη επανάληψή της στο μέλλον. Αξίωση αποζημίωσης κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις (άρθρο 914 επ. Α.Κ.) δεν αποκλείεται, ύστερα από αίτηση του προσβληθέντος, όπως και της ικανοποίησης της ηθικής βλάβης, δοθέντος ότι ο σεβασμός της αξίας του ανθρώπου, περιεχόμενο του οποίου αποτελεί και η προστασία της προσωπικότητάς του, προστατεύεται και από το Σύνταγμα (άρθρα 2 παρ. 1 και 5 παρ.1 και 2 αυτού). Προσβολή της προσωπικότητα συνιστούν πράξεις που περιέχουν αμφισβήτηση της προσωπικής και επαγγελματικής του προσωπικότητας, η προσβολή δε είναι παράνομη, όταν γίνεται χωρίς δικαίωμα ή σε ενάσκηση μικρότερης σπουδαιότητας δικαιώματα ή κάτω από περιστάσεις που καθιστούν καταχρηστική την άσκησή του. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Στην προκείμενη περίπτωση το Μονομελές Πρωτοδικείο, η απόφαση του οποίου ενσωματώθηκε στην προσβαλλόμενη απόφαση, δικάζοντας επί αγωγής της αναιρεσίβλητης με την οποία, εκτός των άλλων ζητούσε, να υποχρεωθεί το αναιρεσείον να της καταβάλει ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη από την προσβολή της προσωπικότητάς της, υποχρέωσε "...

το εναγόμενο να της καταβάλει το ποσό των 2.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την ταλαιπωρία που της προκάλεσε η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των οργάνων του ...", χωρίς καμία αιτιολογία και συγκεκριμένα χωρίς να διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση παραδοχές, οι οποίες να συνιστούν παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των οργάνων του αναιρεσείοντος έναντι της αναιρεσίβλητης, καθώς και παραδοχές για το αν από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των οργάνων του αναιρεσείοντος προσβλήθηκε η προσωπικότητα της αναιρεσίβλητης.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ. είναι βάσιμος. Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το ως άνω μέρος (της επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης) και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος αυτό προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές είναι δυνατή.

Η δικονομική δυνατότητα παραπομπής στο ίδιο δικαστήριο, εφόσον είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, διατηρήθηκε και μετά την τροποποίηση του άρθρου 580 παρ. 3 του Κ. Πολ.Δ. με το άρθρο 113 του Ν. 4055/2012, στο οποίο από παραδρομή δεν αναφέρεται η φράση "... ή στο ίδιο, αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές" όπως από την τελολογική ερμηνεία του άρθρου αυτού, όπως τροποποιήθηκε, προκύπτει, που είναι η δίκαιη δίκη και η εύλογη διάρκεια αυτής.

Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να κατανεμηθούν ανάλογα με την έκταση της νίκης και ήττας καθενός των διαδίκων (άρθρο 178 Κ.Πολ.Δ.)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί, κατά το μέρος που στο σκεπτικό αναφέρεται την 2053/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το μέρος που αναιρέθηκε, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη σε μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, το οποίο ορίζει σε χίλια (1.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Οκτωβρίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Νοεμβρίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ