1601/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/12/2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 473/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4213/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22/3/2010 αίτησή της.
Legislator headnote
AI generated1601/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αντίθετα,, δεν θεωρείται καταχρηστική η απόλυση όταν γίνεται για οικονομοτεχνικούς λόγους, δηλαδή λόγους που εξυπηρετούν ανάγκες περιορισμού του προσωπικού, καθώς επίσης και ανάγκες οργανωτικών ή διαρθρωτικών αλλαγών της επιχείρησης, στα πλαίσια του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη ή για λόγους πλημμελούς ασκήσεως των καθηκόντων του μισθωτού, καθώς και λόγω μη εκπληρώσεως των συμβατικών του υποχρεώσεων.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1601 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1601/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ E.F.G. EUROBANK - ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Γεώργιο Λεβέντη και Γεώργιο Δαούτη και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευστράτιο Καρβέλη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/12/2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 473/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4213/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22/3/2010 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μουστάκας ανέγνωσε την από 28/9/2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ένδικης αιτήσεως.
Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 669, 672 και 673 ΑΚ, προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου υπάρχει και όταν από τον κανονισμό καταστάσεως προσωπικού ή τον οργανισμό λειτουργίας των υπηρεσιών του εργοδότη, προβλέπεται η αυτοδίκαιη αποχώρηση του υπαλλήλου από την υπηρεσία του, λόγω της συμπληρώσεως του καθοριζομένου σ' αυτόν ορίου ηλικίας (ΑΠ 1665/2002 ΕΕργΔ 62, σελ. 739).
Καταγγελία της συμβάσεως αυτής προ της λήξεως της γίνεται κατά το άρθρο 672 ΑΚ μόνο για σπουδαίο λόγο. Εξάλλου, η από το άρθρο 669 παρ.2 ΑΚ προβλεπόμενη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του μισθωτού. Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού δεν είναι απεριόριστη και ανεξέλεγκτη, αλλά υπόκειται στον περιορισμό που τίθεται από το άρθρο 281 ΑΚ, δηλαδή της μη προφανούς υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, η οποία υπέρβαση καθιστά άκυρη και συνεπώς ανενεργό κατά τα άρθρα 174, 180 ΑΚ την γενόμενη καταγγελία (ΑΠ 326/2001, ΑΠ 1318/2000).
Θεωρείται δε ότι υφίσταται κατάχρηση δικαιώματος επί απολύσεως υπαλλήλου, όταν αποδειχθεί ότι αυτή έγινε για λόγους άσχετους με την εκτέλεση της σύμβασης εργασίας και από τους οποίους δυσαρεστήθηκε ο εργοδότης. Όταν δηλαδή γενικά η γενόμενη απόλυση δεν δικαιολογείται από το καλώς εννοούμενο επαγγελματικό συμφέρον του εργοδότη ή από άλλες αντισυμβατικές ενέργειες του εργαζόμενου, από τις οποίες τυχόν επηρεάζεται ο κανονικός ρυθμός της εργασίας (ΑΠ 1102/2001 ΑΠ 1318/2000, ΑΠ 380/2000, ΑΠ 1 107/2000).
Αντίθετα,, δεν θεωρείται καταχρηστική η απόλυση όταν γίνεται για οικονομοτεχνικούς λόγους, δηλαδή λόγους που εξυπηρετούν ανάγκες περιορισμού του προσωπικού, καθώς επίσης και ανάγκες οργανωτικών ή διαρθρωτικών αλλαγών της επιχείρησης, στα πλαίσια του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη ή για λόγους πλημμελούς ασκήσεως των καθηκόντων του μισθωτού, καθώς και λόγω μη εκπληρώσεως των συμβατικών του υποχρεώσεων.
Περαιτέρω, η ακυρότητα της γενομένης καταγγελίας έχει σαν αποτέλεσμα την περιέλευση του εργοδότη σε υπερημερία με συνέπεια να υποχρεούται αυτός σε καταβολή μισθών υπερημερίας (ΑΠ 326/2001, ΑΠ 1318/2000, ΑΠ 688/1999, όπ.).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη των πραγμάτων κρίση του, δέχθηκε ως αποδειχθέντα τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Ο ενάγων -εκκαλών είναι πτυχιούχος του Τμήματος Λογιστικής της Σχολής Διοίκησης και Οικονομίας του Τ.Ε.Ι. Κοζάνης. Κατόπιν επιτυχίας του στις από 27-6-1992 εισαγωγικές εξετάσεις της πρώην Τράπεζας Εργασίας ΑΕ, προσελήφθη από αυτήν στις 14-9-1992 ως υπάλληλος, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας δοκιμαστικής διάρκειας έξι μηνών} ήτοι από 14-9-1992 έως 13-3-1993.
Αφού υπηρέτησε δε ευδόκιμα κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα, εντάχθηκε έκτοτε, στο τακτικό προσωπικό της. Η καταρτισθείσα στη συνέχεια σύμβαση του ήταν, επίσης, ορισμένου χρόνου, δεδομένου ότι έληγε σύμφωνα με τον ισχύοντα τότε Κανονισμό της ως άνω Τράπεζας, με τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας που για τους άνδρες ήταν το 65° έτος.
Στις 7-9-2000 η ανωτέρω Τράπεζα απορροφήθηκε δια συγχωνεύσεως από την εναγομένη - εφεσίβλητη "ΤΡΑΠΕΖΑ E.F.G. EUROBANK - ERGASIAS Α.Ε.". Με τον τρόπο αυτό η προαναφερομένη υπεισήλθε αυτοδικαίως στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της Τράπεζας Εργασίας ως εργοδότιδας, έναντι του προσωπικού της, στο οποίο περιλαμβανόταν και ο ενάγων.
Στις 12-9-2000 η εναγομένη κατήγγειλε τον ισχύοντα μέχρι τότε Εσωτερικό Κανονισμό της απορροφηθείσας Τράπεζας Εργασίας και γενικότερα όλες τις προϋφιστάμενες συλλογικές και συλλογικού χαρακτήρα ρυθμίσεις. Στη συνέχεια, η εναγομένη συνήψε αυθημερόν, με την πλέον αντιπροσωπευτική συνδικαλιστική οργάνωση της νέας ενιαίας τράπεζας, δηλαδή με το Σωματείο Εργαζομένων Τραπεζικής Επιχείρησης EFG Eurobank, τον από 12-9-2000 νέο Εσωτερικό Κανονισμό (Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση), ο οποίος έκτοτε ισχύει νόμιμα και που σύμφωνα με τον όρο 20 αυτού αποτελεί συνολική ρύθμιση όλων των θεμάτων που αφορούν τις σχέσεις του προσωπικού με την τράπεζα, καταργώντας όλες τις προηγούμενες υφιστάμενες ρυθμίσεις επί των παραπάνω θεμάτων, τις οποίες και αντικαθιστά.
Επίσης, με τον ίδιο όρο ορίζεται ότι ο ανωτέρω Κανονισμός καταργεί τον ισχύοντα στην πρώην Τράπεζα Εργασίας Οργανισμό (Ειδική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας από 20-1-1978, κατατεθείσα στο Ειρηνοδικείο Αθηνών την 17-2-1978, αριθμ.2/78), όπως και όποιες άλλες τυχόν ισχύσασες συλλογικές συμβάσεις εργασίας, διαιτητικές αποφάσεις κλπ.
Ακόμη, σύμφωνα με τον με αριθμό 19 όρο του πιο πάνω νέου Εσωτερικού Κανονισμού ορίζονται τα εξής: "Οι ατομικές συμβάσεις εργασίας των υπαλλήλων της τράπεζας είναι, και οι υπάρχουσες καθίστανται, αορίστου χρόνου. Συμβάσεις ορισμένου χρόνου είναι μόνον, κατ' εξαίρεση, οι αναφερόμενες στο άρθρο 4 του παρόντος Οργανισμού (προσλήψεις) παράγραφοι 6 και 8 (σημ.
οι παρ/φοι αυτοί αναφέρονται στις συμβάσεις δοκιμής και προσωρινές συμβάσεις). Όλες οι εργασιακές συμβάσεις, λήγουν ή μπορούν να καταγγελθούν, κατά τους όρους και προϋποθέσεις της εκάστοτε ισχύουσας νομοθεσίας. Ειδικότερα, οι συμβάσεις αορίστου χρόνου μπορούν να καταγγελθούν για τους κάτωθι λόγους: - ελλιπή υπηρεσιακή απόδοση ή επαγγελματική ανεπάρκεια του υπαλλήλου - μη τήρηση των συμβατικών και νομίμων υποχρεώσεων του ) ανεξάρτητα εάν εκ τούτων προεκλήθη ή όχι ζημία στην τράπεζα-απρεπής ή μη δέουσα εν γένει συμπεριφορά προς τους προϊσταμένους συναδέλφους πελάτες και εν γένει συναλλασσομένους με την τράπεζα. - Μη ενδεδειγμένη εξωυπηρεσιακή συμπεριφορά η οποία προκαλεί ζημία στην τράπεζα ή έχει επίπτωση στη φήμη και στην εικόνα της.- Κάθε πράξη ή παράλειψη του υπαλλήλου που προκαλεί την δικαιολογημένη απώλεια ή κλονισμό της εμπιστοσύνης της τράπεζας προς τον υπάλληλο. -Πάσης φύσεως οικονομικοτεχνικούς, διαρθρωτικούς και οργανωτικούς λόγους".
Έτσι, από την ως άνω ημερομηνία ισχύος και εφαρμογής του νέου Εσωτερικού Κανονισμού της εναγομένης, η ατομική σύμβαση του ενάγοντος, υπαχθείσα στον Κανονισμό αυτό, έπαυσε να έχει διάρκεια μέχρι τη συμπλήρωση του 65°" έτους της ηλικίας αυτού, καθιστάμενη αορίστου χρόνου και δυνάμενη να καταγγελθεί οποτεδήποτε, για τους αναφερομένους ανωτέρω λόγους.
Ο ενάγων σε εκτέλεση της ανωτέρω συμβάσεως εργασίας του προσέφερε τις υπηρεσίες του με την ανωτέρω ιδιότητα του, από της καταρτίσεως της μέχρι τις 6-9-2000 στην αρχική εργοδότιδά του Τράπεζα Εργασίας και ακολούθως από του χρόνου της ανωτέρω συγχωνεύσεως (7-9-2000), στην εναγομένη μέχρι την 6-10-2005 που η τελευταία κατήγγειλε εγγράφως τη σύμβαση αυτή και κάλεσε τον ενάγοντα να εισπράξει τη νόμιμη αποζημίωση του.
Η εναγομένη συγκεκριμένα, επικαλέστηκε στο έγγραφο της καταγγελίας ότι η καταγγελία έγινε για "ελλιπή υπηρεσιακή (του) απόδοση και επαγγελματική ανεπάρκεια και για κάθε πράξη και παράλειψη (του) που προκαλεί την δικαιολογημένη απώλεια και κλονισμό της εμπιστοσύνης της Τράπεζας (προς αυτόν)". Με τις προτάσεις της στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο η εναγομένη ισχυρίστηκε ειδικότερα, ότι κατήγγειλε την εργασιακή σύμβαση του ενάγοντος, διότι υπήρχε μεγάλο πρόβλημα στην επαφή του με τους πελάτες που ζητούσαν από αυτόν ενημέρωση για κάποιο δάνειο για το οποίο ενδιαφέροντο.
Ότι αυτός έκανε σωρεία λαθών, παρέχοντας λάθος πληροφορίες στους πελάτες με αποτέλεσμα την ένταξη τους σε λάθος κατηγορίες επιδοτούμενων δανείων. Ότι υπήρχε μεγάλο πρόβλημα συνεννοήσεως του ενάγοντος, τόσο με τους πελάτες όσο και με τους προϊσταμένους του, αφού αυτός έδειχνε απλώς να μην καταλαβαίνει τι ακριβώς του έλεγαν και τι έπρεπε να κάνει, δείχνοντας να διαθέτει πολύ περιορισμένες δυνατότητες στο να αντιληφθεί το αντικείμενο της εργασίας του.
Ότι έδειχνε μια ανεξήγητη ισχυρογνωμοσύνη, αγνοώντας τις υποδείξεις και συστάσεις των προϊσταμένων του και εξακολουθώντας να κάνει ό,τι εκείνος πίστευε πως έπρεπε να κάνει επαναλαμβάνοντας τα ίδια λάθη. Τέλος, ότι εμφάνιζε προβλήματα ακόμη και στην ατομική εμφάνιση και παρουσία του στο κατάστημα. Οι ισχυρισμοί όμως αυτοί της εναγομένης δεν είναι βάσιμοι, δεδομένου ότι δεν αποδείχθηκαν από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα.
Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων τον Σεπτέμβριο του 2000 τοποθετήθηκε στο επί της οδού ... στην Αθήνα Κατάστημα της εναγομένης, όπου εργάσθηκε για 6 μήνες στο Τμήμα Χορηγήσεων Δανείων. Ακολούθως, και λόγω καταργήσεως αυτού του Καταστήματος, μετατέθηκε στο Κατάστημα της ..., όπου προσέφερε τις υπηρεσίες του στο ίδιο αντικείμενο, μέχρι τα τέλη του έτους 2002.
Τον Ιανουάριο του 2003 μετατέθηκε στην Κεντρική Υπηρεσία Μικρών Επιχειρηματικών Δανείων και μετά από βραχεία παραμονή σ' αυτή, στις 5-5-2003 μετατέθηκε στο Κατάστημα .... Στο κατάστημα αυτό υπηρέτησε πλέον των δύο ετών, αρχικά στο Τμήμα Στεγαστικών Δανείων ως Στεγαστικός Σύμβουλος και από τον Ιούλιο του 2004 στο Τμήμα Εξυπηρέτησης Πελατών.
Στη συνέχεια, από 1-8-2005 έως 15-9-2005, δηλαδή για διάστημα 45 ημερών, μετατέθηκε στη Δ/νση Στεγαστικής Πίστης και ακολούθως ανακλήθηκε στο Κατάστημα ... . Τέλος, και επειδή το Κατάστημα ... καταστράφηκε, τοποθετήθηκε στο Κατάστημα ..., όπου και παρέμεινε μέχρι της απολύσεως του. Περαιτέρω, από τα προσκομιζόμενα από τον ενάγοντα φύλλα υπηρεσιακής αξιολόγησης αυτού των ετών 2000, 2001, 2002, 2003 και 2004 προκύπτουν τα εξής:
Στα Έντυπα Αξιολόγησης Απόδοσης των ετών 2000 -2001, από τις υπάρχουσες σ' αυτά πέντε κλίμακες αξιολόγησης των ελεγχομένων υπαλλήλων (ήτοι: Γ1 "Ξεπερνά σημαντικά τις προσδοκίες", 2η "Ξεπερνά τις προσδοκίες", 3η "Ανταποκρίνεται στις προσδοκίες", 4η "Ανταποκρίνεται μερικώς στις προσδοκίες" και 5η "Δεν ανταποκρίνεται στις προσδοκίες"), ο ενάγων κατατάσσεται από τους αξιολογητές του στην 3η κλίμακα ("Ανταποκρίνεται στις προσδοκίες"), ενώ περαιτέρω αναφέρεται από αυτούς ότι είναι "Φιλότιμος και εργατικός υπάλληλος, γνώστης της εργασίας του και με δυνατότητες περαιτέρω βελτίωσης".
Στο Έντυπο Αξιολόγησης Απόδοσης του έτους 2002 κατατάσσεται από τους αξιολογητές του στην 4'1 κλίμακα αξιολόγησης ("Ανταποκρίνεται μερικώς στις προσδοκίες") και σχολιάζεται από αυτούς ως "Πρόθυμος να εκτελέσει τις οδηγίες που λαμβάνει, χρειάζεται περισσότερη πρωτοβουλία στη δουλειά του". Στο Έντυπο Αξιολόγησης και Ανάπτυξης του έτους 2003, από τις πέντε κλίμακες αξιολόγησης της απόδοσης των ελεγχομένων που έχουν ελαφρώς τροποποιηθεί ως προς την ονομασία τους (ήτοι Γ1 "Άριστος", 2η "Ξεπέρασε τις προσδοκίες", 3'1 "Ικανοποιητική", 4η "Επιδέχεται βελτίωση" και 5'1 "Συνολικά μη ικανοποιητικός"), ο ενάγων κατατάσσεται από τους αξιολογητές του (Μ.
Ο. και Π. Σ.) στην κλίμακα (με απόδοση "Ικανοποιητική"). Στο ίδιο έντυπο γίνονται τα εξής σχόλια από τους ανωτέρω αξιολογητές του για την αξιολόγηση της απόδοσης του : "Είναι άτομο θετικό, καλλιεργημένο, με διάθεση για μάθηση και ανησυχίες. Προσαρμόζεται εύκολα στις αλλαγές δείχνοντας επιμέλεια στην εκμάθηση του αντικειμένου του.
Είναι φιλότιμος, εργατικός και πέραν του ωραρίου του. Αναπτύσσει το αντικείμενο του με ευκρίνεια και αποτελεσματικότητα. Επιδέχεται βελτίωση στη συνοπτική ενημέρωση του πελάτη και της οργανωτικής του ικανότητας". Επίσης στο ίδιο έντυπο περιλαμβάνονται για τον ενάγοντα και τα ακόλουθα σχόλια ως προς τις επαγγελματικές του ικανότητες και ιδιότητες: "Είναι ποιοτικός στην εργασία του και προσεκτικός", "Αποτελεσματικός, προσφέρει ποσοτική και σωστή εργασία" "Είναι θετικός στις αλλαγές, προσαρμόζεται πολύ εύκολα και έχοντας γνώση του αντικειμένου του, είναι αποτελεσματικός στην επαφή με τους πελάτες", "Διαβάζει, εκπαιδεύεται και ασχολείται με το αντικείμενο του και πέραν του ωραρίου του", "Είναι ευφυής, ξεχωρίζει τις κρίσιμες - χρήσιμες πληροφορίες και γνωρίζει να τις επεξεργάζεται στην καθημερινή του εργασία", "Προσπαθεί να βελτιωθεί σε όλους τους τομείς, επιδέχεται βελτίωση στην οργάνωση του", "Είναι φιλότιμος, εργατικός, πάντα θετικός και πρόθυμος να βοηθήσει", "Έχει πολύ πλούσιο λεξιλόγιο, κάνει άριστη επιλογή κατάλληλων λέξεων και φράσεων, προβάλλει πάντα σωστά επιχειρήματα για να πείσει τον πελάτη", "Λειτουργεί στο χώρο του δείχνοντας ότι διαθέτει άποψη και γνώση για το αντικείμενο του" και "Αντιδρά εύστοχα σε προβλήματα που ανακύπτουν, κάνει τις σωστές επιλογές και έχει ευστροφία και έτοιμες πάντα εναλλακτικές λύσεις".
Περαιτέρω, στο Έντυπο Αξιολόγησης Απόδοσης και Ανάπτυξης του έτους 2004, ο ενάγων κατατάσσεται από τους αξιολογητές του (Μ. Ο. και Π. Σ.) στην 4η κλίμακα (με απόδοση που "επιδέχεται βελτίωση" πλην και σ' αυτό το Έντυπο Αξιολόγησης διαλαμβάνονται παρόμοια με το προηγούμενο ευμενή σχόλια, καθώς και επιπλέον υποδείξεις για βελτίωση της απόδοσης του.
Σημειωτέον ότι για τα πριν του 2000 έτη, δεν προσκομίζονται φύλλα αξιολόγησης του ενάγοντος από κανένα διάδικο. Από τις πιο πάνω επίσημες αξιολογήσεις της επαγγελματικής απόδοσης του ενάγοντος των ετών 2000 - 2004 εκ μέρους των αρμοδίων υπηρεσιακών οργάνων της εναγομένης, προκύπτει ότι ο ενάγων ήταν ένας φιλότιμος και εργατικός υπάλληλος που απέδιδε αρκετά ικανοποιητικά στην εργασία του, με δυνατότητες περαιτέρω βελτίωσης του.
Την ίδια δε απόδοση είχε αυτός και κατά το έτος 2005 και μέχρι που ασκήθηκε η καταγγελία της συμβάσεως του. Σημειωτέον ότι μέχρι της καταγγελίας της συμβάσεως του, ουδέποτε η εναγομένη διετύπωσε εγγράφως και γνώρισε στον ενάγοντα τη δυσαρέσκεια της για πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του, ούτε τον κάλεσε σε απολογία ή του άσκησε ποινική δίωξη για σχετικό παράπτωμα του, σύμφωνα με τας προβλεπόμενα στο άρθρο 13 του Κανονισμού της.
Εξάλλου, για το μόνο ζήτημα που ο ενάγων κλήθηκε να δώσει έγγραφες εξηγήσεις ήταν στις 24-6-2005, για το περιστατικό που έλαβε χώρα στις 30-12-2004 και συνίστατο στην από μέρους του (ενάγοντος) προώθηση εκταμιεύσεως δανείου ποσού 15.000 ευρώ σε άγνωστο πρόσωπο, που εμφανίστηκε ως πελάτης της τράπεζας (Χ. Κ.), επιδεικνύοντας πλαστή ταυτότητα και παραπλανώντας έτσι τον ενάγοντα ως προς τα στοιχεία της ταυτότητας του.
Για το ζήτημα αυτό διενεργήθηκε σχετική έρευνα από τα αρμόδια όργανα της εναγομένης, αλλά το σχετικό πόρισμα (που απέδιδε μικρές ευθύνες στον ενάγοντα και στη συνάδελφο του Μ. Κ.) εκδόθηκε στις 7-7- 2006 (βλ. σχετικά έγγραφα προσκομιζόμενα από την εναγομένη). Πλην όμως το περιστατικό αυτό όπως βεβαιώνει η ίδια η εναγομένη, δεν αξιολογήθηκε ως ιδιαίτερα σημαντικό και δεν αποτέλεσε αιτία, ούτε αφορμή για την άσκηση της καταγγελίας της συμβάσεως του ενάγοντος.
Ενόψει όλων των ανωτέρω αποδειχθέντων, δεν κρίνονται αξιόπιστες οι ένορκες βεβαιώσεις των στελεχών της εναγομένης Ο. Μ., Κ. Γ. (η οποία κατέθεσε ενόρκως και στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου), Κ. Μ. και Σ. Π., οι οποίες υποστηρίζουν ότι κατά το χρονικό διάστημα των ετών 2003 έως 2005, η απόδοση του ενάγοντος ήταν απογοητευτική και ότι ήταν εντελώς ακατάλληλος και ανεπαρκής για την εκτέλεση των καθηκόντων του.
Σημειωτέον ακόμη, ότι η πρώτη των ανωτέρω (Ο. Μ.) είναι η μια εκ των αξιολογητών του ενάγοντος των ετών 2003-2004 και η ένορκη βεβαίωση της έρχεται σε αντίθεση με τις ανωτέρω αξιολογήσεις της, τις οποίες δεν μπορεί να αναιρέσει. Ούτε τέλος αποδείχθηκε ότι ο ενάγων προέβη "σε οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη που προκαλεί τη δικαιολογημένη απώλεια ή κλονισμό της εμπιστοσύνης της τράπεζας" προς αυτόν.
Αντιθέτως, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων εκτελούσε με επιμέλεια και ευσυνειδησία τα καθήκοντα του και δεν υπήρχε εύλογη αιτία απολύσεως του. Όμως η εναγομένη προέβη στην καταγγελία της εργασιακής του συμβάσεως από λόγους εμπάθειας και εκδίκησης των αρμοδίων οργάνων της προς το πρόσωπο του και συγκεκριμένα επειδή αυτός, προερχόμενος από το προσωπικό της συγχωνευθείσας Τράπεζας Εργασίας ήταν μέλος και συμμετείχε στις δραστηριότητες του σωματείου του προσωπικού αυτού που έχει συσταθεί και λειτουργεί με την επωνυμία "Ενωτικός Σύλλογος Εργαζομένων Τράπεζας EFG EUROBANK- ERGASIAS", με σκοπό την προστασία των κεκτημένων εργασιακών τους δικαιωμάτων από τον κίνδυνο καταργήσεως τους από την άνω εργοδότιδά τους.
Ενόψει αυτών η άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος της εναγομένης να καταγγείλει την ένδικη σύμβαση, όχι για τους λόγους που επικαλέστηκε ή για άλλους νόμιμους λόγους, αλλά εξαιτίας της μη αρεστής στην εναγομένη, πλην καθόλα νόμιμης συμπεριφοράς του ενάγοντος, να συμμετέχει στη συγκεκριμένη συνδικαλιστική οργάνωση, υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος (αρθρ. 281 ΑΚ) και συνεπώς η από 6-10-2005 καταγγελία της συμβάσεως εργασίας, είναι καταχρηστική και άρα άκυρη".
Με το ως άνω περιεχόμενο και αποδεικτικό πόρισμα, η προσβαλλόμενη απόφαση, αφενός μεν περιέχει επαρκείς αιτιολογίες, ικανές για να ελεγχθεί αν αυτές μπορούν να συγκροτήσουν την έννομη σχέση, που στηρίζει το διατακτικό αυτής (ακυρότητα της καταγγελίας της ένδικης εργασιακής συμβάσεως),αφετέρου δε, με βάση τις παραδοχές αυτές, ορθά το δικαστήριο έκρινε ότι η επίδικη καταγγελία είναι άκυρη, ως καταχρηστική, καθόσον τα περιστατικά αυτά δικαιολογούν πλήρως την εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 281 Α.Κ.
και, συνεπώς, ο εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., περί του αντιθέτου, πρώτος αναιρετικός λόγος, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δικ, η απόφαση είναι αναιρετέα, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού δικαιώματος.
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο της ένδικης αίτησής της, ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αναιρετέα, διότι το εφετείο έλαβε υπόψη του ισχυρισμό του ενάγοντα, που δεν προτάθηκε και στον οποίο, όμως, το δικαστήριο στήριξε την απόφασή του, με την οποία έκανε δεκτή την ένδικη αγωγή.
Ειδικότερα η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι, με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγινε δεκτό ότι η επίδικη καταγγελία έγινε από λόγους εμπάθειας και εκδικητικότητας και εκ του λόγου τούτου καθίσταται καταχρηστική, πλην ο ενάγων δεν είχε ισχυρισθεί κάτι τέτοιο, αλλά είχε στηρίξει τον σχετικό ισχυρισμό του στην "κακοπροαίρετη στάση των ανωτέρων του, η οποία φαίνεται να προκλήθηκε από τον επαγγελματισμό και το πνεύμα συνεργασίας του, που τον διακατείχαν, ήδη από την εποχή που εργαζόταν στην τέως Τράπεζα Εργασίας....και τούτο διότι οι εκ της οι εκ της τέως Τράπεζας Εργασίας προερχόμενοι υπάλληλοι και, συνεπώς και αυτός, μέσω της συνδικαλιστικής οργανώσεώς τους, αντιδρούσαν και αντιδρούν εντόνως και διά δικαστικών αγώνων, στην από της ανωτέρω συγχωνεύσεως επιχειρηθείσα από πλευράς της εναγομένης κατ' εξακολούθηση φαλκίδευση κεκτημένων εργασιακών δικαιωμάτων".
Όμως, πέρα από τα ανωτέρω, από την παραδεκτή επισκόπηση του περιεχομένου της ένδικης αγωγής, προκύπτει ότι, ο ενάγων (μεταξύ άλλων) ισχυρίσθηκε τα εξής: "... Ότι οι ανωτέρω μεταθέσεις μου δεν έγιναν δίχως σκοπιμότητα, αλλά εντάσσονταν στο αντιεργατικό πνεύμα, που διακατέχει την πρώτη εναγομένη, απέναντι στου εργαζομένους, που προέρχονται από την τέως Τράπεζα Εργασίας και απώτερο σκοπό είχαν την εξώθηση τόσο τη δική μου όσο και άλλων συναδέλφων μου εκ της ιδίας ως άνω αρχικής εργοδότριας Τράπεζας, στην παραίτησή μας ... .
Η συμμετοχή μου στην απεργία της ΟΤΟΕ τον Αύγουστο του 2005 και η επανατοποθέτησή μου στην Υπηρεσία Στεγαστικής Πίστης, υπηρεσία, από την οποία είχα μετατεθεί, με απόφαση της ίδια Δ/ντριας κ. Γ., στην αποκλειστική πρωτοβουλία της οποίας ωφείλετο η επανατοποθέτησή μου και η συνακόλουθη απόλυσή μου, με ταυτόχρονη κατάργηση της εν λόγω θέσεως, μετά την απόλυσή μου, αποδεικνύουν σαφώς την κακόπιστη στρατηγική, που ακολουθεί η πρώτη εναγομένη, προκειμένου να "απαλλαχθεί" από υπαλλήλους, που προφανώς, θεωρεί υποδεέστερους ... .
Εκείνο που καθίσταται άκρως προκλητικό, είναι η έκδηλα προσχηματική και από καθαρώς εξωϋπηρεσιακά κριτήρια και κίνητρα προκληθείσα ως άνω, σαφώς εκδικητική και απολύτως άκυρη απόλυσή μου, η οποία και επετεύχθη, τελικώς, διά της ανωτέρω μεθοδεύσεως, η οποία προφανώς είχε ξεκινήσει ήδη από τον χρόνο εξαγοράς της τέως Τράπεζας και απλώς πήρε σάρκα και οστά από ασήμαντη, ουσιαστικά, αφορμή, μέσω μιας σειράς αναληθών όσο και αναίτιων πράξεων, όπως οι αδικαιολόγητες και συνεχείς μεταθέσεις μου καθώς και η βαθμολογική και ποιοτική μου απαξίωση, που εμφανιζόταν στα φύλλα αξιολόγησής μου, στα οποία, σταδιακώς και εσκεμμένως με υποβίβαζαν, μέχρι του σημείου, όπου πλέον η αντίδικος κατάφερε την ποθούμενη γι' αυτήν απόλυσή μου, λόγω, δήθεν, ελλιπούς υπηρεσιακής μου απόδοσης και ακαταλληλότητάς μου, ως υπαλλήλου".
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του "πράγματα" που δεν προτάθηκαν, αφού ο ισχυρισμός περί εμπάθειας και εκδικητικότητας της εναγομένης προς το πρόσωπο του ενάγοντα-υπαλλήλου της, οφειλόμενος στις ανωτέρω αιτίες και ειδικότερα "επειδή αυτός, προερχόμενος από το προσωπικό της συγχωνευθείσας Τράπεζας Εργασίας, ήταν μέλος και συμμετείχε σε δραστηριότητες του σωματείου του προσωπικού αυτού, που είχε συσταθεί και λειτουργεί , με την επωνυμία "Ενωτικός Σύλλογος Εργαζομένων Τράπεζας EFG EUROBANK - ERGASIAS", με σκοπό την προστασία των κεκτημένων εργασιακών τους δικαιωμάτων ...", περιέχεται στην ένδικη αγωγή.
Εξάλλου, η αγωγή, με το ως άνω περιεχόμενό της, περιέχει όλα τα κατά νόμο στοιχεία, που είναι αναγκαία για το ορισμένο αυτής (άρθρο 216 Κ.Πολ.Δικ.). Επομένως, ο περί του αντιθέτου, εκ των αριθμών δε 8 και 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. δεύτερος (και τελευταίος) αναιρετικός λόγος, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.
Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου.
ΓIA TOYΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-3-2010 αίτηση της Α.Ε, με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ E.F.G. EUROBANK ERGASIAS AE" κατά της 4213/2009 οριστικής απόφασης του Εφετείου Αθηνών και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου εκ χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Οκτωβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Νοεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ