Supreme Court dismisses appeal against arbitration award citing vague grounds and procedural defects.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to annul the First Instance Court's decision regarding an arbitration award. The appellant argued for annulment based on violations of public order and lack of causation, but the court found these grounds inadmissible as they do not constitute legal grounds for annulment under the Code of Civil Procedure. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the respondents.
Legislator headnote
AI generatedArticles 871A, 118, 566, 577, 559, 897, 892, 882 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that vague grounds for annulment are inadmissible and that errors in awarding arbitrator fees or damages do not constitute grounds for annulment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1601 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1601/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 4 Μαΐου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο του Νικόλαο Κυπριώτη, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων:1. Ψ1, κατοίκου ..., 2. Ψ2, κατοίκου ... και 3. εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Δ.Σ.Κ. AUTO ΣΕΡΒΙΣ ΕΠΕ", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα από τους δύο πρώτους, οι οποίοι είναι συνδιαχειριστές αυτής και στο ακροατήριο παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη - Διονύσιο Φιλιώτη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10 Αυγούστου 2005 αγωγή ακυρώσεως διαιτητικής αποφάσεως του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Εφετείο Πειραιώς. Εκδόθηκε η απόφαση 611/2006 του ιδίου Δικαστηρίου.
Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21 Ιουνίου 2007 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας ανέγνωσε την από 23 Απριλίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 871Α παρ. 2, 3 και 4 του Κ.Πολ.Δικ. συνάγεται ότι, αν η συμφωνία των μερών για διαιτησία προβλέπεται ότι θα διεξαχθεί από δικαστικό λειτουργό ορισμένου δικαστηρίου, αυτός είναι ο εκάστοτε εκ περιτροπής καλούμενος κατά τη σειρά αρχαιότητας, μεταξύ των υπηρετούντων στο δικαστήριο αυτό προέδρων και δικαστών με πενταετή τουλάχιστον υπηρεσία, εάν δε ορίσθηκε είτε ονομαστικά είτε έμμεσα με κριτήριο τη θέση ή ιδιότητα που έχει ή θα έχει στον μέλλον, ο ορισμός του είναι άκυρος.
Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποίο λόγο αναιρέσεως, από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δικ., θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Διαφορετικά ο λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα. Εξάλλου ο κατά το άρθρο 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως αναφέρεται στις δικονομικές ακυρότητες, απαράδεκτα ή εκπτώσεις, ενώ οι ακυρότητες της αποφάσεως των διαιτητών, κατά της οποίας ασκήθηκε αγωγή ακυρώσεως, κατά το άρθρο 897 Κ.Πολ.Δικ., είναι ακυρότητες του ουσιαστικού δικαίου, η παράβαση των οποίων ελέγχεται αναιρετικά με τον από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.
προβλεπόμενο λόγο (Ολ. ΑΠ 1/1999 και 13/1995). Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο, από το άρθρο 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δικ., λόγο αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι εσφαλμένως απορρίφθηκε ως απαράδεκτος από το Εφετείο ο με την από 11-11-2005 συμπληρωματική αγωγή του αναιρεσείοντος προσβαλόμενος λόγος ακυρώσεως της διαιτητικής αποφάσεως 3/2005 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς από το άρθρο 897 αρ. 3 Κ.Πολ.Δικ., ότι κατά παράβαση του άρθρου 871Α παρ. 3 Κ.Πολ.Δικ.
διορίσθηκε ως διαιτητής "όχι ο αρχαιότερος αλλά η ευρισκόμενη στη 15η θέση - σειρά αρχαιότητος πρόεδρος Πρωτοδικών, ενδεχομένως δε η θέση της αυτή να ήταν ακόμη χαμηλότερη, αν κατά το χρόνο εκείνο υπηρετούσαν και απλοί δικαστές αρχαιότεροι της ορισθείσης", γεγονός που πληροφορήθηκε όταν μεταγενέστερα έλαβε γνώση αυτού του διορισμού από την 5271/12-10-2004 πράξη του Προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου του ως άνω δικαστηρίου και υπήρχε λόγος αναψηλαφήσεως κατά το άρθρο 544 αρ. 7 Κ.Πολ.Δικ.
που δικαιολογούσε την ακύρωση της διαιτητικής αποφάσεως με το άρθρο 897 αρ. 8 Κ.Πολ.Δικ. Με αυτό το περιεχόμενο ο ως άνω λόγος αναιρέσεως είναι προεχόντως αόριστος, διότι δεν προσδιορίζεται, αν οι αρχαιότεροι της Διαιτητή-Δικαστού είχαν λάβει ή όχι άλλες διαιτησίες προηγουμένως κατά την οριζόμενη με το άρθρο 871Α του Κ.Πολ.Δικ., σειρά αρχαιότητας, δεδομένου ότι το νόημα της τελευταίας αυτής, διατάξεως είναι να διορίζονται εκ περιτροπής οι έχοντες 5ετή υπηρεσία δικαστές και όχι να διορίζεται μονίμως ο αρχαιότερος.
Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως του άρθρου 897 αρ. 4 Κ.Πολ.Δικ., στον όρο "υπέρβαση εξουσίας", ως λόγο ακυρώσεως της διαιτητικής αποφάσεως, υπάγεται η περίπτωση, κατά την οποία οι διαιτητές δικάζουν για αντικείμενο το οποίο δεν έχει υποβληθεί σ' αυτούς με τη συμφωνία περί διαιτησίας ή εφαρμόζουν κανόνες ουσιαστικού δικαίου διαφορετικούς από αυτούς που συμφώνησαν τα μέρη, όχι δε και εκείνη κατά την οποία την απόφασή τους για την παραδοχή ή την απόρριψη του αιτήματος που τους έχει υποβληθεί στηρίζουν όχι στα πραγματικά περιστατικά, τα οποία επικαλέστηκαν οι διάδικοι, αλλά σε άλλα που, μολονότι δεν προτάθηκαν, ωστόσο προέκυψαν από το αποδεικτικό υλικό που τους υποβλήθηκε, χωρίς πάντως να καταφύγουν στις ιδιωτικές γνώσεις τους, ήτοι όταν υποπίπτουν στη δικονομική πλημμέλεια της παρά το νόμο λήψεως υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Πράγματι, όπου ο νομοθέτης θέλησε ενάριθμοι λόγοι αναιρέσεως κατά των αποφάσεων των πολιτικών δικαστηρίων να αποτελέσουν και λόγο ακυρώσεως της διαιτητικής αποφάσεως, εκφράσθηκε σαφώς, όπως στην περίπτωση που η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Την πλημμέλεια αυτή την ανήγαγε, τόσο σε λόγο αναιρέσεως (άρθρο 559 αρ. 17 Κ.Πολ.Δ), όσο και σε λόγο ακυρώσεως των διαιτητικών αποφάσεων (άρθρο 897 αρ. 7 Κ.Πολ.Δ).
Αντίθετα την περίπτωση, κατά την οποία το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του αυτοτελείς ισχυρισμούς, που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, την παράβαση δηλαδή της κρατούσας στην πολιτική δίκη αρχής για μη αυτεπάγγελτη ενέργεια (άρθρο 106 Κ.Πολ.Δ), την ανήγαγε μόνο σε λόγο αναιρέσεως με το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δικ., όχι δε σε λόγο ακυρώσεως της διαιτητικής αποφάσεως με το άρθρο 897 Κ.Πολ.Δικ., οι κατά το οποίο ακυρότητες είναι του ουσιαστικού δικαίου και ελέγχονται με τον από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.
λόγο αναιρέσεως (Ολ. ΑΠ 13/1995). Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 899 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ. η αγωγή για την ακύρωση της διαιτητικής απόφασης, για τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 897 αρ. 1 έως 7Κ.Πολ.Δικ., ασκείται μέσα σε προθεσμία τριών μηνών από την κοινοποίησή της, διαφορετικά είναι απαράδεκτη. Στην προκείμενη περίπτωση με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δικ., ότι εσφαλμένως απέρριψε ως εκπρόθεσμη την άσκηση της από 11-11-2005 συμπληρωματικής αγωγής (του αναιρεσείοντος) περί ακυρώσεως της διαιτητικής αποφάσεως για υπέρβαση εξουσίας (του Διαιτητικού Δικαστηρίου), συνισταμένης στο ότι αποφάσισε τη συνέχιση της τρίτης αναιρεσίβλητης εταιρίας περιορισμένης ευθύνης από τους δύο λοιπούς αναιρεσιβλήτους, οι οποίοι είχαν ζητήσει να λυθεί η εταιρία από υπαιτιότητα του αναιρεσείοντος και ο τελευταίος το αντίστροφο, ενώ έπρεπε να εκτιμήσει τη συμπληρωματική αγωγή του ως δικόγραφο προσθέτων λόγων ακυρώσεως και να τη θεωρήσει εμπρόθεσμη.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όπως προβάλλεται, είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι η άσκηση εκπρόθεσμης συμπληρωματικής αγωγής του αναιρεσείοντος για λόγο ακυρότητας της διαιτητικής αποφάσεως από το άρθρο 897 αρ. 4 Κ.Πολ.Δικ., ο οποίος είχε αυτοτέλεια και δεν συνεχόταν - κατά τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο - με τα προσβαλλόμενα κεφάλαια της διαιτητικής αποφάσεως με το αρχικό (κύριο) δικόγραφο της αγωγής, ακυρώσεως, δεν μπορούσε να ισχύσει ως δικόγραφο προσθέτων λόγων ακυρώσεως (κατ' ανάλογη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 520 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ) και να θεωρηθεί εμπρόθεσμος ο προβαλλόμενος με αυτή λόγος, σύμφωνα με το άρθρο 899 παρ. 2 εδ.
β' Κ.Πολ.Δικ. Κατά το άρθρο 897 αρ. 6 Κ.Πολ.Δικ. η διαιτητική απόφαση μπορεί να ακυρωθεί ολικά ή εν μέρει μόνον με δικαστική απόφαση, αν είναι αντίθετη προς διατάξεις δημόσιας τάξης ή προς τα χρηστά ήθη. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής κανόνες δημόσιας τάξεως νοούνται οι κανόνες αναγκαστικού δικαίου του άρθρου 3 του ΑΚ και κριτήριο των χρηστών ηθών είναι η αντίθεση προς τις ιδέες του κατά γενική αντίληψη "χρηστώς και εμφρόνως" σκεπτομένου μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αντίθεση που μπορεί να προκύψει τόσο από το διατακτικό, όσο και από το σκεπτικό της αποφάσεως.
Η ανεπαρκής όμως αιτιολογία ή η ενδεχόμενη εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νομικών κανόνων δεν αρκούν για να θεμελιώσουν τον κατά το άρθρο 897 αρ. 6 Κ.Πολ.Δικ. λόγο ακυρώσεως διαιτητικής αποφάσεως, εφόσον από αυτές, σε συνδυασμό προς το διατακτικό της αποφάσεως, δεν παράγεται κατάσταση αντίθετη προς θεμελιώδεις πολιτικές, κοινωνικές, οικονομικές ή ηθικές αντιλήψεις της Ελληνικής έννομης τάξης, ενώ η εσφαλμένη εκτίμηση της ουσίας της υποθέσεως από τους διαιτητές δεν αποτελεί λόγο ακυρώσεως της διαιτητικής αποφάσεως.
Εξάλλου η εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου ή η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων καθώς και η απόρριψη της αιτήσεως ή ανταιτήσεως ως αόριστης δεν αποτελούν υπέρβαση εξουσίας των διαιτητών. Περαιτέρω οι κατά το άρθρο 897 Κ.Πολ.Δικ., λόγοι ακυρώσεως διαιτητικής αποφάσεως, οι οποίοι συνιστούν ακυρότητες του ουσιαστικού δικαίου, ελέγχονται με τον από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δικ., λόγο αναιρέσεως (Ολ.
ΑΠ 13/1995). Τέλος ο από το άρθρο 897 αρ. 7 Κ.Πολ.Δικ. λόγος ακυρώσεως της διαιτητικής αποφάσεως στοιχειοθετείται, όταν το ακατάληπτο ή οι αντιφατικές διατάξεις εντοπίζονται στο διατακτικό και προκαλείται τέτοιος βαθμός νοηματικής συγκρούσεως, ώστε η διαιτητική απόφαση να μη μπορεί να εκτελεσθεί ή να αναπτύξει τις άλλες συνέπειές της, ενώ δεν συγκροτούν αυτό το λόγο ακυρώσεως αντιφάσεις μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού.
Κατά συνέπεια: Α)Ο τρίτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες: α)των διατάξεων του άρθρου 559 αρ. 14 και 8 Κ.Πολ.Δικ., ότι εσφαλμένως απέρριψε ως αόριστους τους αγωγικούς ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος για ακυρότητα της 3/2005 διαιτητικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, είναι απαράδεκτος, διότι δεν προβλέπονται ως λόγοι ακυρώσεως διαιτητικών αποφάσεων δικονομικές ακυρότητες που συγκροτούν λόγους αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 8 και 14 Κ.Πολ.Δικ.
β)των διατάξεων του άρθρου 559 αρ. 14 "ή και 559.19 Κ.Πολ.Δικ. ή και 559.1 Κ.Πολ.Δικ", ότι "δεν έλαβε υπόψη αλλά απέρριψε ως αόριστη την προταθείσα λεπτομερώς αλλά και αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενη καταχρηστική συμπεριφορά" των αναιρεσιβλήτων που "παραβίαζε τον δημοσίας τάξεως κανόνα της απαγόρευσης καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος του 281 ΑΚ" (ισχυρισμός που επαναλαμβάνεται και με τον έκτο λόγο αναιρέσεως κατά το τρίτο, υπό στοιχείο Γ, μέρος του αλλά και με τον όγδοο λόγο αναιρέσεως) είναι αόριστος, διότι δεν γίνεται επίκληση τέτοιων περιστατικών, που να καθιστούν τη συμπεριφορά των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων προφανώς αντίθετη στην καλή πίστη, στα χρηστά ήθη και τον κοινωνικοοικονομικό σκοπό του δικαιώματος του αναιρεσείοντος από τη συμμετοχή του στην τρίτη αναιρεσίβλητη, αλλά παρατίθενται οι ενδοεταιρικές διενέξεις, όπως τις εκτιμά ο αναιρεσείων, χωρίς να αναφέρει στο αναιρετήριο ότι πρότεινε, κατά τρόπο ορισμένο, την από το άρθρο 281 ΑΚ ένσταση στο Εφετείο, αφού δεν αποτελεί αυτή ισχυρισμό που εξαιρείται από την υποχρεωτικότητα πρότασής του στο δικαστήριο της ουσίας, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ.
γ)των διατάξεων του άρθρου 559 αρ. 8 και 14 Κ.Πολ.Δικ., ότι δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος για "αντίθεση της διαιτητικής απόφασης (εκ των αποτελεσμάτων της) προς τα χρηστά ήθη" είναι αόριστος, διότι δεν προσδιορίζεται σε τι συνίστατο η επικαλούμενη αντίθεση της διαιτητικής αποφάσεως προς τα χρηστά ήθη και με ποιό περιεχόμενο προεβλήθη, ο εν λόγω ισχυρισμός στο Εφετείο χωρίς να ληφθεί υπόψη.
Β)Ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες: α)της διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δικ., ότι ψευδώς ερμήνευσε "τις δημοσίας τάξεως διατάξεις των άρθρων 69 ΑΚ και 44.1γ' του ν. 3190/1955" ως προς την υποχρεωτικότητα διορισμού προσωρινού διαχειριστή ΕΠΕ, αν ζητεί τη λύση της ένας εταίρος μη διαχειριστής και δεν δέχθηκε ότι η διαιτητική απόφαση εσφαλμένως απέρριψε το σχετικό αίτημα του αναιρεσείοντος, είναι αβάσιμος, διότι η διάταξη του άρθρου 69 ΑΚ, αφενός μεν προβλέπει ως δυνητικό το διορισμό προσωρινής διοικήσεως νομικού προσώπου, όπως είναι και η εταιρία περιορισμένης ευθύνης, αφετέρου δε ορίζει ως προϋπόθεση τη σύγκρουση των συμφερόντων της διοικήσεως του νομικού προσώπου με εκείνα του νομικού προσώπου, και όχι εταίρων με το νομικό πρόσωπο της εταιρίας β)των διατάξεων των άρθρων 559 αρ. 14, 19 και 1 Κ.Πολ.Δικ., ότι το Εφετείο "κρίνοντας ότι η τυχόν εσφαλμένη εκτίμηση στην ουσία από το διαιτητή ως προς την ύπαρξη ή μη σύγκρουσης συμφερόντων δεν αποτελεί λόγο ακυρώσεως της αποφάσεως, παρέβλεψε και δεν έλαβε υπόψη εσφαλμένως τον δημοσίας τάξεως χαρακτήρα των άρθρων 69 ΑΚ και 44 παρ. 1γ' του ν. 3190/1955 και τον κατά το άρθρο 897.6" προταθέντα με την αγωγή του ακυρωτικό λόγο, ελέγχεται, κατά το μέρος μεν που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δικ., ως απαράδεκτος, κατά το μέρος δε που αποδίδονται οι πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δικ.
προεχόντως ως αόριστος, διότι δεν προσδιορίζεται με ποιο τρόπο παραβιάσθηκαν οι προαναφερόμενες διατάξεις, δηλαδή ποιες παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως παραβίασαν καθεμιά από τις ανωτέρω ουσιαστικές διατάξεις και πως συντελέσθηκε τούτο, ενώ κατά το μέρος που εμμέσως πλήσσεται η εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών γεγονότων είναι ο λόγος αυτός απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ).
Γ) Ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από το άρθρο 559 αρ. 8 και 14 Κ.Πολ.Δικ., αναιρετικές πλημμέλειες, ότι απέρριψε τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος για παράβαση της αρχής της ισότητας από το Διαιτητικό Δικαστήριο, το οποίο "μετέβαλε την αρχική του γνώμη περί διορισμού προσωρινού διαχειριστού έπειτα από διαβουλεύσεις, (κατά τα άτυπα πρώτα στάδια της διαιτησίας) μόνον με την πλευρά των αντιδίκων" του αναιρεσείοντος, είναι αόριστος, διότι δεν προσδιορίζεται ποια έννοια δίδεται στον όρο "διαβουλεύσεις", αν νοούνται ιδιαίτερες συναντήσεις ή συζητήσεις της υποθέσεως προκαθορισμένες, ποιές ήταν αυτές (τόπος, χρόνος διάρκεια) και με ποιό τρόπο έγινε ο αποκλεισμός του.
Δ) Ο έκτος λόγος αναιρέσεως κατά τα υπό στοιχείο β'μέρος του, με τον οποίον αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δικ., ότι δεν έλαβε υπόψη τον περί καταχρηστικής συγκλήσεως των συνελεύσεων των εταίρων ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, είναι αόριστος, διότι δεν προσδιορίζονται τα περιστατικά που συνιστούσαν καταχρηστική τη σύγκληση των γενικών συνελεύσεων των εταίρων.
Ε) Ο έβδομος λόγος αναιρέσεως, κατά το υπό στοιχείο β' μέρος του, με τον οποίον αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δικ., πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον περί αντιφατικών αιτιολογιών της διαιτητικής αποφάσεως ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, σχετικά με την, με το καταστατικό προβλεπόμενη - και ως καταχρηστική προβαλλόμενη τη μη εφαρμογή της - ρήτρα απαρτίας για τη σύγκληση γενικής συνελεύσεως και λήψη αποφάσεως της τρίτης αναιρεσίβλητης, εταιρίας, είναι απαράδεκτος, διότι οι μεν αντιφατικές αιτιολογίες διαιτητικής αποφάσεως δεν αποτελούν λόγο ακυρώσεώς της, η δε προτεινόμενη καταχρηστικότητα συντελείται όχι με τη μη εφαρμογή της ρήτρας του καταστατικού για υποχρεωτική σύμπραξη όλων των εταίρων προς λήψη αποφάσεων των γενικών συνελεύσεων της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης, αλλά δια μέσου της εφαρμογής της, με την παροχή δυσανάλογα σημαντικών δικαιωμάτων στη μειοψηφία να ματαιώνει με την απουσία της, κατά βούληση, οποιαδήποτε απόφαση πλειοψηφίας.
ΣΤ) Ο όγδοος λόγος αναιρέσεως κατά τους (υπό στοιχεία Α, Β) και κατά το μέρος που αποδίδονται οι αναιρετικές πλημμέλειες από το άρθρο 559 αρ. 8 και 9 Κ.Πολ.Δικ. στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι αφενός μεν άφησε αδίκαστο το επικουρικό αίτημα ακυρότητας της διαιτητικής αποφάσεως λόγω παράνομης σύγκλησης και συγκρότησης των γενικών συνελεύσεων των εταίρων και καταχρήσεως δικαιώματος, αφετέρου δε δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων, είναι απαράδεκτος για τους αναφερόμενους στην αμέσως προηγούμενη σκέψη λόγους.
Ζ) Ο δέκατος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του (υπό στοιχείο Β), με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δικ., ότι δεν λήφθηκε υπόψη ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος για αντιφατικές αιτιολογίες της διαιτητικής αποφάσεως, είναι απαράδεκτος μεν κατά το μέρος που περιέχει (έμμεση) επανάληψη των περιστατικών που συγκροτούν τον αμέσως προηγούμενο λόγο και κατά το υπόλοιπο μέρος είναι αόριστος, καθ' όσον δεν προσδιορίζονται οι αντιφατικές αιτιολογίες και ο ουσιώδης ισχυρισμός που αυτές αφορούσαν και άσκησε επιρροή στο διατακτικό της αποφάσεως.
Η) Ο ενδέκατος λόγος αναιρέσεως (υπό στοιχεία β' και εν μέρει α'), με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δικ., ότι αφενός μεν "δεν δέχθηκε τον δημοσίας τάξεως χαρακτήρα των άρθρων 5 § 1 Σ., 200, 281, 297, 298 και 914 ΑΚ", αφετέρου δε δεν έλαβε υπόψη τον "αυτοτελή, ουσιώδη ισχυρισμό του (αναιρεσείοντος) περί αντίθεσης της περί διαιτησίας διαιτητικής κρίσεως προς την κατά τα άρθρα 886-891 Κ.Πολ.Δικ.
ελαστικότητα και δικονομική χαλαρότητα της διαιτητικής διαδικασίας", είναι αόριστος, διότι με γενικότητα γίνεται αναφορά στους ανωτέρω κανόνες ουσιαστικού και δικονομικού δικαίου, χωρίς να προσδιορίζεται με βάση ποιές παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως αυτοί οι κανόνες παραβιάσθηκαν. Θ) Ο έκτος λόγος αναιρέσεως κατά το πρώτο (υπό στοιχείο Α') μέρος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δικ., ότι απέρριψε τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος για παραβίαση "των δημοσίας τάξεως κανόνων των άρθρων 17 παρ. 2, 10 παρ. 2 και 11 του ν. 3190/1955 για τη σύγκληση της γενικής συνελεύσεως των εταίρων" της τρίτης αναιρεσίβλητης εταιρίας περιορισμένης ευθύνης, είναι αόριστος, διότι δεν προσδιορίζεται πώς παραβιάσθηκε το δικαίωμα της μειοψηφίας εταίρου ή εταίρων, εκπροσωπούντων το 1/20 τουλάχιστον του εταιρικού κεφαλαίου, στην προστασία της οποίας (μειοψηφίας) αποβλέπει η θέσπιση της διατάξεως του άρθρου 11 ν. 3190/1955 ως προς τη δυνατότητα συγκλήσεως της γενικής συνελεύσεως από αυτή τη μειοψηφία δια της δικαστικής οδού, δεδομένου ότι δεν προστατεύεται από αυτή τη διάταξη η δυνατότητα ματαιώσεως της συγκλήσεως της γενικής συνελεύσεως από τη μειοψηφία, ενώ οι δύο λοιπές διατάξεις των άρθρων 10 παρ. 2 και 17 παρ. 2 ν. 3190/1955 δεν ενδιαφέρουν τη δημόσια τάξη και αποτελούν ενδοτικό δίκαιο.
Ι) Ο έβδομος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο (υπό στοιχείο Α' ) μέρος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. πλημμέλεια, ότι απέρριψε τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος για παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ από το Διαιτητικό Δικαστήριο, όσον αφορά την έννοια του άρθρου 23 του καταστατικού της τρίτης αναιρεσίβλητης εταιρίας περιορισμένης ευθύνης, που προέβλεπε την παρουσία όλων των εταίρων για τη λήψη αποφάσεων, είναι αβάσιμος, διότι η παραβίαση διατάξεων του καταστατικού, που προβλέπουν αυξημένα ποσοστά απαρτίας και πλειοψηφίας, σε σύγκριση με το προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 13 ν. 3190/1955 ελάχιστο όριο (πλειοψηφία πλέον του ημίσεος του όλου αριθμού των εταίρων, εκπροσωπούντων πλέον του ημίσεος του εταιρικού κεφαλαίου), δημιουργεί μεν λόγο ακυρώσεως της αποφάσεως των εταίρων, αλλά δεν προσκρούει στη δημόσια τάξη, ώστε να δημιουργείται ο από το άρθρο 897 αρ. 6 Κ.Πολ.Δικ.
λόγος ακυρώσεως της διαιτητικής αποφάσεως. ΙΑ) Ο όγδοος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο, υπό στοιχείο Α' μέρος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δικ. πλημμέλεια, ότι απέρριψε τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος για ακυρότητα της αποφάσεως του Διαιτητικού Δικαστηρίου λόγω "διάστασης αιτιολογίας και διατακτικού και αυτοαναιρούμενων αντιφατικών αιτιολογιών", είναι απαράδεκτος, διότι οι επικαλούμενες αντιφάσεις αιτιολογιών ή αιτιολογικού και διατακτικού της αποφάσεως του Διαιτητικού Δικαστηρίου δεν συνιστούν τον από το άρθρο 897 αρ. 7 Κ.Πολ.Δικ.
λόγο ακυρώσεως, που προϋποθέτει αντίφαση διατάξεων του διατακτικού. ΙΒ) Ο ένατος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δικ., με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι απέρριψε τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος για ακυρότητα της αποφάσεως του Διαιτητικού Δικαστηρίου, επειδή δεν εκδόθηκε μέσα στην υπεσχημένη από αυτό προθεσμία, με συνέπεια να αποτραπεί ο αναιρεσείων να ζητήσει το διορισμό προσωρινής διοικήσεως για την τρίτη αναιρεσίβλητη, είναι απαράδεκτος, διότι τα επικαλούμενα περιστατικά, υποτιθέμενα ως αληθή, δεν συγκροτούν κάποιον από τους αναφερόμενους περιοριστικά στη διάταξη του άρθρου 897 Κ.Πολ.Δικ.
λόγους ακύρωσης διαιτητικής αποφάσεως. ΙΓ) Ο δέκατος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δικ., με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση, ότι παραβίασε τον από το άρθρο 116 Κ.Πολ.Δικ. και τα χρηστά ήθη, δημοσίας τάξεως κανόνα, να μην αντλεί κάποιος ωφελήματα από το δικό του δόλο, με το να μη δεχθεί τους ισχυρισμούς του ότι εξωθήθηκε από τους δύο πρώτους αναιρεσιβλήτους σε δικαστικές διενέξεις για να επιτευχθεί η ανάκλησή του από τη διαχείριση της εταιρίας, είναι απαράδεκτος, διότι πλήττεται η μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).
ΙΔ) Ο ενδέκατος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο (υπό στοιχείο Α') μέρος του, με τον οποίον αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δικ. πλημμέλεια, ότι "δεν δέχθηκε τον δημοσίας τάξεως χαρακτήρα των διατάξεων των άρ. 5 παρ. 1, 5, 200, 281, 297, 298 και 914 ΑΚ., (αλλά) απέρριψε το αίτημα αποζημίωσης (του αναιρεσείοντος) ως μη νόμιμο ελλείψει αιτιώδους συνάφειας", είναι απαράδεκτος, διότι δεν αποτελεί λόγο ακυρώσεως της διαιτητικής αποφάσεως η ανεπάρκεια αιτιολογίας ή η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή οποιουδήποτε νομικού κανόνα, όπως οι φερόμενες ως παραβιασθείσες και σχετιζόμενες με την αποζημίωση από αδικοπραξία διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298 του ΑΚ, αλλά μόνον εκείνων που συνδέονται με τα αναφερόμενα στο άρθρο 897 Κ.Πολ.Δικ., ελαττώματα της αποφάσεως ή της συμφωνίας για διαιτησία και της εξουσίας των διαιτητών.
ΙΕ ) Ο δωδέκατος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δικ., με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση, ότι απέρριψε τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος για ακύρωση της διαιτητικής αποφάσεως, επειδή αυτή "κατά παράβαση της δημόσιας τάξης και των χρηστών ηθών δεν δέχθηκε ότι πιθανολογήθηκαν περιστατικά συκοφαντικής δυσφημήσεως" του αναιρεσείοντος από τους δύο πρώτους αναιρεσιβλήτους, είναι αόριστος, διότι δεν προσδιορίζεται ποιός κανόνας δημοσίας τάξεως παραβιάσθηκε, με ποιό τρόπο συντελέσθηκε τούτο, ενώ κατά το μέρος που πλήττεται η εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών γεγονότων είναι ο λόγος αυτός απαράδεκτος.
ΙΣΤ) Ο δέκατος τρίτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δικ., με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση, ότι χωρίς αιτιολογία απορρίφθηκε ο λόγος ακυρώσεως της διαιτητικής αποφάσεως ως προς τον καθορισμό της αμοιβής διαιτητού στο ύψος των 26.969 ευρώ, είναι απαράδεκτος ,διότι η ελλιπής αιτιολογία ως προς τον καθορισμό αμοιβής διαιτητού δεν δημιουργεί λόγο ακυρώσεως της διαιτητικής αποφάσεως, με την διάταξη του άρθρου 897 αρ. 5 Κ.Πολ.Δικ.
σε συνδυασμό με το άρθρο 892 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ. ΙΖ) Ο δέκατος τέταρτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δικ., με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση, ότι εσφαλμένως απορρίφθηκε ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος για ακυρότητα της διαιτητικής αποφάσεως ως προς την κατανομή του ποσού των εξόδων διαιτησίας ανισομερώς σε βάρος αυτού, με αντιφατικές διατάξεις, είναι απαράδεκτος, διότι δεν υπόκειται σε αναίρεση η διάταξη της διαιτητικής αποφάσεως ως προς τα έξοδα (και την αμοιβή διαιτητή), αλλά παρέχεται δυνατότητα καθορισμού ή ανακαθορισμού τούτων, σε περίπτωση παραλείψεως ή σφάλματος της διαιτητικής αποφάσεως, κατόπιν προσφυγής στο μονομελές πρωτοδικείο, κατά τη διαδικασία και την προθεσμία που ορίζει το άρθρο 882 παρ. 6 Κ.Πολ.Δικ.
Κατ' ακουλουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-7-2007 αίτηση για αναίρεση της 611/2006 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς. Και,
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων από χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ