Supreme Court dismisses appeal against labor court ruling on vague overtime wage claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision to reject her labor suit. The appellant sought unpaid wages for overtime work between 1996 and 1998, arguing that previous collective agreements applied. The court found the claim vague because the complaint failed to specify the wage scale, exact hours worked, or applicable collective agreements for that period. Consequently, the court ruled the claim legally insufficient and dismissed the appeal as baseless.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1)(a), 559(1)(b), 559(1)(c) of the Code of Civil Procedure; A labor claim for unpaid wages is legally insufficient if it fails to specify the wage scale, exact hours worked, or applicable collective agreements, rendering the claim vague and unassessable.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1601 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1601/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο – Φιλητά Περίδη και Ηλία Γιαννακάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ...., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεωνίδα Πανούση, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσίβλητου: Ψυχιατρικού Νοσοκομείου Αττικής, (Ν.Π.Δ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Πολέμη, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ., ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/9/1998 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2743/1999 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2701/2001 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7/8/2001 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αναστάσιος - Φιλητάς Περίδης, ανέγνωσε την από 2/2/2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή οι αποδοχές του προσωπικού των νοσηλευτικών ιδρυμάτων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, ρυθμίζονταν από το νομικό καθεστώς της 42/1981 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Πειραιώς «περί των όρων αμοιβής και εργασίας του προσωπικού νοσηλευτικών κ.λ.π ιδρυμάτων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ», η οποία κηρύχθηκε εκτελεστή και ακολούθως υποχρεωτική με τις 16170/1981 (ΦΕΚ 472/11.8.1981 τευχ.
Β) και 18749/1981 (ΦΕΚ 731/4.12.1981 τευχ. Β) αποφάσεις του Υπουργού Εργασίας, αντίστοιχα. Με την παρ. 29 της Δ.Α. αυτής ορίσθηκαν τα κατώτατα όρια των βασικών ημερομισθίων των σιδηρωτών και σιδηρωτριών των νοσηλευτικών αυτών ιδρυμάτων, ενώ με τις 73/1982 και 74/1982 αποφάσεις του ΔΔΔΔ Αθηνών «δια τους όρους αμοιβής και εργασίας του προσωπικού νοσηλευτικών ιδρυμάτων κλπ του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ (μέλη των σωματείων δυνάμεως ΟΕΝΕ και ΟΣΝΙΕ, αντίστοιχα», που κηρύχτηκαν εκτελεστές με τις 17.664 και 17.663/82 ΑΥΕ, αντίστοιχα, (ΦΕΚ 50 και 501 τευχ.
Β), το μεν χορηγήθηκε στους μισθωτούς που υπάγονται σε αυτή και είναι το προσωπικό των εν λόγω ιδρυμάτων, που αμείβονται με βάση την πρώτη Δ.Α. (42/1981) διορθωτικό ποσό, το δε ορίσθηκε με την παρ. 12 ότι «Το κατώτατο όριο βασικού μισθού ή ημερομισθίου των μισθωτών που υπάγονται στην απόφαση αυτή δεν μπορεί να είναι μικρότερο από το κατώτατο όριο βασικού μηνιαίου μισθού ή ημερομισθίου αντίστοιχα της Εθνικής Γενικής Συλλογικής Συμβάσεως Εργασίας (αριθμός 1/1982 απόφαση του ΔΔΔΔ Αθηνών).
Επί των εν λόγω κατωτάτου ορίου βασικού μηνιαίου μισθού ή ημερομισθίου θα υπολογίζονται τα επιδόματα που προβλέπονται από την ισχύουσα ρύθμιση, τα οποία θα χορηγούνται επιπλέον του βασικού μηνιαίου μισθού ή ημερομισθίου», με τη δε τοιαύτη 13 ότι «Κατά τα λοιπά ισχύουν οι διατάξεις της με αριθ. 42/1981 απόφασης του ΔΔΔΔ Πειραιώς».
Το νομικό καθεστώς τούτο μετέβαλε η από 22.12.1988 ΕΣΣΕ, η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική (ΑΥΕ 17853/1989) για όλους τους εργοδότες και εργαζομένους του επαγγέλματος στο οποίο αφορά και ίσχυσε από 1.7.1988 (άρθρο 10 αυτής). Με αυτήν επεκτάθηκαν στους εργαζομένους (πλην ιατρών) με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στα νοσοκομεία του ν.δ. 2593/1953 (όπως είναι και το αναιρεσίβλητο) που είναι μέλη των σωματείων των ανηκόντων στην ΠΟΕΔΗΝ, στο σύνολό τους οι διατάξεις του ν. 1505/1984, όπως τροποποιήθηκε με το ν. 1810/1988 (άρθρο 3 παρ. 1 της ΕΣΣΕ), για το ενιαίο μισθολόγιο και καταργήθηκαν τα λοιπά επιδόματα ανεξάρτητα από την ονομασία και τον τρόπο καταβολής τους, πλην εκείνων που διατηρήθηκαν με ρητή διάταξη της ΕΣΣΕ ή του ν. 1505/1984.
Με την διάταξη του άρθρου 9 της εν λόγω ΕΣΣΕ ορίσθηκε ότι τυχόν καταβαλλόμενες αποδοχές ανώτερες από αυτές που καθορίζονται με την συλλογική σύμβαση διατηρούνται. Τούτο έχει την έννοια της διατηρήσεως των μέχρι της μεταβολής (1.7.1988) του νομικού καθεστώτος ανωτέρων αποδοχών μέχρι της εξισώσεώς τους με τις αποδοχές του νέου και όχι της εξακολουθήσεως και μετά ταύτα του προϊσχύσαντος νομικού καθεστώτος, δηλαδή του καθορισμού τους με βάση το οριζόμενο από τις μετέπειτα και εκάστοτε ισχύουσες Ε.Γ.Σ.Σ.Ε.
κατώτατο όριο μισθών και ημερομισθίων και τις λοιπές προβλεπόμενες από το νομικό αυτό καθεστώς (προϊσχύσαν) λοιπές παροχές. Εξάλλου από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 321, 322, 324 και 331 του ΚΠολΔ προκύπτουν τα ακόλουθα: α) Το παραγόμενο από τις τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις δεδικασμένο, σκοπός του οποίου είναι η διατήρηση βεβαιότητας δικαίου και η μη διάσπαση της επιβαλλόμενης από τη φύση του δικαίου συνοχής, ενώ η έκτασή του προσδιορίζεται από το περιεχόμενο του αιτήματος, καλύπτει την κριθείσα έννομη σχέση ή συνέπεια και προϋποθέτει, εκτός άλλων, και ταυτότητα ιστορικής και νομικής αιτίας εκείνης προς την κρινόμενη υπόθεση, β) Ότι δεδικασμένο δημιουργείται και όταν το αντικείμενο της δίκης που διεξάγεται μεταξύ των ίδιων προσώπων είναι διαφορετικό από εκείνο το οποίο ζητήθηκε στη δίκη που προηγήθηκε, έχει όμως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη, τούτο δε συμβαίνει όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια δικαιολογική σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα με αυτό το οποίο κρίθηκε με την προηγούμενη απόφαση, απαιτείται όμως για την ενεργοποίηση του δεδικασμένου (και) η ταυτότητα της νομικής αιτίας, στην οποία θεμελιώνεται η νέα αγωγή, γ) Η επέκταση της ισχύος του δεδικασμένου και επί της υπάρξεως ή ανυπαρξίας εννόμου σχέσεως που κρίθηκε παρεμπιπτόντως, αλλ' αρμοδίως στην προηγούμενη δίκη προϋποθέτει η εν λόγω έννομη σχέση να αποτέλεσε προδικαστικό ζήτημα, η έρευνα του οποίου να ήταν νομικώς αναγκαία και να έπρεπε να προηγηθεί κατά το ουσιαστικό δίκαιο της οριστικής κρίσεως του αντικειμένου της διαφοράς, δ) Ότι σε περίπτωση διαρκούς ενοχικής σχέσεως από την οποία πηγάζουν πλείονες έννομες συνέπειες, ειδικότερα δε επί συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, στην οποία η απασχόληση του μισθωτού θεμελιώνει ποικίλες αξιώσεις που στηρίζονται σε διάφορους ουσιαστικούς νόμους, Σ.Σ.Ε.
ή Δ.Α., η τελεσίδικη μεταξύ των αυτών διαδίκων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, έστω και εσφαλμένη, για αιτούμενες επιμέρους αξιώσεις του μισθωτού διαρκούς σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αποτελεί δεδικασμένο και για την εκτός του κριθέντος χρονικού διαστήματος και στο μέλλον αναγόμενη χρονική περίοδο για τις όμοιες αξιώσεις, εκτός αν κατ' αυτήν μεταβλήθηκε το προηγούμενο νομικό καθεστώς, αν δηλαδή κατά την κρίσιμη νέα χρονική περίοδο γεννήθηκαν οι με την νεότερη αγωγή αιτούμενες επιμέρους αξιώσεις, οι οποίες στηρίζονται σε νέες νομοθετικές διατάξεις, διάφορες εκείνων που ίσχυσαν κατά την πρώτη δίκη, εφόσον αυτές (διατάξεις) όχι μόνο θεμελιώνουν τις νέες αξιώσεις του μισθωτού, αλλά προσδιορίζουν, κατά τη νέα αυτή χρονική περίοδο και το πλέγμα που διαμορφώνει το νέο νομικό καθεστώς υπό το οποίο ερευνάται η υπόθεση.
Τέτοιες νέες νομοθετικές διατάξεις είναι και οι κανονιστικοί όροι Σ.Σ.Ε. ή ΔΑ, πολλοί από τους οποίους προσδιορίζουν, ενόψει της ισχύος τους για συγκεκριμένη χρονική περίοδο, όχι μόνο την έκταση, αλλά και την φύση των βασικών αποδοχών και διαφόρων επιδομάτων του μισθωτού για την περίοδο εκείνη (Ολ. ΑΠ 10/2002).
Με την ένδικη αγωγή της, όπως από αυτήν προκύπτει, η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη ότι συνδέεται με το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής, ν.π.δ.δ., με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου και αορίστου χρόνου, με βάση την οποία παρέσχε σε αυτό την εργασία της, ως σιδερώτρια από της 16.6.1981, ζητεί την σε αυτή επιδίκαση της διαφοράς μεταξύ των καταβλητέων και καταβληθεισών αποδοχών της του από 1.1.1996 έως 31.8.1998 χρονικού διαστήματος, ως επίσης και την διαφορά μεταξύ της καταβλητέας και καταβληθείσης αμοιβής για την παροχήν υπερωριακής εργασίας κατά το ίδιο χρονικό διάστημα.
Διώκεται δε η επιδίκαση της διαφοράς και για τις δύο αιτίες λόγω του προσδιορισμού, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, των καταβλητέων αποδοχών της αναιρεσείουσας με βάση το προϊσχύσαν της από 22.12.1988 Ε.Σ.Σ.Ε. νομικό καθεστώς και δη με βάση το κατώτατο όριο ημερομισθίου των ισχυσασών κατά το ρηθέν χρονικό διάστημα Ε.Γ.Σ.Σ.Ε.
και τις λοιπές παροχές και επιδόματα που προβλέποντο υπό την ισχύ της 42/1981 αποφάσεως του Δ.Δ.Δ.Δ. Πειραιώς και υπό την επίκληση του άρθρου 9 της εν λόγω ΕΣΣΕ, στην οποία προσδίδεται από την αναιρεσείουσα η έννοια της θεσπίσεως δι' αυτής της εξακολουθήσεως και μετά την έναρξη της ισχύος της (1.7.1988) του προϊσχύσαντος νομικού καθεστώτος.
Υπό το περιεχόμενο τούτο η αγωγή είναι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, νομικά αβάσιμη. Μνεία περί της υπάρξεως δεδικασμένου ως προς το δικαίωμα της αναιρεσείουσας να αμείβεται με βάση τις προϊσχύσασες της από 22.12.1988 Ε.Σ.Σ.Ε. της ΠΟΕΔΗΝ διατάξεις δεν γίνεται στην αγωγή, ούτε στηρίζεται αυτή στο γεγονός τούτο.
Όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο τέτοιος ισχυρισμός περί υπάρξεως δεδικασμένου προβλήθηκε το πρώτον ενώπιον του Εφετείου και συνεπώς ως βραδεία μεταβολή της βάσεως της ένδικης αγωγής της αναιρεσείουσας ήταν απαράδεκτος (Κ.Πολ.Δ. 111, 216 παρ. 1 και 527). Πλέον τούτου το νομικά αβάσιμο της αγωγής δεν καλύπτεται από προταθέν και επικαλούμενο από την αναιρεσείουσα ενώπιον του Εφετείου δεδικασμένο από την 1068/1996 απόφαση του ιδίου Εφετείου.
Με την απόφαση αυτή που εκδόθηκε επί προηγουμένης αγωγής της αναιρεσείουσας κατά του αναιρεσιβλήτου, με την οποία ζητείτο η επιδίκαση μισθολογικών διαφορών του από 1.1.1990 έως 30.6.1993 χρονικού διαστήματος, κρίθηκε το μεν ότι υφίσταται δεδικασμένο από τις μνημονευόμενες σε αυτή προγενέστερες τελεσίδικες αποφάσεις περί του δικαιώματος της αναιρεσείουσας να λαμβάνει το προβλεπόμενο από το νομικό καθεστώς της 42/1981 ως άνω Δ.Α.
επίδομα τριετιών και την αμοιβή του άρθρου 2 παρ. 3 του ν. 201/1975, το δε ότι προς ρύθμιση των αποδοχών της αναιρεσείουσας και τότε ενάγουσας κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα (1-1-1990 έως 30-6-1993) είναι εφαρμοστέες οι διατάξεις της άνω διαιτητικής αποφάσεως (42/1981). Από την απόφαση όμως αυτή δεν απορρέει δεδικασμένο κατά την άνω έννοια των προεκτεθεισών διατάξεων στην προκειμένη υπόθεση που έχει διαφορετική νομική αιτία και δη αναφέρεται σε διαφορές αποδοχών, την επιδίκαση των οποίων ζήτησε, ως προεκτέθηκε, με την ένδικη αγωγή της η αναιρεσείουσα για το μεταγενέστερο από 1.1.1996 έως 31.8.1998 χρονικό διάστημα, κατά το οποίο ίσχυαν οι από 2.4.1996 και 18.5.1998 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., τις οποίες και αυτή επικαλείται για τον προσδιορισμό των αποδοχών της και οι οποίες συνιστούν μεταβολή του διέποντος τις αποδοχές αυτές νομικού καθεστώτος σε σχέση με εκείνο που ίσχυε, κατά τα προεκτεθέντα, κατά το χρονικό διάστημα που έκρινε η τελεσίδικη αυτή απόφαση.
Συνεπώς, το Εφετείο που έκρινε ως νομικά αβάσιμα την αγωγή, καθόσον με αυτήν ζητείτο η επιδίκαση διαφορών για την παροχή εργασίας της αναιρεσείουσας εντός του νομίμου ωραρίου και υπερωριακή τοιαύτη με βάση το προϊσχύσαν της άνω Ε.Σ.Σ.Ε. της ΠΟΕΔΗΝ νομικό καθεστώς και ως αόριστη σε σχέση με την επιδίκαση διαφορών αποδοχών για τις άνω αιτίες μεταξύ καταβλητέων με βάση την Ε.Σ.Σ.Ε.
αυτήν και καταβληθεισών εκ του λόγου ότι η αναιρεσείουσα δεν αναφέρει στην αγωγή της σε ποιό μισθολογικό κλιμάκιο εντάχθηκε ώστε να δύναται το δικαστήριο να προσδιορίζει το μισθό της που αντιστοιχεί στο κλιμάκιο αυτό και τα σχετικά επιδόματα που δικαιούται βάσει της ίδιας ΣΣΕ, καθώς και των ομοίων μεταγενεστέρων που καλύπτουν το άνω επίδικο χρονικό διάστημα και στη συνέχεια να κρίνει την ουσιαστική ή μη βασιμότητα των αξιώσεων αυτής που κατάγονται στη δίκη με την κρινόμενη αγωγή, ως επίσης δεν αναφέρει ποίους μήνες, ημέρες ή έστω εβδομάδες και ώρες εργάσθηκε υπερωριακώς, ορθά αποφάνθηκε, Κατ΄ ακολουθίαν οι προβαλλόμενες με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως από τους αρ. 8, 14 και 16 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
αιτιάσεις με τις οποίες πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλειες της παρά το νόμο κηρύξεως της αγωγής ως αορίστου, της μη λήψεως υπόψη του προταθέντος το πρώτον κατά το αναιρετήριο ενώπιον του Εφετείου ισχυρισμού περί δεδικασμένου και της παρά το νόμο μη παραδοχής του δεδικασμένου τούτου, είναι απορριπτέες, η μεν πρώτη ως αβάσιμη, οι δε λοιπές ως αλυσιτελείς.
Ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως από τον αρ. 14 του άνω άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο παραπονείται η αναιρεσείουσα για την απόρριψη της αγωγής της, κατά το μέρος που ζητείτο με αυτήν η επιδίκαση διαφορών αποδοχών για την παροχή υπερωριακής εργασίας, ως αορίστου και για άλλο, πλην του ανωτέρω, λόγο, είναι απορριπτέος επίσης ως αλυσιτελής, αφού αρκεί για την στήριξη του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως η άνω περί αοριστίας κυρία αιτιολογία αυτής.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19.3.2003 αίτηση της .... για αναίρεση της 2.701/2001 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των τετρακοσίων είκοσι (420) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Μαΐου 2006.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 26 Σεπτεμβρίου 2006. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ