Legislator Case Law & Legislation
1600/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for vague ground regarding common sense teachings and evidence assessment.

Case Number 1600/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a lower court decision regarding land classification. The appellant argued that the lower court violated common sense teachings by failing to recognize a specific land morphology as a pasture, but the court found the appeal vague. The court held that the appeal conflated the application of legal rules with the factual assessment of evidence, which is not subject to appellate review.

Legislator headnote

AI generated

Articles 336 § 4, 339, 559 § 1 β, 561 § 1 of the Code of Civil Procedure; An appeal alleging violation of common sense teachings is inadmissible if it fails to specify the teachings, the legal rule, and the factual premises, or if it concerns the court's evaluation of evidence rather than the application of law.

Keywords

AI generated
appeal admissibility common sense teachings evaluation of evidence vague grounds Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 336 § 4 and 339 of the Code of Civil Procedure
Article 559 § 1 β of the Code of Civil Procedure
Article 561 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 495 § 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 § 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1600 / 2023 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1600/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτης (κωλυομένης της Αντιπροέδρου Μαρίας Μουλιανιτάκη), Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αγαθή Δερέ - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 1 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και του γραμματέως Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Τ. Ε. Λ. (Τ.) Α.Ε.", η οποία εδρεύει στη …, στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Πετρέλλη, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ελληνικού Δημοσίου εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών και της Αποκεντρωμένης Διοίκησης που εκπροσωπείται νόμιμα από τον κατοικοεδρεύοντα στον Πειραιά (Ακτή Μιαούλη 83 και Μπότσαρη, 2) Γενικό Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αιγαίου και της Διεύθυνσης Δασών Ν. Λέσβου της ίδιας Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αιγαίου, ο οποίος δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο, 2) Περιφερειάρχη Βορείου Αιγαίου, ως νομίμου εκπροσώπου της Περιφέρειας Β. Αιγαίου και της υπαγόμενης σ' αυτήν Γενικής Διεύθυνσης Αγροτικής Οικονομίας και Κτηνιατρικής - Διεύθυνσης Αγροτικής Οικονομίας, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Διαλεχτή Κοτζαμανίδου και κατέθεσε προτάσεις, 3) Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "Μουσείο Φυσικής Ιστορίας Απολιθωμένου Δάσους Λέσβου", εδρεύοντος στην Δημοτική Κοινότητα Σιγρίου του Δήμου Λέσβου και νόμιμα εκπροσωπούμενου, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Βαγγέλη Γκιγκιλίνη και Φανή Καρδάτου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις, 4) προσθέτως παρεμβάντος υπέρ του τελευταίου ν.π.ι.δ., Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, ο οποίος δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Κοινοποιούμενη στον προσθέτως παρεμβαίνοντα, υπέρ της κυρίως ενάγουσας ανώνυμης εταιρίας, Δήμο Λέσβου, ως διάδοχο της Δημοτικής Ενότητας Ερεσσού, ο οποίος δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 31-03-2010 και 01-08-2011 αγωγές της ήδη αναιρεσείουσας, την από 22-11-2010 ανακοίνωση δίκης-προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση του ήδη γ' αναιρεσιβλήτου, την από 12-03-2013 πρόσθετη παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου υπέρ του ν.π.ι.δ., και τις από 05-06-2013 (δύο) πρόσθετες παρεμβάσεις του ήδη προς ον η κοινοποίηση υπέρ της κυρίως ενάγουσας, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Μυτιλήνης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 62/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 63/2017 του Τριμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25-04-2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η πληρεξουσία του δεύτερου αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. [1] Από το συνδυασμό των άρθρων 68, 556 και 558 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι η αίτηση αναίρεσης απευθύνεται κατ' εκείνων που προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι ήταν διάδικοι στη δίκη όπου εκδόθηκε αυτή και μάλιστα αντίδικοι του αναιρεσείοντος που νίκησαν, ανεξάρτητα από την ιδιότητά τους ως διαδίκων στον πρώτο βαθμό, δεν στρέφεται δε αναγκαία εναντίον όλων των αντιδίκων του αναιρεσείοντος, εκτός από τις περιπτώσεις της αναγκαστικής ομοδικίας.

Ειδικότερα, η αίτηση αναίρεσης στρέφεται μόνον εναντίον εκείνων των αντιδίκων του αναιρεσείοντος από τους οποίους επιδιώκεται και με βάση τις επικαλούμενες συνέπειές της η αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης. Αν οι αποδιδόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες δεν αφορούν κάποιοι διάδικο, η αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που στρέφεται και εναντίον του είναι απαράδεκτη, αφού δεν είναι δυνατόν να αναιρεθεί η απόφαση, ακόμη και αν ευδοκιμήσει κάποιος από τους λόγους αυτούς (ΑΠ 57/2023, ΑΠ 1725/2022). [2] Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 80, 81 παρ. 3 και 558 εδ.

α ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αναίρεση δεν απευθύνεται κατά του ασκήσαντος πρόσθετη παρέμβαση υπέρ ή κατά του αναιρεσείοντος, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αφού δεν είναι κύριος διάδικος, εκτός αν κατά τη δίκη εκείνη ανέλαβε το δικαστικό αγώνα, οπότε κατέστη κύριος διάδικος, ή η αναίρεση αφορά την πρόσθετη παρέμβαση, καθώς και στην περίπτωση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης.

Σε κάθε περίπτωση, όμως, ο προσθέτως παρεμβαίνων καλείται στη συζήτηση της αναίρεσης, άλλως αυτή (συζήτηση) κηρύσσεται απαράδεκτη, τούτο δε λαμβάνεται υπόψη, και, αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 1286/2022, ΑΠ 520/2022, ΑΠ 569/2013). Πάντως, αν η αναίρεση απευθυνθεί και κατά του προσθέτως παρεμβάντος δεν ιδρύει απαράδεκτο (ΑΠ 4/2020, ΑΠ 569/2013) και εκτιμάται ως κλήση κατά τη συζήτηση της αναίρεσης (ΑΠ 1636/2022, ΑΠ 520/2022, ΑΠ 4/2020).

Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1, 2 και 576 παρ. 1-3 του ΚΠολΔ., προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ` αυτήν κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται ως εάν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, ώστε να καταστεί δυνατός ο έλεγχος της εγκυρότητας ή όχι της ερημοδικίας του απολειπόμενου διαδίκου, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη, ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση (ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 2/2022, ΑΠ 1211/2021).

Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 2/2023, ΑΠ 1389/2019). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδάφ. β`, γ` του ΚΠολΔ., που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ` άρθρο 575 εδάφ. β` του ΚΠολΔ., αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως, μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε.

Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προϋπόθεση, όμως, της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής, λόγω αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο, είναι ότι ο απολειπόμενος, κατά τη μετ` αναβολή δικάσιμο, διάδικος, είτε να είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή να είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για τη δικάσιμο, κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση, είτε είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και, επομένως, με τη νόμιμη παράσταση και τη μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλήτευσής του κατά την αρχική δικάσιμο.

Αντιθέτως, αν κατά την αρχική δικάσιμο ο απολειπόμενος, κατά τη μετ` αναβολή συζήτηση, διάδικος δεν επέσπευσε τη συζήτηση ή δεν είχε κλητευθεί νομίμως, για να παραστεί σ` αυτήν, κατά δε την αρχική αυτή δικάσιμο δεν παραστάθηκε νομίμως και, επομένως, δεν καλύφθηκε η έλλειψη ή η ακυρότητα της επίσπευσης της συζήτησης ή η μη νομιμότητα ή η έλλειψη της κλήτευσής του για την αρχική δικάσιμο, η αναβολή της υπόθεσης από το πινάκιο και η εγγραφή αυτής για τη νέα μετ` αναβολή δικάσιμο, δεν ισχύει ως κλήτευσή του για τη νέα δικάσιμο και απαιτείται νόμιμη κλήτευσή του (ΑΠ 2/2022, ΑΠ 184/2020).

Σε περίπτωση που απολείπεται ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση, η επίσπευση προκύπτει από το αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης (ή της κλήσης με την οποία αυτή φέρεται προς συζήτηση), με την πράξη ορισμού δικασίμου και την πρόσκληση παράστασης κατ` αυτήν, το οποίο ο επισπεύδων επέδωσε προς τον αντίδικό του.

Το αντίγραφο αυτό, με την επ` αυτού σημείωση του δικαστικού επιμελητή που διενήργησε την επίδοση, οφείλει να προσκομίσει ο παριστάμενος αντίδικος του επισπεύδοντος τη συζήτηση. Αντιθέτως, σε περίπτωση που απολείπεται ο αντίδικος του διαδίκου που επισπεύδει τη συζήτηση, η επίσπευση της συζητήσεως προκύπτει από την έκθεση επίδοσης του αντιγράφου της αίτησης αναίρεσης κτλ προς τον αντίδικο, την οποία οφείλει να προσκομίσει ο επισπεύδων, που μετέχει στη συζήτηση (ΑΠ 2/2023, ΑΠ 1130/2020). [3] Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτουν τα εξής :

Η αναιρεσείουσα, άσκησε, στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Μυτιλήνης, Α. την, από 31-03-2010, αγωγή κατά του ν.π.ιδ.δ. με την επωνυμία "Μουσείο Φυσικής Ιστορίας Απολιθωμένου Δάσους Λέσβου" υπέρ του οποίου το Ελληνικό Δημόσιο άσκησε την από 12-03-2013 πρόσθετη παρέμβαση, και υπέρ της αναιρεσείουσας παρενέβη, με την από 05-06-2013 πρόσθετη παρέμβαση, ο Δήμος Λέσβου, Β.

την, από 01-08-2011 αγωγή κατά του Ελληνικού Δημοσίου και της Περιφέρειας Βορείου Αιγαίου, νόμιμα εκπροσωπούμενο από τον Περιφερειάρχη Βορείου Αιγαίου, ως νόμιμου εκπροσώπου και υπέρ της αναιρεσείουσας παρενέβη με την, από 05-6-2013, πρόσθετη παρέμβαση ο Δήμος Λέσβου. Επί των ανωτέρω συνεκδικασθέντων αγωγών, εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η με αριθμ. 62/2014 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης, με την οποία απορρίφθηκε η από 01-08-2011 αγωγή ως απαράδεκτη ως προς το Ελληνικό Δημόσιο, λόγω μη τήρησης της προδικασίας του άρθρου 8 παρ. 1 του ν. 1539/1928, και ως απαράδεκτη, ως προς την Περιφέρεια Βορείου Αιγαίου, λόγω μη επίκλησης της διαδικαστικής προϋπόθεσης συνδρομής έννομου συμφέροντος καθώς και η από 05-06-2013 πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της ενάγουσας παρέμβαση του Δήμου Λέσβου, λόγω του παρακολουθηματικού χαρακτήρα της, και απορρίφθηκε η από 30-03-2010 αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη καθώς και η από 05-06-2013 πρόσθετη παρέμβαση του Δήμου Λέσβου υπέρ της ενάγουσας.

Κατά της ως άνω απόφασης ασκήθηκε η από 05-12-2014 έφεση από την ενάγουσα ήδη αναιρεσείουσα και η από 05-12-2014 έφεση του υπέρ της ενάγουσας προσθέτως παρεμβάντος Δήμου Λέσβου, επί των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 63/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου που δέχθηκε τυπικά και την απέρριψε τις εφέσεις κατ' ουσίαν.

Κατά της ως άνω τελεσίδικης απόφασης ασκήθηκε από την εκκαλούσα - ενάγουσα η ένδικη αίτηση αναίρεσης, απευθυνόμενη και κατά των αντιδίκων της, Ελληνικού Δημοσίου και Περιφέρειας Βορείου Αιγαίου, εφεσίβλητοι στη δευτεροβάθμια δίκη - εναγόμενοι της από 01-08-2011 αγωγής. Πλην όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, όλοι οι προτεινόμενοι λόγοι αναίρεσης αφορούν αποκλειστικά το εφεσίβλητο ν.π.ιδ.δ. - εναγόμενο της από 30-03-2010, χωρίς να αποδίδονται πλημμέλειες στην προσβαλλόμενη απόφαση, σχετικές με την απόρριψη της έφεσης που αφορά την από 01-08-2011 αγωγή.

Συνεπώς, η αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη κατά το μέρος που στρέφεται κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης, Περιφέρεια Βορείου Αιγαίου (ν.π.δ.δ.) και του πρώτου αναιρεσιβλήτου (Ελληνικού Δημοσίου), ως προς το οποίο η συζήτηση της υπόθεσης πρέπει να προχωρήσει παρά την απουσία του (άρθρ. 226 παρ. 4γ,δ άρθρ. 576 παρ. 2-3 ΚΠολΔ).

Και, τούτο, διότι το πρώτο αναιρεσίβλητο κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης δικάσιμο, διότι, όπως προκύπτει από τη με αριθμ. ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Πειραιώς Σ. Χ., ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και της με αριθμ. ...

βεβαίωσης του Γραμματέα του Αρείου Πάγου, περί αναβολής της υπόθεσης για τη δικάσιμο της 07-04-2021, και κλήση προς συζήτηση, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στο πρώτο αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, κατά την οποία (δικάσιμο) η υπόθεση ματαιώθηκε, λόγω της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων, εξαιτίας της πανδημίας Covid 19, και μετά τον ορισμό, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 83 παρ. 2 και 3 του ν. 4790/2021, αυτεπαγγέλτως, ως νέα ημέρα συζήτησης της αίτησης η 26-01-2022, κατά την οποία η υπόθεση εγγράφηκε από τον γραμματέα στο οικείο πινάκιο, οπότε η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε, λόγω κήρυξης κατάστασης ειδικής κινητοποίησης πολιτικής προστασίας της περιοχής της Αττικής, με την ΚΥΑ 14914/2022 (ΦΕΚ 189 Β/25-01-2022), και, μετά σχετική πράξη της Προέδρου του Γ' Πολιτικού Τμήματος ορίστηκε, αυτεπαγγέλτως, ως νέα δικάσιμος η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας, με γνωστοποίηση, με ανάρτηση της πράξης την πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων (solon.gov.gr), στο site του Αρείου Πάγου, www.areiospagos.gr, στη διαδικτυακή πύλη της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων portal.olomeleia.gr, και η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο επέχει θέση κλήτευσης του απολιπόμενου πρώτου αναιρεσιβλήτου.

Τα δικαστικά έξοδα της δεύτερης αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός της, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθρ. 183, 191 παρ. 2 και 176 ΚΠολΔ), μειωμένα, όμως, κατά το άρθρο 281 παρ. 2 του Ν. 3463/2006 (περί Κώδικος Δήμων και Κοινοτήτων), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό, ενώ δικαστικά έξοδα δεν ορίζονται ως προ το πρώτο αναιρεσίβλητο, λόγω της ερημοδικίας και έλλειψης σχετικού αιτήματός του. [4] Καθό μέρος η αίτηση αναίρεσης απευθύνεται κατά του Ελληνικού Δημοσίου ως παραπάνω προσθέτως παρεμβαίνοντος (στην από 31-03-2010 αγωγή) και του Δήμου Λέσβου προσθέτως παρεμβαίνοντος υπέρ της αναιρεσείουσας (στην από 31-03-2010 αγωγή) οι απευθυνόμενες κατ' αυτών αιτήσεις αναίρεσης, εκτιμώνται ως κλήση για τη συζήτηση αυτής.

Από τη με αριθμ. ... έκθεση επίδοση της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Βορείου Αιγαίου Β. Δ., προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με την 2266/09-01-2020 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, με την οποία ορίστηκε αρμόδιο τμήμα προς εκδίκαση της αίτησης το Γ' Πολιτικό Τμήμα, και με την κάτωθι αυτής, από 09-11-2020 πράξη της Προέδρου του ανωτέρω τμήματος, με ορισμό δικασίμου την 21-10-2020, και κλήση προς συζήτηση επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον υπέρ της ήδη αναιρεσείουσας προσθέτως παρεμβαίνοντα Δήμο Λέσβου, που, ως διάδοχος της Δημοτικής Ενότητας Ερεσσού - Αντίσσης, συμμετείχε στη δίκη (της από 30-03-2010 αγωγής), επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, για να παραστεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης για τη δικάσιμο της 21-10-2020, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 07-04-2021, και από τη με αριθμ. ...

έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Πειραιώς Σ. Χ., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, και της με αριθμ. ... βεβαίωσης του Αρείου Πάγου, από την οποία προκύπτει η αναβολή συζήτησης της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, κατά τη δικάσιμο της 21-10-2020, για τη δικάσιμο της 07-04-2021, και κλήση προς συζήτηση, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στο υπέρ του ήδη τρίτου αναιρεσιβλήτου προσθέτως παρεμβαίνον, που συμμετείχε στη δίκη (της από 30-03-2010 αγωγής) επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.

Κατά τη συνεδρίαση της 07-04-2021, η υπόθεση ματαιώθηκε, λόγω της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων, εξαιτίας της πανδημίας Covid 19. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 83 παρ. 2 και 3 του ν. 4790/2021 ορίστηκε αυτεπαγγέλτως, με την από 19-04-2021 πράξη της τότε Προέδρου του Τμήματος, ως νέα ημέρα συζήτησης της αίτησης η 26-01-2022, κατά την οποία η υπόθεση εγγράφηκε από τον γραμματέα στο οικείο πινάκιο.

Κατά τη συνεδρίαση της 26-01-2022 η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε, λόγω κήρυξης κατάστασης ειδικής κινητοποίησης πολιτικής προστασίας της περιοχής της Αττικής, με την ΚΥΑ 14914/2022 (ΦΕΚ 189 Β/25-01-2022), και με σχετική πράξη της Προέδρου του Γ' Πολιτικού Τμήματος ορίστηκε, αυτεπαγγέλτως, ως νέα δικάσιμος η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας, η νέα δικάσιμος γνωστοποιήθηκε με ανάρτηση της πράξης την πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων (solon.gov.gr), στο site του Αρείου Πάγου, www.areiospagos.gr, στη διαδικτυακή πύλη της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων portal.olomeleia.gr, και η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο επέχει θέση κλήτευσης όλων των διαδίκων.

Η κατά τα ως άνω νόμιμη κλήτευση του Δήμου Λέσβου και του Ελληνικού Δημοσίου και η αντίστοιχη εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο επέχει θέση κλήτευσης αυτών για τη σημερινή δικάσιμο. Νέα κλήση των ανωτέρω προσθέτως παρεμβάντων - προς ους η κοινοποίηση για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν απαιτείται, αφού η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων (άρθρ. 226 παρ. 4γ,δ ΚΠολΔ).

Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, οι προαναφερόμενοι δεν εμφανίσθηκαν, κατά τη σημερινή δικάσιμο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατατέθηκε δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Επομένως, η συζήτηση της υπόθεσης πρέπει να προχωρήσει παρά την απουσία τους (άρθρ. 576 παρ. 2-3 ΚΠολΔ). [5] Κατά τα λοιπά η κρινόμενη από 25-04-2018 αίτηση αναίρεσης, ως προς το τρίτο αναιρεσίβλητο, στρέφεται κατά της με αριθμ. 63/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, και με την οποία απορρίφθηκε η από 05-06-2014 έφεση της ήδη αναιρεσείουσας και η από 05-056-2014 έφεση του υπέρ αυτής προσθέτως παρεμβάντος Δήμου Λέσβου, κατά της εκκαλούμενης, με αριθμ. 62/2014, απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης, με την οποία είχε απορριφθεί η από 30-03-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, η οποία έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552 Κ.

και 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, είναι παραδεκτή και, συνεπώς, πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571 και 577 ΚΠολΔ).

ΙΙ. [1] Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 7 του ν. 147/1914 στις Νέες Χώρες, οι οποίες βρίσκονταν προηγουμένως κάτω από την άμεση επικυριαρχία του Οθωμανικού Κράτους, διατηρούνται σε ισχύ οι διατάξεις του Οθωμανικού Δικάιου "περί γαιών", οι οποίες ρυθμίζουν τα σχετικά με την κτήση δικαιωμάτων ιδιωτικής φύσεως επ' αυτών, ενώ οι δικαιοπραξίας γι' αυτά συντελούνται εφεξής κατά τους Ελληνικούς Νόμους.

Στην κατηγορία των Νέων Χωρών ανήκει και η νήσος Λέσβος. Στις Νέες Χώρες από 01-02-1914 άρχισε να ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 4 του ίδιου ως άνω νόμου 147/ 1914, η ελληνική νομοθεσία. Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 51 και 55 του ΕισΝ, η κτήση κυριότητας ή άλλου εμπραγμάτου δικαιώματος, που έλαβε χώρα πριν από την εισαγωγή του ΑΚ, κρίνεται κατά το δίκαιο που ίσχυε κατά τον χρόνο κατά τον οποίο έγιναν τα πραγματικά περιστατικά, που απαιτούνται για την κτήση αυτών, ενώ η προστασία τους διέπεται εφεξής από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα (ΑΠ 2105/2022).

Με το άρθρο 13 παρ. 2 του υπ` αριθμ. 2648/20.5.1917 δ/τος της Προσωρινής Κυβερνήσεως Θεσσαλονίκης, του οποίου η ισχύς επεκτάθηκε σε όλο το κράτος με το ν. 1072/1917, ορίσθηκε ότι επί των εκτάσεων που έχουν αφεθεί στην κοινή χρήση, κατά τον τούρκικο νόμο περί γαιών της 7 Ραμαζάν 1274 (1856), και μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι βοσκές, εξακολουθούν οι κάτοικοι να ασκούν τα δικαιώματά τους χρήσης, μέχρις ότου για τη διοίκηση των εκτάσεων αυτών προνοήσει ειδικός νόμος.

Ακολούθως, με το άρθρο 1 εδαφ. α`του ν. 2074/1920 "περί των εν ταις νέαις χώραις κοινοτικών γαιών", ορίσθηκε ότι οι γαίες που έχουν αφεθεί στην κοινή χρήση σύμφωνα με τα άρθρα 94, 95, 96, 98, 99 παρ. 1, 100 και 102 του ως άνω τουρκικού νόμου περί γαιών, όπως είναι και οι βοσκήσιμες γαίες, καθίστανται περιουσία των συνοικισμών, υπέρ των κατοίκων των οποίων είχαν ανέκαθεν προορισθεί, παραχωρούμενες στην πλήρη κυριότητα και κατοχή αυτών, που αναγνωρίζονται ως νομικά πρόσωπα.

Κατά το άρθρο 12 του ν. 1051/1917, το οποίο δυνάμει του άρθρου 2 του ν. 2074/1920 είναι εφαρμοστέο επί των ως άνω εκτάσεων, η περιουσία συνοικισμού που αναγνωρίζεται σε ιδία κοινότητα, καθίσταται περιουσία της κοινότητας, η οποία θα αποτελεσθεί από το συνοικισμό αυτό. Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι, από την έναρξη ισχύος του ν. 2074/1920, οι κοινότητες των νέων χωρών απέκτησαν αυτοδικαίως την κυριότητα των βοσκών, οι οποίες είχαν αφεθεί, ανέκαθεν, κατά το νόμο περί γαιών, στην κοινή χρήση των κατοίκων των χωρίων, που αποτέλεσαν τις ως άνω κοινότητες έστω και αν αυτές φέρουν διάφορο όνομα, και ότι, επομένως, έπαυσε έκτοτε να υπάρχει επί των γαιών αυτών το δικαίωμα κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου, ως διαδόχου του Τουρκικού Δημοσίου.

Ο προσδιορισμός της έννοιας των γαιών που έχουν αφεθεί ή εγκαταλειφθεί στην κοινή χρήση γίνεται με ευθεία παραπομπή στις σχετικές διατάξεις του περί γαιών νόμου της 7 Ραμαζάν 1274 (1856), ο οποίος διατηρήθηκε σε ισχύ στις χώρες που διετέλεσαν προηγουμένως υπό την άμεση κυριαρχία του οθωμανικού κράτους, και μετά την εισαγωγή σ` αυτές της Ελληνικής αστικής νομοθεσίας, κατ` άρθρο 2 παρ. 4 ν. 147/1914.

Από τις διατάξεις αυτές και, ειδικότερα, από εκείνες, των άρθρων 1 παρ. 4, 5 παρ. 2 και 91-102 του νόμου αυτού, προκύπτει ότι οι γαίες που είχαν αφεθεί στην κοινή χρήση (εγκαταλειμμένες - μετρουκέ), μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι βοσκήσιμες εκτάσεις, αποτελούσαν ιδιαίτερη κατηγορία γαιών, διαφορετική από εκείνη των δημοσίων γαιών (εραζί - εμιριγέ), διότι ανήκαν μεν, όπως και οι τελευταίες, στο οθωμανικό δημόσιο (κράτος), αλλά, ενώ στις δημόσιες γαίες ήταν δυνατή η παραχώρηση σε ιδιώτες, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, του δικαιώματος εξουσίασης (τεσσαρούφ), στις καθιερωμένες στην κοινή χρήση γαίες απαγορευόταν η με οποιοδήποτε τρόπο εξουσίασή τους από ιδιώτη και αυτές παραχωρούνταν, είτε επισήμως με την έκδοση αυτοκρατορικών διαταγμάτων (σουλτανικών φιρμανίων), είτε και απλώς κατ` ανοχήν του τουρκικού κράτους, στην αποκλειστική κοινή χρήση της ολότητας των κατοίκων ενός ή περισσοτέρων χωρίων ή κωμοπόλεων, το δικαίωμα των οποίων μάλιστα είχε κατοχυρωθεί ως απαράγραπτο με το άρθρο 102 του περί γαιών νόμου.

Ενόψει του χαρακτήρα αυτού των αφιερωμένων στην κοινή χρήση γαιών και του εντεύθεν ανενεργού οποιουδήποτε δικαιώματος εξουσίασης επ' αυτών του οθωμανικού δημοσίου, πλέον έντονη είναι η διάκριση της κατηγορίας των γαιών αυτών, από εκείνη των δημοσίων - κρατικών γαιών, η οποία, χωρίς να θεσμοθετείται, ειδικώς, στο νόμο περί γαιών, αναγνωριζόταν και αποτελούσε τις γαίες που ανήκαν στην άμεση διοίκηση του οθωμανικού κράτους ως δημόσια ιδιοκτησία με τη σύγχρονη έννοια της ιδιωτικής περιουσίας του δημοσίου.

Η αυτή, επομένως, επιβάλλεται διάκριση μεταξύ των αφεθεισών στην κοινή χρήση γαιών και εκείνων των γαιών, που αποτελούσαν τα δημόσια οθωμανικά κτήματα της κατηγορίας "ιμλιάκια" (εμλάκι μιριγέ), ήτοι εκείνα που προηγουμένως μεν ονομάζονταν γαίες του αυτοκρατορικού στέμματος (εμλάκι Χουμαγιούν), και μεταγενέστερα αποτέλεσαν δημόσια ιδιοκτησία, ως προς τα οποία, εφόσον διατελούσαν υπό την συνεχή και άμεση επιτήρηση του οθωμανικού δημοσίου, δεν θα μπορούσε να τύχει εφαρμογής η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 1 του ν. 2074/1920, η οποία αναφέρεται αποκλειστικώς στις γαίες που χαρακτηρίζονται ως καθιερωμένες στην κοινή χρήση, κατά τις διατάξεις του περί γαιών νόμου.

Από το πνεύμα αλλά και τη ρητή γραμματική διατύπωση των παραπάνω διατάξεων του νόμου περί γαιών, οι οποίες, ως προς το χαρακτηρισμό των γαιών ως αφιερωμένων στην κοινή χρήση, χρησιμοποιούν τον όρο "έκπαλαι" ή "ανέκαθεν" (το δεύτερο χρησιμοποιεί και το άρθρο 1 του ν. 2074/1920 για να υποδηλώσει τις γαίες αυτές), προκύπτει ότι στην ειδική κατηγορία των γαιών αυτών ανήκουν εκείνες, οι οποίες από αμνημονεύτου χρόνου είχαν αφεθεί στην αποκλειστική χρήση της ολότητας των κατοίκων ενός ή περισσοτέρων χωρίων ή κωμοπόλεων, με έννοια παραπλήσια εκείνης της αμνημονεύτου αρχαιότητας του β.ρ.δ., σε τρόπο ώστε η κοινή χρήση να αποτελεί τη μόνη γνωστή μορφή συλλογικής εξουσίασης του είδους αυτού των γαιών, διαμορφωμένη κατά την κυριαρχία του οθωμανικού κράτους, όπως το τελευταίο τούτο προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 1 του ν. 2074/1920, η οποία όχι μόνο παραπέμπει, ρητώς, για τον προσδιορισμό της έννοιας των αφιερωμένων στην κοινή χρήση γαιών στις διατάξεις του οθωμανικού νόμου περί γαιών, αλλά και, σαφώς, υπονοεί ότι τα δικαιοπαραγωγικά γεγονότα της κατηγορίας αυτής των γαιών είχαν συντελεσθεί στην περιοχή του οθωμανικού κράτους και υπό την κυριαρχία αυτού (ΑΠ 579/2022, ΑΠ 190/2019, ΑΠ 1702/2018).

Στο ν. 2508/1920: 1) με το άρθρο 1 παρ. 1 ορίζεται ότι " από 1 Απριλίου 1921 πάσαι αι από Τουρκοκρατίας εν ταις Νέαις Χώραις, πλην της Κρήτης και Σάμου, υφιστάμεναι Ορθόδοξοι Χριστιανικαί Κοινότητες καταργούνται αυτοδικαίως και αι διοικούσαι αυτάς αντιπροσωπείαι, εφορίαι ή άλλαι επιτροπείαι θεωρούνται αυτοδικαίως διαλελυμέναι, 2) με το άρθρο 3 παρ. 1 ορίζεται ότι " Aι περιουσίαι, ων την διαχείρισιν είχον αι κατά το άρθρον 1 καταργούμεναι κοινότητες ή επί οιωδήποτε ονόματι λαϊκαί επιτροπαί, ως και τα εις την δικαιοδοσίαν αυτών υπαγόμενα επί μέρους ιδρύματα και νομικά πρόσωπα, εξακριβούμεναι και εκκαθαριζόμεναι κατά τας διατάξεις του παρόντος νόμου, διακρίνονται εις τας εξής κατηγορίας, αναλόγως του σκοπού, oν τέως εξυπηρέτουν, ήτοι* α) Περιουσίαι σχολικαί*...

β) Περιουσίαι ενοριακαί*.... γ) Περιούσιαι εκκλησιαστικαί*.... δ`) Περιουσίαι ευαγών ιδρυμάτων· τοιαύται χαρακτηρίζονται αι ανήκουσαι αμέσως εις αυτοτελή φιλανθρωπικά, κοινωφελή ή άλλα ευαγή ιδρύματα........ ε`) Περιουσίαι κοινοτικαί· τοιαύται χαρακτηρίζονται αι μη αναγόμεναι εις τας προηγουμένας κατηγορίας κοινοτικαί και εκκλησιαστικαί περιουσίαι, ήτοι ων αι πρόσοδοι διετίθεντο προς εξυπηρέτησιν κοινοτικών, κοινωφελών ή φιλανθρωπικών σκοπών, ως και τα κοινοτικά ή εκκλησιαστικά ακίνητα τα χρησιμοποιούμενα αμέσως δια τοιούτους σκοπούς, εφόσον οι σκοποί ούτοι δεν απετέλουν αυτοτελές ίδρυμα και αι εν λόγω περιουσίαι και τα ακίνητα δεν ανήκουσιν εις άλλο νομικόν πρόσωπον, 3) στο άρθρο 4 γ ορίζεται ότι "Αι κατά το εδάφ.

ε` της αυτής παραγράφου κοινοτικαί περιουσίαι (πλήν του κατά την παράγραφον 3 του αυτού άρθρον εκχωριζομένου μέρους ως σχολικής περιουσίας), εν οις μεν μέρεσι συσταθώσιν ανώτεραι ενοριακαί αντιπροσωπείαι περιέρχονται εις την διαχείρισιν αυτών κατά τα κανονισθησόμενα, συμφώνως προς τας διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 2, άλλως περιέρχονται εις την κατά τον νόμον ΔΝΖ` περί δήμων και κοινοτήτων οικείαν κοινότητα ή τον δήμον". [2] H νομική αοριστία της αγωγής, η οποία συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που πρέπει να εφαρμοστεί, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος που ασκείται, για να κρίνει νόμιμη την αγωγή ή, αντίθετα, αρκέστηκε σε λιγότερα από εκείνα που απαιτούνται.

Η αοριστία, όμως, του δικογράφου της αγωγής μπορεί να μη είναι νομική, αλλά ποσοτική ή ποιοτική, όταν στο δικόγραφό της δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου στον οποίο στηρίζεται το αίτημά της (ποσοτική αοριστία ή όταν στο δικόγραφο γίνεται απλώς επίκληση των όρων του νόμου, χωρίς να αναφέρονται τα περιστατικά που θεμελιώνουν την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου (ποιοτική αοριστία).

Στις περιπτώσεις αυτές της ποσοτικής ή ποιοτικής αοριστίας της αγωγής η απόφαση ελέγχεται αναιρετικά, με βάση τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 8 και 14 ΚΠολΔ, αντίστοιχα (ΑΠ 668/2020). Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠοΛΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σ` αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής ή της ένστασης, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών, την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 1027/2022, ΑΠ 793/2021, ΑΠ 852/2021). [3] Από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 556 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για το παραδεκτό των λόγων της αναίρεσης, πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλομένη απόφαση, ένεκα σφάλματος που αναφέρεται στον αναιρετικό λόγο.

Έτσι, στην περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες (κύριες και επικουρικές), από τις οποίες η κάθε μία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της, πλην όμως η μία από αυτές δεν πλήττεται ή πλήττεται ανεπιτυχώς, ήτοι δεν τελεσφορεί, οι λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους προσβάλλεται η άλλη αιτιολογία, είναι αλυσιτελείς, γιατί οι προσβαλλόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης, το οποίο στηρίζεται αυτοτελώς από την ή τις μη πληττόμενες επιτυχώς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 1325/2022, ΑΠ 478/2021).

ΙΙΙ. [1] Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, κατά το ενδιαφέρον την αίτηση αναίρεσης, μέρος, δέχθηκε τα εξής: "Δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου πώλησης του άλλοτε συμβολαιογράφου Μυτιλήνης, Ε. Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ερεσού στον τόμο … και με αύξοντα αριθμό …, η άλλοτε Κοινότητα Σιγρίου Λέσβου πώλησε στην ενάγουσα (ήδη αναιρεσείουσα), έναν βοσκότοπο κείμενο στην θέση "…" της κτηματικής περιφέρειας της τέως Κοινότητας Σιγρίου, εκτάσεως κατά μεν τον τίτλο κυριότητας 1.000 περίπου στρεμμάτων, κατά δε νεώτερη καταμέτρηση 996.928,26 τ.μ., όπως αυτός εμφαίνεται στο από Νοέμβριο του 2009 τοπογραφικό διάγραμμα της πολιτικού μηχανικού Μ.

Τ. με τα στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Ι-Κ-Λ-Μ-Μ1-Μ2-Μ3-Α. Της μεταβίβασης αυτής προηγήθηκαν οι νόμιμες διαδικασίες και ειδικότερα η δημοσίευση της υπ' αριθμ. 13762/1924 απόφασης της Νομαρχίας Λέσβου για την άρση της μεταβίβασης κατά τον ν. 3250/1924, της υπ' αριθμ. 14062/1964 απόφασης της Νομαρχίας με την οποία εγκρίθηκε η υπ' αριθμ. 24/1964 απόφαση του Κοινοτικού Συμβουλίου για την από 13-3-1964 προκήρυξη πλειοδοτικής δημοπρασίας από τον Πρόεδρο της Κοινότητας και τον ορισμό μελών της επιτροπής με την υπ' αριθμ. 12212/1964 απόφαση της Νομαρχίας με την οποία εγκρίθηκε η υπ' αριθμ.

… απόφαση του Κοινοτικού Συμβουλίου με το οποίο κατακυρώθηκε στην ενάγουσα το ως άνω ακίνητο μετά την διεξαχθείσα δημοπρασία που είχε διακηρυχθεί με την υπ' αριθμ. … απόφαση, έναντι του τιμήματος των 200.000 δραχμών. Τμήμα της έκτασης αυτής, εμβαδού 70 στρεμμάτων παραχωρήθηκε δωρεάν και κατά κυριότητα από την Διεύθυνση Πολιτικής Γης του Υπουργείου Γεωργίας στο εναγόμενο Ν.Π.Ι.Δ., με την επωνυμία "Μουσείο Φυσικής Ιστορίας Απολιθωμένου Δάσους Λέσβου" (ήδη τρίτο αναιρεσίβλητο) δυνάμει της με αριθμό πρωτ.

…/6-4-2000 απόφασης του Υπουργού Γεωργίας, το οποίο και έκτοτε το κατέλαβε. Ενόψει του ότι το εναγόμενο (ήδη τρίτο αναιρεσίβλητο ν.π.ιδ.δ.) αμφισβητεί την κυριότητα της δικαιοπαρόχου της ενάγουσας, πρώην Κοινότητας Σιγρίου (ήδη προς ον η κοινοποίηση της αίτησης αναίρεσης), η ενάγουσα καθ' υποφοράν με την αγωγή της, όπως συμπληρώνει μέρος των ισχυρισμών της με την προσθήκη στις προτάσεις της, ισχυρίζεται ότι η δικαιοπάροχός της απέκτησε την κυριότητα μεγαλύτερης βοσκήσιμης έκτασης 4.266 τ.μ., τμήμα της οποίας είναι η επίδικη βάσει των άρθρων 1 και 2 β.δ. 2074/1920 (...), μετά την παραίτηση του Ελληνικού Δημοσίου ως διαδόχου του Τουρκικού, άλλως με έκτακτη χρησικτησία, αφού ασκούσε πράξεις νομής με καλή πίστη, χρησιμοποιώντας την επίδικη έκταση ως κοινοτικό βοσκότοπο για τις ανάγκες βοσκής των ποιμνίων όλων των κατοίκων της και στη συνέχεια για τις οικιστικές ανάγκες με τη μεταβίβαση τμημάτων, για δημιουργία τυροκομείων κλπ.

από το έτος 1850, άλλως σύμφωνα με τα άρθρα 1, 3 παρ. 1ε του β.δ. 2508/1920 (...). Οι ισχυρισμοί περί κτήσης της κυριότητας της δικαιοπαρόχου βάσει των παραπάνω β.δ. είναι όλως αόριστοι, αφού δεν αναφέρονται τα απαιτούμενα κατά τα εν λόγω νομοθετήματα πραγματικά περιστατικά, ήτοι ότι η επίδικη έκταση υπάγεται στις βοσκήσιμες γαίες που είχαν αφεθεί στην αποκλειστική χρήση της ολότητας των κατοίκων ενός ή περισσοτέρων χωριών ή κωμοπόλεων από αμνημονεύτου χρόνου κατά τη διάρκεια της Οθωμανικής κυριαρχίας, αναφορικά με τις επικαλούμενες διατάξεις των άρθρων 1 εδ.α και 2 του β.δ. 2074/1920 και 94, 95, 96, 98, 99 παρ. 1, 100, 101 και 102 του τουρκικού νόμου της 7ης Ραμαζάν 1274 (1856) "περί γαιών", και ότι επρόκειτο για περιουσία την διαχείριση της οποίας είχε υφιστάμενη κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας Ορθόδοξη χριστιανική κοινότητα ή λαϊκές επιτροπές, της οποίας οι πρόσοδοι διατίθεντο προς εξυπηρέτηση κοινοτικών, κοινωφελών ή φιλανθρωπικών σκοπών ή κοινοτικό ή εκκλησιαστικό ακίνητο που χρησιμοποιείτο αμέσως για τέτοιους σκοπούς και οι σκοποί αυτοί δεν αποτέλεσαν αυτοτελές ίδρυμα, αναφορικά με το β.δ. 2508/1920.

Σε κάθε δε περίπτωση, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο αποτελούσε βοσκήσιμη γαία που εγκαταλείφθηκε από αμνημόνευτο χρόνο, κατά την κυριαρχία του Οθωμανικού Κράτους, στην κοινή χρήση της ολότητας της περιοχής, ούτε ότι επρόκειτο για κοινοτική περιουσία υπό την έννοια του άρθρου υπό την έννοια του άρθρου 3 παρ. 1 του β.δ. 2508/1920, ήτοι περιουσία την διαχείριση της οποίας είχαν υφιστάμενες κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας Ορθόδοξες χριστιανικές κοινότητες ή λαϊκές επιτροπές, της οποίας οι πρόσοδοι διατίθεντο προς εξυπηρέτηση κοινοτικών, κοινωφελών ή φιλανθρωπικών σκοπών ή κοινοτικό ή εκκλησιαστικό ακίνητο που χρησιμοποιείτο αμέσως για τέτοιους σκοπούς και οι σκοποί αυτοί δεν αποτέλεσαν αυτοτελές ίδρυμα.

Άλλωστε τμήμα της καταληφθείσας από το εναγόμενο ΝΠΙΔ έκτασης, εμβαδού 45 στρεμμάτων είναι απόκρημνο και άγονο και τούτο, ενόψει των ανέμων, καθιστά αδύνατη την ανάπτυξη βλάστησης, γεγονός που ίσχυε και κατά τα χρόνια της τουρκοκρατίας και συνεπώς επρόκειτο για έκταση που δεν μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως βοσκότοπος.

Μάλιστα στον τίτλο κτήσης της ενάγουσας ουδόλως αναφέρεται ότι η Κοινότητα Σιγρίου απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου βάσει των ως άνω επικαλούμενων από την ενάγουσα διατάξεων των ανωτέρω β.δ., αλλά αναφέρεται ότι αυτή (Κοινότητα Σιγρίου) απέκτησε το επίδικο ακίνητο με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, καθώς νέμεται και κατέχει αυτό από το έτος 1923 που το κατέλαβε κατόπιν της αποχώρησης των Τούρκων.

Η δε επικαλούμενη από την ενάγουσα άσκηση πράξεων νομής με διάνοια κυρίου της δικαιοπαρόχου της επί του επιδίκου από το έτος 1850 δεν επιφέρει την κτήση της κυριότητας με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, ενόψει του ότι η νήσος Λέσβος, όπου ευρίσκεται το επίδικο, απελευθερώθηκε από τον Τουρκικό ζυγό την 8-11-1912 και μέχρι τότε δεν ήταν δυνατή, κατά τα προεκτεθέντα, η κτήση κυριότητας επί του επιδίκου με τον άγνωστο στο Οθωμανικό δίκαιο θεσμό της χρησικτησίας, χωρίς προηγούμενη κτήση κυριότητας με τεσσαρούφ μέχρι το έτος 1917, σύμφωνα με τις προμνησθείσες διατάξεις του Οθωμανικού Νόμου περί Γαιών, από δε το έτος 1915 δεν είναι νόμιμη η χρησικτησία των ακινήτων του Δημοσίου.

Συνεπώς η δικαιοπάροχος της ενάγουσας κατά τον χρόνο μεταβίβασης του επιδίκου ακινήτου στην τελευταία δεν ήταν κυρία αυτού και ως τούτου η ενάγουσα δεν απέκτησε την κυριότητα αυτού, με τον επικαλούμενο ως άνω παράγωγο τρόπο, αφού για τη μεταβίβαση με τον τρόπο αυτό της κυριότητας ακινήτου, αποτελεί προϋπόθεση το να ήταν κύριος εκείνος που συμφώνησε τη μεταβίβασή της ....".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας και του προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνοντος Δήμου Λέσβου κατά της εκκαλούμενης απόφασης, με την οποία είχε απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η από 30-03-2010 αγωγή της αναιρεσείουσας και η υπέρ αυτής από 05-06-2013 πρόσθετη παρέμβαση του Δήμου Λέσβου. [2] Με τα δεδομένα αυτά είναι σαφές ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε η κύρια αγωγή με δύο επάλληλες αιτιολογίες που καθεμία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της, και ειδικότερα με την πρώτη (αιτιολογία) ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, επειδή στην αγωγή δεν αναφέρεται ότι η επίδικη έκταση υπάγεται στις βοσκήσιμες γαίες που είχαν αφεθεί στην αποκλειστική χρήση της ολότητας των κατοίκων ενός ή περισσοτέρων χωριών ή κωμοπόλεων από αμνημονεύτου χρόνου κατά τη διάρκεια της Οθωμανικής κυριαρχίας, αναφορικά με το β.δ.

και των ως άνω διατάξεων του νόμου "περί γαιών", και με τη δεύτερη (επικουρική) αιτιολογία, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, διότι κατά τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά δεν αποδείχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο αποτελούσε βοσκήσιμη γαία που εγκαταλείφθηκε από αμνημόνευτο χρόνο, κατά την κυριαρχία του Οθωμανικού Κράτους, στην κοινή χρήση της ολότητας της περιοχής.

Η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση με τον, από τους αρ. 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρώτο λόγο αναίρεσης, της, παρά το νόμο, κήρυξης της ως άνω κύριας βάσης αγωγής ως απαράδεκτης, λόγω αοριστίας, επικαλούμενη ότι δεν έλαβε υπόψη τον αγωγικό ισχυρισμό της ότι η επίδικη έκταση ήταν βοσκήσιμη γαία, που είχε αφεθεί, επί Τουρκοκρατίας, και προ του έτους 1850, στην αποκλειστική χρήση των κατοίκων της δικαιοπαρόχου της αναιρεσείουσας Κοινότητας, για τις ανάγκες της βοσκής των ποιμνίων όλων των κατοίκων της και, στη συνέχεια, χρησιδέσποζε αυτό διανοία κυρίου και με καλή πίστη, αν και διαλαμβάνονταν τα γεγονότα αυτά στην αγωγή.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος, ως αλυσιτελής, καθόσον η αναιρεσείουσα ουδόλως πλήττει με λόγο αναίρεσης την δεύτερη (επικουρική) αιτιολογία της προσβαλλομένης απόφασης, περί ουσιαστικής αβασιμότητας της κύριας αγωγικής βάσης, διότι δεν αποδείχθηκε ότι αποτελούσε το επίδικο βοσκήσιμη γαία που εγκαταλείφθηκε από αμνημόνευτο χρόνο, κατά την κυριαρχία του Οθωμανικού Κράτους, στην κοινή χρήση της ολότητας της περιοχής, και, επομένως, ελλείπει το έννομο συμφέρον αυτής, κατά τα άρθρα 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, για την άσκηση του παραπάνω λόγου αναίρεσης, αφού η τυχόν ευδοκίμηση αυτού δεν δύναται να επιφέρει την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, το διατακτικό της οποίας πλήρως στηρίζει η μη πληττόμενη, κατά τα κατωτέρω, επιτυχώς, ως άνω επικουρική αιτιολογία της απόφασης, με την οποία η ανωτέρω βάση της αγωγής απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.

[3] Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αρ. 1 εδ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μόνον, όμως, αν αφορά την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών γεγονότων της υπόθεσης, ενώ αντίθετα ανέλεγκτη αναιρετικά είναι η παράβαση των διδαγμάτων αυτών κατά την ερμηνεία των δικαιοπραξιών ή την εκτίμηση των αποδείξεων και τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Ειδικότερα, η παραβίαση ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, προκειμένου να εξειδικεύσει τις αόριστες νομικές έννοιες ή για να υπαγάγει ή όχι τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς στον κανόνα αυτό, όχι όμως όταν τα διδάγματα αυτά χρησίμευσαν προς έμμεση απόδειξη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ή για την εκτίμηση αποδεικτικών μέσων που προσκομίζονται από τους διαδίκους (ΑΠ 87/2013, ΑΠ 752/2017).

Συνακόλουθα τούτων, τα διδάγματα της κοινής πείρας μπορούν να χρησιμοποιηθούν και για να εξακριβωθεί η βασιμότητα των πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν το αντικείμενο της απόδειξης (ΚΠολΔ 336 § 4), είτε για να γίνει, μετά την εξακρίβωση της βασιμότητας αυτών, η υπαγωγή τους σε νομικούς κανόνες (ΚΠολΔ 559 αρ. 1).

Έτσι, αν στην πρώτη περίπτωση, χρησιμοποιώντας τα διδάγματα της κοινής πείρας ή τα πορίσματα της επιστήμης αντίθετα προς τις αρχές της λογικής, το δικαστήριο διαγνώσει εσφαλμένως ότι συνέτρεξαν ή όχι τα περιστατικά που στηρίζουν το δικαίωμα, δεν υπάρχει παράβαση του νόμου και, άρα, δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1β ΚΠολΔ.

Αν πάλι το δικαστήριο παραλείψει εντελώς να τα χρησιμοποιήσει, η παράλειψη αυτή δεν ελέγχεται ως πλημμέλεια από τον αριθμό 11 του άρθρου 559, καθόσον, όπως συνάγεται από τα άρθρα 336 § 4 και 339 του ΚΠολΔ, τα διδάγματα κοινής πείρας δεν καταλέγονται στα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 187/2023, ΑΠ 1112/2021). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας (άρθρο 559 αριθ. 1 εδ.

β ΚΠολΔ) πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρονται ποια είναι τα διδάγματα αυτά, ο κανόνας δικαίου, και μάλιστα ενάριθμα στην ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν, ενώ έπρεπε, σε τί συνίσταται η παραβίασή τους, ο σχετικός πραγματικός ισχυρισμός, καθώς και οι ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου, διαφορετικά ο λόγος αναίρεσης είναι αόριστος (ΑΠ 104/2022, ΑΠ 1618/2022,ΑΠ 103/2013).

Στην προκείμενη περίπτωση, o, από τον αρ. 1β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς την απόρριψη της κύριας βάσης της αγωγής, εκθέτοντας ότι με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας θα έπρεπε να δεχθεί ότι η ανωτέρω μορφολογία εδάφους 45 στρεμμάτων επί συνόλου 1000 στρεμμάτων, που είναι το επίδικο δεν μπορεί να αποκλείσει το χαρακτηρισμό του μείζονος ακινήτου ως βοσκότοπου ούτε η σημερινή μορφολογία του μικρού αυτού τμήματος των 45 στρεμμάτων μπορεί να οδηγήσει στη συναγωγή συμπεράσματος ότι η ίδια μορφολογία υφίστατο και κατά τα χρόνια της Τουρκοκρατίας και ότι δεν έχει υποστεί την οποιαδήποτε μεταβολή είναι απαράδεκτος, α) λόγω αοριστίας, διότι δεν αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, και ποια τα παραβιασθέντα διδάγματα της κοινής πείρας και β) διότι οι προβαλλόμενες αιτιάσεις για παράβαση των διδαγμάτων κοινής πείρας δεν αφορούν τη χρήση αυτών στην ερμηνεία των επικαλούμενων κανόνων δικαίου (άρθρ. 1 και 2 του β.δ/τος 2074/1920) ούτε την υπαγωγή σ` αυτούς των πραγματικών γεγονότων, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, αλλά στη διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν το αντικείμενο της απόδειξης, και, άρα, δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1β ΚΠολΔ αλλά στην εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, που, όμως, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ).

IV. Κατόπιν αυτών, και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, και να διαταχθεί η εισαγωγή του προκαταβληθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο, λόγω της ήττας της (άρθρ. 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα του τρίτου αναιρεσιβλήτου, το οποίο κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχήν του αιτήματος αυτού, πρέπει να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της (άρθρ. 176, 183, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25-04-2018 αίτηση αναίρεσης της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Τ. Ε. Λ. (Τ.)" κατά της 63/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της δεύτερης αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε εξακόσια (600,00) ευρώ, και του τρίτου αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Σεπτεμβρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Οκτωβρίου 2023.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ