Legislator Case Law & Legislation
1600/2018 AI generated

1600/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1600/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο - Εισηγητή, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή και Γεώργιο Παπανδρέου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1600/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου διακοπής με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξης από εκείνον που έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος.

Keywords

AI generated
cognitive deficits impairment of vision mental health status mental incapacity depressive episode preexisting degenerative condition
AI generated
120/2022
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-9-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο ...ς.
855/2018
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Πέτρο Σαλίχο και Ιωάννη Φιοράκη, Αρεοπαγίτες.
362/2024
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-10-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο ....
1119/2023
Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος του υπό στοιχείο 2 αναιρεσιβλήτου, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, δήλωσε ότι ο υπό στοιχείο 1 αναιρεσίβλητος απεβίωσε στις ..., σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό ... ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του ..., και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εκ διαθήκης κληρονόμοι αυτού: 1) ο ήδη υπό στοιχείο 2 αναιρεσίβλητος, 2) η Δ. χήρα Δ. Π., το γένος Κ. και Π. Γ., κάτοικος ..., 3) η Ε. Π. του Δ. και της Δ., κάτοικος ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο, και κατέθεσαν προτάσεις.
385/2017
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου-εισηγήτρια, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1600 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1600/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο - Εισηγητή, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή και Γεώργιο Παπανδρέου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 19η Σεπτεμβρίου 2018 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1.Δ. Σ. Κ., κατοίκου ..., 2.Ν. Κ. Κ., κατοίκου ..., 3……10. Ι. Α. Χ.. Το 1ο και ο 5ος εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο Ρ. Λ.. Ο 2ος απεβίωσε στις 11-9-2014, όπως δήλωσε στο σημείο αυτό η πληρεξουσία δικηγόρος Α. Δ. και συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του α) η ως άνω δικηγόρος Αθηνών Α. Δ., που παρίσταται αυτοπροσώπως β)Κ. Δ. και γ) Μ. Δ., κάτοικοι Αθηνών, οι οποίοι παρίστανται μετά της ως άνω πληρεξουσίας. Οι 3ος 4η 6η έως και 10ος δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο. Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, οι οποίοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται ανωτέρω, ο δικηγόρος των αναιρεσειόντων υπέβαλε αίτημα αναβολής, διότι ο συνήγορος που χειρίζεται την υπόθεση είναι εκτός Αθηνών. Το Δικαστήριο διασκέφτηκε και δια της Προέδρου του απέρριψε το αίτημα της αναβολής και προχώρησε στη συζήτηση της υπόθεσης.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-6-2000 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6460/2010 του ιδίου Δικαστηρίου και 6402/2012 του Πολυμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 17-6-2013 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Πέτρος Σαλίχος, ανέγνωσε την από 22-8-2018 έκθεσή του, με την οποία εισηγείται την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσίβλητων να απορριφθεί, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287, 291 και 292 ΚΠολΔ., που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα και στην αναιρετική δίκη, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 Α.Κ., προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται αν, μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.

Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου διακοπής με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξης από εκείνον που έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος.

Ως διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του). Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, κατά τη σειρά εγγραφής της στο οικείο πινάκιο, εκπροσωπήθηκαν οι μεν αναιρεσείοντες από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Σπυρίδωνα Αλεξανδρή, οι δε πρώτο και πέμπτος των αναιρεσίβλητων, με την ειδικώς προς τούτο εξουσιοδοτηθείσα πληρεξούσια δικηγόρο τους Ρ.

Λ.. Μετά την εκφώνηση του ονόματος του δεύτερου αναιρεσίβλητου Β. Κ. Δ. εμφανίστηκε η δικηγόρος Α. Β. Δ., η οποία δήλωσε ότι ο αναιρεσίβλητους αυτός απεβίωσε στις 11-9-2014, δηλαδή μετά από την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και ότι τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, ήτοι η ίδια, Α.

Δ., και οι Κ. και Μ. Δ. του Β. (τέκνα του θανόντος), τους οποίους και εκπροσωπεί νομίμως. Ο θάνατος του δεύτερου αναιρεσίβλητου και η ιδιότητα των τελευταίων ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποδεικνύεται από το απόσπασμα της ληξιαρχικής πράξης θανάτου αυτού και τα οικεία πιστοποιητικά του αρμόδιου γραμματέα περί πλησιέστερων συγγενών και αποδοχής κληρονομίας, περιστατικά, τα οποία άλλωστε δεν αμφισβητούνται από τους αναιρεσείοντες (άρθρ.261 ΚΠολΔ).

Συνεπώς, οι κληρονόμοι αυτού (άρθρ. 1710, 1813, 1820 και 1846 ΑΚ) νομίμως παρίστανται κατά την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης δικάσιμο στη θέση του κληρονομηθέντος διαδίκου, εκπροσωπούμενοι από την ως άνω πληρεξούσια δικηγόρο νομοτύπως διορισμένη και δηλώνουν ότι συνεχίζουν τη δίκη, προβάλλοντας υπεράσπιση επί της ουσίας της υπόθεσης.

Εξάλλου, από τις υπ' αριθμ. 6970 Ε'/26-3-2018, 6969 Ε'/26-3-2018, 6968 Ε'/26-3-2018, 6967 Ε'/26-3-2018, 6966 Ε'/26-3-2018, 7067 Ε'/2-4-2018 και 6974 Ε'/26-3-2018 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Α. Π. Σ., που επικαλείται και προσκομίζει το πρώτο αναιρεσίβλητο, το οποίο επισπεύδει τη συζήτηση, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 17-6-2013 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6402/2012 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την κάτω από αυτές πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς τους τρίτο, τέταρτη, έκτη, έβδομη, όγδοο, ένατο και δέκατο εκ των αναιρεσίβλητων για να παραστούν κατά τη συζήτησή της για την παρούσα δικάσιμο επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους τελευταίους (άρθρ.126 παρ.1 εδ.α', 127 παρ. 1 και 128 παρ.1 ΚΠολΔ).

Όμως, οι προαναφερόμενοι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν κατά την πιο πάνω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου τους, κατά τα άρθρα 242 παρ.2 και 573 παρ.1 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία των κλητευθέντων ως άνω αναιρεσίβλητων (άρθρο 576 παρ. 2 εδ.

α' και γ' ΚΠολΔ.).- Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ., είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι, στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναιρέσεως δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νομίμως από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεώς του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση αυτό (αναιρετήριο), αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (Ολ. Α.Π. 43/1990, Α.Π.190/2017).

Εξάλλου, για το ορισμένο του, από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., λόγου αναιρέσεως, πρέπει, εκτός των άλλων, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι η πλημμέλεια του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ως προς τη διατύπωση του θέματος αποδείξεως, προτάθηκε στο Εφετείο, αφού δεν πρόκειται για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί ενώπιόν του, ούτε για σφάλμα, που προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ούτε τέλος για ισχυρισμό, που αφορά τη δημόσια τάξη, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (Α.Π.1595/2006).

Ενόψει αυτών, ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 10 περ.β' ΚΠολΔ., όπως ίσχυε πριν από την κατάργησή του με το άρθρο 17 παρ. 2 του ν. 2915/2001, κατ' ορθή υπαγωγή του στο λόγο αυτόν διαλαμβανόμενου νομικού σφάλματος, και όχι από τον αριθμό 14 του ίδιου άρθρου, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι ''η συμπροσβαλλόμενη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, παρά το νόμο οδηγήθηκε στην έκδοση οριστικής απόφασης, χωρίς να διαταχθεί η νόμιμη εμμάρτυρη απόδειξη για την πνευματική κατάσταση του διαθέτη, και απέρριψε την ένδικη αγωγή των αναιρεσειόντων, η δε εφετειακή έσφαλε θεωρώντας ότι στην ένδικη περίπτωση δεν ήταν αναγκαία η έκδοση προδικαστικής απόφασης'', πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος, καθόσον δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στο αναιρετήριο για το αν ο πιο πάνω ισχυρισμός, που δεν εμπίπτει σε κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ και στον οποίο στηρίζεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως, προβλήθηκε νόμιμα και με ποιον τρόπο ενώπιον του Εφετείου από τους εκκαλούντες και ήδη αναιρεσείοντες, ώστε να μπορεί να κριθεί αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος.

Σε κάθε περίπτωση, από την επισκόπηση του δικογράφου της από 14-1-2011 εφέσεως των ήδη αναιρεσειόντων προκύπτει ότι οι τότε εκκαλούντες δεν πρότειναν όμοιο λόγο εφέσεως. Επομένως, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως (από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος.- Κατά το άρθρο 1718 του Α.Κ., διαθήκη, για τη σύνταξη της οποίας δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 1719 έως 1757, είναι άκυρη, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, κατά δε το άρθρο 1719 παρ. 4 του ίδιου Κώδικα, όπως αυτό ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 30 του ν. 2447/1996 και εφαρμόζεται ως προς τις διαθήκες που έγιναν υπό το κράτος της ισχύος του, δηλαδή πριν από την 30-12-1996 (άρθρο τρίτο ν. 2447/1996), ανίκανοι να συντάσσουν διαθήκη είναι όσοι κατά το χρόνο της σύνταξης της διαθήκης δεν έχουν συνείδηση των πράξεών τους ή δεν έχουν τη χρήση του λογικού λόγω πνευματικής ασθένειας.

Με τη διάταξη αυτή προβλέπονται δύο καταστάσεις, δηλαδή: α) η περίπτωση κατά την οποία ο διαθέτης δεν έχει συνείδηση των πράξεών του και β) η περίπτωση που ο διαθέτης δεν έχει τη χρήση του λογικού λόγω πνευματικής ασθένειας, κάθε μια από τις οποίες, όταν υπάρχει κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης, συνεπάγεται την ακυρότητά της, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά.

Έλλειψη συνείδησης των πράξεων υπάρχει όταν ο διαθέτης αδυνατεί να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενο της επιχειρούμενης πράξεως λόγω της ειδικής κατάστασης στην οποία βρίσκεται (π.χ. ισχυρή μέθη εξαιτίας χρήσεως οινοπνεύματος ή άλλων τοξικών ουσιών βαθύς ύπνος, εγκεφαλική διάσειση, υψηλός πυρετός, εγκεφαλικό επεισόδιο κλπ.).

Δεν απαιτείται δε γενική και πλήρης έλλειψη συνείδησης του εξωτερικού κόσμου ή πλήρης έλλειψη λειτουργίας του νου ή παντελής αποκλεισμός της ελεύθερης βούλησης, ούτε νοείται ως επιχειρούμενη πράξη αυτή καθ' εαυτή η διαθήκη, αφού ο διαθέτης που έχει περιέλθει σε τέτοια κατάσταση μπορεί να έχει συναίσθηση ότι συντάσσει διαθήκη, αλλά νοούνται οι επιμέρους διατάξεις αυτής (διαθήκης), των οποίων τη σημασία, σπουδαιότητα ή έκταση δεν μπορεί να συλλάβει, ιδίως λόγω ανωμαλίας των αναστολών.

Στέρηση δε της χρήσης του λογικού λόγω πνευματικής ασθένειας υπάρχει, όταν ο διαθέτης, εξαιτίας πνευματικής ασθένειας, δεν μπορεί να προσδιορίσει ελεύθερα τη βούληση του, δηλαδή να διαθέσει την περιουσία του μετά το θάνατο του με λογικούς υπολογισμούς. Τέτοιες πνευματικές ασθένειες, που προκαλούν έλλειψη της χρήσης του λογικού, είναι οι γνήσιες ψυχώσεις, όπως λ.χ.

η μανιοκατάθλιψη, η σχιζοφρένεια, οι παράνοιες, αλλά και οργανικοψυχικές παθήσεις, όπως λ.χ. η γεροντική άνοια, όταν απ' αυτή προκαλείται μόνιμη διαταραχή της λειτουργίας του νου, σε βαθμό που αποκλείει την ύπαρξη λογικής κρίσης, η ολιγοφρένεια κ.ά. Παρέπεται ότι δεν αποκλείεται κατά νόμο η συνύπαρξη στο πρόσωπο του διαθέτη και των δύο περιπτώσεων ανικανότητας, που προβλέπονται στη διάταξη του άρθρου 1719 αρ. 4 Α.Κ., όπως ίσχυε, δηλαδή τόσο της έλλειψης συνείδησης των πράξεών του, όσο και της πνευματικής ασθένειας που στερεί τη χρήση του λογικού.

Όπως προκύπτει δε από την ως άνω διάταξη, προς σύνταξη έγκυρης διαθήκης ο διαθέτης πρέπει να έχει ικανότητα προς τούτο, υπάρχουσα κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης και καθ' όλη τη διάρκειά της. Αν όμως πρόκειται για πάθηση μη ιάσιμη, αρκεί η απόδειξη ότι ο διαθέτης κατά την εποχή της σύνταξης της διαθήκης, έπασχε από μόνιμη πνευματική νόσο.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π.12/2016, Ολ.Α.Π.10/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, αναφορικά με την ένδικη αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων περί αναγνωρίσεως της ακυρότητας της από 26-12-1996 ιδιόγραφης διαθήκης του αποβιώσαντος στις 30-6-1998 Γ. Κ. (εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του οποίου είναι οι αρχικώς ενάγοντες), τη στηριζόμενη στην, κατά το άνω άρθρο 1719 αρ. 4 Α.Κ., όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 30 του ν. 2447/1996, ανικανότητα του διαθέτη προς σύνταξη της διαθήκης, λόγω έλλειψης συνείδησης των πραττομένων και έλλειψης της χρήσης του λογικού της εξαιτίας πνευματικής ασθένειας, δέχθηκε με αυτήν ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά : " Στις 30-6-1998 απεβίωσε στις ...

ο Γ. Κ. του Σ. (βλ. την υπ' αριθμ. 588/50/1998 ληξιαρχική πράξη θανάτου που συνέταξε ο Ληξίαρχος Ν. Φιλαδέλφειας), δικηγόρος και κάτοικος εν ζωή Αθηνών, μοναδικούς δε πλησιέστερους συγγενείς του κατά το χρόνο αυτό και κατ' επέκταση εξ αδιαθέτου κληρονόμους του άφησε τον αμφιθαλή αδελφό του Δ. Κ. του Σ., πρώτο ενάγοντα - εκκαλούντα, τα τέκνα του προαποβιώσαντος αμφιθαλούς αδελφού του Κ.

Κ. του Σ., ήτοι τον Ν. Κ. του Κ. δεύτερο ενάγοντα -εκκαλούντα και τον Σ. Κ. του Κ. τρίτο ενάγοντα -εκκαλούντα και τα τέκνα του προαποβιώσαντος αμφιθαλούς αδελφού του Ε. Κ. του Σ., Ε. Κ. του Ε. και Κ. Κ. του Ε. (βλ. την υπ' αριθμ. πρωτοκ. 736/2-11- 1998 βεβαίωση του Προέδρου Κοινότητας Διαβολιτσίου Νομού Μεσσηνίας). Στις 4 Σεπτεμβρίου 1998 μετά από αίτηση του δευτέρου εναγομένου -εφεσιβλήτου Β.

Δ., δημοσιεύθηκε με το υπ' αριθμ. 3646/1998 πρακτικό συνεδριάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η από 26- 12-1996 ιδιόγραφη διαθήκη του αποβιώσαντος, που κηρύχθηκε κυρία με την υπ' αριθμ. 1314/1998 απόφαση του ιδίου ως άνω Δικαστηρίου. Με τη διαθήκη αυτή ο κληρονομούμενος εγκατέστησε ως κληρονόμο του σε όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία του το πρώτο εναγόμενο - εφεσίβλητο "...", ως κληροδόχους τους δεύτερο, τρίτη, τέταρτο, πέμπτο εναγόμενους - εφεσίβλητους, τον έκτο εναγόμενο (Ν.

Δ.) που απεβίωσε στις 7-8-2004 και στη θέση του υπεισήλθαν οι έκτη, έβδομη και όγδοος των εφεσίβλήτων (μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του), τον έβδομο εναγόμενο και ήδη ένατο των εφεσιβλήτων και την όγδοη εναγομένη (Β. Π. -μη εφεσίβλητη) και ως εκτελεστές της ως άνω διαθήκης του τον δεύτερο εναγόμενο - εφεσίβλητο (Β.

Δ.) και τον ένατο εναγόμενο και ήδη δέκατο εφεσίβλητο (Ι. Χ.). Ειδικότερα, η ως άνω διαθήκη του κληρονομούμενου έχει ως εξής: "Η Διαθήκη μου. Στην ... και στην οικία μου οδός ... συντάσσω τη παρούσα διαθήκη μου που έχει έτσι : Εγκαθιστώ μοναδικό κληρονόμο μου εφ' απάσης της ακινήτου και κινητής περιουσίας μου στην Ελλάδα και στο Εξωτερικό (Τράπεζες Ζυρίχης, Λονδίνου και Ν.

Υόρκης) το ... (Κεντρικό ...). Η ακίνητη περιουσία στην Ελλάδα είναι εις την υπ' αριθμόν 4990 πράξιν καταθέσεως τίτλων ιδιοκτησίας ενώπιον του Συμβολαιογράφου Αθηνών Γ. Σ. (...). Η εις μετρητά (καταθέσεις) περιουσία μου είναι κυρίως στην Ελλάδα: Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, Σταδίου 38, Αθήνα. Στην ίδια Τράπεζα και εις την θυρίδα υπό τον αριθ. 577 έχω χρυσές λίρες κ.α.

Στο Εξωτερικό έχω τις εξής καταθέσεις 1) στη Chase Manhattan Bank Ν.Α. 1211, avenue of the American New New York 10036 tel... 1.500 USD, 2) στη Chase Manhattan Bank Ν.A. (δυσανάγνωστα)... London ...2,000 US, 3) Στην National bank of Greece 204-208 Totten Me Count Roay London WIP 9 LA 160.000 περίπου Αγγλικές Λίρες, 4) Στη Ζυρίχη της Ελβετίας και στην on Bank of SWITZERLAND 15 BANK OF STRASSE υπό τον αριθμόν 131 003 7.000 Ελβ. Φράγκα περίπου.

Τα πληρεξούσια προς τον Δικηγόρον Βασ. Δ.ν, ... ..., σκοπούς έχοντα την εκπλήρωσι ωρισμένων εντολών μου δια την θεραπείαν εμού και της Α. Γ. Κ. με την οποία από ετών 60 ζω, επιθυμώ να ισχύσωσι ανενοχλήτως και κατά την κρίσι των πληρεξουσίων, μετά δε την εκπλήρωσι των προς αυτούς εντολών μου να καταθέσωσι είτε το υπόλοιπον είτε το όλον εις το Μπενάκιον ίδρυμα.

Εις το επί της ... σπίτι μου στην ... μέχρι του θανάτου της Α. Γ. Κ. ουδείς απολύτως έχει δικαίωμα εισόδου και οιασδήποτε οχλήσεως της ειρημένης. άπαντα τον ρουχισμόν, Γυναικείον και Ανδρικόν, άπασαν την οικοσκευήν αφήνω εις τον Ε. Μ.. Επίσης εις την Ε. Δ. Μ. αφήνω το επιβατικόν αυτοκίνητόν μου ..9 Honda. Επιβαρύνω τον κληρονόμο μου Μπενάκειο Ίδρυμα με τα εξής κληροδοτήματα τα οποία παραδοθώσι, καθαρά, δηλαδή χωρίς φόρους και Συμβολαιογραφικά εις τους 1) Εις τον Β.ν Κ.

Δ.ν, Δικ. Γ. ... δύο οικόπεδα στη ..., άρτια και οικοδομήσιμα και το αυτοκίνητον Mercedes, 2) Εις τον Ι. Γ. Δ. Δικ. ..., ένα οικόπεδο στη 2 παρά το οικ. Β. Δ., στο 251 Ο.Τ. άρτιο και Οικοδομήσιμο. 3) Ένα οικόπεδο στη Β. παρά το οικόπεδο Ι. Δ. Ν. Π. ...51 άρτιο και οικοδομήσιμο 4) ένα οικόπεδο στον Α. Γ., κάτοικο Α. Π. παρά οικ Ν. Π. ...51 άρτιον και οικοδομήσιμον. 5) Ένα οικόπεδο στη Β.

παρά το οικ. Ι. Χ. Ε. Δ.. Μ., 6) Εις την W. P., συμπαραστάτιδα της Α. Κ. άπαντα περιεχόμενα εις την θυρίδα 577. Εκτελεστές της διαθήκης μου ορίζω τους Β.ν Δ.ν και Ι. Χ., οίτινες θα ρευστοποιούν παν ακίνητον που θέλει να ρευστοποιήσει το ίδρυμα αμειβόμενοι προς 10% του τιμήματος. Εις τα περιερχόμενα ακίνητα στο ίδρυμα το όνομα μου μπορεί να μπη κατά την κρίσι του.

Ο διαθέτης (υπογραφή)". Η παραπάνω διαθήκη συντάχθηκε στο τέλος του έτους 1996 και ενάμισι έτος πριν τον θάνατο του διαθέτη. Ο τελευταίος ήταν άνθρωπος δραστήριος, ευφυής, ενεργητικός, που δημιούργησε τεράστια ακίνητη και κινητή περιουσία, την οποία και διαχειριζόταν αποκλειστικά μόνος του. Προσερχόταν καθημερινά στο γραφείο του επί της οδού ...

στην Αθήνα μέχρι τον αιφνίδιο θάνατό του, όπου απασχολείτο με τις επαγγελματικές του υποθέσεις. Στην ηλικία των 79 ετών, που απεβίωσε όχι πάσχων από κάποια ασθένεια αλλά από οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου - ανακοπή, ενώ κολυμπούσε στη θαλάσσια περιοχή των Κεχριών, όπως άλλωστε αναφέρεται στην προαναφερόμενη ληξιαρχική πράξη θανάτου του και των 77 ετών, που συνέταξε τη διαθήκη, εξακολουθούσε να έχει ενεργό δράση στη ζωή.

Αντιθέτως, δεν αποδείχθηκε ότι έπασχε από κάποια εκφυλιστική της διάνοιας νόσο, όπως αβάσιμα επικαλούνται οι ενάγοντες, οι οποίοι πέραν του ότι δεν προσδιορίζουν την "ασθένεια" του διαθέτη, δεν προσκομίζουν ούτε ένα ιατρικό πιστοποιητικό αποδεικτικό των ισχυρισμών τους. Το μόνο που προσκομίζουν οι ενάγοντες σχετικά με την κατάσταση της υγείας του κληρονομουμένου είναι η από 30-4-1987 ιατρική βεβαίωση του ιατρού Θ.

Ζ., η οποία αναφέρεται στην κλινική κατάσταση του διαθέτη κατά το χρονικό εκείνο διάστημα. Σύμφωνα με την ως άνω βεβαίωση ο διαθέτης είχε υποστεί από το 1970 έως και το χρόνο σύνταξης της βεβαίωσης (1987), "δύο φορές γαστρορραγία, σακχαρώδη διαβήτη, υπέρταση και δεξιά σπασμωδική ημιπληγία συνεπεία εγκεφαλικής αιμορραγίας αριστερά αποτόκου της υπερτάσεως, επιδεινούμενης και επιβαρυνομένης υπό του σακχαρώδου διαβήτου" και ότι κατά το χρόνο σύνταξης της βεβαίωσης παρουσίαζε "έντονα χρόνια υπολείμματα της εγκεφαλικής αιμορραγίας, βάδισμα σπασμωδικό, το οποίο δυσχεραίνει σοβαρώς το περπάτημα (κουτσαίνει), τελείαν αδυναμίαν γραφής, λόγω σπασμωδικής παράλυσης της δεξιάς χειρός (ο παθών ήτο δεξιόχειρ) μεγάλην δυσκολίαν εις την ομιλίαν "ψευδίζει " λόγω βλάβης του κέντρου του λόγου, συνεπεία της αριστεράς εγκεφαλικής αιμορραγίας, μεγάλην μείωσα των αντανακλαστικών αμέσου αντιλήψεως και τελείας αντιδράσεως επί ορατού κινδύνου και μεγάλην μείωσιν των σωματικών του εν γένει ικανοτήτων προς εργασίαν".

Όμως από του χρόνου συντάξεως της ως άνω βεβαίωσης (1987) μέχρι του χρόνου συντάξεως της επίδικης διαθήκης (τέλος του 1996), η κατάσταση της υγείας του αποβιώσαντος είχε βελτιωθεί σημαντικά. Πλέον συγκεκριμένα, ο ίδιος πέραν της καθημερινής του προσέλευσης στην εργασία του, έγραφε, όπως καταθέτουν όλοι οι μάρτυρες, κρατώντας, όπως χαρακτηριστικά ακόμη και οι ενάγοντες αναφέρουν στις προτάσεις τους, το μολύβι στη "μπουνιά" του, ενώ κατά την προαναφερόμενη βεβαίωση είχε "τελείαν αδυναμία γραφής".

Άλλωστε έγραψε ιδιοχείρως την ως άνω διαθήκη, τη γνησιότητα της οποίας δέχθηκε η υπ' αριθμ. 6217/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που έχει καταστεί αμετάκλητη μετά την απόρριψη της κατ' αυτής αίτησης αναιρέσεως των εναγόντων με την υπ' αριθμ. 507/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου και της αίτησης αναψηλάφησης με την υπ' αριθμ. 2051/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ώστε να μην καταλείπεται οποιαδήποτε αμφιβολία περί του ότι ο διαθέτης έγραφε.

Επιπλέον το οξύνους του πνεύματός του προκύπτει από τη διαχείριση των οικονομικών και νομικών του υποθέσεων μέχρι το τέλος. Ειδικότερα, στις 10-6-1998, ήτοι είκοσι ημέρες πριν το θάνατό του, ο διαθέτης προέβη σε ανάληψη ποσού 214.485.539 δρχ. από την Εθνική Τράπεζα, (προσκομίζεται αντίγραφο του βιβλιαρίου και το ένταλμα πληρωμής), το οποίο κατέθεσε αυθημερόν στον υπ' αρ.

…7682370 λογαριασμό του στην Εθνική Τράπεζα, ενώ επένδυσε σε SWAPS το ποσό των 748.300.879 δρχ. στο όνομά του, αποδοτέο στις 22-7-1998. Στις 25-9-1996 τρεις μήνες πριν τη σύνταξη της επίμαχης διαθήκης, ο διαθέτης παρουσιάστηκε στο συμβολαιογράφο Αθηνών Γ. Σ. και υπέγραψε την υπ' αρ. 4990/25- 9-1996 πολυσέλιδη Πράξη Κατάθεσης Τίτλων Ιδιοκτησίας του, αναγόμενους στο διάστημα από τις αρχές της δεκαετίας του 1960 μέχρι το 1996.

Στην πράξη αυτή προσδιορισμού και καταγραφής της ακίνητης περιουσίας του προέβη ο διαθέτης μόνος του, μη υποβοηθούμενος από τρίτο, καθώς ο εν λόγω συμβολαιογράφος στον οποίο συνετάγη η εν λόγω πράξη δεν ήταν εκείνος στον οποίο είχαν γίνει οι επιμέρους πράξεις αγοραπωλησίας των ακινήτων. Ο διαθέτης κατέθεσε στο συμβολαιογράφο πλήθος στοιχείων με ενδελεχή απαρίθμηση αριθμών συμβολαίων και τίτλων, πιστοποιητικών μεταγραφής, τοπογραφικών σχεδιαγραμμάτων, τιμολογίων, περιφράξεων ακινήτων και καταθέσεων χρημάτων.

Μετέπειτα στις 22-4-1997 και στις 5-6-1997, τέσσερις και πέντε μήνες αντίστοιχα μετά τη σύνταξη της επίμαχης διαθήκης, προέβη στις υπ' αρ. 5794/22-4-1997 και 5969/5-6-1997 συμπληρωματικές Πράξεις καταθέσεως τίτλων ιδιοκτησίας, με τις οποίες διορθώνει μία εκ πλάνης καταγραφή ενός αγροτεμαχίου και κατέθεσε σχεδιαγράμματα για τα κτήματά του στις ...

αντίστοιχα. Παράλληλα μεριμνούσε για την προστασία της ακίνητης περιουσίας του με την έγερση διαφόρων αγωγών. Έτσι στις 11-5-1998 (1 1/2 μήνα πριν το θάνατό του περίπου) κατέθεσε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών την από 8-5-1998 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων μαζί με άλλους 9 συνιδιοκτήτες κατά του Συνδέσμου Προστασίας και Ανάπτυξης του Υμηττού, με αίτημα την αναγνώρισή τους ως προσωρινών συννομέων και συγκατόχων ακινήτου που βρίσκεται στο ....

Αλλά και κατά το προηγούμενο χρονικό διάστημα της σύνταξης της επίδικης διαθήκης μέχρι και λίγο πριν τη σύνταξη αυτής, ο κληρονομούμενος συνέταξε τις παρακάτω αγωγές 1) την από 5- 9-1995 διεκδικητική αγωγή (αρ. καταθ. 8200/1995) ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών εναντίον της Π. Π., 2) την από 8-9-1995 διεκδικητική αγωγή (αρ.

καταθ. 11407/1995) ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών εναντίον της Π. Π., 3) την από 10-9-1995 διεκδικητική αγωγή (αρ. καταθ. 11406/1995) ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών εναντίον του Ι. Σ., 4) την από 20-11-1995 διεκδικητική αγωγή (αρ. καταθ. 14284/1995) ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών εναντίον των Π. Π., Κ.

Π. και Δ. Π., 5) την από 29-2-1996 αγωγή (αρ. καταθ. 2416/1996) ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών εναντίον της Α. συζ. Α. Λ., 6) την από 5-3-1996 διεκδικητική αγωγή (αρ. καταθ. 2417/1996) ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών εναντίον του Δ. Ν. και 7) την από 18-6-1996 αγωγή (αρ. καταθ. 5592/1996) ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών εναντίον του Κ.

Π.. Τα ως άνω δικόγραφα έγραφε ο ίδιος και τα δακτυλογραφούσαν οι συνεργάτες του δικηγόρου Β. Δ., που στεγαζόταν στο ίδιο κτίριο γραφείων με τον κληρονομούμενο και συνεργαζόταν μαζί του, οι οποίοι και τα κατέθεταν. Αλλά και κατά το χρονικό διάστημα 1992-1995, που οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι ο διαθέτης είχε στέρηση του λογικού του, ο τελευταίος είχε προβεί με το υπ' αρ. 11.624/4-8-1992 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Β.

Β. -Π. σε δωρεά προς το Ελληνικό Δημόσιο της ψιλής κυριότητας σημαντικής εκτάσεως - 30 στρεμμάτων - στην περιοχή ... με πλήθος όρων, ενώ με το υπ' αρ. 1664/27-3-1995 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Ι. Κ., ήτοι 1 1/2 χρόνο πριν τη σύνταξη της διαθήκης του, δώρισε τη ψιλή κυριότητα της πατρικής του περιουσίας στην πρώην Κοινότητα ...

στον ανήλικο υιό του δευτέρου ενάγοντος. Ο δεύτερος ενάγων προς τον υιό του οποίου και έγινε η δωρεά από το διαθέτη, ενώ αμφισβητεί την ικανότητα του θείου του από το 1987 και εντεύθεν, δεν αμφισβητεί την ικανότητα αυτού το 1995, χρόνο σύνταξης της ως άνω χαριστικής δικαιοπραξίας, γεγονός που αναιρεί από μόνο του τον ισχυρισμό των εναγόντων περί ανικανότητας του διαθέτη.

Περαιτέρω, ουδέποτε μέχρι και το θάνατό του, ο άνω διαθέτης παρακολουθείτο από ψυχίατρο και ειδικότερα από τον ιατρό ένατο των εναγομένων (I. Χ.) , όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι ενάγοντες. Αντίθετα αποδείχτηκε ότι ο εν λόγω ιατρός παρακολουθούσε τη σύντροφο του διαθέτη Α. Κ., η οποία έπασχε από κατάθλιψη που εξελίχθηκε σε Αλτσχάιμερ από το έτος 1990.

Τέλος τα άνω λεκτικά και ορθογραφικά λάθη που έχει κάνει ο διαθέτης στο κείμενο της ως άνω διαθήκης του, δεν υποδηλώνουν έλλειψη συνειδήσεως ή απώλεια της χρήσης του λογικού του, αφού είναι συνηθισμένα σε κάθε χειρόγραφο κείμενο και ιδίως σε ιδιόγραφη διαθήκη, κατά τη σύνταξη της οποίας η ψυχολογική φόρτιση του διαθέτη είναι μεγάλη.

Το ότι το Μπενάκειο χαρακτηρίζεται στο κείμενο της διαθήκης άλλοτε ως ίδρυμα και άλλοτε ως μουσείο δεν εκφεύγει της πραγματικότητας. Εξάλλου οι καταθέσεις του διαθέτη στις τράπεζες δεν είχαν σταθερότητα, ώστε να είναι πάντοτε γνωστό το ακριβές ύψος τους σ' αυτόν και επομένως δικαιολογούνται τυχόν αποκλίσεις στα αναφερόμενα στη διαθήκη ποσά.

Αντίθετα σημαντικό είναι υπέρ της διανοητικής του διαύγειας, ότι ο διαθέτης γνωρίζει τις καταθέσεις του σε πληθώρα Τραπεζών και μάλιστα οι περισσότερες της αλλοδαπής, με ακριβείς επωνυμίες, διευθύνσεις και αριθμούς θυρίδων. Άλλα ελαττώματα στη διαθήκη και ιδίως άγνοια νόμου, η οποία, λόγω της σοβαρότητάς της, να προσάπτει στέρηση λογικού σε δικηγόρο, όπως ο διαθέτης, δεν διαπιστούται.

Συνεκτιμουμένων όλων των παραπάνω, προκύπτει ότι ο διαθέτης δραστηριοποιούνταν μέχρι το τέλος της ζωής του στην επαγγελματική και προσωπική του ζωή με τους ίδιους ρυθμούς, όπως έκανε μέχρι τότε, χωρίς καμία διαφοροποίηση της καθημερινότητάς του, μη πάσχοντας κατά το χρόνο σύνταξης της επίδικης διαθήκης από κάποια πνευματική ασθένεια ή ψυχική διαταραχή, η οποία ήταν ικανή να επιφέρει σ' αυτόν έκπτωση των νοητικών του λειτουργιών και έλλειψη συνείδησης των πραττομένων του.

Ειδικότερα, από την μέχρι το τέλος της ζωής του ενεργό δραστηριότητά του σε όλους τους τομείς, το περιεχόμενο της διαθήκης του και συγκεκριμένα τη δομή της σκέψης του, την καθαρότητα σύνταξης και αποτύπωσης αυτής, την πρόβλεψη και την προστασία της συντρόφου του, την τίμηση των στενών συνεργατών και των προσώπων στα οποία ένιωθε υπόχρεος για την προσήλωσή τους και την παροχή των υπηρεσιών τους στον ίδιο και τη σύντροφό του, προκύπτει αβίαστα ότι ο διαθέτης διέθετε συγκροτημένη σκέψη, αποκρυσταλλωμένες απόψεις για τη ζωή του και για το πώς ήθελε να ρυθμίσει την τύχη της περιουσίας του, ώστε να μην καταλείπεται οποιαδήποτε αμφιβολία για την πνευματική του ισορροπία καθώς και για την ανεπηρέαστη, από παρεμβολές τρίτων προσώπων, διαμόρφωση της ελεύθερης βούλησής του.

Η μη εγκατάσταση των συγγενών του στη θέση των κληρονόμων του, αποτελεί ελεύθερη επιλογή του διαθέτη, που ανάγεται σε προσωπικούς του λόγους, αλλά οπωσδήποτε δεν υποδηλώνει έκπτωση των νοητικών του λειτουργιών. Επομένως, εφόσον από τα παραπάνω αποδείχθηκε ότι ο διαθέτης κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης ήταν ικανός προς σύνταξή της και προέβη σ' αυτήν (σύνταξη) αποτυπώνοντας αποκλειστικά τη δική του βούληση ανεπηρέαστος από οποιαδήποτε παρεμβολή τρίτου, δεν καταλείπεται οποιαδήποτε αμφιβολία για την πνευματική του ισορροπία και την επιθυμία του να καταστήσει αποκλειστικό κληρονόμο του το πρώτο εναγόμενο - εφεσίβλητο και ο δεύτερος λόγος εφέσεως, με τον οποίο οι εκκαλούντες ισχυρίζονται τα αντίθετα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ' ουσίαν''.

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την ένδικη αγωγή, κατά το μέρος που αποτέλεσε το αντικείμενο της πρωτόδικης δίκης, και στη συνέχεια απέρριψε την έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, που είχε κρίνει όμοια. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις προδιαληφθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1718 και 1719 αριθ. 4 ΑΚ, όπως το τελευταίο ίσχυε προ της με το άρθρο 30 του ν. 2447/1996 τροποποιήσεώς του, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ενόψει του ότι υπό τα ως άνω δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά και του κατά νομική ακολουθία συμπεράσματος του νομικού της συλλογισμού, για το κρίσιμο εν προκειμένω ζήτημα της ύπαρξης ή όχι στο πρόσωπο του διαθέτη, κατά το χρόνο σύνταξης της επίμαχης διαθήκης, κατάστασης έλλειψης συνείδησης των πράξεών του ή στέρησης της χρήσης του λογικού του, συνεπεία πνευματικής ασθένειας, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ., με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ., που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, παραβόλου και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττηθέντες διάδικοι, στη δικαστική δαπάνη των πρώτου και πέμπτου των παριστάμενων αναιρεσίβλητων, οι οποίοι παρέστησαν με κοινό πληρεξούσιο δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις καθώς και της υπεισελθούσας κληρονόμου του δεύτερου αναιρεσίβλητου Β.

Δ., Α. Β.. Δ., που παρέστη αυτοπροσώπως, ως δικηγόρος και μετά των Κ. και Μ. Δ. (αδελφών της), προς τους οποίους παρέσχε δωρεάν τις υπηρεσίες της (βλ. την από 29-2018 υπεύθυνη δήλωση της πιοπάνω δικηγόρου) και ως εκ τούτου δεν θα επιδικαστούν υπέρ τους δικαστικά έξοδα (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ., 81 και 82 παρ. 2 ν. 4194/2013 ''Κώδικα περί Δικηγόρων''), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17-6-2013 αίτηση των Δ. Κ. του Σ. κλπ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6402/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.- Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.-

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των παρακάτω αναιρεσίβλητων, την οποία ορίζει για μεν τους πρώτο και πέμπτο απ' αυτούς στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ, για δε την υπεισελθούσα κληρονόμο του δεύτερου αναιρεσίβλητου Β. Δ., Α. Β. Δ., στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Οκτωβρίου 2018.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα στις 23 Νοεμβρίου 2018.- ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Οκτωβρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Νοεμβρίου 2018.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ