Legislator Case Law & Legislation
1600/2017 AI generated

1600/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1600/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/6/2010 ανακοπή και τους από 29/3/2011 πρόσθετους λόγους αυτής, της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.

Legislator headnote

AI generated

1600/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Λέκκας ανέγνωσε την από 26/2/2016 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Αλτάνας Κοκκοβού, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Keywords

AI generated
lack of signature unpaid stamp duty counterfeiting official revenue stamps consignment note banking documents surrender of documents
AI generated
117/2007
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19 Οκτωβρίου 2001 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2084/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 4058/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11 Οκτωβρίου 2004 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καλαμίδας ανέγνωσε την από 22 Σεπτεμβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
1774/2009
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
321/2009
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1608/2014
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
116/2007
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18 Σεπτεμβρίου 2001 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 5472/2002 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 5466/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11 Οκτωβρίου 2004 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καλαμίδας ανέγνωσε την από 22 Σεπτεμβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1600 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1600/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία ...", που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ Μαρμαρινό και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "... ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, τελούσας υπό εκκαθάριση, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Παναγιώτα Κουρούδη με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/6/2010 ανακοπή και τους από 29/3/2011 πρόσθετους λόγους αυτής, της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 36601/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1188/2014 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18/12/2014 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Λέκκας ανέγνωσε την από 26/2/2016 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Αλτάνας Κοκκοβού, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 18-12-2014 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η υπ’ αριθ. 1188/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε επί της με αριθμό εκθ. καταθ. ...-1-2012 έφεσης της αναιρεσείουσας, καθώς και επί των με αριθμό. εκθ. καταθ. ...-2014 πρόσθετων λόγων έφεσης κατά της υπ’ αριθμ. 36601/2011 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκαν η υπ’ αριθμ. .../2010 ανακοπή και οι υπ’ αριθμ. .../2011 πρόσθετοι λόγοι ανακοπής της αναιρεσείουσας κατά της υπ’ αριθμ. .../2010 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με βάση την οποία υποχρεώθηκε να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 60.000 ευρώ, πλέον τόκων και δικαστικών εξόδων.

O από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος.

Υπό την ως άνω έννοια, "πράγματα" αποτελούν και οι λόγοι της εφέσεως ή αντεφέσεως, οι οποίοι αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς. Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά, που τον συγκροτούν (ΑΠ 117/2013, ΑΠ 845/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άνω άρθρο 559 αριθμ. 8 β’ ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τους θεμελιωτικούς της ένστασής της ισχυρισμούς, περί άρνησης της γνησιότητας της υπογραφής του νομίμου εκπροσώπου της Α.

Π. στις τραπεζικές επιταγές, με βάση τις οποίες εκδόθηκε η προσβαλλόμενη, με την ανακοπή της, διαταγή πληρωμής και στην οποία φέρεται αυτή ως εκδότρια αυτών. Τους συγκεκριμένους ισχυρισμούς πρότεινε η αναιρεσείουσα, με πρόσθετο λόγο ανακοπής και επανέφερε στο Εφετείο, με λόγο έφεσης, προβάλλοντας ειδικότερα ότι ουδέποτε υπόγραψε ο νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής της εταιρείας τις ένδικες επιταγές, ουδέποτε τέθηκαν από το χέρι του οι υπογραφές, που εμφανίζονται στις ανωτέρω επιταγές, ουδέποτε δόθηκε οποιαδήποτε εξουσιοδότηση ή πληρεξουσιότητα προς υπογραφή των ανωτέρω επιταγών σε έτερο πρόσωπο, αλλά οι ανωτέρω υπογραφές τέθηκαν χωρίς τη δική του βούληση, έγκριση ή συναίνεση.

Από την παραδεκτή επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε σε σχέση με τους παραπάνω ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας τα ακόλουθα: "Με το από 20-10-2003 ιδιωτικό συμφωνητικό που συνήφθη μεταξύ των Α. Π. και Α. Κ., που δημοσιεύτηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, συνεστήθη ομόρρυθμος εμπορική εταιρία, με την επωνυμία " ....", έδρα το Δήμο Θεσ/νίκης και πιο συγκεκριμένα επί της οδού ..., και σκοπό τη λειτουργία και εκμετάλλευση εστιατορίων, ψητοπωλείων, αναψυκτηρίων και λοιπών συναφών καταστημάτων.

Με τον με αριθμό 7 όρο του εν λόγω συμφωνητικού ορίσθηκε διαχειριστής και εκπρόσωπος αυτής ο πρώτος των ως άνω ομορρύθμων εταίρων (Α. Π.), με δυνατότητα αυτού διά συμβολαιογραφικού εγγράφου ή δι’ απλής εξουσιοδοτήσεως να εξουσιοδοτεί άλλο εταίρο αυτής για ενέργεια συγκεκριμένης πράξεως διαχειρίσεως ή εκπροσωπήσεως αυτής.

Κατά τη διάρκεια λειτουργίας αυτής εκδόθηκαν από τον ως άνω νόμιμο εκπρόσωπο και διαχειριστή της οι με αριθμούς ... μεταχρονολογημένες επιταγές της τράπεζας "... A.Ε.", ποσού 20.000 ευρώ καθεμιάς από αυτές, με φερόμενες ημερομηνίες εκδόσεως 25-11-2009, 30-11-2009 και 16-12-2009 αντίστοιχα, νόμιμη κομίστρια των οποίων κατόπιν αδιάκοπου σειράς οπισθογραφήσεων είναι η καθ’ ης η ανακοπή και νυν εφεσίβλητη, προς την οποία μεταβιβάστηκαν δι’ ενεχυριακής οπισθογραφήσεως από την εταιρία με την επωνυμία "...

Ο.Ε.". Με βάση τις εν λόγω επιταγές, που δεν πληρώθηκαν κατά την εμπρόθεσμη προς πληρωμή εμφάνιση τους στην πληρώτρια τράπεζα (25-11-2009, 30-11-2009 και 16-12-2009 αντίστοιχα) λόγω έλλειψης επαρκούς υπολοίπου στον λογαριασμό από τον οποίο εσύροντο της άνω εκδότριας εταιρίας, γεγονός που βεβαιώνεται επί του σώματος εκάστης τούτων από αρμόδια προς τούτο όργανα αυτής (πληρώτριας τράπεζας), εκδόθηκε κατόπιν σχετικής αίτησης της καθ’ ης η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, με την οποία υποχρεώθηκε η ανακόπτουσα, μεταξύ άλλων, να καταβάλει το συνολικό ποσό των 80.000 ευρώ, πλέον τόκων και δικαστικών εξόδων.

Περαιτέρω, από κανένα αποδεικτικό μέσο με ασφάλεια δεν αποδείχθηκε ότι η τεθείσα στη θέση της εκδότριας των ενδίκων τριών μεταχρονολογημένων επιταγών και υπό την εταιρική επωνυμία της ανακόπτουσας υπογραφή δεν είναι του νομίμου εκπροσώπου και διαχειριστή αυτής. Ειδικότερα η ανακόπτουσα, η οποία, όπως αναφέρεται στην αμέσως πιο πάνω νομική σκέψη, φέρει το βάρος απόδειξης του ερευνωμένου ως άνω προσθέτου λόγου της ανακοπής της, δεν απέδειξε, τόσο με τα έγραφα που με επίκληση προσκομίζει όσο και με την κατάθεση του μάρτυρα της, τη βασιμότητα του λόγου αυτού.

Τούτο δε διότι, από τις υπογραφές αυτού που υφίστανται στα εν λόγω έγγραφα (ιδιωτικό συμφωνητικό συστάσεως αυτής, τρία τον αριθμό τροποποιητικά έγγραφα αυτής και το υπ’ αριθμ. .../12-5-2005 συμβόλαιο σύστασης της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "..."), που από την ίδια ομολογείται ότι είναι γνήσιες υπογραφές του ως άνω νομίμου εκπροσώπου της, προκύπτει μακροσκοπικώς ότι αυτός (νόμιμος εκπρόσωπός της) δεν έχει ένα σταθερό υπογραφικό τύπο, αλλά διαφόρους τύπους υπογραφής (βλ.

ενδεικτικώς την υπάρχουσα στο με ημερομηνία 16-11-2004 τροποποιητικό συμφωνητικό με αυτή του ως άνω συμβολαιογραφικού εγγράφου). Έτσι και η επί λέξει κατάθεση του μάρτυρος της στο ακροατήριο του Πρωτοβαθμίου δικαστηρίου "... Στις επιταγές που μου δείχνετε, η υπογραφή δεν είναι του Π...." δεν μπορεί να οδηγήσει το Δικαστήριο σε αντίθετη κρίση, ενόψει του ότι ο εν λόγω νόμιμος εκπρόσωπος αυτής (ανακόπτουσας) δεν είχε ένα σταθερό υπογραφικό τύπο.

Ενισχυτικό της εν λόγω κρίσεως του Δικαστηρίου είναι και το γεγονός ότι η ανακόπτουσα ούτε καν "εν σπέρματι" δεν δικαιολογεί το γεγονός πως τέθηκε η σφραγίδα αυτής επ’ αυτών (τριών επιταγών) και υπό ποιες συνθήκες έχουν εκφύγει αυτές από το δικό της σχετικό μπλοκ επιταγών και βρέθηκαν στα χέρια του αγνώστου (κατ’ αυτή) ατόμου, ο οποίος και στη συνέχεια έθεσε τη σφραγίδα της επ’ αυτών και την υπογραφή του.

Στο σημείο αυτό ας επισημανθεί και το γεγονός ότι αυτή τον ως άνω λόγο της τον προβάλλει, παραδεκτώς μεν με ιδιαίτερο πρόσθετο δικόγραφο, πάντως όμως μετά την παρέλευση σχεδόν εννέα μηνών και δέκα πέντε ημερών από την άσκηση της ανακοπής της, ενέργεια που λογικά δεν εξηγείται, αν πράγματι αυτός (πρόσθετος λόγος) ήταν αληθινός...".

Από τις παραδοχές αυτές της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, σχετικά με την άρνηση υπογραφής του νομίμου εκπροσώπου της στις επίδικες τραπεζικές υπογραφές, πλην όμως, εκτιμώντας τα αποδεικτικά μέσα, έκρινε, ότι αυτοί δεν αποδείχθηκαν και τους απέρριψε.

Επομένως ο ανωτέρω, περί του αντιθέτου, λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος. Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης και κατά το πρώτο σκέλος του, προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ αιτίαση, ότι το Εφετείο δέχτηκε ότι "εφόσον μακροσκοπικώς προκύπτει ότι ο νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας δεν έχει σταθερό υπογραφικό τύπο, αλλά διαφόρους τύπους υπογραφής, δεν απεδείχθη τόσο με τα έγγραφα όσο και με την κατάθεση του μάρτυρα η βασιμότητα του λόγου της αρνήσεως της γνησιότητας της υπογραφής, ενώ απεναντίας από το αποδεικτικό υλικό που προσκομίστηκε και με την κατάθεση του μάρτυρα, ο οποίος μετά λόγου γνώσεως κατέθεσε ότι "οι υπογραφές στις επίδικες επιταγές δεν είναι του Α.

Π.", αποδείχθηκε ο ισχυρισμός περί μη υπογραφής από τον τελευταίο των επίδικων επιταγών..". Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον υπό την επίκληση της αιτίασης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προσβάλλεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου περί τα πράγματα (ΚΠολΔ 561). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την εν λόγω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υποθέσεως και συνεπώς, δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ως αόριστη ή μη νόμιμη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν εκτιμά πραγματικά περιστατικά, ώστε να είναι δυνατό να υπάρξουν ελλείψεις στην περιγραφή του (ΑΠ 701/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης και κατά το δεύτερο σκέλος του, προβάλλεται η αιτίαση ότι, ενώ το Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, με την υπ’ αριθμ. 872/2010 απόφασή του, είχε αναστείλει μέχρι την έκδοση της επικυρωτικής απόφασης της διαδικασίας συνδιαλλαγής τα μέτρα της αναγκαστικής εκτέλεσης κατά της αναιρεσείουσας και για το λόγο αυτό είχε προβάλει, με το δεύτερο κύριο λόγο της ανακοπής της, ότι η κατ’ αυτής και κατά τη διάρκεια της αναστολής εκδοθείσα διαταγή πληρωμής ήταν άκυρη, το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι με ανεπαρκή αιτιολογία έκρινε το λόγο αυτό της ανακοπής ως μη νόμιμο και το σχετικό δεύτερο λόγο της έφεσης ως αβάσιμο.

Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι το δικαστήριο της ουσίας έκρινε το συγκεκριμένο λόγο της ανακοπής μη νόμιμο και εντεύθεν απέρριψε ως αβάσιμο το σχετικό λόγο της έφεσης και δεν εκτίμησε πραγματικά περιστατικά, ώστε να είναι δυνατό να υπάρξουν ελλείψεις στην περιγραφή του.

Από το συνδυασμό των άρθρων 99 έως 106 του Πτωχευτικού Κώδικα, που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του Ν. 3588/2007, προκύπτει ότι παρόλο που η, από τις εν λόγω διατάξεις ρυθμιζόμενη, διαδικασία συνδιαλλαγής αποτελεί συλλογική συναινετική διαδικασία, που λειτουργεί στα πλαίσια της συμβατικής αυτονομίας, εντούτοις προβλέπεται επανειλημμένη παρέμβαση σε αυτήν του Δικαστηρίου, εκδηλούμενη, πλην άλλων και δια της εκδόσεως στο πλαίσιο αυτής τριών αποφάσεων δυνάμει των οποίων ρυθμίζεται η εν λόγω διαδικασία και ειδικότερα, της πρώτης που επιτρέπει το άνοιγμα της διαδικασίας (100 ΠτΚ), της δεύτερης που επικυρώνει ή μη την συμφωνία, που τυχόν θα συναφθεί μεταξύ του οφειλέτη και εκείνων των πιστωτών, που έχουν την πλειοψηφία των απαιτήσεων, με τη συμμετοχή του μεσολαβητή (101 παρ. 1 ΠτΚ) και της τρίτης που διατάσσει τη λύση της συμφωνίας, λόγω μη εκπλήρωσης των όρων της (105 ΠτΚ).

Με την πρώτη απόφαση το πτωχευτικό δικαστήριο, μπορεί, κατ’ άρθρο 100 παρ. 1 σε συνδυασμό με το άρθρο 10 παρ. 1 του ΠτΚ. να διατάξει οποιοδήποτε εξασφαλιστικό μέτρο κρίνει αναγκαίο, για να αποτραπεί κάθε επιζήμια για τους πιστωτές μεταβολή της περιουσίας του οφειλέτη ή μείωση της αξίας της και ιδίως α) να απαγορεύσει οποιαδήποτε διάθεση περιουσιακού στοιχείου από τον οφειλέτη ή προς αυτόν β) να ορίσει μεσεγγυούχο και γ) να διατάξει την αναστολή των ατομικών διώξεων των πιστωτών, η οποία ταυτίζεται με την προβλεπόμενη στο άρθρο 25 του ΠτΚ αναστολή των ατομικών καταδιωκτικών μέτρων κατά του πτωχού.

Συγκεκριμένα, κατά τη διάταξη αυτή, "1. Με επιφύλαξη της διάταξης του άρθρου 26, από την κήρυξη της πτώχευσης αναστέλλονται αυτοδικαίως όλα τα ατομικά καταδιωκτικά μέτρα των πιστωτών κατά του οφειλέτη προς ικανοποίηση ή εκπλήρωση πτωχευτικών απαιτήσεων τους. Ιδίως απαγορεύεται η έναρξη ή συνέχιση της αναγκαστικής εκτέλεσης, η άσκηση αναγνωριστικών ή καταψηφιστικών αγωγών, η συνέχιση των δικών επ’ αυτών, η άσκηση ή εκδίκαση ένδικων μέσων, η έκδοση πράξεων διοικητικής ή φορολογικής φύσεως, ή η εκτέλεση τους σε στοιχεία της πτωχευτικής περιουσίας. 2.

Πράξεις κατά παράβαση της κατά την παράγραφο 1 αναστολής είναι απολύτως άκυρες". Κατ’ ακολουθίαν αυτών, θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι, η κήρυξη της πτώχευσης αλλά και η ένταξη του οφειλέτου στη διαδικασία συνδιαλλαγής, συνεπάγονται τις ακόλουθες έννομες συνέπειες: Η συζήτηση κάθε είδους ασκηθεισών, αναγνωριστικού ή καταψηφιστικού περιεχομένου, αγωγών των πιστωτών κηρύσσεται απαράδεκτη.

Η συνέχιση εκκρεμών δικών επί αγωγών αντίστοιχου χαρακτήρα αναστέλλεται αυτοδικαίως. Η έναρξη διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης με την επίδοση επιταγής προς πληρωμή θεωρείται άκυρη. Η διενέργεια πράξεων συντηρητικής η αναγκαστικής εκτέλεσης και η συνέχιση αντίστοιχων διαδικασιών κατά της περιουσίας του πτωχού ή του στη διαδικασία της συνδιαλλαγής οφείλεται ακόμη κι αν έχει εκδοθεί αμετάκλητη δικαστική απόφαση, αναστέλλονται.

Η άσκηση και η εκδίκαση, ενδίκων μέσων εκ μέρους των πιστωτών επί εγερθεισών αξιώσεών τους απαγορεύεται. Γίνεται όμως δεκτό ότι η κατά τα άνω αναστολή των ατομικών διώξεων των πιστωτών κατά του πτωχεύσαντος ή του τεθέντος στη διαδικασία της συνδιαλλαγής οφειλέτου δεν εμποδίζει την έκδοση διαταγής πληρωμής, ούτε την άσκηση διαπλαστικών δικαιωμάτων (καταγγελία, υπαναχώρηση επίσχεση) ούτε τέλος τη διεξαγωγή δικών επί υποθέσεων, εκδικαζομένων κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας.

Εσφαλμένη εφαρμογή της διατάξεως αυτής καθιστά αναιρετέα την απόφαση του δικαστηρίου με βάση το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 691 § 2 και 700 § 3 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η προσωρινή διαταγή που εκδίδεται από το Δικαστή στα πλαίσια της διαδικασίας των ασφαλιστικών μέτρων και καθορίζει τα ασφαλιστικά μέτρα, που είναι ληπτέα αμέσως, προς εξασφάλιση του δικαιώματος ή τη ρύθμιση της κατάστασης, μέχρι την έκδοση της απόφασης, δεν είναι δικαστική απόφαση αλλά εκτελεστή πράξη της δικαστικής αρχής και επομένως δεσμευτική, με την έννοια ότι πράξεις, που είναι αντίθετες με το περιεχόμενό της, στερούνται νομιμότητας.

Αν δε το μέτρο που ορίσθηκε με την προσωρινή διαταγή και παραβιάσθηκε, συνίσταται στην απαγόρευση διαθέσεως πράγματος (μεταβολής της νομικής του κατάστασης), η μεταγενέστερη της διαταγής διάθεση (εκποίηση ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο και υποθήκη) πλήττεται με ακυρότητα, όχι εκ του άρθρου 175 του ΑΚ, αφού ο νόμος (άρθ. 691 § 2 και 700 § 3 του ΚΠολΔ), δεν προβλέπει ακυρότητα της απαγορευμένης με προσωρινή διαταγή διάθεσης, αλλά εκ του άρθρου 176 του ΑΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 691 § 2 του ΚΠολΔ, κατ’ αναλογία με τα ισχύοντα επί δικαστικής απόφασης, με την οποία προσομοιάζει (χωρίς και να είναι) η προσωρινή διαταγή (ΑΠ 294/2017).

Με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων των άρθρων 10, 25, 99 και 100 ΠτΚ, 691, 700 ΚΠολΔ, η προσβαλλομένη απόφαση απέρριψε, ως μη νόμιμο, το σχετικό λόγο της ασκηθείσας από αυτήν ανακοπής κατά της εκδοθείσας σε βάρος της από την αναιρεσίβλητη υπ’ αριθμ. .../2010 Διαταγή Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με τον οποίο προβλήθηκε η ακυρότητα αυτής, ως εκδοθείσας παρά την διαταχθείσα, με την από 11-11-2009 προσωρινή διαταγή του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, αλλά και την υπ’ αριθμ. 872/2010 απόφαση του τελευταίου, αναστολή λόγω ένταξής της στη διαδικασία της συνδιαλλαγής, των ατομικών διώξεων των πιστωτών και κάθε πράξεως αναγκαστικής εκτελέσεως σε βάρος της (αναιρεσείουσας), η οποία, κατά την προβαλλόμενη αιτίαση, καθιστούσε απαγορευτική την έκδοσή της.

Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος καθόσον, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, η έκδοση διαταγής πληρωμής δεν παρεμποδίζεται από την κατά τα άνω επικαλούμενη, ως διαταχθείσα με την προσωρινή διαταγή, αλλά και με την σχετική απόφαση, αναστολή των κατ’ αυτής ατομικών διώξεων των πιστωτών λόγω ένταξής της στη διαδικασία της συνδιαλλαγής.

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περίπτ. γ’ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.

Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη (ΑΠ 1413/2010). Με το τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης και κατά το πρώτο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του αριθ. 11 περ.

γ’ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και συγκεκριμένα προβάλλεται από την αναιρεσείουσα ότι, αν και είχε νόμιμα επικαλεσθεί και προσκομίσει α) το από 20-10-2003 ιδιωτικό συμφωνητικό σύστασής της, β) τα από 16- 11-2004, 31-7-2009 και 18-2-2010 τροποποιητικά καταστατικά αυτής και γ) το υπ’ αριθ. .../12-5-2005 συμβόλαιο σύστασης της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "...", από τα οποία προέκυπτε, ότι ο νόμιμος εκπρόσωπός της σε κάποια έθετε ολόκληρη την υπογραφή του και σε άλλα τη μονογραφή του, το Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη του και δεν εκτίμησε, για την απόδειξη του βασικού ισχυρισμού της, περί άρνησης της γνησιότητας της υπογραφής αυτού (νομίμου εκπροσώπου της) επί των επιδίκων τραπεζικών επιταγών, με βάση τις οποίες εκδόθηκε η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής, τα έγγραφα αυτά καθώς και την ένορκη κατάθεση του μάρτυρά της, που περιέχεται στα ταυτάριθμα με την πρωτόδικη απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ο οποίος κατέθεσε ότι η υπογραφές στις ένδικες τραπεζικές επιταγές δεν είναι του νομίμου εκπροσώπου της.

Από τη ρητή βεβαίωση του Εφετείου, που περιλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, εκτός άλλων, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μεταξύ των οποίων και εκείνα, που με επίκληση προσκομίστηκαν το πρώτον ενώπιόν του, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο απορριπτικό αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα πιο πάνω αποδεικτικά μέσα.

Κατ’ ακολουθίαν, ο άνω λόγος της αίτησης αναίρεσης, είναι αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 529 ΚΠολΔ, "1. Στην κατ’ έφεση δίκη επιτρέπεται η επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων. Εξέταση νέων μαρτύρων για ζητήματα για τα οποία εξετάστηκαν μάρτυρες στην πρωτόδικη δίκη επιτρέπεται, αν επιβάλλεται κατά την κρίση του δικαστηρίου. 2.

Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί να αποκρούσει τα αποδεικτικά μέσα που προσάγονται πρώτη φορά σ’ αυτό ως απαράδεκτα, αν κατά την κρίση του ο διάδικος δεν τα είχε προσκομίσει στην πρωτόδικη δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή βαριά αμέλεια". Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει ότι κατά κανόνα είναι παραδεκτή η προσκόμιση νέων αποδεικτικών μέσων στο εφετείο, το οποίο, αν δεν τα αποκρούσει ως απαράδεκτα, για κάποιον από τους αναφερόμενους στο άρθρο λόγους, δεν απαιτείται να διαλάβει στην απόφασή του ειδική αιτιολογία (ΑΠ 12/2005).

Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο η αναιρεσείουσα, με την επίκληση παράβασης από τον αριθμό 11α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδει στο Εφετείο την αιτίαση, ότι παρά το νόμο αυτό έλαβε υπόψη του και αξιολόγησε μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και αποδεικτικά μέσα μη επιτρεπόμενα και ειδικότερα τα έγγραφα, τα οποία προσκόμισε και επικαλέστηκε η αναιρεσίβλητη το πρώτον ενώπιον του Εφετείου, χωρίς να προσδιορίζεται στην απόφαση η ταυτότητά τους και τα οποία προφανώς είναι η υπ’ αριθ. 16107/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και η υπ’ αριθ. 1553/2013 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, αφού μνημονεύονται στις έγγραφες προτάσεις της αναιρεσίβλητης. Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η από 29-6-2016 αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (ΚΠολΔ 495 § 4). Τέλος, πρέπει η τελευταία, λόγω της ήττας της, να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (ΚΠολΔ 176, 183, 189 § 2 και 191 § 2)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18-12-2014 αίτηση αναίρεσης.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε η αναιρεσείουσα στο δημόσιο ταμείο.

Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2017.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και νυν Πρόεδρος του Αρείου Πάγου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Σεπτεμβρίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ