1600/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωάννη Χαμηλοθώρη και Αριστείδη Πελεκάνο, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1600/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Για τη διαπίστωση αυξητικής διαφοράς στην περιουσιακή κατάσταση του ενός από τους συζύγους, συγκεκριμένα η περιουσία του κατά την τέλεση του γάμου (αρχική περιουσία) με αυτή που υπάρχει κατά τον κρίσιμο χρόνο για τη γέννηση της αξίωσης συμμετοχής στα αποκτήματα (τελική περιουσία), κρίσιμος δε χρόνος για τη γέννηση της αξίωσης στην περίπτωση της λύσης του γάμου είναι ο χρόνος που κατέστη αμετάκλητη η σχετική δικαστική απόφαση...
Full text
Απόφαση 1600 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1600/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωάννη Χαμηλοθώρη και Αριστείδη Πελεκάνο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 10 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν. Κ. του Β., κατοίκου ..." ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ελευθέριο Καουτσκή, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ.
Της αναιρεσιβλήτου: Α. Μ. του Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Λιάγκα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17 Αυγούστου 2007 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 971/2009 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 474/2013 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4 Οκτωβρίου 2013 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Χαμηλοθώρης, ανέγνωσε την από 26 Φεβρουαρίου 2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά παραδοχή δεύτερου λόγου αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, και την απόρριψη των υπόλοιπων λόγων αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ.1, 57 παρ.3 και 578 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι στο λόγο αναίρεσης πρέπει να εκτίθεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί αν και σε ποιόν από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ λόγους εμπίπτει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Εξάλλου, προϋπόθεση, μεταξύ άλλων, του παραδεκτού της αίτησης αναίρεσης, είναι το έννομο συμφέρον του νομιμοποιούμενου διαδίκου, το οποίο θεμελιώνεται στη βλάβη αυτού από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, βλάβη η οποία πρέπει να προκύπτει από τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο (ΑΠ 1029/2013). Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής δηλαδή η συνδεόμενη με την νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσης του, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αντίθετα αρκέστηκε σε λιγότερα των αξιουμένων από τον νόμο.
Η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά το νόμο για τη στήριξη του αιτήματος αυτής, ελέγχεται από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559. Τέλος, από τις διατάξεις του άρθρ. 1400 ΑΚ, με τις οποίες ορίζεται ότι, αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου του ενός συζύγου αφότου τελέσθηκε, ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή και ότι τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο 1/3 της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή, συνάγεται ότι προϋποθέσεις της αξίωσης του ενός συζύγου για συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου συζύγου, είναι, α) η αμετάκλητη λύση ή ακύρωση του γάμου ή η διάσταση των συζύγων για χρόνο μεγαλύτερο της τριετίας (ήδη διετίας), β)η αύξηση της περιουσίας του ενός από τους συζύγους κατά τη διάρκεια του γάμου και γ) η συμβολή του άλλου του άλλου συζύγου στην αύξηση αυτή με οποιοδήποτε τρόπο.
Αντικείμενο δηλαδή της παραπάνω αξίωσης, η οποία συνιστά καταρχήν χρηματική ενοχή (ΟλΑΠ 28/1996, ΑΠ 661/2005), είναι η απόδοση της περιουσιακής αύξησης που προέκυψε κατά τη διάρκεια του γάμου για τον ένα σύζυγο (υπόχρεο) με τη συμβολή του άλλου (δικαιούχου), νοείται δε, ως αύξηση, όχι μια συγκεκριμένη κτήση, αλλά το σύνολο των δικαιωμάτων που είναι δυνατόν να αποτιμηθούν και συνιστούν τα αποκτήματα με την ευρεία έννοια του όρου, επομένως και η αποφυγή μείωσης της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου με τη συμβολή και πάλι του δικαιούχου.
Για τη διαπίστωση αυξητικής διαφοράς στην περιουσιακή κατάσταση του ενός από τους συζύγους, συγκεκριμένα η περιουσία του κατά την τέλεση του γάμου (αρχική περιουσία) με αυτή που υπάρχει κατά τον κρίσιμο χρόνο για τη γέννηση της αξίωσης συμμετοχής στα αποκτήματα (τελική περιουσία), κρίσιμος δε χρόνος για τη γέννηση της αξίωσης στην περίπτωση της λύσης του γάμου είναι ο χρόνος που κατέστη αμετάκλητη η σχετική δικαστική απόφαση...
Για την αναγωγή όμως σε χρήμα των περιουσιακών αυτών στοιχείων, για την εξεύρεση δηλαδή της αξίας τους σε χρήμα, κρίσιμος είναι ο χρόνος της παροχής έννομης προστασίας ήτοι ο χρόνος της άσκησης της αγωγής (ΑΠ 193/2010 ΑΠ 287/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, αφού εξαφανίστηκε η πρωτόδικη απορριπτική απόφαση, έγινε εν μέρει δεκτή η από 17.8.2007 αγωγή της αναιρεσίβλητης και επιδικάσθηκε σ' αυτήν το ποσό των 40.000 ευρώ, ως συμμετοχή της στα αποκτήματα του αναιρεσείοντος κατά τη διάρκεια του γάμου τους, που τελέστηκε στις 26.6.1980 και λύθηκε αμετάκλητα στις 25.2.2004.
Ήδη ο αναιρεσείων προβάλλει, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, την αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, διότι έκρινε ορισμένη και νόμιμη την πιο πάνω αγωγή, δεχόμενο ότι αναφέρονται όλα τα αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης στοιχεία, ενώ η αγωγή αυτή έπασχε από νομική αοριστία, ενόψει του ότι δεν αναφέρεται η περιουσία του ίδιου κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου τους και η αξία αυτής κατά το χρόνο παροχής της έννομης προστασίας, που είναι ο χρόνος άσκησης της αγωγής.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης, ενόψει και των παραδοχών του Εφετείου, το οποίο, ύστερα από την καταβολή εκ μέρους της ενάγουσας του δικαστικού ενσήμου, η έλλειψη του οποίου στον πρώτο βαθμό οδήγησε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο στην απόρριψη της αγωγής, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, ότι η περιουσία του εναγόμενου κατά τη διάρκεια του γάμου του με την ενάγουσα, που τελέστηκε στις 26.6.1980 και λύθηκε αμετάκλητα στις 25.2.2004, αυξήθηκε μόνο κατά το ποσό των 120.000 ευρώ, που αντιπροσωπεύει την αξία μιας διώροφης οικοδομής σε οικόπεδο στα ... ..., που περιήλθε στην κυριότητά του πριν από την τέλεση του γάμου τους, μετά την αφαίρεση της αξίας του οικοπέδου, και των ιστορούμενων στην αγωγή ότι η αξία της οικοδομής αυτής στις 25.2.2004, χρόνο αμετάκλητης λύσης του γάμου των διαδίκων (από προφανή παραδρομή, ενώ στην αρχή της αγωγής εκτίθεται ότι ο γάμος των διαδίκων λύθηκε αμετάκλητα στις 25.2.2004, στο σημείο αυτό της αγωγής γίνεται αναφορά για τελεσίδικη λύση του γάμου των διαδίκων κατά τον πιο πάνω χρόνο), ανερχόταν στο ποσό των 280.000 ευρώ, είναι απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, σε σχέση με το έννομο συμφέρον του αναιρεσείοντος.
Ειδικότερα, δεν αναφέρει ο αναιρεσείων στο αναιρετήριο αν η αξία της διώροφης οικοδομής του κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής ήταν μεγαλύτερη ή μικρότερη από την προσδιορισθείσα με την προσβαλλόμενη απόφαση στο ποσό των 120.000 ευρώ, έτσι ώστε να καταστεί δυνατό να κριθεί από το παρόν δικαστήριο, εάν ο αναιρεσείων έχει έννομο συμφέρον για την άσκηση του λόγου αυτού αναίρεσης, αφού αυτός θα δικαιολογούσε έννομο συμφέρον μόνο στην περίπτωση που η αξία της οικοδομής κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής θα ήταν μικρότερη από εκείνη των 120.000 ευρώ του προγενέστερου χρόνου, οπότε θα μειωνόταν και το ποσό που θα όφειλε ο ίδιος να καταβάλει στην ενάγουσα, ως συμμετοχή της (1/3) στα αποκτήματα εκείνου (ΑΠ 1029/2013).
Με την ίδια αιτιολογία είναι απαράδεκτος και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και ειδικότερα δέχθηκε ότι αναφέρονται στην επίμαχη αγωγή ο χρόνος τέλεσης και αμετάκλητης λύσης του γάμου των διαδίκων, τα αποκτηθέντα κατά τη διάρκεια αυτού περιουσιακά στοιχεία από τον εναγόμενο και η αξία αυτών κατά την άσκηση της αγωγής, ενώ η ενάγουσα υπολογίζει την αξία τελικής περιουσίας του εναγομένου στο χρόνο της τελεσίδικης λύσης γάμου τους (στην αγωγή παρά τη λεκτική αναφορά στην τελεσίδικη λύση του γάμου των διαδίκων γίνεται μνεία της χρονολογίας (25.2.2004) της αμετάκλητης λύσης αυτού).
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι, αν και η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η συμβολή της στην αύξηση της περιουσίας αυτού αποτιμάται στο ποσό των 141.693,32 ευρώ, στη συνέχεια αξιώνει το ποσό των 297.500 ευρώ, το οποίο στη συνέχεια περιόρισε απαραδέκτως με τις προτάσεις της ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου στο 1/3 της αύξησης. Ο λόγος αυτός αναίρεσης, ο οποίος προσιδιάζει στη διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, εφόσον αποδίδεται μομφή για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου (αρθρ. 1400 ΑΚ), είναι αλυσιτελής, αφού, ανεξαρτήτως του ότι στην ένδικη υπόθεση, όπου, λόγω της απόρριψης πρωτοδίκως της αγωγής, εξαιτίας της μη καταβολής του δικαστικού ενσήμου, έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 528 ΚΠολΔ και παραδεκτά περιορίζεται το αίτημα της αγωγής στο 1/3 της αύξησης (τεκμαιρόμενη συμβολή) με τις προτάσεις στο δεύτερο βαθμό, το Εφετείο, όπως προαναφέρθηκε, επιδίκασε στην ενάγουσα το ποσό των 40.000 ευρώ, που υπολείπεται της αποτιμώμενης από την ίδια συμβολής της στην αύξηση της περιουσίας του εναγομένου.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 9 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων η οποία αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, με οποιαδήποτε νόμιμη μορφή και η οποία δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης, όπως είναι η αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση, αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, κάθε ένδικο μέσο, ανακοπή και τριτανακοπή (ΑΠ 1090/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ, διότι επιδίκασε περισσότερο από όσο ζητήθηκε με την αγωγή, με το να λάβει ως βάση υπολογισμού της τελικής περιουσίας του ίδιου το χρόνο άσκησης της αγωγής, ενώ η ενάγουσα αναφερόταν στην αγωγή της για τον υπολογισμό αυτό στο χρόνο τελεσίδικης λύσης του γάμου τους και στη συνέχεια να επιδικάσει στην τελευταία, ύστερα από τον υπολογισμό αυτό, το ποσό των 40.000 ευρώ (1/3), ως συμβολή της στα αποκτήματα εκείνου.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος, διότι στην ένδικη υπόθεση αίτηση, κατά την προεκτεθείσα έννοια, αποτέλεσε η υπερβαίνουσα το ποσό των 40.000 ευρώ αξίωση της ενάγουσας για επιδίκαση του 1/3 από το προσδιοριζόμενο στην αγωγή ποσό, κατά το οποίο αυξήθηκε κατά τους ισχυρισμούς της η περιουσία του εναγομένου κατά τη διάρκεια του γάμου τους και όχι ο τρόπος και ο χρόνος υπολογισμού της τελικής περιουσίας εκείνου.
Από τη διάταξη του άρθρου 1401 εδ. γ' του ΑΚ προκύπτει ότι η αξίωση συμμετοχής του ενός συζύγου στα αποκτήματα του άλλου παραγράφεται δύο χρόνια μετά τη λύση ή την ακύρωση του γάμου. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 261 παρ. 1 ΑΚ, 215 παρ.1 και 221 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η επίδοση στον εναγόμενο αντιγράφου της αγωγής επιφέρει διακοπή της παραγραφής, αφού αυτή είναι αποτέλεσμα που το ουσιαστικό δίκαιο ορίζει ότι επέρχεται με την έγερση της αγωγής.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 263 ΑΚ προκύπτει ότι κάθε παραγραφή που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής θεωρείται σαν να μη διακόπηκε, αν ο ενάγων παραιτηθεί από την αγωγή ή αν η αγωγή απορριφθεί τελεσίδικα για λόγους μη ουσιαστικούς, εκτός εάν ο δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγή μέσα σε έξι μήνες, οπότε η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγουμένη αγωγή.
Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ, διότι παρά το νόμο δεν δέχθηκε ότι παραγράφηκε η επίμαχη αξίωση της ενάγουσας και δεν κήρυξε έκπτωση από το δικαίωμα αυτό και ειδικότερα διότι απέρριψε την ένσταση διετούς παραγραφής της αξίωσης της ενάγουσας, την οποία ο ίδιος προέβαλε πρωτοδίκως και επανέφερε νομίμως στο Εφετείο, δεχόμενο ότι η ενάγουσα επέδωσε στον ίδιο την από 29.9.2005 αγωγή της μέσα στη διετία (18.1.2006) από τη λύση του γάμου τους (25.2.2004), στη συνέχεια την από 3.3.2006 αγωγή της στις 10.3.2006, δηλαδή μέσα σε έξι μήνες από την παραίτηση από το δικόγραφο της προηγούμενης αγωγής, επί της οποίας εκδόθηκε η απορριπτική, λόγω αοριστίας της αγωγής αυτής (από 3.3.2006), απόφαση 2462/11.5.2007 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, και στη συνέχεια την από 17.8.2007 επίμαχη αγωγή στις 23.8.2007, δηλαδή μέσα σε έξι μήνες από τη δημοσίευση της προαναφερόμενης απόφασης, και ότι έτσι η εν λόγω αξίωση δεν έχει υποκύψει στην πιο πάνω διετή παραγραφή, ενώ έπρεπε να δεχθεί ότι η παραίτηση που έγινε εκ μέρους της ενάγουσας από το δικόγραφο της από 3.3.2996 αγωγή της μετά την έκδοση της απορριπτικής απόφασης 2462/2007 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς δεν ήταν νόμιμη και ότι η έναρξη της εξάμηνης προθεσμίας για την επανέγερση της αγωγής τοποθετείται στο χρόνο νόμιμης παραίτησης από το δικόγραφο της προηγούμενης αγωγής ή της τελεσιδικίας της τελευταίας απόφασης και όχι στο χρόνο της δημοσίευσης της απόφασης αυτής.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης, ο οποίος προσιδιάζει στον αριθμό 1 και όχι στον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, εφόσον οι προαναφερόμενες διατάξεις για παραγραφή ανάγονται σε εκπτώσεις από το ουσιαστικό και όχι το δικονομικό δίκαιο, είναι αλυσιτελής και συνακόλουθα απαράδεκτος, αφού στην προκειμένη περίπτωση είναι αδιάφορο το κύρος της παραίτησης από το δικόγραφο της από 3.3.2006 αγωγής, εφόσον η συνέχιση της διακοπής της παραγραφής με την αρχική αγωγή επαρκώς επιστηρίζεται στην επανέγερση της αγωγής μέσα σε έξι μήνες από τη δημοσίευση της προαναφερόμενης απορριπτικής, λόγω αοριστίας της αγωγής, απόφασης, δηλαδή στην επανέγερση αυτής με την ταυτόχρονη τελεσιδικία της, και δεν έχει καμιά έννομη επιρροή η τοποθέτηση της έναρξης της εξάμηνης προθεσμίας στο χρόνο της δημοσίευσης της πιο πάνω οριστικής απόφασης και όχι στο μεταγενέστερο χρόνο της τελεσιδικίας της απόφασης αυτής.
Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, διότι διέβαλε στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ανεπαρκείς αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα του προορισμού της περιουσίας που αυτός απέκτησε κατά τη διάρκεια του γάμου του με την ενάγουσα και της συμβολής της τελευταίας στην αύξηση της περιουσίας του με την παροχή των υπηρεσιών της στο συζυγικό οίκο και την εισφορά του εισοδήματός της από την εκμίσθωση διαμερίσματός της, ποσού 5.000.000 δρχ., για την κάλυψη των οικογενειακών αναγκών, με το να δεχθεί ότι ο ίδιος συνεισέφερε, ως εργολάβος οικοδομών, και την προσωπική του εργασία για την ανέγερση της διώροφης οικοδομής του στην Αίγινα, χωρίς όμως περαιτέρω το δευτεροβάθμιο αυτό δικαστήριο να προσδιορίσει τη χρηματική αξία της εργασίας του και να την αφαιρέσει από την τελική αξία της οικοδομής αυτής, την οποία καθόρισε στο ποσό των 120.000 ευρώ, και ότι η ενάγουσα συνέλαβε στην αύξηση της περιουσίας του με την παροχή των υπηρεσιών της και του πιο πάνω εισοδήματος, χωρίς το ίδιο δικαστήριο να προσδιορίσει τη χρηματική αξία των εν λόγω υπηρεσιών και να διευκρινίσει αν οι προαναφερόμενες παροχές υπερέβαιναν και σε ποιό βαθμό το αναγκαίο μέτρο συνεισφοράς της για την αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, μετά την κάλυψη του οποίου λογίζονται ως συμβολή στην αύξηση της περιουσίας του.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αλυσιτελής και συνακόλουθα απαράδεκτος, αφού οι προαναφερόμενες αιτιολογίες δεν ασκούν επίδραση στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το οποίο, ενόψει της επιδίκασης στην ενάγουσα του ποσού των 40.000 ευρώ, ως τεκμαρτής συμβολής της (1/3) στην αύξηση της περιουσίας του αναιρεσείοντος και της μη ενασχόλησης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου με ένσταση μειωμένης (κάτω του 1/3) ή μηδενικής συμβολής της ενάγουσας στην επαύξηση της περιουσίας του τελευταίου, στηρίζεται αυτοτελώς, σύμφωνα με τις προηγούμενες νομικές σκέψεις, κατά τις οποίες στην περίπτωση της αξίωσης του δικαιούχου συζύγου για επιδίκαση της τεκμαρτής συμβολής του στα αποκτήματα του άλλου, απαιτείται και αρκεί επίκληση και απόδειξη εκ μέρους του ενάγοντος δικαιούχου της επαύξησης της περιουσίας του εναγομένου, στην επαρκή παραδοχή ότι η περιουσία του εναγομένου κατά τη διάρκεια του γάμου του με την ενάγουσα αυξήθηκε κατά το ποσό των 120.000 ευρώ, που αποτελεί την αξία της πιο πάνω διώροφης οικοδομής (μετά την αφαίρεση της αξίας του οικοπέδου).
Για τον προσδιορισμό δε της αξίας αυτής, ως μεγέθους που αποδίδει την επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου, δεν ασκεί καμιά επιρροή το γεγονός ότι ο ίδιος εισέφερε κατά την ανοικοδόμηση και την προσωπική του εργασία.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ ΑΠ 25/2003, Ολ ΑΠ 3/1997), όχι δε και εκείνοι που δεν έχουν αυτοτέλεια και αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων, οι αλυσιτελείς ισχυρισμοί, περιστατικά επουσιώδη, που δεν θεμελιώνουν αυτοτελή ισχυρισμό και γενικώς οι ισχυρισμοί που υποβάλλονται διηγηματικώς προς ενδυνάμωση ή αποδυνάμωση των απόψεων κάποιου διαδίκου (ΑΠ 651/2012, ΑΠ 1052/2012).
Περαιτέρω από τις διατάξεις του άρθρου 1400 ΑΚ προκύπτει ότι η αξίωση του ενός συζύγου για συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου, όταν στηρίζεται στην τεκμαρτή συμβολή του, έχει ως μοναδική προϋπόθεση την επαύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου κατά τη διάρκεια του γάμου, την οποία και μόνο ο δικαιούχος οφείλει να επικαλεστεί και να αποδείξει, οπότε η συμβολή του τεκμαίρεται ότι ανέρχεται στο 1/3 της περιουσιακής επαύξησης.
Άρα, στην περίπτωση αυτή, ο δικαιούχος σύζυγος δεν βαρύνεται με την επίκληση και απόδειξη ούτε της συμβολής του καθ' εαυτής, ούτε του ποσοστού της, επομένως δε ούτε του ποσού της οφειλόμενης συνεισφοράς του, αν έχει συμβάλει με παροχές που συνιστούν εκπλήρωση της υποχρέωσης για συνεισφορά στις ανάγκες της οικογένειας.
Ο εναγόμενος περαιτέρω, ως υπόχρεος σύζυγος, του οποίου η περιουσία αυξήθηκε με τη συμβολή του ενάγοντος συζύγου μπορεί να προβάλει, μεταξύ άλλων, ότι η συμβολή του ενάγοντος ήταν κάτω από το ένα τρίτο ή ότι δεν υπάρχει καμία συμβολή. Για να γίνει δεκτή η ανυπαρξία συμβολής που αποκλείει την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα θα πρέπει ο εναγόμενος σύζυγος να επικαλεστεί και αποδείξει ότι ο δικαιούχος της αξίωσης συμμετοχής σύζυγος είτε δεν μπορούσε εκ των πραγμάτων είτε δεν ήθελε να συμβάλει και ότι η επαύξηση της περιουσίας οφείλεται μόνο σ' αυτόν.
Ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου, ενόψει του ότι το καθιερούμενο από το άρθρο 1400 ΑΚ τεκμήριο της συμβολής συμμετοχής στα αποκτήματα κατά το 1/3 ενεργεί και ως προς τους δυο συζύγους, ο δε ενάγων, έστω και αν δεν αποδείξει τη δική του συμβολή, θα δικαιούται οπωσδήποτε το 1/3 της αύξησης της περιουσίας του εναγομένου, συνιστά ως προς την απόκρουση του τεκμηρίου ένσταση (ΑΠ 1173/2012, ΑΠ 379/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των προτάσεων του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος στον πρώτο και το δεύτερο βαθμό, αυτός προέβαλε ενώπιον του πρωτοδικείου και επανέφερε νομίμως στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο τον ισχυρισμό ότι η εναγομένη, από την οποία δεν απέκτησε παιδιά, δεν είχε καμία άμεση ή έμμεση συμβολή στην αύξηση της περιουσίας του κατά τη διάρκεια του γάμου τους, αφού τα χρήματα που αυτή αποκόμισε από την εκμίσθωση και πώληση διαμερισμάτων της είχε τοποθετήσει σε αμοιβαία κεφάλαια και τραπεζικές καταθέσεις της, η ίδια δεν προέβη σε καμία χρηματική εισφορά για τις ανάγκες της οικογένειά τους, που στεγαζόταν σε δικό του σπίτι, ούτε αναλάμβανε τις οικιακές εργασίες, ενόψει του ότι δαπανούσε τον περισσότερο καιρό για να βρίσκεται κοντά στη μητέρα της και την αδελφή της στον Πειραιά, τις οποίες υπεραγαπούσε και βοηθούσε οικονομικά αποσπώντας χρήματα από τον ίδιο.
Τον ισχυρισμό όμως αυτό του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος για μηδενική συμβολή της ενάγουσας στην αύξηση της περιουσίας του, που αποτελεί, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ένσταση, δηλαδή πράγμα κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη το Εφετείο, το οποίο χαρακτηριστικά αναφέρει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι "ο εναγόμενος δεν ισχυρίζεται ότι η συμβολή της συζύγου του ήταν μικρότερη του 1/3 ή ότι δεν είχε καμιά συμβολή".
Επομένως είναι βάσιμος ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει σχετικώς η αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον πιο πάνω ισχυρισμό του (ένσταση). Μετά από αυτά που προεκτέθηκαν, πρέπει, κατά παραδοχή του παραπάνω λόγου αναίρεσης να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο Δικαστήριο, που την εξέδωσε, εφόσον είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), να διαταχθεί, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 495 παρ. 4 του ΚΠολΔ, η επιστροφή του παραβόλου στον αναιρεσείοντα και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την 474/2013 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο πιο πάνω Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του παραβόλου, ποσού τριακοσίων (300) ευρώ, στον αναιρεσείοντα.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 15 Ιουλίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ