Legislator Case Law & Legislation
1600/2009 AI generated

Supreme Court partially allows appeal on execution of judgment and orders restitution of 41,307 euros plus interest.

Case Number 1600/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against the District Court's judgment regarding a construction contract dispute. The appellants argued that the lower court incorrectly assessed evidence and ordered restitution of 41,307 euros paid voluntarily. The court found the appeal admissible under Article 559 of the Code of Civil Procedure and ordered the respondent to return the specific sum with interest from the date of the Supreme Court's decision.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 no. 1 K.Pol.Dik.; Art. 579 K.Pol.Dik.; Art. 340, 345 A.K.: An appeal is admissible if substantive law rules were violated, and upon allowing restitution of things, the court must order the return of specific sums paid voluntarily with interest calculated from the date of the appellate decision.

Keywords

AI generated
appeal admissibility restitution of things substantive law violation voluntary payment interest calculation construction contract dispute evidence assessment

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 no. 1 K.Pol.Dik.
Art. 579 K.Pol.Dik.
Art. 340 A.K.
Art. 345 A.K.

Cited Case Law

AI generated
OLAP 7/2006
OLAP 4/2005
AI generated
1740/2008
Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for failure to cite evidence specifically in lower court submissions.
973/2024
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-10-2018 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 31-1-2019 κύρια παρέμβαση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1727/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1403/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 3-6-2021 αίτησή του.
2053/2022
Supreme Court dismisses appeal on contract interpretation error regarding contractor payment terms.
532/2024
Supreme Court partially allows appeal on damages claim due to insufficient causal link argument in construction delay case.
989/2025
Supreme Court dismisses appeal against property ownership judgment due to inadmissible arguments on evidence and public record principles.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1600 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1600/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Μαΐου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1, το γένος Κ, κατοίκου ... 2.Χ2, το γένος Κ, κατοίκου ... και 3.Χ3 του Κ, κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Πετρούτσο.

Της αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Πέτσα, με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚπολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8 Δεκεμβρίου 2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κοζάνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 349/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 191/2007 απόφαση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.

Την αναίρεση της τελευταίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε την από 7 Μαΐου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο τελευταίος (έβδομος) λόγος αναιρέσεως και να απορριφθούν οι λοιποί.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου στην δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δικ αναίρεση επιτρέπεται μόνον, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κοινή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Με το υπ' αριθμ. ... προσύμφωνο εργολαβικού- υποσχετικό του συμβολαιογράφου Κοζάνης Ιωάννη Κιτσόπουλου, που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων, οι εναγόμενοι, ως συγκύριοι κατά ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου έκαστος, του περιγραφομένου σ' αυτό οικοπέδου, έκτασης 387,09 τ.μ., το οποίο βρίσκεται στην Κοζάνη, επί της..., ανέλαβαν την υποχρέωση να παραχωρήσουν στον ενάγοντα-εργολάβο το ως άνω οικόπεδό τους, προκειμένου αυτός να προβεί στην ανέγερση επ' αυτού πολυώροφης οικοδομής με το σύστημα της αντιπαροχής, με τους εξής ειδικότερους όρους και συμφωνίες:

Ο εργολάβος (ενάγων) θα αναλάβει την εκπόνηση των σχεδίων και οι οικοπεδούχοι θα λάβουν: Α) ο ... (3ος εναγόμενος) α) δύο διαμερίσματα, εμβαδού 52 τ.μ. καθαρού το καθένα, β) δύο αποθήκες του υπογείου, εμβαδού 4 τ.μ. περίπου η κάθε μία και γ) δύο κλειστούς χώρους στάθμευσης του υπογείου, εμβαδού 15 τ.μ. περίπου ο καθένας, β) η Χ1 (1η εναγομένη) α) ένα διαμέρισμα εμβαδού 55 τ.μ., β) μία αποθήκη του υπογείου, εμβαδού 4 τ.μ.

και γ) ένα κλειστό χώρο στάθμευσης του υπογείου, εμβαδού 15 τ.μ. περίπου, Γ) η Χ3 (4η εναγομένη) α) ένα διαμέρισμα, εμβαδού καθαρού 55 τ.μ., β) μία αποθήκη του υπογείου, εμβαδού 4 τ.μ. και γ) ένα κλειστό χώρο στάθμευσης του υπογείου, εμβαδού 15 τ.μ. περίπου, Δ) η Χ2 (2η εναγομένη) α) ένα διαμέρισμα, εμβαδού καθαρού 55 τ.μ., β) μια αποθήκη του υπογείου, εμβαδού 4 τ.μ.

και γ) ένα κλειστό χώρο στάθμευσης του υπογείου, εμβαδού 15 τ.μ. περίπου. Με το ίδιο ως άνω συμβολαιογραφικό προσύμφωνο συμφωνήθηκε ότι το εμβαδόν των διαμερισμάτων και των βοηθητικών χώρων ενδεχομένως στο οριστικό συμβόλαιο να αλλάξουν, σύμφωνα με τα εγκεκριμένα αρχιτεκτονικά σχέδια της Πολεοδομίας Κοζάνης, ότι οι υπόλοιποι χώροι της οικοδομής, πλην των παραπάνω οριζοντίων ιδιοκτησιών και βοηθητικών χώρων που λαμβάνουν ως αντιπαροχή οι οικοπεδούχοι, θα περιέλθουν στον εργολάβο ή σε τρίτα πρόσωπα που αυτός (εργολάβος) θα υποδείξει, ότι οι οικοπεδούχοι υποχρεούνται να μεταβιβάσουν στον εργολάβο ή σε τρίτα πρόσωπα που αυτός θα υποδείξει, κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή τα σχετικά ποσοστά του οικοπέδου μετά αντίστοιχου δικαιώματος οικοδομήσεως των χώρων που θα περιέλθουν στον εργολάβο, ότι ως αντάλλαγμα για τη μεταβίβαση των ποσοστών του οικοπέδου από τους οικοπεδούχους, ο εργολάβος αναλαμβάνει την υποχρέωση να κατασκευάσει με μέριμνα και δαπάνες του, για λογαριασμό και προς όφελος των οικοπεδούχων τα ανωτέρω διαμερίσματα, τους χώρους στάθμευσης στο υπόγειο και τις αποθήκες.

Περαιτέρω με το άρθρο 8 του ως άνω εργολαβικού συμβολαίου συμφωνήθηκε ότι το εργολαβικό συμβόλαιο θα συνταχθεί το αργότερο μέχρι την 30-9-2002, σε περίπτωση δε, που δεν καταστεί δυνατή η σύνταξη εργολαβικού συμβολαίου έως την ανωτέρω ημερομηνία, λόγω μη εξάλειψης υποθήκης, τα μέρη αποδεσμεύονται, ακόμη δε, στην περίπτωση μη προσελεύσεως κατά την παραπάνω ημερομηνία κάποιου από τα συμβαλλόμενα μέρη από υπαιτιότητά του, αυτό θα θεωρείται ότι μεταμελήθηκε, οπότε θα υποχρεωθεί να καταβάλει στο άλλο το ποσό των 9.000 ευρώ ο καθένας από τους οικοπεδούχους και 36.000 ευρώ ο εργολάβος σε όλους τους οικοπεδούχους ως ποινική ρήτρα.

Επίσης με το με αριθμό ... προσύμφωνο εργολαβικό υποσχετικά οι εναγόμενοι και οι μη διάδικοι ... του ... ανέβαλαν την υποχρέωση να παραχωρήσουν με αντιπαροχή το υπ' αριθμ. ... οικόπεδο, εκτάσεως 1050 τ.μ., που βρίσκεται στην θέση "... και στο υπ' αριθμ. .... στην πόλη της ... στον εργολάβο ενάγοντα για να προβεί στην ανέγερση επ' αυτού οικοδομής-πολυκατοικίας, που θα διέπεται από τις διατάξεις του ν. 3741/1929, ν.δ. 1024/1071 και των άρθρων 1002 και 117 ΑΚ με πανομοιότυπους με το πρώτο αναφερόμενο ως άνω (με αριθμό ...) προσύμφωνο όρους και συμφωνίες.

Συγκεκριμένα συμφωνήθηκε ότι ο εργολάβος θα αναλάβει την εκπόνηση των σχεδίων και οι οικοπεδούχοι θα λάβουν: Α) η Χ1 α) ένα διαμέρισμα, εμβαδού καθαρού 53 τ.μ., β) μία αποθήκη του υπογείου, εμβαδού 4 τ.μ. και γ) ένα κλειστό χώρο στάθμευσης του υπογείου, εμβαδού 15 τ.μ. περίπου, Β) η Χ3 α) ένα διαμέρισμα, εμβαδού καθαρού 53 τ.μ., β) μία αποθήκη του υπογείου, εμβαδού 4 τ.μ.

και γ) ένα κλειστό χώρο στάθμευσης του υπογείου, εμβαδού 15 τ.μ. περίπου, Γ) η Χ2 α) ένα διαμέρισμα, εμβαδού καθαρού 53 τ.μ., β) μια αποθήκη του υπογείου, εμβαδού 4 τ.μ. και γ) ένα κλειστό χώρο στάθμευσης του υπογείου, εμβαδού 15 τ.μ. περίπου, Δ) ο ... α) ένα διαμέρισμα εμβαδού 85 τ.μ., β) μία αποθήκη του υπογείου εμβαδού 4 τ.μ.

και γ) ένα χώρο στάθμευσης του υπογείου εμβαδού 15 τ.μ. περίπου και Ε) ...α) ένα διαμέρισμα, εμβαδού 85 τ.μ., β) μία αποθήκη του υπογείου εμβαδού 4 τ.μ. και γ) ένα κλειστό χώρο στάθμευσης του υπογείου εμβαδού 15 τ.μ. περίπου. Με το ίδιο ως άνω συμβολαιογραφικό προσύμφωνο -συμφωνήθηκε ότι το εμβαδόν των διαμερισμάτων και των βοηθητικών χώρων ενδεχομένως στο οριστικό συμβόλαιο να αλλάξουν σύμφωνα- με τα εγκεκριμένα αρχιτεκτονικά σχέδια της Πολεοδομίας Κοζάνης, ότι οι υπόλοιποι χώροι της οικοδομής πλην των ανωτέρω οριζοντίων ιδιοκτησιών και βοηθητικών χώρων που λαμβάνουν ως αντιπαροχή οι οικοπεδούχοι, θα περιέλθουν στον εργολάβο ή σε τρίτα πρόσωπα που αυτός θα υποδείξει, ότι οι οικοπεδούχοι υποχρεούνται να μεταβιβάσουν στον εργολάβο ή σε τρίτα πρόσωπα που αυτός θα υποδείξει, κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή τα σχετικά ποσοστά του οικοπέδου μετά αντιστοίχου δικαιώματος οικοδομήσεως των χώρων που θα περιέλθουν στον εργολάβο, ότι ως αντάλλαγμα για τη μεταβίβαση των ποσοστών του οικοπέδου από τους οικοπεδούχους, ο εργολάβος αναλαμβάνει την υποχρέωση να κατασκευάσει με μέριμνα και δαπάνες του, για λογαριασμό και προς όφελος των οικοπεδούχων τα ανωτέρω διαμερίσματα, τους χώρους στάθμευσης στο υπόγειο και τις αποθήκες.

Περαιτέρω με το άρθρο 8 του ως άνω εργολαβικού συμβολαίου συμφωνήθηκε ότι το εργολαβικό συμβόλαιο θα συνταχθεί το αργότερο μέχρι την 30.9.2002 σε περίπτωση δε, που δεν καταστεί δυνατή η σύνταξη εργολαβικού συμβολαίου έως την ανωτέρω ημερομηνία, λόγω μη εξάλειψης υποθήκης, τα μέρη αποδεσμεύονται, ακόμη σε, σε περίπτωση μη προσελεύσεως κατά την παραπάνω ημερομηνία κάποιου από τα συμβαλλόμενα μέρη από υπαιτιότητά του, αυτό θα θεωρείται ότι μεταμελήθηκε οπότε θα υποχρεωθεί να καταβάλει στο άλλο το ποσό των 9.000 ευρώ ο καθένας από τους οικοπεδούχους και 45.000 ευρώ ο εργολάβος σε όλους τους οικοπεδούχους ως ποινική ρήτρα.

Εξάλλου αποδείχθηκε ότι καίτοι παρήλθε η συμφωνημένη καταληκτική ημερομηνία σύνταξης των οριστικών συμβολαίων (30-9-2002), οι εναγόμενοι ουδόλως προσήλθαν για την σύνταξη τούτων, όπως όφειλαν με βάση τα συμφωνηθέντα. Για το λόγο αυτό με την από 1-10-2003 εξώδικη δήλωση-πρόσκληση, η οποία κοινοποιήθηκε στην πρώτη και δεύτερη των εναγομένων στις 9-10-2003 (βλ.

την υπ' αριθμ.... έκθεση επίδοσης του Δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ... στον τρίτο εναγόμενο στις 2-10-2003 και στην τέταρτη εναγόμενη στις 30-10-2003 (βλ. τις υπ' αριθμ. ... και ... εκθέσεις επίδοσης της Δικαστικής Επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Κοζάνης ...), ο ενάγων εργολάβος κάλεσε τους εναγομένους να προσέλθουν την 12-11-2003, ημέρα Τετάρτη και ώρα 19:00 στο γραφείο του Συμβολαιογράφου Κοζάνης Ιωάννη Κιτσόπουλου για να προβούν στη σύνταξη των οριστικών συμβολαίων, δηλώνοντάς τους παράλληλα ότι σε περίπτωση μη προσέλευσής τους κατά την ως άνω ημερομηνία θα θεωρήσει ότι οι τελευταίοι υπαναχωρούν από την μεταξύ τους καταρτιθείσα σύμβαση.

Οι εναγόμενοι ωστόσο δεν προσήλθαν ούτε κατά την ως άνω ημερομηνία ενώπιον του ως άνω συμβολαιογράφου, προκειμένου να προβούν στη σύνταξη των οριστικών συμβολαίων και έτσι ο τελευταίος συνέταξε την υπ' αρ ... συμβολαιογραφική πράξη μη εμφάνισης των εναγομένων. Από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι κατά την κατάρτιση των αναφερομένων ως άνω υπ' αριθμ. 4...

εργολαβικών προσυμφώνων είχαν εκφράσει ρητά την βούλησή τους να παραχωρήσουν στο εργολάβο ενάγοντα τρία οικόπεδά τους ως σύνολο πολυώροφων οικοδομών επ' αυτών, κατά τέτοιο τρόπο ώστε η τυχόν ασυμφωνία για ένα από τα ακίνητα αυτά να έχει σαν αποτέλεσμα και την ματαίωση της όλης συμφωνίας, όπως δεν αποδείχθηκε άλλωστε ότι οι ίδιοι αρνήθηκαν να προβούν στην κατάρτιση των αναφερομένων ως άνω οριστικών συμβολαίων, επειδή προέκυψε διαφωνία για ένα τρίτο οικόπεδο, ιδιοκτησίας των εναγομένων, το οποίο βρίσκεται στην πόλη της..., επί της ..., όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι εναγόμενοι.

Ειδικότερα από τα αναφερόμενα ως άνω εργολαβικά προσύμφωνα προκύπτει με σαφήνεια και πέραν πάσης αμφισβήτησης ότι αντικείμενο της οποιαδήποτε συμφωνίας των διαδίκων αποτέλεσαν μόνο τα αναφερόμενα σε αυτά (με αριθμούς ... συμβολαιογραφικά προσύμφωνα) ακίνητα και συγκεκριμένα το ακίνητο, εμβαδού 1050 τ.μ.

που βρίσκεται στη θέση ... στην πόλη της ..., καθώς και το ακίνητο, εμβαδού 387,09 τ.μ. που βρίσκεται επί της ... στην πόλη της ..., ενώ στα ως άνω εργολαβικά προσύμφωνα δεν αναφέρεται τίποτα απολύτως για το οικόπεδο των εναγομένων που βρίσκεται επί της .. στην πόλη της .... Αν οι διάδικοι πράγματι ήθελαν να αναθέσουν στον εργολάβο ενάγοντα και την κατασκευή οικοδομής με το σύστημα αντιπαροχής, επί του ακινήτου τους, που βρίσκεται στην ...

στην πόλη της ..., θα είχαν καταρτίσει ένα τρίτο εργολαβικό προσύμφωνο, σε περίπτωση δε που ήθελαν να εξαρτήσουν την τύχη των δύο ακινήτων τους (που αναφέρονται στα ως άνω εργολαβικά προσύμφωνα) από τυχόν προσφορά που θα τους υπέβαλε ο ενάγων εργολάβος για το κείμενο στην ... ακίνητό τους, θα είχαν συμπεριλάβει σχετικό όρο στα ως άνω συμβολαιογραφικά προσύμφωνα.

Η κρίση αυτή δεν αναιρείται από την κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης, αφού ο συγκεκριμένος μάρτυρας δεν κατάθεσε τίποτε επ' αυτού. Περαιτέρω από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι εξάρτησαν την κατάρτιση των οριστικών συμβολαίων από τον όρο να χωρίσει προηγουμένως τυχόν διανομή των ως άνω ακινήτων, πολύ περισσότερο δεν αποδεικνύεται ότι οι ίδιοι γνωστοποίησαν στον ενάγοντα εργολάβο με οποιοδήποτε τρόπο ότι συγκύριοι των ως άνω ακινήτων τυγχάνουν και οι αδελφές των εναγομένων, ...

και .... Αντίθετα από τα ως άνω αναφερόμενα εργολαβικά προσύμφωνα αποδεικνύεται ότι οι εναγόμενοι, στο δε με αριθμό ... εργολαβικό προσύμφωνο και οι μη διάδικοι ... και ... και ... συμβλήθηκαν ως αποκλειστικοί συγκύριοι των επιδίκων ακίνητων. Επίσης από τα ως άνω συμβόλαια προκύπτει ότι ουδόλως οι συμβαλλόμενοι εξάρτησαν την μεταξύ τους συμφωνία από τα ατομικά γνωρίσματα και ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των υπό κατασκευή διαμερισμάτων (τυχόν θέα ή πρόσοψη σε συγκεκριμένη πλευρά κ.λ.π.), τα οποία με βάση τα συμφωνηθέντα θα περιέρχονταν στους εναγομένους.

Αντίθετα από τα ίδια ως άνω εργολαβικά προσύμφωνα αποδεικνύεται ότι δικαιοπρακτικό θεμέλιο της μεταξύ των διαδίκων καταρτισθείσας συμφωνίας αποτέλεσε μόνο το εμβαδόν των διαμερισμάτων και των βοηθητικών χωρών, τα οποία θα περιέρχονταν στους οικοπεδούχους (εναγομένους), ενώ δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων προτίθετο να προσφέρει στους εναγομένους διαμερίσματα μικρότερου εμβαδού, παρά τα μεταξύ τους συμφωνηθέντα.

Επομένως, εφ' όσον οι εναγόμενοι δεν απέδειξαν τον προβληθέντα πρωτοδίκως ισχυρισμό τους περί ελλείψεως υπαιτιότητάς τους, ότι δηλαδή δεν εκπλήρωσαν την υποχρέωση τους για κατάρτιση των οριστικών συμβολαίων κατά την συμφωνηθείσα ημερομηνία, χωρίς να υπάρξει υπαιτιότητα των ίδιων, πρέπει να απορριφθεί ο προαναφερθείς ισχυρισμός τους ως ουσιαστικά αβάσιμος." Στη συνέχεια το Εφετείο έκρινε ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή του αναιρεσιβλήτου απορρίπτοντας την έφεση και επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία υποχρεώθηκε καθεμία από τις αναιρεσείουσες να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο, ως συμφωνημένη ποινική ρήτρα που κατέπεσε το ποσό των 18.000 ευρώ.

Με αυτές τις παραδοχές του αποδεικτικού πορίσματος της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως έγινε ορθή εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 166, 406 και 408 του ΑΚ, αφού αναφέρονται: α) η με δύο διαδοχικά συμβολαιογραφικά προσύμφωνα, μεταξύ των διαδίκων, ανάληψη από τις αναιρεσείουσες αφενός μεν της κύριας υποχρεώσεώς τους προς υπογραφή των οριστικών συμβολαίων παραχωρήσεως στον αναιρεσίβλητο των ποσοστών τους εξ αδιαιρέτου σε δύο οικόπεδα για την ανέγερση επ' αυτών οικοδομών με το σύστημα της αντιπαροχής, αφετέρου δε της παρεπόμενης υποχρεώσεώς τους, επί υπερημερίας τους, προς πληρωμή της ποινικής ρήτρας των 9.000 ευρώ στον αναιρεσίβλητο εργολάβο και β) η περιέλευση των αναιρεσειουσών σε υπερημερία ως προς την εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεών τους.

Επομένως όσα αντιθέτως υποστηρίζονται με τους πέμπτο και έκτο, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, λόγους αναιρέσεως, είναι αβάσιμα.

Κατά το άρθρο 281 του ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά μεταξύ άλλων, και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε της ασκήσεώς του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε, δημιούργησαν στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, σε τρόπο ώστε μεταγενέστερη άσκησή του, που θα έχει επαχθείς για τον οφειλέτη συνέπειες, να μη δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Αν η προβαλλόμενη από τον εναγόμενο ένσταση της καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος στοιχειοθετείται από περισσότερα αυτοτελή περιστατικά, τα οποία συνολικώς (ή αυτοτελώς ορισμένα από αυτά) ορώμενα προσδίνουν καταχρηστικό χαρακτήρα στο ενασκούμενο δικαίωμα και συνδέονται με αίτημα του εναγομένου, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την υπαγωγή ή μη των περιστατικών αυτών στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Από τις διατάξεις των άρθρων 261 και 262 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι η ένσταση, ως μέσο άμυνας κατά της αγωγής, για την οποία προηγήθηκε γενική (η αιτιολογημένη) άρνηση εκ μέρους του εναγομένου, έχει ως εξυπακουόμενη -λόγω του επικουρικού χαρακτήρα της- προϋπόθεση τη σιωπηρή ομολογία των περιστατικών που θεμελιώνουν το αγωγικό δικαίωμα, στου οποίου την ανατροπή ή διακώλυση γένεσής του η άσκηση αυτής (της ενστάσεως) κατατείνει.

Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δικ., παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου με εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα (Ολ. Α.Π. 7/2005). Εξάλλου κατά το άρθρο 559 αρ. 11 περίπτωση γ' Κ.Πολ.Δικ. αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.

Στην προκείμενη περίπτωση η προσβαλλόμενη απόφαση ψέγεται, με τον μεν έβδομο, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δικ. λόγο αναιρέσεως, ότι κατ' εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 281 ΑΚ απέρριψε ως μη νόμιμη την με τις πρωτόδικες προτάσεις και την έφεση προβαλλόμενη (και στο αναιρετήριο διαλαμβανόμενη) ένσταση των αναιρεσειουσών περί καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου, με τον δεύτερο δε εκ του άρθρου 559 αρ. 11γ Κ.Πολ.Δικ.

λόγο αναιρέσεως, ότι δεν έλαβε υπόψη τη με ανάλογο τρόπο, παραλλήλως επικληθείσα και προσκομισθείσα, προς απόδειξη του προμνημονευθέντος ανατρεπτικού της αγωγής ισχυρισμού των αναιρεσειουσών βεβαίωση του συντάξαντος το υπ' αρ. ... προσύμφωνο συμβολαιογράφου Κοζάνης Ι. Κιτσοπούλου, από την οποία προέκυπτε ότι δεν υπεγράφη το εν λόγω προσύμφωνο από τους συγκυρίους με τις αναιρεσείουσες στο δεύτερο οικόπεδο (αντικείμενο της συμβάσεως μισθώσεως έργου με τον αναιρεσίβλητο) ...

και .... Από την παραδεκτή επισκόπηση των έγγραφων προτάσεων των αναιρεσειουσών (της μοναδικής) στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας συζητήσεως της αγωγής του αναιρεσιβλήτου (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι οι αναιρεσείουσες, μετά την αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, προέβαλαν την ένσταση της καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος και ζήτησαν την απόρριψη της αγωγής, ισχυριζόμενες: 1) Ότι τα εργολαβικά προσύμφωνα συντάχθηκαν υπό τους όρους:

α) ότι θα χωρούσε στο μέλλον η διανομή των κληρονομιαίων, που αποτελούσαν την παροχή τους με τη σύμβαση μισθώσεως έργου κατά το σύστημα της αντιπαροχής και τα οποία αποτελούσαν μέρος μεγαλυτέρων, αδιανεμήτων ακινήτων, ανηκόντων και στις αδελφές των αναιρεσειουσών ... και ..., β) ότι θα προσδιόριζε ο αναιρεσίβλητος πριν από την υπογραφή των οριστικών συμβολαίων τις αυτοτελείς ιδιοκτησίες που θα περιέρχονταν σε καθεμία από τις αναιρεσείουσες σε έγκυρα τοπογραφικά διαγράμματα και επί πλέον θα προέβαινε σε προσφορά αντιπαροχής και για την οικοδόμηση του τρίτου οικοπέδου (επί της οδού ...) των αναιρεσειουσών, γ) ότι θα εκδήλωναν τη συγκατάθεσή τους για την κατάρτιση των οριστικών συμβάσεων (μισθώσεων έργου) και οι συγκύριοι του δεύτερου οικοπέδου ...

και ...ς, οι οποίοι όμως δεν ανέλαβαν συμβατική δέσμευση, διότι δεν υπέγραψαν το υπ' αρ. ... εργολαβικό προσύμφωνο του συμβολαιογράφου Κοζάνης Ι. Κιτσοπούλου όπως από σχετική βεβαίωση του τελευταίου προέκυπτε, καθιστώντας έτσι αδύνατη την ανέγερση οικοδομής στο κοινό οικόπεδο (των αναιρεσειουσών και τρίτων) από τον αναιρεσίβλητο. 2) Ότι όλα τα ανωτέρω περιστατικά ήταν γνωστά στον αναιρεσίβλητο, ο οποίος (κακόπιστα ενεργώντας) επιδίωξε, με την άσκηση του αγωγικού δικαιώματος καταβολής ποινικής ρήτρας από το προαναφερόμενο προσύμφωνο, να βλάψει τις αναιρεσείουσες, ενώ με τη συμπεριφορά του είχε δημιουργήσει σ' αυτές την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκούσε το δικαίωμά του χωρίς τη συνδρομή των προαναφερομένων προϋποθέσεων.

Τον ισχυρισμό αυτό, τον οποίο, αφού απορρίφθηκε πρωτοδίκως, επανέφεραν νομίμως (άρθρο 240 Κ.Πολ.Δικ.) οι αναιρεσείουσες με την έφεσή τους, απέρριψε το Εφετείο με την εξής αιτιολογία: "...Ο ισχυρισμός αυτός (281 ΑΚ) πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος, καθ' όσον η ένσταση της ΑΚ 281 για να μπορεί να θεμελιωθεί πρέπει να προτείνεται κατά υπαρκτού δικαιώματος και όχι κατά ανυπάρκτου όπως εν προκειμένω, δεδομένου ότι με τα ανωτέρω περιστατικά που παραθέτουν οι εναγόμενοι με τον σχετικό λόγο έφεσης, για να θεμελιώσουν το πραγματικό της ενστάσεως αυτής, συνομολογούν την ανυπαρξία του αγωγικού δικαιώματος.

Πρέπει συνεπώς να απορριφθεί η ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ενάγοντος να ζητήσει ποινική ρήτρα ως νομικά αβάσιμη.... (και) δεν έσφαλε το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που την απέρριψε με την ίδια αιτιολογία.....". Έτσι όμως όπως έκρινε το Εφετείο παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, την οποία εσφαλμένως δεν εφήρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της.

Διότι με τα επικαλούμενα από τις αναιρεσείουσες περιστατικά (υποτιθέμενα αληθή) υπερέβαινε προδήλως τα επιβαλλόμενα από την καλή πίστη όρια η άσκηση του αγωγικού δικαιώματος καταβολής ποινικής ρήτρας, κατά το μέρος που αφορούσε το δεύτερο συνιδιόκτητο οικόπεδο, ως μη δυνάμενο, λόγω της επικαλούμενης ελλείψεως συμβατικής δεσμεύσεως των μη μετεχόντων στη δίκη δύο λοιπών (εκτός των αναιρεσειουσών) συγκυρίων του ...

και...., να οικοδομηθεί από τον αναιρεσίβλητο, ώστε να εξυπηρετηθεί ο σκοπός για τον οποίο καταρτίσθηκε η παρεπόμενη για την ποινική ρήτρα συμφωνία και να έχει η τελευταία δικαιολογητική βάση ενεργοποιήσεώς της έναντι των αναιρεσειουσών. Εξάλλου, από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων προτάσεων των αναιρεσειουσών στο Εφετείο, προκύπτει ότι ενώπιον αυτού επικαλέσθησαν και προσκόμισαν (οι αναιρεσείουσες), προς απόδειξη του συναπτόμενου με την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος ισχυρισμού τους για μη συμβατική δέσμευση των συγκυρίων με αυτές στο δεύτερο οικόπεδό τους, που αποτέλεσε αντικείμενο εργολαβικής συμβάσεως με τον αναιρεσίβλητο, βεβαίωση του συμβολαιογράφου Ι.

Κιτσοπούλου (σχετ. Νο 8), ότι δεν υπέγραψαν το υπ' αρ. ... συμβολαιογραφικό αυτού προσύμφωνο οι συγκύριοι του εν λόγω οικοπέδου ... και ...βαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ότι "στο με αριθμό ...εργολαβικό προσύμφωνο συμβλήθηκαν ως αποκλειστικοί συγκύριοι των επιδίκων ακινήτων και οι μη διάδικοι...και .... Παρά τη ρηματική διαβεβαίωση του Εφετείου όμως, ότι για το σχηματισμό αυτής της κρίσης του έλαβε υπόψη "τις καταθέσεις των μαρτύρων....

τις ένορκες βεβαιώσεις.... (και) τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν.....", δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι έλαβε υπόψη και την προαναφερόμενη, κρίσιμη για την ως άνω σημαντική παραδοχή του, βεβαίωση του συντάκτη του εργολαβικού προσυμφώνου συμβολαιογράφου Ι. Κιτσοπούλου, που αποτελεί πλήρη απόδειξη (άρθρο 438 Κ.Πολ.Δικ.) για τα αντιθέτως με αυτή πιστοποιούμενα, ότι "οι...

και ...δεν συμβλήθηκαν ούτε υπέγραψαν την υπ' αρ.... πράξη (του) προσύμφωνο υπ0σχετικού- εργολαβικού", το οποίο έτσι παρέμεινε ισχυρό μόνον κατά το μέρος που αφορούσε τους συμβαλλομένους διαδίκους που το υπέγραψαν και όχι τα μνημονευόμενα σ' αυτό τρίτα πρόσωπα, που δεν το είχαν υπογράψει. Επομένως οι εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 11γ Κ.Πολ.Δικ.

λόγοι αναιρέσεως, όπως ο πρώτος συμπληρώθηκε από τον Εισηγητή - Αρεοπαγίτη (άρθρο 562 παρ. 4 Κ.Πολ.Δικ.) είναι βάσιμοι, ενώ αποβαίνουν αλυσιτελείς και χωρίς αντικείμενο οι κατανείνοντες στο ίδιο αποτέλεσμα πρώτος, τρίτος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που απέρριψε την ένσταση των αναιρεσειουσών περί καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος καταβολής ποινικής ρήτρας (που κατέπεσε) δυνάμει του υπ' αρ. ...

εργολαβικού προσυμφώνου του συμβολαιογράφου Κοζάνης Ι. Κιτσοπούλου και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δικ.).

Κατά το άρθρο 579 Κ.Πολ.Δικ., "αν αναιρεθεί η απόφαση οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνον εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση. Κάθε απόφαση που στηρίζεται σ' αυτήν που αναιρέθηκε αναιρείται, εφόσον οι λόγοι αναίρεσης αναφέρονται και σ' αυτήν. Αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο 'Αρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης, διατάσσει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση".

Συνεπώς το με το αναιρετήριο υποβαλλόμενο κατά την προσήκουσα από το Δικαστήριο αυτό εκτίμησή του, αίτημα των αναιρεσειουσών περί επαναφοράς πραγμάτων, δια της υποχρεώσεως του αναιρεσιβλήτου να αποδώσει σ' αυτές το αντίστοιχο με το αναιρούμενο τμήμα της προσβαλλόμενης αποφάσεως του Εφετείου (στην οποία θεωρείται ότι έχει ενσωματωθεί η με αυτή επικυρωθείσα πρωτόδικη απόφαση) ποσό των 41.307 ευρώ, που έχει καταβληθεί στον αναιρεσίβλητο, μετά την έκδοση της πρώτης από τις αποφάσεις αυτές περί εκούσιας εκτέλεσής της από τις αναιρεσείουσες, όπως αναλυτικά τα επί μέρους ποσά και οι ημεροχρονολογίες καταβολής τους αναφέρονται στο αναιρετήριο, είναι νόμιμο και στηρίζεται στις διατάξεις του άρθρου 579 Κ.Πολ.Δικ..

Το συναφές αίτημα καταβολής νομίμων τόκων επί του ως άνω κεφαλαίου είναι νόμιμο για τον από την επίδοση της αναιρετικής αποφάσεως και εφεξής χρόνο, αφότου ο αναιρεσίβλητος καθίσταται υπερήμερος (άρθρα 340 και 345 Α.Κ.)., ενώ είναι αβάσιμο κατά νόμο κατά το μέρος που έχει ως αφετηρία προγενέστερο (από την επίδοση της αναιρετικής αποφάσεως) χρόνο.

Περαιτέρω, εφόσον αποδεικνύεται η από τις αναιρεσείουσες εκούσια καταβολή προς τον αναιρεσίβλητο του ποσού των 82.614 ευρώ, του οποίου το ήμισυ αφορά το αναιρούμενο τμήμα της προσβαλλόμενης αποφάσεως (βλ. τις από 27-6-2006, 31-7-2006, 18-8-2006, 7-12-2006 και από 22-11-2007 εξοφλητικές αποδείξεις) πρέπει το ως άνω αίτημα να γίνει κατά ένα μέρος δεκτό, ως και ουσιαστικά βάσιμο και να διαταχθεί η επαναφορά των πραγμάτων με την υποχρέωση του αναιρεσιβλήτου να αποδώσει το ανωτέρω ποσό στις αναιρεσείουσες νομιμοτόκως από την επίδοση της παρούσας αναιρετικής αποφάσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό την υπ' αρ. 191/2007 απόφαση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.

Παραπέμπει κατά το αναιρούμενο μέρος την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Δέχεται εν μέρει την αίτηση περί επαναφοράς των πραγμάτων στην πριν από την εκτέλεση κατάσταση.

Υποχρεώνει τον αναιρεσίβλητο να αποδώσει στις αναιρεσείουσες, διαιρετώς κατ' ίσα μέρη, το ποσό των σαράντα μιας χιλιάδων τριακοσίων επτά (41.307,00) ευρώ νομιμοτόκως από την επίδοση της παρούσας αποφάσεως.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο σε μέρος των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειουσών από χίλια (1.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 1 Ιουνίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ