Legislator Case Law & Legislation
1600/2006 AI generated

1600/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1600/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Του καλούντος-αναιρεσείοντος-αναιρεσίβλητου: ΝΠΔΔ με την επωνυμία ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΑΤΤΙΚΗΣ (Ψ.Ν.Α), που εδρεύει στο Χαϊδάρι Αττικής και που εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Πολέμη βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.

Legislator headnote

AI generated

1600/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Νόμιμα φέρονται προς συζήτηση, με την ένδικη από 16-6-2005 κλήση του αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία «ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΑΤΤΙΚΗΣ», οι αιτήσεις αναιρέσεως κατά της 3759/2000 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, μετά την έκδοση της 1/2005 απόφασης της Τακτικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, στην οποία είχε παραπεμφθεί η υπόθεση με την 1831/2001 απόφαση του Αρείου Πάγου, κατά την αναφερόμενη στην απόφαση αυτή αιτίαση.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1600 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1600/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο - Φιλήτα Περίδη και Ηλία Γιαννακάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Του καλούντος-αναιρεσείοντος-αναιρεσίβλητου: ΝΠΔΔ με την επωνυμία ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΑΤΤΙΚΗΣ (Ψ.Ν.Α), που εδρεύει στο Χαϊδάρι Αττικής και που εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Πολέμη βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.

Της καθ'ης η κλήση-αναιρεσίβλητης-αναιρεσείουσας: ...., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεωνίδα Πανούση βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24 Μαρτίου 1994 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης-αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 89/1995 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου, 4499/1997 του Εφετείου Αθηνών και, μετά από άσκηση αναίρεσης, 839/1999 του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Εφετείο.

Στη συνέχεια εκδόθηκε η 3759/2000 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι διάδικοι με τις από 26 Ιουλίου 2000 και 20 Ιουλίου 2000 αιτήσεις τους αντίστοιχα.

Στη συνέχεια εκδόθηκε η 1831/2001 απόφαση του Β2΄ Πολιτικού Τμήματος, η οποία, αφού συνεκδίκασε τις παραπάνω αιτήσεις, παρέπεμψε στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου την αναφερόμενη στο σκεπτικό αιτίαση της από 26-7-2000 αίτησης του Ψυχιατρικού Νοσοκομείου Αττικής. Η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, μετά την από 4 Οκτωβρίου 2002 κλήση του αναιρεσείοντος, εξέδωσε την 9/2003 απόφαση, με την οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. Μετά την πιο πάνω απόφαση και την από 10-11-2003 κλήση του αναιρεσείοντος-αναιρεσίβλητου η προκείμενη υπόθεση επανήλθε στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου τούτου, το οποίο εξέδωσε την 1/2005 απόφαση, με την οποία δέχθηκε τον παραπεμφθέντα στην Ολομέλεια λόγο, κατά το δεύτερο μέρος του, του δικογράφου της από 26/7/2000 αιτήσεως του Ψυχιατρικού Νοσοκομείου Αθηνών περί αναιρέσεως της 3759/2000 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, αναίρεσε εν μέρει την παραπάνω απόφαση και ανάπεμψε την υπόθεση σε τούτο το πολιτικό τμήμα του Αρείου Πάγου για να αποφασίσει κατά τα λοιπά. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 16/6/2005 κλήση του αναιρεσείοντος-αναιρεσίβλητου.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ηλίας Γιαννακάκης, ανέγνωσε την από 20/9/2001 έκθεση του τότε Αρεοπαγίτη και νυν Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Χρήστου Μπαλντά, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Νόμιμα φέρονται προς συζήτηση, με την ένδικη από 16-6-2005 κλήση του αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία «ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΑΤΤΙΚΗΣ», οι αιτήσεις αναιρέσεως κατά της 3759/2000 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, μετά την έκδοση της 1/2005 απόφασης της Τακτικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, στην οποία είχε παραπεμφθεί η υπόθεση με την 1831/2001 απόφαση του Αρείου Πάγου, κατά την αναφερόμενη στην απόφαση αυτή αιτίαση.

Με τη 1831/2001 απόφαση του Αρείου Πάγου απορρίφθηκαν ο πρώτος λόγος αναιρέσεως του εναγομένου Νοσοκομείου, κατά το πρώτο σκέλος του, ως απαράδεκτος, κατά το άρθρο 562 παρ. 1 ΚΠολΔ., ο δεύτερος λόγος της ίδιας αναιρέσεως, ως απαράδεκτος, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ και ο πρώτος λόγος αναιρέσεως της ίδιας αναιρέσεως, από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., κατά το δεύτερο σκέλος του, καθόσον αφορά το από 1-1-1990 μέχρι 31-12-1993 επίδικο χρονικό διάστημα, ενώ παραπέμφθηκε στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου ο ίδιος λόγος (δεύτερος, κατά το δεύτερο σκέλος του) καθόσον τούτο αναφέρεται στο από 1-1-1989 μέχρι 31-12-1989 χρονικό διάστημα, ενώ το δικαστήριο επιφυλάχθηκε να αποφασίσει για τα λοιπά και δη και για τους λόγους αναιρέσεως της εναγούσης μετά την οριστική απόφαση της Ολομέλειας.

Με την 1/2005 απόφαση της Τακτικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου αναιρέθηκε εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που είχε παραπεμφθεί σ' αυτή η αναίρεση του εναγομένου και αναπέμφθηκε η υπόθεση στο τμήμα αυτό, για να αποφασίσει κατά τα λοιπά. Σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν παραπάνω, η αίτηση για αναίρεση του εναγομένου έχει εκδικασθεί στο σύνολό της και επομένως το δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στην εκδίκαση των λόγων της αναίρεσης της εναγούσης.

Κατά τις διατάξεις της 8900/1946 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας «περί καθορισμού αυξημένης αμοιβής εις τους εργαζομένους εν γένει κατά τας Κυριακάς και εορτάς», όπως ερμηνεύθηκε με την 25825/1951 ομοία και άρθρ. 2 του ν. 435/1976, στους εργαζομένους κατά τις Κυριακές και τις μη εργάσιμες εορτές καταβάλλεται, ανεξαρτήτως του κύρους για την απασχόληση, το κανονικό ημερομίσθιο αυξημένο κατά 75%.

Η προσαύξηση αυτή υπολογίζεται επί του νομίμου μισθού και ισούται με το 75% ενός ημερομισθίου, εφόσον η εργασία εξαντλήσει το κανονισμένο ημερήσιο ωράριο. Εάν υπολείπεται του νομίμου ωραρίου μειώνεται ανάλογα και αν υπερβαίνει αυτό αυξάνεται ανάλογα. Έτσι ο υπολογισμός της αμοιβής του μισθωτού από την αιτία αυτή μπορεί να γίνει με βάση την ωριαία απασχόληση μέσα στα χρονικά όρια των ημερών αυτών, που είναι γνωστές από το ημερολόγιο.

Συνεπώς για την κατ' άρθρ. 216 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. πληρότητα του δικογράφου της αγωγής, με την οποία ζητείται η καταβολή διαφοράς αποδοχών για παρασχεθείσα κατά Κυριακές και εορτές εργασία συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος δεν είναι απαραίτητο να αναφέρονται οι συγκεκριμένες ημέρες και ο αριθμός αυτών, αλλά αρκεί ότι αναφέρεται ο αριθμός ωρών εργασίας που παρέσχε ο εργαζόμενος κατά το διάστημα τούτο.

Εν προκειμένω, ως προκύπτει εκ της παραδεκτής κατ' άρθρον 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. επισκοπήσεως της αγωγής της αναιρεσείουσας, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αυτή ζήτησε την επιδίκαση διαφορών που προκύπτουν από την αμοιβή που έλαβε και εκείνης που έπρεπε να λάβει εκ της εργασίας που παρέσχε στο συνδεόμενο με αυτή με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου και αορίστου χρόνου αναιρεσίβλητου ν.π.δ.δ.

κατά τις Κυριακές και λοιπές αργίες στα αναφερόμενα χρονικά διαστήματα. Παραθέτει δε τον χρόνο απασχολήσεώς της σε ώρες, τις μηνιαίες αποδοχές της, με βάση τις οποίες πρέπει να υπολογισθεί κατά τις απόψεις της η αμοιβή της για την εργασία της αυτή και το ημερομίσθιό της μετά προσαυξήσεως 75% για το καθένα από τα χρονικά διαστήματα ως και το εκ του πολλαπλασιασμού των ωρών εργασίας της προς το μετά προσαυξήσεως ωρομίσθιον της εξαγόμενον ως οφειλόμενον συνολικά ως και το καταβληθέν τοιούτον και το μετ' αφαίρεση του από το καταβλητέο αιτούμενο υπόλοιπο.

Υπό το περιεχόμενο τούτο η αγωγή είναι ορισμένη και συνεπώς η αναιρεσιβαλλόμενη που έκρινε αυτήν, κατά το εν λόγω κεφάλαιό της, αόριστη, γιατί δεν αναφέρονται σε αυτή οι συγκεκριμένες ημέρες των Κυριακών και αργιών και το ακριβές ωράριο εργασίας για κάθε μία από αυτές κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο, κατά τον βασίμως υποστηρίζοντα τούτο πρώτον, εκ του άρθρου 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ., λόγον της αναιρέσεως, ο οποίος πρέπει να γίνει δεκτός.-

Από τις διατάξεις των άρθρων 522, 535 παρ.1 και 536 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι το Εφετείο επιλαμβάνεται της υποθέσεως εντός των ορίων που καθορίζονται με την έφεση ως και ότι μετά την εξαφάνιση της εκκληθείσης αποφάσεως, δι' αποδοχής του λόγου της εφέσεως, τούτο καθίσταται αρμόδιον να ερευνήσει πάντα τα πρωτοδίκως υποβληθέντα και προς διάγνωση της διαφοράς αναγκαία ζητήματα, δυνάμενον να εκδώσει και επιβλαβεστέρα για τον εκκαλούντα απόφαση, βεβαίως πάντα εντός του μεταβιβασθέντος δια της εφέσεως μέρους αυτής, αφού πλέον δεν δικάζεται η έφεση, αλλά η αγωγή.

Συνεπώς όταν δια της εφέσεως πλήττεται στο σύνολό του, κεφάλαιο της εκκληθείσης, το Εφετείο δεχόμενο ως βάσιμο τον λόγον της εφέσεως και εξαφανίζον την εκκληθείσα κατά το κεφάλαιο τούτο, ερευνά στο σύνολό του το αντίστοιχο της αγωγής και δεν εμποδίζεται να δεχθεί ως συντρέχοντα πραγματικά περιστατικά διάφορα εκείνων που δέχθηκε η εξαφανισθείσα απόφαση, αν δεν υπήρξε ειδικότερη δια της εφέσεως προσβολή της εκκληθείσης ως προς την παραδοχή ωρισμένων μόνον εκ των δι' αυτής γενομένων δεκτών δυνάμενον στην περίπτωση αυτή να καταστήσει χειροτέρα τη θέση του εκκαλούντος.

Εν προκειμένω εκ των παραδεκτώς κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. ελεγχομένων διαδικαστικών εγγράφων και δη της ένδικης αγωγής της αναιρεσείουσας της επ' αυτής αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και της κατ' αυτής ασκηθείσης από την αναιρεσείουσα εφέσεως προκύπτουν τα εξής : Δια της αγωγής ζητήθηκε, εκτός των άλλων, η επιδίκαση στην αναιρεσείουσα ποσού 21.407.027 δραχμών, ως προκύπτουσα διαφορά μεταξύ των καταβλητέων και καταβληθεισών σε αυτήν αποδοχών για την παροχή της εργασίας της στο αναιρεσείον κατά το από 1-1-1989 έως 31-12-1993 χρονικό διάστημα, με βάση εργασία της είκοσι πέντε ημερών κατά μήνα και δι' ωρισμένους των μηνών του διαστήματος τούτου περισσοτέρων των είκοσι πέντε ημερών.

Δια της εκδοθείσης επ' αυτής 89/1995 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών το κεφάλαιο τούτο της αγωγής κατά το μέρος του δια του οποίου εζητείτο η επιδίκαση διαφοράς αποδοχών του από 1-1-1989 έως 31-10-1993 χρονικού διαστήματος απερρίφθη ως απαράδεκτον, κατά δε το μέρος του, δια του οποίου εζητείτο η επιδίκαση της αυτής διαφοράς για το λοιπό χρονικό διάστημα εγένετο εν μέρει δεκτό και επιδικάσθηκε στην αναιρεσείουσα το ποσό του 1.388.624 δραχμών.

Δέχθηκε δε αυτή ότι καθ' ωρισμένους μήνες του τελευταίου χρονικού διαστήματος η αναιρεσείουσα εργάστηκε για περισσότερες των είκοσι πέντε ημερών και με βάση και την παραδοχή της αυτή ήχθη στην κρίση της περί της οφειλόμενης διαφοράς αποδοχών. Δια της ασκηθείσης κατά της αποφάσεως αυτής εφέσεώς της η αναιρεσείουσα προσέβαλε το εν λόγω κεφάλαιο της εκκληθείσης στο σύνολό του και ζήτησε την αποδοχή του αντιστοίχου κεφαλαίου της αγωγής εξολοκλήρου.

Το Εφετείο Αθηνών, ως εκ της προσβαλλομένης αποφάσεώς του προκύπτει, δέχθηκε τον λόγον αυτόν της εφέσεως και αφού εξαφάνισε την εκκληθείσα, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή κατά το ρηθέν κεφάλαιό της και επιδίκασε στην αναιρεσείουσα το ποσό των 12.911.005 δραχμών. Δέχθηκε δε, κατά τον προσδιορισμόν της οφειλόμενης διαφοράς αποδοχών και ότι ο αγωγικός ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι εργάστηκε μερικούς μήνες περισσότερες ημέρες δεν αποδείχτηκε.

Δια της παραδοχής αυτής το Εφετείο δεν υπέπεσε στην εκ του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, της λήψεως δηλαδή υπόψη πραγμάτων μη προταθέντων και δη τον φερόμενον δια της αναιρέσεως ως μη εισαχθέντα δια της εφέσεως εν λόγω αγωγικόν ισχυρισμόν, αφού η προσβολή της εκκληθείσης κατά το κεφάλαιο τούτο στο σύνολό του εμπεριέχει προσβολήν όλων των απαρτιζόντων τούτο παραδοχών, ενόψει και της ελλείψεως μνείας στον σχετικό λόγο της εφέσεως κάποιας εξαιρέσεως, περαιτέρω δε τούτο μετά την εξαφάνιση της εκκληθείσης κατά το ρηθέν κεφάλαιό της, δια παραδοχής του λόγου της εφέσεως, ορθώς έκρινε εφ' όλων των ζητημάτων της αγωγής, μεταξύ των οποίων και το άνω τοιούτον και συνεπώς δεν κατέστησε ανεπιτρέπτως χειροτέρα την θέση του εκκαλούντος, δια της ρηθείσης παραδοχής του περί των κατά μήνα ημερών εργασίας της αναιρεσείουσας.

Επομένως ο δεύτερος εκ του άρθρου 559 αρ. 8 λόγος αναιρέσεως ως και ο τέταρτος κατά το δεύτερο σκέλος του, δια του οποίου προβάλλεται η αιτίαση περί ανεπιτρέπτου δια της άνω παραδοχής της αναιρεσιβαλλόμενης χειροτερεύσεως της θέσεως της αναιρεσείουσας, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.-

Δια του τρίτου, εκ του άρθρου 559 αρ. 11, λόγου της αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι η αναιρεσιβαλλόμενη δεν έλαβε υπόψη της νομίμως προσκομισθέντα μετ' επικλήσεως από την αναιρεσείουσα αποδεικτικά μέσα και δη την 4305/1991 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την εκκαλούμενη, τα Δ.Α.Τ.Ε του Ι.Κ.Α και τα μισθολόγιά της των ετών 1989-1993. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος δεδομένου ότι από την βεβαίωση στην αναιρεσιβαλλόμενη ότι ελήφθησαν υπόψη τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, καθίσταται αναμφίβολον ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα αποδεικτικά αυτά μέσα.-

Ο από το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς που τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ασκουμένου με αγωγή, ένσταση ή αντένσταση δικαιώματος, που δεν προτάθηκαν, οποία δεν συνιστούν οι γενικές ή αιτιολογημένες αρνήσεις του αντιδίκου περί του νομικά ή ουσιαστικά αβασίμου του προς διάγνωση αχθέντος αιτήματος.

Επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του νομικά ή ουσιαστικά αβασίμου αιτήματος της αγωγής, έστω και αν τούτο, νομικά ή ουσιαστικά αβάσιμον, δεν προτάθηκε από τον αντίδικον του αιτούντος, δεν συνιστά πλημμέλεια εκ της ρηθείσης διατάξεως και δη λήψη υπόψη πράγματος μη προταθέντος, αφού τέτοιος ισχυρισμός, πρόταση δηλαδή του νομικά ή ουσιαστικά αβασίμου του αιτήματος, δεν συνιστά πράγμα υπό την άνω έννοια.

Ενόψει τούτων ο τέταρτος κατά το έτερον σκέλος του και ο πέμπτος κατά το πρώτο σκέλος του, εκ του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., λόγοι αναιρέσεως δια των οποίων αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη η μομφή ότι δια της παραδοχής της, ότι δεν αποδείχτηκε ότι η αναιρεσείουσα κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα εργάστηκε μερικούς μήνες περισσότερες από 25 ημέρες, χωρίς να προβληθεί τούτο από το εναγόμενο, υπέπεσε στην πλημμέλεια της λήψεως υπόψη πραγμάτων μη προταθέντων είναι απαράδεκτοι και απορριπτέοι.

Αβάσιμοι και απορριπτέοι είναι και ο τέταρτος κατά το τελευταίο σκέλος του και ο πέμπτος κατά το δεύτερο, εκ της ιδίας διατάξεως λόγοι αναιρέσεως, δια των οποίων προβάλλεται η αιτίαση ότι η αναιρεσιβαλλόμενη δεν έλαβε υπόψη τον αγωγικόν ισχυρισμόν της αναιρεσείουσας περί εργασίας της επί περισσοτέρας των 25 ημέρας σε ωρισμένους μήνες του άνω διαστήματος, δεδομένου ότι ως εκ της αναιρεσιβαλλομένης προκύπτει, το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμόν αυτόν και τον απέρριψε κατ' ουσίαν δια της άνω παραδοχής της, περί μη αποδείξεώς του.-

Με τον έκτο λόγο της αναιρέσεως, πλήττεται η αναιρεσιβαλλόμενη κατά το πρώτο, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. σκέλος του, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων της παρ. 28 της υπό της 16170/4-8-1981 αποφάσεως Υπουργού Εργασίας κηρυχθείσης εκτελεστής 42/1981 αποφάσεως του Δ.Δ.Δ.Δ. Πειραιώς, στην οποία παραπέμπουν οι παρ. 12 και 13 της υπό της 17663/15-7-1982 αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας κηρυχθείσης εκτελεστής 74/1982 αποφάσεως του Δ.Δ.Δ.Δ.

Αθηνών και του άρθρου 60 παρ.2 και 3 του Π.Δ. 410/1988, κατ' ορθή ερμηνεία των οποίων έπρεπε να δεχθεί ότι οι αμειβόμενοι με ημερομίσθιο, ως η αναιρεσείουσα, αμείβονται για όλες τις εργάσιμες ημέρες εκάστου μηνός και για τις υποχρεωτικές αργίες (Πάσχα, 25η Μαρτίου, 15η Αυγούστου, 1η Μαϊου κ.λ.π.) και όχι μόνο για 25 ημέρες μηνιαίως, που δέχθηκε, κατά δε το δεύτερο, εκ του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ.

σκέλος του, δια την μη λήψη υπόψη πραγμάτων προταθέντων και δη του αγωγικού ισχυρισμού της αναιρεσείουσας περί επιδικάσεως σε αυτήν αμοιβής και δια τις εν λόγω εξαιρεσίμους ημέρας, οποίες, ομού μετά των λοιπών εργασίμων, είναι οι αναφερόμενες στα κονδύλια 1-13 της αγωγής. Κατά το πρώτο σκέλος του ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, δεδομένου ότι ως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη, αυτή δεν διέλαβε παραδοχή και διάταξη περί του εν λόγω θέματος, δικαιώματος δηλαδή αμοιβής ή μη της αναιρεσείουσας κατά τις ρηθείσες ημέρες υποχρεωτικής αργίας, κατά δε το δεύτερο, ως απαράδεκτος, αφού εκ της παραδεκτώς κατ' άρθρον 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.

επισκοπήσεως της ένδικης αγωγής, προκύπτει ότι ίδιον αίτημα περί επιδικάσεως αμοιβής στην αναιρεσείουσα για τις ημέρες αυτές, πλέον των εργασίμων, δεν περιλαμβάνεται σε αυτή, ούτε στα άνω κονδύλιά της, ούτε αλλού.-

Με το άρθρο 28 της 42/1981 αποφάσεως του Δ.Δ.Δ.Δ. Πειραιώς «περί των όρων αμοιβής και εργασίας του προσωπικού Νοσηλευτικών κ.λ.π. Ιδρυμάτων του Δημοσίου. Ν.Π.Δ.Δ., Ο.Τ.Α, κηρυχθείσης εκτελεστής με την 16170/4-8-1981 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ 472 τεύχ. Β', ), ορίζεται ότι οι καθαριστές και καθαρίστριες, νοσηλευτικών Ιδρυμάτων που ανήκουν σε Ν.Π.Δ.Δ.

και συνδέονται με αυτά με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, λαμβάνουν το εκάστοτε ισχύον κατώτατον όριον ημερομισθίου (ημερομίσθιον ασφαλείας) του εργατοτεχνίτου-εργατοτεχνίτριας και δι' εξάωρον απασχόληση, αυξομειούμενο αναλόγως για μεγαλύτερη ή μικρότερη απασχόληση των έξι (6) ωρών. Η δια της διατάξεως αυτής παραπομπή αναφέρεται μόνον στα εκάστοτε ισχύοντα κατώτατα όρια ημερομισθίου, που ορίζονται από διατάξεις νόμου, Ε.Γ.Σ.Σ.Ε.

ή Δ.Α και όχι και στα λοιπά χορηγούμενα από αυτές επιδόματα. Περαιτέρω με το άρθρο 20 παρ.2 του ν. 1849/1989 ορίζεται ότι το προβλεπόμενο από την 10-3-1989 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε επίδομα γάμου δικαιούνται και οι άγαμοι γονείς. Από αυτά ακολουθεί ότι το εν λόγω επίδομα δικαιούνται οι άγαμοι γονείς που αμείβονται με βάση την Ε.Γ.Σ.Σ.Ε.

αυτή και όχι και οι ίδιοι που αμείβονται με βάση την άνω Δ.Α., η οποία δεν παραπέμπει στην Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. αυτή ως προς τα δι' αυτής χορηγούμενα επιδόματα. Το Εφετείο, που δέχθηκε, ως εκ της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι η συνδεόμενη με το αναιρεσίβλητο Ν.Π.Δ.Δ. με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ως καθαρίστρια του νοσοκομείου του και άγαμη μητέρα αναιρεσείουσα, η οποία διώκει την επιδίκαση, δια της ενδίκου αγωγής της, της διαφοράς μεταξύ των καταβλητέων σε αυτήν με βάση την άνω Δ.Α.

και καταβληθεισών αποδοχών της, δεν δικαιούται του συνυπολογισμού στις καταβλητέες αποδοχές της του χορηγηθέντος στους αγάμους γονείς δια της ρηθείσης Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. επιδόματος γάμου, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, γι' αυτό και ο έβδομος κατά το πρώτος σκέλος του, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.-

Με την διάταξη του άρθρου 41 παρ.8 του ν. 2065/1992 ορίζεται ότι «Η ειδική αποζημίωση για πρόσθετη εργασία, που έχει χορηγηθεί στους υπαλλήλους με τους ν. 185β/1989 (ΦΕΚ 148), 1859/1989 (ΦΕΚ 153), 1881/1990 (ΦΕΚ 42) και 2019/1992 (ΦΕΚ 34), μετατρέπεται από 1ης Ιουλίου 1992 σε ειδικό επίδομα και συνεντέλλεται με τις λοιπές τακτικές μηνιαίες αποδοχές» και με την τοιαύτη του άρθρου 7 του ν. 2019/1992 ότι :

παρ.1 «Η ειδική αποζημίωση για πρόσθετη εργασία που έχει χορηγηθεί στους υπαλλήλους ωρισμένων κλάδων του Δημοσίου ή ν.π.δ.δ…. χορηγείται από 1ης Ιανουαρίου 1992 για τον ίδιο σκοπό και με τις ίδιες διακρίσεις και στους άλλους υπαλλήλους του Δημοσίου, των Ο.Τ.Α. και των άλλων ν.π.δ.δ., που αμείβονται σύμφωνα με τον ν. 1505/1984 «Αναδιάρθρωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης κ.λ.π.» (ΦΕΚ 194Α) ή τον ν. 1876/1990 «Ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ 27Α') με εξαίρεση τους ωρομισθίους.

Το ποσό της αποζημίωσης αυτής καταβάλλεται κατά το ήμισυ μεν από 1-1-1992, στο ακέραιο δε από 1-1-1993…». Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι την άνω παροχή, ειδικόν, από της 1-7-1992, επίδομα, δικαιούνται και οι εργαζόμενοι με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου σε ν.π.δ.δ., είτε αυτοί αμείβονται με βάση τον ν. 1505/1984, ως είναι και οι εργαζόμενοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στα δημόσια νοσοκομεία της χώρας, κατά την διάταξη του άρθρου 3 της από 22-12-1988 Ε.σ.σ.ε «περί των όρων αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στα Δημόσια Νοσοκομεία της Χώρας», που είναι μέλη των σωματείων που ανήκουν στην Π.Ο.Ε.Δ.Η.Ν., είτε αυτοί αμείβονται με βάση τον ν. 1876/1990, που οι διατάξεις του ισχύουν, κατά το άρθρο 19 αυτού και για τους με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου εργαζομένους στο Δημόσιο, Ο.Τ.Α και ν.π.δ.δ., με βάση δηλαδή διατάξεις Σ.Σ.Ε.

ή Δ.Α. Επομένως το επίδομα τούτο δικαιούνται και οι εργαζόμενες ως καθαρίστριες σε νοσοκομεία που ανήκουν σε ν.π.δ.δ., με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, που αμείβονται με βάση Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α., δηλαδή και οι εργαζόμενες και αμειβόμενες με βάση την 42/81 απόφαση του Δ.Δ.Δ.Δ. Πειραιώς. Δεχθείσα όθεν η αναιρεσιβαλλόμενη ότι η αναιρεσείουσα, που απησχολείτο, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση της, στο νοσοκομείο του αναιρεσιβλήτου ν.π.δ.δ.

με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ως καθαρίστρια, δεν εδικαιούτο από της 1-1-1992 και μετέπειτα, το άνω ειδικό επίδομα, με την αιτιολογία ότι τούτο ανήκει μόνο στο νέο νομικό καθεστώς της πιο πάνω από 22-12-1988 Ε.σ.σ.ε, που ρυθμίζει τις αποδοχές των εργαζομένων στα δημόσια νοσοκομεία με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου από 1-7-1988 και όχι και σε εκείνο της 42/1981 άνω διαιτητικής αποφάσεως, με βάση το οποίο αυτή ζήτησε με την ένδικη αγωγή της τον υπολογισμό των νομίμων αποδοχών της, ψευδώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, κατά τον βασίμως υποστηρίζοντα τούτο, έβδομον κατά το δεύτερον, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., σκέλος του, που πρέπει να γίνει δεκτός κατά τούτο.-

Με την Α3β/Φ15/οικ. 7823/28-6-1991 απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Υγείας, που κυρώθηκε με το άρθρ. 19 του ν. 1963/1991 ορίζονται τα εξής : Παρ. 1 «χορηγούμε από 1-7-1991 ειδικό μηνιαίο επίδομα τροφής τεσσάρων χιλιάδων (4.000) δρχ., αντί της χορηγουμένης τροφής» παρ.2 « Το εν λόγω επίδομα θα καταβάλλεται σε όλες τις κατηγορίες του προσωπικού των νοσοκομείων και των Κ.Υ., πλην Ιατρών, καθώς και στο προσωπικό του Ε.Κ.Α.Β.».

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι το εν λόγω επίδομα χορηγείται σε όλες, πλην Ιατρών, τις κατηγορίας των εργαζομένων των νοσοκομείων , Κ.Υ. και Ε.Κ.Α.Β. επομένως και στις καθαρίστριες, πέραν των λοιπών αποδοχών τους και συνεπώς το δικαιούνται όλες αυτές οι κατηγορίες εργαζομένων, ανεξαρτήτως του νομικού καθεστώτος, που διέπει τις λοιπές αποδοχές τους.

Δεχθείσα όθεν η αναιρεσιβαλλόμενη ότι η αναιρεσείουσα, η οποία κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση της, απησχολείτο και κατά το μετέπειτα της 1-7-1991 χρονικό διάστημα στο νοσοκομείο του αναιρεσιβλήτου ν.π.δ.δ. με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ως καθαρίστρια, δεν εδικαιούτο από της εν λόγω χρονολογίας το επίδομα τούτο, με την αιτιολογία ότι ανήκει μόνον στο νέο νομικό καθεστώς που ρυθμίζει τις αποδοχές των εργαζομένων στα νοσοκομεία από 1-7-1988 και όχι και σε εκείνο που ίσχυσε μέχρι της 30-6-1988 και με βάση το οποίο αυτή (αναιρεσείουσα) ζητεί δια της ένδικης αγωγής της τον υπολογισμό των νομίμων αποδοχών της, ψευδώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, κατά τον βασίμως υποστηρίζοντα τούτο έβδομον, κατά το τρίτον, εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., σκέλος του, ο οποίος πρέπει να γίνει δεκτός κατά τούτο.-

Με τις διατάξεις των παρ.3 και 4 του ν. 201/1975 προβλέπεται η καταβολή αμοιβής και στο προσωπικό των παντός είδους νοσηλευτικών ιδρυμάτων, που είτε υπάγονται είτε δεν υπάγονται στις διατάξεις του ν.δ. 2592/1953, το οποίο συνδέεται με αυτά με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου και απασχολείται επί οκτάωρον ημερησίως, για μία ώρα ημερησίως και από 1-1-1977 για δύο, υπολογιζομένη κατά τις διατάξεις του εδ.

γ' της παρ. 3 του άρθρου 5 ν.δ. 4548/1966 «Περί του ενιαίου μισθολογίου των Δημοσίων υπαλλήλων και άλλων τινών διατάξεων». Δια του εν λόγω άρθρου (5 ν.δ. 4548/1966) επιτρέπεται η καθιέρωση εργασίας για τους δημοσίους υπαλλήλους, πέραν της υποχρεωτικής τοιαύτης, μόνον προς αντιμετώπιση εποχιακών ή όλως εκτάκτων υπηρεσιακών αναγκών ως και προς εξυπηρέτηση των γραφείων των μελών του Υπουργικού Συμβουλίου και ανωτάτων υπαλλήλων.

Δια του εδ. γ' της παρ. 3 ορίζεται ότι η ωριαία αμοιβή δεν μπορεί να είναι μικρότερη του ωρομισθίου, αυξημένου κατά 25% και ότι για τον υπολογισμό του τελευταίου ως ημερήσιος μισθός θεωρείται το 1/25 του βασικού μισθού και ως ώρες εργασίας επτά ημερησίως. Περαιτέρω με τις διατάξεις των παρ. 2, 3 και 4 του άρθρου 17 του ν. 1505/1984, όπως οι παρ.3 και 4 αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 7 του ν. 1810/1988, ορίζονται με την παρ.2 ότι από τη δημοσίευση του νόμου αυτού ( 1505/1984 ) η καθιέρωση εργασίας με αμοιβή πέρα από το κανονικό ωράριο ή κατά τις εξαιρέσιμες ημέρες ή τις νυκτερινές ώρες επιτρέπεται μόνο για την αντιμετώπιση εκτάκτων, εποχιακών ή όλως απροβλέπτων υπηρεσιακών αναγκών ως και για την εξυπηρέτηση αναγκών ωρισμένων υπηρεσιών, οι οποίες δεν πρόκεινται, με την παρ.3 η διαδικασία και το όργανο εγκρίσεως της παροχής τέτοιας εργασίας και με την παρ. 4 ο τρόπος υπολογισμού της αμοιβής για την παροχή της εν λόγω εργασίας και με καθορισμό του ωρομισθίου στο 1/100 του βασικού μισθού του κάθε μισθολογικού κλιμακίου.

Τέλος με την παρ. 8 της αυτής διατάξεως (άρθρ. 17 ν. 1505/1984) ορίζεται ότι με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, που δεν δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως , η ωριαία αμοιβή του α' εδαφίου της παρ.4 μπορεί να αναπροσαρμόζεται. Από όλες τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι η αμοιβή του προσωπικού των νοσηλευτικών ιδρυμάτων της χώρας και εκείνων που είναι ν.π.δ.δ., για τις δύο ώρες ημερησίως, που προβλέπονται από τις διατάξεις των παρ.3 και 4 του ν. 201/1975, υπολογίζεται όπως και η αμοιβή για την παρεχομένη πέραν του υποχρεωτικού ωραρίου εργασία από τους υπαλλήλους του δημοσίου, για την κάλυψη των άνω αναγκών, που προεβλέπετο από το εδ.

γ' της παρ.3 του ν.δ. 4548/1966 και νυν από τις διατάξεις της παρ.4 του άρθρου 17 του ν. 1505/1984, όπως τροποποιήθηκε και είναι ίση, κατά εκδοθείσα με την εξουσιοδότηση της παρ. 8 του νόμου αυτού 2039921/14-6-1991 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, με το 1/65 του μηνιαίου βασικού μισθού, προσαυξημένου κατά 20% και στρογγυλοποιουμένου στην επόμενη μονάδα για κάθε ώρα.

Συνεπώς το Εφετείο που δέχθηκε, ως εκ της πληττομένης αποφάσεώς του προκύπτει, ότι οι διατάξεις αυτές δεν έχουν εφαρμογή ως προς τον υπολογισμό του ωρομισθίου της αναιρεσείουσας για την παρασχεθείσα εργασία της των δύο ωρών ημερησίως του ν. 201/1975, ψευδώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου αυτές διατάξεις, κατά τον βασίμως υποστηρίζοντα τούτο έβδομο κατά το τέταρτο σκέλος του, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. λόγον αναιρέσεως, που πρέπει να γίνει δεκτός, Ο αυτός λόγος κατά το ίδιον σκέλος του και κατά το μέρος που προβάλλεται η αιτίαση ότι η αναιρεσιβαλλόμενη δεν δέχτηκε ότι υπάρχει ως προς το εν λόγω ζήτημα δεδικασμένο από την 4305/1991 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος, δεδομένου ότι ως προκύπτει εκ της εφέσεως και των προτάσεων της αναιρεσειούσης, παραδεκτώς ελεγχομένων κατ' άρθρ. 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., τούτο δεν προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας. Στη συνέχεια η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί προς περαιτέρω εκδίκαση ως προς τα παραπάνω κεφάλαια στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Για τους λόγους αυτούς

Αναιρεί την 3759/2000 απόφαση του Εφετείου Αθηνών ως προς τα αναφερόμενα στο σκεπτικό κεφάλαια.

Παραπέμπει την υπόθεση, ως προς τα παραπάνω κεφάλαια και ως προς το κεφάλαιο, για το οποίο αναιρέθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση με την 1/2005 απόφαση της τακτικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο σε πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τετρακόσια (400) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Μαϊου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 26 Σεπτεμβρίου 2006. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ