Legislator Case Law & Legislation
15/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on ownership dispute, rejecting claim that land is pastureland contrary to historical evidence.

Case Number 15/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Third Instance Court of the Aegean Islands, which had rejected the claim of ownership over disputed land. The appellant argued the property was pastureland under the 1833 law, but the court found this contradicted historical records and prior administrative characterizations. Consequently, the appeal was rejected as baseless, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1 of the Law of 3/15/12/1833; The court established that a claim for pastureland status must be supported by objective evidence and cannot contradict historical titles or prior administrative determinations of agricultural nature.

Keywords

AI generated
ownership dispute pastureland status historical evidence administrative characterization burden of proof legal costs appeal dismissal

Cited Legislation

AI generated
Article 1 of the Law of 3/15/12/1833
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 15 / 2025 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 15/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Γεώργιο Καλαμαρίδη-Εισηγητή, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αγαθή Δερέ, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 1 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Θ. Γ. του Μ. και της Ε., κατοίκου ….., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαριέττα Γεωργούλη, και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Χριστίνα Γιωτοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-7-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο ….. . Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 29ΤΠ/2014 μη οριστική, 47/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 35/2021 του Εφετείου Αιγαίου (Τριμελούς). Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22-2-2022 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 22-2-2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 35/2021 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία και η οποία αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης:

Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων άσκησε την από 30-7-2010 αγωγή με την οποία ζήτησε, μεταξύ των άλλων, να αναγνωρισθεί η κυριότητά του σε δύο τμήματα συνολικού εμβαδού 17.034 τ.μ., που βρίσκονται στη θέση "….." της Κοινότητας …..., τα οποία απέκτησε, κατά κυριότητα, παραγώγως και πρωτοτύπως και ως προς τα οποία το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο αμφισβήτησε την κυριότητά του, ισχυριζόμενο ότι είναι χορτολιβαδικής μορφής.

Το Πολυμελές Πρωτοδικείο ... με την 29ΤΠ/2014 μη οριστική του απόφαση διέταξε την διενέργεια πραγματογνωμοσύνης και στη συνέχεια με την 47/2018 οριστική του απόφαση έκανε δεκτή την αγωγή. Κατά της οριστικής αυτής απόφασης το εναγόμενο άσκησε έφεση και το Τριμελές Εφετείο Αιγαίου με την ανωτέρω προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε την έφεση και αφού εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση, κράτησε και δίκασε την αγωγή, την οποία απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι κατά συνέπεια παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 2, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι αν η αγωγή ή άλλη αυτοτελής αίτηση ή ανταίτηση κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα, παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΚΠολΔ 559 αριθ. 1 και 19), δεν αρκεί να εκτίθενται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος της υπόθεσης, η έννοια που αποδίδει αυτός στη φερόμενη ως παραβιασθείσα διάταξη και το συμπέρασμα του δικαστηρίου, που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, αλλά πρέπει, επιπλέον, να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε το δικαστήριο, ως θεμελιωτικά της κρίσης του, για το βάσιμο ή μη της αγωγής (ή άλλης αυτοτελούς αίτησης ή ανταίτησης).

Διότι, η ευδοκίμηση της αναίρεσης εξαρτάται από την ορθότητα όχι του αιτιολογικού αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως (ΚΠολΔ 578), το τελευταίο δε συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου. Επομένως, η έκθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία, προκειμένου να ελεγχθεί είτε αν η αποδιδόμενη στην απόφαση ευθεία παραβίαση ουσιαστικού νόμου οδήγησε σε σφαλερό διατακτικό, είτε αν τα πραγματικά γεγονότα, που συγκροτούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού εκτίθενται επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις, ώστε να αποβαίνει εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, συνακόλουθα δε και ο έλεγχος του διατακτικού της αποφάσεως.

Μεμονωμένες και αποσπασματικές, παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, δεν αρκούν για το ορισμένο αυτού του αναιρετικού λόγου. Και τούτο, γιατί, μόνο κατ' αυτό τον τρόπο, μπορεί να κριθεί, αν η αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση, οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο εξαρτάται, τελικά, η ευδοκίμηση της αναίρεσης.

Εξάλλου, η αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή στο δικόγραφο της αγωγής ή της εφέσεως ή στις προτάσεις του αναιρεσείοντος (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 1790/2022, ΑΠ 1027/2019). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1 του Β.Δ. της 3/15-12-1833 "Περί διορισμού του φόρου βοσκής και του δια τα εθνικοϊδιόκτητα λιβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833-1834", που έχει ισχύ νόμου, όλα τα λιβάδια, για την επικαρπία των οποίων δεν υπάρχει έγγραφο (ταπί) εκδοθέν επί τουρκοκρατίας, θεωρούνται δημόσια και η νομή τους παραμένει στο Δημόσιο.

Η διάταξη αυτή αφορά τη συντήρηση των δικαιωμάτων του Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία προϋπήρχαν επί των ως άνω γαιών σε όλη την Ελληνική Επικράτεια και, επομένως, και σε αυτές, στις Κυκλάδες, που δεν ανήκαν σε ιδιώτες και είχε καταστεί κύριό τους το Ελληνικό Δημόσιο, δεν καθιστά όμως ανεπίδεκτα νομής και ιδιωτικής κτήσεως στο μέλλον τα ακίνητα αυτά με έκτακτη χρησικτησία (ΑΠ 246/2023, ΑΠ 160/2014 ΝΟΜΟΣ).

Η έννοια αυτή προκύπτει και από: α) το άρθρο 1 παρ. 2 του ν. ΚΘ' της 31-1/18-2-1864, κατά το οποίο το Δημόσιο και οι Κοινότητες διατηρούν τα δικαιώματα που είχαν επί των αμφισβητουμένων λιβαδιών άνευ βλάβης των αποκτηθέντων δικαιωμάτων από τρίτους, καθώς και β) από το άρθρο 3 του ν. ΨΗΖ7/1880, κατά το οποίο, οι Κοινότητες, ως προς τα κοινοτικά λιβάδια, διατηρούν απέναντι των ιδιωτών τη νομική κατοχή επί των βοσκοτόπων, επί των οποίων εγένοντο μέχρι το 1864 τοποθετήσεις ποιμνίων.

Επομένως, η ανωτέρω διάταξη του β.δ. του έτους 1833 εισήγαγε για τα λιβάδια, που υπήρχαν πριν την ισχύ του διατάγματος αυτού στα όρια του Ελληνικού Κράτους και τα οποία δεν αναγνωρίστηκαν νομίμως ότι ανήκουν σε ιδιώτες, μαχητό τεκμήριο υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου. Προϋπόθεση, όμως, εφαρμογής του ως άνω τεκμηρίου είναι το διεκδικούμενο να ήταν λιβάδι κατά τον χρόνο ενάρξεως ισχύος του παραπάνω διατάγματος (ΑΠ 34/2019, ΑΠ 987/2017).

Περαιτέρω, από τις σχετικές διατάξεις περί κτήσεως κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 18 και 21 του ν. της 21-6/3-7-1837, 21 του ν.δ. της 22-4/18-5- 1926, 60 του ν. ΣΟΖ' /1855 και 12 παρ. 1 του ν. ΔΝΖ'/1912, προκύπτει ότι είναι δυνατή η απόκτηση κυριότητας επί λιβαδιών ή βοσκοτόπων, εθνικών ή μη, και από ιδιώτες, εφόσον αυτοί τους νέμονταν με διάνοια κυρίου και με καλή πίστη επί τριακονταετία μέχρι και την 11 Σεπτεμβρίου 1915.

Εξάλλου, επί συμπληρωθείσας ως άνω μέχρι και την 11-9-1915 έκτακτης χρησικτησίας, δεν έχουν εφαρμογή και δεν ασκούν νόμιμη επιρροή επί της δι' αυτής κτηθείσας κυριότητας οι μεταγενέστερες διατάξεις του άρθρου 117 του Ν. 3077/1924 "περί Δασικού Κώδικα" και του άρθρου 215 του Ν. 4173/1929, όπως τροποποιήθηκαν και συμπληρώθηκαν από το άρθρο 37 του Α.Ν. 1539/1938 και το άρθρο 16 του Α.Ν. 192/1946 επαναλήφθηκαν στο άρθρο 58 του ν.δ. 86/1969 "περί Δασικού Κώδικος", με τις οποίες ορίζεται ότι επί των δημοσίων εν γένει δασών θεωρείται νομεύς το Δημόσιον, έστω και αν δεν ενήργησε επ' αυτών καμία πράξη νομής και ότι μόνη η βοσκή επί δημοσίων δασών κ.λ.π., ουδέποτε θεωρείται ως πράξη νομής ή οιονεί νομής (ΑΠ 1228/2020, ΑΠ 227/2015, ΑΠ 303/2015, ΑΠ 1411/2014, ΑΠ 160/2014, ΑΠ 835/2014 ΝΟΜΟΣ).

Εξ άλλου, σύμφωνα με την παράγραφο 6 του άρθρου 3 του Ν. 998/1979, όπως το άρθρο αυτό ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 32 παρ. 1 Ν. 4280/2014, δεν υπάγονται στις διατάξεις του νόμου αυτού, μεταξύ άλλων, οι γεωργικώς καλλιεργούμενες και οι χορτολιβαδικές εκτάσεις, οι ευρισκόμενες επί πεδινών εδαφών ή επί ανωμάλου εδάφους ή λόφων, εφόσον δεν εμπίπτουν στις περιπτώσεις της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου ή δεν έχουν κηρυχθεί ένεκα του προστατευτικού αυτών χαρακτήρα ή εξ άλλου λόγου δασωτέαι κατά τα εις το άρθρου 38 του παρόντος νόμου οριζόμενα (περ.

β'), όπως και οι βραχώδεις ή πετρώδεις εκτάσεις, οι ευρισκόμενες επί των άνω πεδινών ή ανωμάλων ή λοφωδών εδαφών (περ. γ').

Συνεπώς, δεν είναι δάσος έκταση άγονη και βραχώδης, κατάλληλη για βοσκή και καλυπτόμενη από ποώδη και φρυγανώδη είδη και από θάμνους νανώδους μορφής που δεν μπορεί να παραγάγει δασικά προϊόντα κατόπιν δασικής εκμεταλλεύσεως (ΑΠ 1228/2020). Τέλος, κατά το άρθρο 62 Ν. 998/1979 "Επί των πάσης φύσεως αμφισβητήσεων ή διενέξεων ή δικών μεταξύ του Δημοσίου, είτε ως ενάγοντος είτε ως εναγομένου είτε ως αιτούντος είτε ως καθ` ου η αίτηση, και φυσικού ή νομικού προσώπου, το οποίο προβάλλει ή αξιώνει οποιοδήποτε δικαίωμα, εμπράγματο ή μη, επί των δασών, των δασικών εκτάσεων το ως άνω φυσικό ή νομικό πρόσωπο οφείλει να αποδείξει την παρ` αυτώ ύπαρξη του δικαιώματος του.

Κατ` εξαίρεση η διάταξη αυτή δεν ισχύει στις περιφέρειες των Πρωτοδικείων των Ιονίων Νήσων, της Κρήτης, των Νομών Λέσβου, Σάμου, Χίου και Κυκλάδων, των νήσων Κυθήρων, Αντικυθήρων...". Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, και υπό την επίκληση της αναιρετικής πλημμέλειας από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διατείνεται ο αναιρεσείων ότι το Εφετείο αφ' ενός μεν εφάρμοσε εσφαλμένα το άρθρο 1 του Β.

Δ/τος της 3/15-12-1833, αναφορικά με τον ισχυρισμό του αναιρεσιβλήτου περί θεμελίωσης της κυριότητάς του στο εν λόγω διάταγμα, αναγνωρίζοντας τεκμήριο κυριότητας αυτού επί δασικών εκτάσεων στις νήσους των Κυκλάδων, όπως εν προκειμένω η ….., όπου βρίσκεται και η επίδικη έκταση, αφ' ετέρου δε εσφαλμένα ερμήνευσε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις σε σχέση με τη διάταξη του άρθρου 62 παρ. 1 εδ.

β' του ν. 998/1979, και ότι ο χαρακτήρας της έκτασης ως χορτολιβαδικής κατά την έννοια του άρθρου 3 παρ. 6 του ανωτέρω νόμου ανάγεται μόνο μέχρι το έτος 1945 και ότι περαιτέρω, η έννοια του χορτολίβαδου του άνω άρθρου δεν ταυτίζεται με την έννοια του λιβαδιού του άρθρου 1 του ΒΔ της 15.12.1833, λόγω της ιδιαιτερότητάς του να βρίσκεται στη νήσο …..

των Κυκλάδων μεταξύ ιδιωτικών εκτάσεων. Ότι επίσης, οι διατάξεις του Δασικού Κώδικα, αναφερόμενες και στα λιβάδια, στα οποία αναφέρεται και το άνω ΒΔ της 15.12.1833, εισάγουν ρητή εξαίρεση από το τεκμήριο κυριότητας του Δημοσίου ως προς το νομό Κυκλάδων, όπου και η νήσος .... Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, δεδομένου ότι ο αναιρεσείων, για το ορισμένο του λόγου αυτού και σύμφωνα με την ανωτέρω εκτιθέμενη νομική σκέψη, δεν εκθέτει στο αναιρετήριο όλες τις κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά μόνο ορισμένες, και κατ' επιλογή του ιδίου, αποσπασματικές παραδοχές της.

Σε κάθε δε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση και επομένως, ως αβάσιμος. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, 1) ότι η επίδικη έκταση, ως βοσκότοπος, που τελούσε υπό την Οθωμανική κυριαρχία, αποτελούσε δημόσια γη, ανήκε στην κυριότητα του Τουρκικού Κράτους και περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο, ως διάδοχο αυτού, με βάση τα Πρωτόκολλα του Λονδίνου και την από 9-7-1832 Συνθήκη Ε.

μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας, 2) ότι τα επίδικα τμήματα είναι χορτολιβαδικής μορφής και ότι όμοια ήταν η μορφή τους και κατά το χρόνο της ισχύος του β.δ. της 3/15.12.1833, ενώ δέχθηκε περαιτέρω, ότι για την επικαρπία των επίδικων τμημάτων δεν υπάρχει έγγραφο (ταπί) που να έχει εκδοθεί επί Τουρκοκρατίας, 3) ότι δεν αποδείχθηκε φυσική εξουσίαση των επίδικων τμημάτων με διάνοια κυρίου και καλή πίστη από τους απώτερους και απώτατους δικαιοπαρόχους του αναιρεσείοντος επί τριάντα τουλάχιστον χρόνια μέχρι τις 11-9-1915, καθώς δεν αποδείχθηκε περαιτέρω ότι μέχρι το έτος 1915 βοσκούσαν στα επίδικα τμήματα τα ποίμνιά τους μόνο οι απώτατοι δικαιοπάροχοι του αναιρεσείοντος και όχι και άλλοι κάτοικοι της Κοινότητας ή όμορης Κοινότητας και 4) ότι το αναιρεσίβλητο κατέστη κύριο των επίδικων με βάση το άρθρο 1 του β.δ.

της 3/15.12.1833. Δέχθηκε, δηλαδή, το Εφετείο ότι το αναιρεσείον κατέστη κύριο των επιδίκων τμημάτων όχι με βάση τις διατάξεις τη δασικής νομοθεσίας και ειδικότερα τις διατάξεις του Ν. 998/1979, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει ο αναιρεσείων για τη θεμελίωση του εξεταζόμενου λόγου, αλλά με βάση το άρθρο 1 του ανωτέρω β.δ/τος.

Οι υπόλοιπες δε αιτιάσεις που περιλαμβάνονται στον ίδιο αναιρετικό λόγο, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, δεδομένου ότι ο αναιρεσείων, υπό το πρόσχημα της παράβασης του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου ως προς την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Kατά το άρθρο 559 αρ. 13 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου, αναφορικά με το ρυθμιζόμενο στη διάταξη του άρθρου 338 ΚΠολΔ βάρος της απόδειξης.

Το βάρος της απόδειξης διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό προσδιορίζει τον διάδικο στον οποίο το δικαστήριο με παρεμπίπτουσα, περί αποδείξεως, απόφαση, θα επιβάλλει την ευθύνη προσκομιδής των αποδεικτικών μέσων, προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό απόδειξης των θεμελιωτικών της αξίωσής του πραγματικών γεγονότων.

Το πεδίο εφαρμογής του υποκειμενικού βάρους απόδειξης έχει περιορισθεί σημαντικά μετά την κατάργηση της προδικαστικής απόφασης. Το αντικειμενικό βάρος προσδιορίζει τον διάδικο που φέρει τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή, ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων επέλευσης της επίδικης έννομης συνέπειας.

Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού, του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γέννησης της επίδικης έννομης συνέπειας, διαδίκου, στοιχειοθετεί τον παρόντα λόγο αναίρεσης. Ειδικότερα εσφαλμένη επιβολή του αντικειμενικού βάρους υπάρχει όταν το δικαστήριο από τις προσαχθείσες αποδείξεις δεν σχηματίζει την δικανική πεποίθηση που απαιτεί ο νόμος για την παραδοχή ορισμένου αιτήματος, δηλαδή, αμφιβάλλει για την ουσιαστική βασιμότητα κάποιου ισχυρισμού, που κατά νόμο θεμελιώνει το αίτημα της αγωγής, ενστάσεως κλπ.

και που οφείλει να αποδείξει ο υποβαλών το αίτημα διάδικος, οπότε το δικαστήριο θα έπρεπε να απορρίψει το σχετικό αίτημα. Εάν δεν το απορρίψει, υποπίπτει στη νομική πλημμέλεια της ανωτέρω διάταξης (ΑΠ 385/2021, ΑΠ 1182/2018). Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων διατείνεται ότι το Εφετείο, κατά παράβαση των διατάξεων περί κατανομής του βάρους απόδειξης, δέχθηκε τον ισχυρισμό-ένσταση του αναιρεσιβλήτου περί ιδίας αυτού κυριότητας στο επίδικο τμήμα του όλου αγρού με βάση το άρθρο 1 του β.δ.

της 3/15.12/1833, χωρίς να γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στον τρόπο της απόκτησης από το τελευταίο, που φέρει το βάρος της απόδειξης της, κατά τους ισχυρισμούς του, κυριότητάς του, ακόμη και επί δασών, δασικών και χορτολιβαδικών εκτάσεων σε ακίνητα των νήσων του Αιγαίου και ενώ το αναιρεσίβλητο είχε αναγνωρίσει στο παρελθόν την κυριότητα της άμεσης και απώτερων δικαιοπαρόχων του στο μείζον ακίνητό του, ήδη από το έτος 1878 και συγκεκριμένα με τη μεταγραφή των, στην ένδικη αγωγή του, αναφερομένων συμβολαιογραφικών τίτλων, καθώς και με τις επί μέρους επτά πωλήσεις τεμαχίων του όλου μείζονος αγρού του και ότι κυρίως, για πρώτη φορά το αντίδικο αμφισβήτησε την κυριότητά του στο επίδικο και μόνο τμήμα, με την αιτηθείσα από τον ίδιο, εκδοθείσα, με αριθμό πρωτ.

…./13.10.2005 Πράξη Χαρακτηρισμού της Δ/νσης Δασών Κυκλάδων και ακολούθως με τη με αριθμό …./14.2.2006 πράξη τελεσιδικίας της ως άνω Πράξης, με την οποία η επίδικη έκτασή του, που είναι τμήμα μείζονος αγρού του, για πρώτη φορά χαρακτηρίστηκε ως χορτολιβαδική και ότι η ανωτέρω αμφισβήτηση της, διαχρονικά, αγροτικής φύσης του επίδικου ακινήτου του, μετά ταύτα, εμφανίζεται ως αντιφατική, αφού η υπολειπόμενη έκτασή του ουδόλως αμφισβητήθηκε ποτέ από το αναιρεσίβλητο.

Ότι ενόψει των ανωτέρω, το αναιρεσίβλητο δεν ανταποκρίθηκε στο αντικειμενικό βάρος απόδειξης που είχε προκειμένου να θεμελιώσει τα συγκροτούντα τον ισχυρισμό-ένστασή του περί δικής του κυριότητας στο επίδικο και ότι, επομένως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, που δεν απέρριψε τον ανωτέρω ισχυρισμό του αναιρεσιβλήτου, υπέπεσε στην πιο πάνω αναιρετική πλημμέλεια.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Και, τούτο, διότι, όπως προκύπτει από τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του, το Εφετείο δέχθηκε ότι αποδείχθηκε πλήρως η ένσταση που πρότεινε το αναιρεσίβλητο πρωτοδίκως και επανέφερε ενώπιόν του με λόγο έφεσης, περί ιδίας κυριότητας αυτού με βάση το άρθρο 1 του β.δ της 3/15.12.1833 επί του επιδίκου, λόγω της μορφής αυτού ως λιβαδιού και ως βοσκοτόπου.

Μετά ταύτα και καθώς δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η ένδικη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Τέλος, ο αναιρεσείων πρέπει να καταδικαστεί, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, σύμφωνα με το νόμιμο αίτημά του (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), τα οποία ωστόσο θα καταλογισθούν μειωμένα (άρθρ. 22 Ν. 3693/1957, σε συνδυασμό με την 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22-2-2022 αίτηση του Θ. Γ. για αναίρεση της 35/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Μαΐου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Ιανουαρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία,

η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης, και

ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου