Supreme Court dismisses appeal due to inadmissible grounds and failure to prove procedural defects.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellant's request for cassation against a final judgment of the First Instance Court of Thessaloniki. The appellant argued that the lower court erred in assessing evidence and misapplied procedural rules regarding legal arguments, but the court found these grounds inadmissible as they did not constitute specific legal errors. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the second respondent.
Legislator headnote
AI generatedArticles 568(4) and 576(1)-(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court dismisses cassation requests where the alleged errors are merely matters of fact evaluation or lack the specific legal character required for admissibility under Article 559(8).
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 15 / 2024 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 15/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Χρήστο Κατσιάνη, Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Κορνηλία Πανούτσου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 8 Μαΐου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν. Α. του Μ., κατοίκου Θ., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Σπυριδούλα Αναγνωστάκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ATTICA BANK (ΑΤΤΙΚΑ ΜΠΑΝΚ) ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο, 2) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «Θ. Α. Α. Ε. Δ. Α. Α. Δ. Κ. «Π. και το διακριτικό τίτλο «T. A. F. «S., που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευστράτιο Ευστρατιάδη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/11/2013 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4115/2014 μη οριστική και 16502/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και η 2713/2019 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27/2/2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της παρατσάσας αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 568 παρ. 4 και 576 παρ. 1- 3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιός επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται ως εάν ήταν παρόντες οι διάδικοι.
Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται, αν ο διάδικος που δεν εμφανίσθηκε ή αν και εμφανίσθηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα την συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.
Αν όμως κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί ( ΑΠ 1377/2019, ΑΠ 206/2017). Σε περίπτωση δε, αναγκαστικής ομοδικίας στη δίκη επί της αιτήσεως αναιρέσεως, αν κάποιος από τους αναγκαίους ομοδίκους δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, πλην όμως, έχει κλητευτεί νομίμως είτε από τον αντίδικό του, είτε από αναγκαίο ομόδικο, τότε η συζήτηση χωρεί νομίμως και ως προς τον απολειπόμενο αυτόν αναγκαίο ομόδικο (ΑΠ 756/2017, ΑΠ 681/2016), αφού, αν και δεν παραστάθηκε, θεωρείται ότι αντιπροσωπεύεται από τον αναγκαίο ομόδικό του (ΑΠ 1553/2022).
Περαιτέρω, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1 περ. γ' του ν. 4354/2015 "Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων....", "Τα δικαιώματα που απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες λόγω πώλησης απαιτήσεις δύνανται να ασκούνται μόνο μέσω των εταιριών διαχείρισης της παρούσας παραγράφου. Οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις λογίζονται ως τραπεζικές και μετά τη μεταβίβασή τους.
Οι εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων ευθύνονται για όλες τις υποχρεώσεις απέναντι στο Δημόσιο και σε τρίτους, οι οποίες βαρύνουν τις εταιρίες απόκτησης απαιτήσεων και απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις".Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του άνω νόμου 4354/2015, "Οι Εταιρίες Διαχείρισης νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκήσουν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, καθώς και να κινούν, παρίστανται ή συμμετέχουν σε προπτωχευτικές διαδικασίες εξυγίανσης, πτωχευτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, διαδικασίες διευθέτησης οφειλών και ειδικής διαχείρισης των άρθρων 61 επ.
του ν. 4307/2014 (Α` 246). Εφόσον οι Εταιρίες συμμετέχουν σε οποιαδήποτε δίκη με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου το δεδικασμένο της απόφασης καταλαμβάνει και τον δικαιούχο της απαίτησης". Τέλος, η ασκούμενη κατά το άρθρο 83 KΠολΔ αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαία ομοδικία του παρεμβαίνοντος με το διάδικο υπέρ του οποίου η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται κατά πλάσμα δικαίου ως αναγκαίος ομόδικος με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς όμως να έχει στη διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες που προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του κυρίου διαδίκου (ΑΠ 1485/2006, ΑΠ 91/2005).
Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με τη παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, η πρώτη των αναιρεσιβλήτων ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ATTICA BANK AE" δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
Όπως δε, προκύπτει, από τη με αριθμό 6834/22.11.2021 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, Αριστέας Κ. Κατσαρού, που επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων, ο τελευταίος επέδωσε σ'αυτή ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης από 27.2.2020 αίτησης αναίρεσης κατά της με αριθμό 2713/2019 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με τις κάτω από αυτή πράξεις καταθέσεως δικογράφου, ορισμού δικασίμου και κλήσης προς συζήτηση, για την αρχική δικάσιμο της 7.2.2022, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε νόμιμα από το οικείο πινάκιο για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
Επομένως, εφόσον αυτή δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά την ως άνω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα, και ενόψει της δημιουργηθείσας ήδη στα πλαίσια της έκκλητης δίκης επιγενόμενης αναγκαίας ομοδικίας με την δεύτερη των αναιρεσιβλήτων εταιρεία διαχείρισης μη εξυπηρετουμένων δανείων του ν. 4345/2015, λόγω της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης που αυτή παραδεκτώς άσκησε ενώπιον του Εφετείου, συνεκδικασθείσας με την από 16.12.2017 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος, το Δικαστήριο θα προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία της (αρθ. 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αφού αυτή θεωρείται ότι αντιπροσωπεύεται από την αναγκαία ομόδικό της.
Με την κρινόμενη, από 27.2.2020 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η με αριθμό 2713/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία διαφορών από πιστωτικούς τίτλους. Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 552,553,556,558,564 και 566 ΚΠολΔ.
Είναι συνεπώς, παραδεκτή (αρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 577 παρ.3 του ιδίου κώδικα, να εξετασθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων της.
Η προσβαλλομένη απόφαση είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατά παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης (αρθ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ). Μετά από αίτηση της πρώτης των αναιρεσιβλήτων τράπεζας, εκδόθηκε η με αριθμό 22.214/2013 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία ο αναιρεσείων, ως εγγυητής της με αριθμό 476/2008 πιστωτικής σύμβασης, εξυπηρετούμενης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, που είχε συνάψει η πρώτη των αναιρεσιβλήτων τράπεζα με την πιστούχο κατασκευαστική κοινοπραξία "Κ.
Α. Μ. Μ. - Η. Ζ.", υποχρεώθηκε με τους λοιπούς καθών η διαταγή πληρωμής (μη διαδίκους εν προκειμένω) στην, εις ολόκληρον έκαστος, καταβολή του χρηματικού ποσού των 450.743,22 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, ως οφειλόμενο κατάλοιπο της παραπάνω πιστωτικής σύμβασης. Την ακύρωση της υπόψη διαταγής πληρωμής, ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 25.11.2013 ανακοπή του, και τους από 12.9.2016 προσθέτους λόγους αυτής, απευθυνόμενος ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ισχυρισθείς ακυρότητα της σύμβασης εγγύησης λόγω απάτης, πλάνης και αντίθεσης στα χρηστά ήθη, κατά τόπον αναρμοδιότητα του εκδόσαντος την εν λόγω διαταγή πληρωμής, Δικαστή, ανεκκαθάριστο της απαίτησης, αοριστία αυτής, μη νόμιμο ανατοκισμό της εισφοράς του ν. 128/1975, παράνομο υπολογισμό τόκων με βάση έτος 360 ημερών και καταχρηστικότητα όρων της πιστωτικής σύμβασης λόγω αντίθεσής τους προς τις διατάξεις του ν. 2251/1994.
Επί της ανακοπής και των προσθέτων λόγων αυτής, που συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε η με αριθμό 16502/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκαν οι λόγοι ανακοπής στο σύνολό τους και επικυρώθηκε η προσβαλλομένη διαταγή πληρωμής. Με την από 16.12.2017 έφεση του ηττηθέντος ανακόπτοντος, ήδη αναιρεσείοντος, η οποία συνεκδικάστηκε με την από 6.3.2018 αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Θ.
Α. Α. Δ. Α. Α. Δ. Κ. Π.", σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 περ. γ'του ν. 4345/2015 "Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων κλπ", (ήδη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων) εκδόθηκε η με αριθμό 2713/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης (αναιρεσιβαλλομένη) με την οποία απορρίφθηκε η έφεση του αναιρεσείοντος στο σύνολό της.
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 4, 562 παρ. 2, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 ΚΠολΔ συνάγεται ότι όταν η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ πρέπει να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια, και όχι αποσπασματικά, οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για το βάσιμο ή αβάσιμο της αγωγής.
Εξ άλλου, η δεύτερη παράγραφος της αυτής ως άνω διάταξης (559 αρ. 1 ) ορίζει ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας, προκειμένου να ανεύρει την αληθή έννοια κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς (ΑΠ 45/2019, ΑΠ2345/2009).
Ως διδάγματα δε της κοινής πείρας θεωρούνται οι ορισμοί και οι αφηρημένες υποθετικές κρίσεις που αντλούνται από την παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας με τη βοήθεια των φυσικών επιστημών και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών (ΑΠ723/2020, ΑΠ20/2019, ΑΠ1662/2012, 2195/2009).
Για την πληρότητα δε και το ορισμένο του λόγου αυτού αναίρεσης της παράβασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποια συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάστηκαν, ο κανόνας δικαίου για την αληθινή έννοια του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και σε τι συνίσταται η παράβαση, διαφορετικά ο λόγος της αναίρεσης είναι αόριστος (ΑΠ828/2020, ΑΠ 103/2013, ΑΠ1270/2008, ΑΠ 1675/2006).
Περαιτέρω, για να είναι ορισμένος και, κατά συνέπεια, παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας η νομική πλημμέλεια, ότι η απόφασή του στερείται νόμιμης βάσης (άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ), πρέπει να αναφέρονται, μεταξύ άλλων, έστω συνοπτικά αλλά με πληρότητα και σαφήνεια, οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου, υπό τις οποίες συντελέστηκε η επικαλούμενη παράβαση, ήτοι να εκτίθενται σαφώς και τα πραγματικά γεγονότα, που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας με την ελάσσονα πρόταση του νομικού του συλλογισμού πλήρη και να προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης, να γίνεται δηλαδή, εξειδίκευση του σφάλματος (ΑΠ 325/2022), με τον καθορισμό του ποία είναι η αντίφαση και από ποία αντιτιθέμενα μέρη προκύπτει ή, ότι η ανεπάρκεια αιτιολογιών, ποίο δηλαδή το ελλείπον στοιχείο, που είναι αναγκαίο για την επάρκειά τους (ΑΠ 1038/2020, ΑΠ 1778/2013).
Στη προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης (κατά το ένα σκέλος αυτών), αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση, για πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι δηλαδή, το Εφετείο, εσφαλμένως ερμήνευσε και δεν εφήρμοσε, καίτοι ήσαν εφαρμοστέες, οι ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 140 και 141 του ΑΚ, καθώς και ότι με πλημμελή (ανεπαρκή) αιτιολογία δεν έκανε χρήση του διδάγματος της κοινής πείρας ότι " ...ο οποιοσδήποτε στοιχειωδώς εχέφρων άνθρωπος αν γνώριζε πως για ένα ποσό της τάξεως των 400.000 ευρώ θα είχε ευθύνη ως εγγυητής απεριορίστως, δηλαδή και με την προσωπική του περιουσία, ουδέποτε μετά την ανάληψη της ευθύνης αυτής, θα αγόραζε και νέο ακίνητο, το οποίο θα μεγέθυνε την ατομική του περιουσία..".
Με το περιεχόμενο αυτό, οι παραπάνω λόγοι αναίρεσης, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι λόγω αοριστίας αφού, αν και οι συναφείς λόγοι ανακοπής κρίθηκαν στην ουσία τους, ουδόλως αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για το βάσιμο των ισχυρισμών, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί, από το περιεχόμενο του αναιρετηρίου, αν οι αποδιδόμενες με τους λόγους αναίρεσης, στην απόφαση, παραβάσεις κανόνων ουσιαστικού δικαίου, είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου, οδήγησαν σε εσφαλμένο διατακτικό.
Περαιτέρω, η διαλαμβανόμενη στον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση, με την οποία αποδίδεται στην προσβαλλομένη πλημμέλεια της παραβίασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά τα προεκτεθέντα, είναι επίσης απαράδεκτη, διότι ο παραπάνω ισχυρισμός δεν συνιστά δίδαγμα της κοινής πείρας κατά τη προδιαληφθείσα αυτών έννοια.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 (β) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της ως άνω διάταξης νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση η αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1225/2004), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 2/1989, ΑΠ 1072/2005).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, θα πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιος είναι ο συγκεκριμένος ισχυρισμός, ότι το απαράδεκτο προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ποια είναι η ουσιώδης επιρροή του στην έκβαση της δίκης καθώς και οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου επί του ισχυρισμού (ΑΠ 841/2014, 235/2019).
Με το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στη προσβαλλομένη την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αιτιώμενος ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του "... τον ισχυρισμό μου ότι με την από 3.7.2009 έγγραφη δήλωσή της η αντίδικος τράπεζα με διαβεβαίωνε με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο ότι η ευθύνη μου εξαντλείται αποκλειστικά και μόνον με τη μεταφορά των δύο διώροφων κατοικιών μου..
επί των οποίων αυτή είχε εγγράψει προσημείωση υποθήκης...". Με το παραπάνω περιεχόμενο, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, καθόσον ουδόλως παρατίθενται οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου συναφώς, αλλά και ως μη στοιχειοθετών την από τον αριθμό 8 αναιρετική πλημμέλεια, καθόσον δεν αναφέρεται σε "πράγματα" που μολονότι προτάθηκαν δεν λήφθηκαν υπόψη, δηλαδή σε κάποιο ουσιώδη αυτοτελή ισχυρισμό κατά την προεκτεθείσα έννοια, αλλά σε άρνηση της εγγυητικής ευθύνης του αναιρεσείοντος.
Σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθμός 11 περ. γ` ΚΠολΔικ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης, αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών, για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 του ΚΠολΔ.
Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αρκεί δε, μόνο, η γενική αναφορά των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη το δικαστήριο. Μόνο αν, από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο, ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος.
Δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της απόφασης , ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νομίμως οι διάδικοι.
Μη λήψη υπόψη πάντως, δεν συνάγεται από το γεγονός ότι μνημονεύονται όλα τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία του συγκεκριμένου είδους πλην εκείνου στο οποίο αναφέρεται η αναιρετική αιτίαση ( ΑΠ 324/2016, ΑΠ 1531/2011, ΑΠ 1037/2010). Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ` ΚΠολΔ, υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, το οποίο επικαλείται ο διάδικος, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως (ΟλΑΠ 2/2008, ΟλΑΠ 14/2005, ΑΠ 1223/2022, ΑΠ 92/2020, ΑΠ 1633/2009).
Εξάλλου, ο λόγος του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ δεν ιδρύεται, όταν η παράλειψη του δικαστηρίου αφορά στη μη αξιολόγηση συγκεκριμένων αποδεικτικών μέσων, που έλαβε υπόψη, σε συνδυασμό με τα άλλα ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά μέσα ή αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ΑΠ 1223/2022, ΑΠ 694/2009).
Στη προκειμένη περίπτωση, με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης, αλλά και τον ταυτοσήμου περιεχομένου τρίτο λόγο αυτής, ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο, ότι κατέληξε στη κρίση του για το ουσία αβάσιμο των λόγων ανακοπής του συναφώς προς το ύψος της εγγυητικής ευθύνης του, χωρίς να λάβει υπόψη του και να συνεκτιμήσει με τις λοιπές αποδείξεις , το προσκομισθέν από τον ίδιο μετ' επικλήσεως, με αριθμό 5070/13.11.2009 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Κυριακής Προκοπίου-Παπούλια, δυνάμει του οποίου αυτός απέκτησε κατά δικαίωμα πλήρους κυριότητας, διαμέρισμα 1ου ορόφου οικοδομής, το οποίο (έγγραφο) κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, είναι ουσιώδες, για το λόγο ότι από την αγορά αυτή "...
συνάγεται επαγωγικώς, από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, ότι ο οποιοσδήποτε στοιχειωδώς εχέφρων άνθρωπος, αν γνώριζε πως για ένα ποσό της τάξεως των 400.000 ευρώ έχει ευθύνη ως εγγυητής απεριορίστως, δηλαδή, και με την προσωπική του περιουσία, ουδέποτε μετά την ανάληψη της ευθύνης αυτής θα αγόραζε και νέο ακίνητο, το οποίο θα μεγέθυνε την ατομική του περιουσία ..." καθώς και την από 10.9.2015 δήλωση μέρους εργασιών που αποπερατώθηκαν στη οικοδομή της οδού Σ.
αρ. 4 στο Κ., μέχρι το τέλος του 2007, από την οποία προέκυπτε ότι για την πλήρη αποπεράτωσή της απέμεναν εργασίας αξίας 15.000 έως 20.000 ευρώ, ώστε να μην νοείται για το λόγο αυτό (αποπεράτωση) χορήγηση δανείου 400.000 ευρώ, για την εξόφληση του οποίου αυτός εγγυήθηκε. O λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από τη βεβαίωση του Εφετείου στη προσβαλλομένη απόφασή του, ότι στη περί πραγμάτων κρίση του κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη του, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα τα οποία επικαλέστηκαν νόμιμα και προσκόμισαν οι διάδικοι, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και τα παραπάνω έγγραφα.
Εξάλλου, με δεδομένο ότι το παράπονο του αναιρεσείοντος συνίσταται στο ότι από το περιεχόμενο του εγγράφου το Εφετείο κατέληξε σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από αυτό που ο ίδιος θεωρεί ορθό, οι προβαλλόμενες δηλαδή αιτιάσεις του, ανάγονται στη πραγματικότητα σε εσφαλμένη αποδεικτική αξιολόγηση των εν λόγω εγγράφων και αποτελούν ουσιαστικές εκ μέρους του προσεγγίσεις, τις οποίες εκτιμά διαφορετικά το περιεχόμενο του αποδεικτικού αυτού εγγράφου, απαραδέκτως αυτές προβάλλονται κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα (ΑΠ 620/2014).
Τέτοια έγγραφα δεν είναι τα περιέχοντα τις γνωμοδοτήσεις των εχόντων ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης ή τη γνώμη των πραγματογνωμόνων, των οποίων (εγγράφων) το περιεχόμενο εκτιμά ανελέγκτως και ελευθέρως το δικαστήριο (ΑΠ 792/1993). Ούτε περιλαμβάνει την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένα, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεώρησε ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
Πρέπει δε, την παραπάνω επιζήμια κρίση του για τον αναιρεσείοντα να σχημάτισε το δικαστήριο, αποκλειστικά, ή κατά κύριο λόγο, από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει, όταν το εν λόγω έγγραφο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην τελευταία αυτή περίπτωση δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 612/2020, ΑΠ 433/2020, ΑΠ 25/2011).
Στην προκείμενη περίπτωση, με το έτερο σκέλος του δευτέρου λόγου αναίρεσης, ο αναιρεσείων ψέγει την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος, ότι παρόλο που με την από 3.7.2009 προσκομισθείσα από αυτόν με επίκληση, επιστολή της πρώτης των αναιρεσιβλήτων τράπεζας, από την οποία "..προκύπτει ότι αυτή με διαβεβαίωνε με τον πιο επίσημο και κατηγορηματικό τρόπο ότι η ευθύνη μου εξαντλείται αποκλειστικά και μόνον με την μεταφορά των δύο διώροφων κατοικιών μου του 4ου και 5ου ορόφου, της εξ αδιαιρέτου συγκυριότητός μου επί της οδού Σ. (Ο.) στο Κ.
επί των οποίων αυτή είχε ήδη εγγράψει προσημείωση υποθήκης...", εν τούτοις, η προσβαλλομένη δέχθηκε ότι "...ουδέποτε αναγνώρισε η καθής η ανακοπή τράπεζα ότι η εγγύηση του ανακόπτοντος ισχύει μόνον επί των προσημειωμένων ακινήτων...". Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος διότι με αυτόν δεν αποδίδεται διαγνωστικό σφάλμα στην προσβαλλομένη, ως προς το αληθινό περιεχόμενο του παραπάνω εγγράφου, δηλαδή λάθος κατά την ανάγνωση, αλλά σφάλμα ως προς την εκτίμηση του περιεχομένου του, σε κάθε δε περίπτωση αβάσιμος, καθόσον το Εφετείο στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή "...Στις καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης που εξετάσθηκαν ενόρκως στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση και με τη με αριθμό 4115/2014 μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης και εκτιμώνται κάθε μία χωριστά, σε συνδυασμό μεταξύ τους και με τα άλλα αποδεικτικά στοιχεία, ανάλογα με το λόγο γνώσης και τον βαθμό αξιοπιστίας εκάστου μάρτυρα, και από τα έγγραφα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, τα οποία λαμβάνονται υπόψη όλα ανεξαιρέτως είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, για μερικά των οποίων γίνεται ειδική αναφορά κατωτέρω, χωρίς όμως να παραλειφθεί κάποιο για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς..." και όχι αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο προμνημονευθέν έγγραφο.
Περαιτέρω, και κατά το μέρος που με την αυτή ως άνω αιτίαση επιχειρείται να αποδοθεί στην προσβαλλομένη η πλημμέλεια από τους αριθμούς 8 και 1 β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο λόγος είναι απαράδεκτος, καθόσον η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αλλά και διότι ουδόλως εκτίθενται τα διδάγματα της κοινής πείρας που φέρεται να παραβίασε η προσβαλλομένη.
Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας του αναιρεσείοντος (άρθρο 495 παρ. 3 Β εδ. δ' του ΚΠολΔ), ο οποίος και πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του νόμιμου και βάσιμου αιτήματος της τελευταίας (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό, ενώ ως προς τη μη εμφανισθείσα πρώτη των αναιρεσιβλήτων δεν θα επιδικασθούν δικαστικά έξοδα, αφού δεν συμμετείχε στη δίκη ώστε να υποβληθεί σε αυτά, ούτε υπέβαλε σχετικό αίτημα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27.2.2020 αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμό 2713/2019 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που κατέθεσε ο αναιρεσείων.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της δεύτερης αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Δεκεμβρίου 2023.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ και ήδη Πρόεδρος του Αρείου Πάγου ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Ιανουαρίου 2024.