Supreme Court allows appeal against labor contract dismissal, ruling it was a teaching contract not employment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the State's appeal against a lower court decision that recognized a labor relationship with a private individual. The lower court had found the dismissal of a military school professor invalid because the parties claimed an employment relationship existed. The Court ruled that the contracts were for teaching services, not employment, and therefore the dismissal was valid. Consequently, the appeal was allowed, the lower decision was annulled, and the individual was ordered to pay court costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 176, 183, 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure; The Court held that contracts for teaching services at a military school do not constitute employment contracts, allowing the annulment of a decision recognizing a labor relationship and the dismissal of the underlying claim.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 15 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 15/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο - Εισηγητή, Κωνσταντίνα Νάκου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 12 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Ανδριανή Κατσαρού, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Σ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Βασιλείου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/12/2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και άλλων προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1929/2014 μη οριστική, 180/2017, η οποία διορθώθηκε με την 2197/2017 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και 4312/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το Ελληνικό Δημόσιο με την από 20/10/2020 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 20η Οκτωβρίου 2020 με αριθ. καταθ. 8201/977/23.10.2020 αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος κατά του αναιρεσίβλητου προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών με αριθμ. 4312/25.7.2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία, έγινε δεκτή τυπικά και απορρίφθηκε κατ'ουσία η από 15η Φεβρουαρίου 2018 με αριθ.
καταθ. 17497/1171/22.2.2018 έφεση του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά του εφεσίβλητου και ήδη αναιρεσίβλητου και κατά της με αριθμ. 180/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όπως διορθώθηκε με την με αριθμ. 2197/2017 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, που είχε δεχθεί ως κατ' ουσία βάσιμη την από 19η Δεκεμβρίου 2006 και με αριθ.
κατάθ. 225313/6508/28.12.2006 αγωγή του όγδοου ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου Σ. Σ., είχε αναγνωρίσει ότι αυτός συνδέεται με το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με ενιαία σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και ότι ήταν άκυρη η από 31.8.2006 καταγγελία της σύμβασης εργασίας του και είχε υποχρεώσει το εναγόμενο να εξακολουθεί να τον απασχολεί στη θέση του, την ειδικότητά του και τις αντιστοιχούσες στην υπηρεσιακή του ένταξη αποδοχές.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα την 23η Οκτωβρίου 2020 εντός της προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών που άρχισε από την επομένη της ημερομηνίας επίδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης στις 24 Σεπτεμβρίου 2020, όπως προκύπτει από την επισημείωση του δικαστικού επιμελητή Α. Μ. στο επιδοθέν στο Νομικό Συμβούλιο του Κράτους ακριβές αντίγραφο αυτής (άρθ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ).
Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 648 παρ. 1 του ΑΚ και 6 του Ν.765/1943, ο οποίος έχει κυρωθεί με την ΠΥΣ 324/1946 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ, συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υφίσταται, όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της συμφωνηθείσας εργασίας και στο μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του, και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη.
Εκείνο που διακρίνει την εξαρτημένη εργασία είναι η ιδιαίτερη ποιότητα της δέσμευσης και εξάρτησης, η οποία έχει για τον υποβαλλόμενο σ` αυτή εργαζόμενο συνέπειες, που καθιστούν απαραίτητη την ιδιαίτερη ρύθμιση της σχέσης του με τον εργοδότη και δικαιολογούν την ειδική προστασία του από το εργατικό δίκαιο αφορά δε κυρίως το εργατοϋπαλληλικό προσωπικό (ΟλΑΠ 3/2021, Ολ.
ΑΠ 28/2005). Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 εδ. α` και 3 του Ν. 2120/2020, συνάγεται ότι επί συνάψεων αλλεπάλληλων συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, εάν δεν δικαιολογείται η συνομολογηθείσα διάρκεια αυτών από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο αναγόμενο ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των αορίστου χρόνου συμβάσεων εργασίας, ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της σύμβασης και θεωρείται ότι έχει καταρτισθεί ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου.
Οι εν λόγω διατάξεις, όπως εξ αυτών προκύπτει, έχουν εφαρμογή μόνον επί συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ή άλλων συμβάσεων υποκρυπτουσών σχέση εξαρτημένης εργασίας, ως ειδικοί κανόνες του εργατικού δικαίου θεσπισθέντες εν όψει της ανάγκης μείζονος προστασίας, την οποία έχουν κατά τεκμήριο οι παρέχοντες εξαρτημένη εργασία (ΟλΑΠ 3/2021, Ολ.
ΑΠ 20/2007). Ο χαρακτηρισμός ορισμένης σχέσεως, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε και που δεν αφορά μόνο το χαρακτηρισμό της ως εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας ή έργου αλλά και το χαρακτηρισμό της ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου, δεν εξαρτάται από το χαρακτηρισμό που δίνουν σε αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος (ή ο έχων ισχύ νόμου κανονισμός), διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ` εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 3 και 87 παρ. 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στη συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ακριβή (ορθό) νομικό χαρακτηρισμό στη σύμβαση, κρίση η οποία στη συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 3/2021, Ολ.
ΑΠ 13/2017, Ολ. ΑΠ 7 και 8/2011, Ολ. ΑΠ 6/2001). Εξάλλου επί διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο και το ευρύτερο δημόσιο τομέα πριν από την έναρξη ισχύος της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ (που δημοσιεύθηκε στις 10.7.1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10.7.2001, με δικαίωμα παράτασης της προθεσμίας για την ενσωμάτωση αυτής στην εσωτερική έννομη τάξη των κρατών - μελών κατά ένα έτος, του οποίου η Ελλάδα έκανε χρήση), των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001, ισχύουν από 18-4-2001 (ΦΕΚ Α` 85/2001) και απαγορεύουν την ακόμη και από το νόμο μονιμοποίηση του προσλαμβανομένου ως άνω προσωπικού ή την μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου ακόμη και σε περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου και των άρθρων 5 και 11 του σε εφαρμογή της οδηγίας εκδοθέντος Π.Δ/τος 164/2004, που άρχισε να ισχύει από 19-7-2004 και διαγράφουν τις προϋποθέσεις μετατροπής των κατά την έναρξη της ισχύος του ενεργών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου, συνεχίζονται δε και είναι ενεργές κατά τον χρόνο έναρξης της ισχύος τους και μετά ταύτα και καλύπτουν κατά την φύση τους πάγιες και διαρκείς ανάγκες, οι ως άνω διατάξεις του Συντάγματος και του Π.Δ/τος δεν ευρίσκουν έδαφος εφαρμογής.
Τούτο δε διότι αυτές οι συμβάσεις εργασίας είχαν προσλάβει ήδη κατά τον χρόνο που εκτείνεται η έννομη σχέση και το αντικείμενο της, δηλαδή και πριν την έναρξη ισχύος των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, τον χαρακτήρα της σύμβασης αορίστου χρόνου κατ` ορθό νομικό χαρακτηρισμό, παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο της σύναψης τους ως τέτοιων (αορίστου χρόνου), τον οποίο διατηρούν και μετά ταύτα, δηλαδή και μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων, ως ενιαίες πλέον συμβάσεις αορίστου χρόνου (ΑΠολ 3/2021, ΑΠολ 7 και 8/2011).
Αντιθέτως, διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου συναπτόμενες για πρώτη φορά με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα υπό την ισχύ των διατάξεων του άρθρου 103 παρ.7 και 8 του Συντάγματος, δεν μπορούν, ούτε και με νόμο, να μετατραπούν σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, έστω και αν καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες του οικείου φορέα που προέβη στην πρόσληψη.
Ούτε καταλείπεται πλέον πεδίο εκτίμησης των συμβάσεων αυτών, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου στην περίπτωση που αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες διότι, έστω και αν τούτο συμβαίνει, ο εργοδότης βάσει των πιο πάνω διατάξεων δεν έχει την ευχέρεια να προβεί στη σύναψη σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, χωρίς την τήρηση της διαδικασίας και των προϋποθέσεων που θέτει ο νόμος (Ν.2190/1994) για την πρόσληψη τακτικού προσωπικού.
Δηλαδή, ένας τέτοιος χαρακτηρισμός είναι πλέον αλυσιτελής (ΑΠ 452/2020, ΑΠ 598/2019). Περαιτέρω, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28.6.1999, που έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την λήψη από τα κράτη-μέλη και που παρέχει στα κράτη-μέλη ευρεία ευχέρεια επιλογών, μεταξύ περισσοτέρων λύσεων, προκειμένου να αποτρέψουν την καταχρηστική χρησιμοποίηση των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, δεν επιβάλλει, σε περίπτωση σύναψης τέτοιων συμβάσεων, τον χαρακτηρισμό αυτών ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, καθόσον τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό (ΔΕΚ C - 212/2004, ΑΠ 829/2019, ΑΠ 1196/2017, ΑΠ 1005/2017).
Η Οδηγία αυτή ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με τα Π.Δ/τα 81/2003 και 164/2004, που ήδη εφαρμόζονται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα αντίστοιχα, η ισχύς των οποίων άρχισε από την δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης την 2.4.2003 και 19.7.2004 αντίστοιχα.
Με το άρθρο 5 του Π.Δ/τος 164/2004 ορίζεται ότι "1.- Απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις, που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζομένου, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, εφ' όσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών. 2.- Η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται κατ' εξαίρεση, εφ' όσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους.
Αντικειμενικός λόγος υφίσταται, όταν οι επόμενες της αρχικής συμβάσεως συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών, που σχετίζονται, ευθέως και αμέσως, με τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα της επιχείρησης. 3.- Η σύναψη διαδοχικών συμβάσεων γίνεται εγγράφως και οι λόγοι, που τη δικαιολογούν, αναφέρονται ρητώς στη σύμβαση, εφ' όσον δεν προκύπτουν ευθέως από αυτήν.
Κατ' εξαίρεση, ο έγγραφος τύπος δεν απαιτείται, όταν η ανανέωση της σύμβασης, λόγω του ευκαιριακού χαρακτήρα της απασχόλησης, δεν έχει διάρκεια μεγαλύτερη του ενός μηνός, εκτός αν ο έγγραφος τύπος προβλέπεται ρητά από άλλη διάταξη. Αντίγραφο της σύμβασης παραδίδεται στον εργαζόμενο εντός πέντε (5) εργασίμων ημερών από την έναρξη της απασχόλησής του. 4.- Σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 2 του επομένου άρθρου".
Ενόψει, όμως, του γεγονότος, ότι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή μίσθωσης έργου που συνάπτονταν με το Δημόσιο, κατά παράβαση του Ν. 2190/1994, του Π.Δ/τος 410/1988 και του άρθρου 6 του Ν. 2527/1997 δεν μπορούσαν σε κάθε περίπτωση, όπως προεκτέθηκε, να μετατραπούν σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, υπό το κράτος της ισχύος του άρθρου 103 του Συντάγματος μετά την αναθεώρηση του έτους 2001, οπότε προστέθηκαν οι περί τούτου παράγραφοι 7 και 8, έχοντας υποχρεωτικά, κατά τις ως άνω συνταγματικές και άλλες διατάξεις, καταρτισθεί ως συμβάσεις ορισμένου χρόνου (Ολ ΑΠ 7/2011, Ολ ΑΠ 19/2007) και του γεγονότος ότι το ως άνω Π.Δ/μα 164/2004 άρχισε να ισχύει από 19 Ιουλίου 2004, ήτοι μετά το πέρας της περιόδου προσαρμογής της εσωτερικής νομοθεσίας προς τις ρυθμίσεις της άνω Οδηγίας 1999/70 (10 Ιουλίου 2002), περιελήφθησαν σε αυτό, ως μεταβατικές διατάξεις, ρυθμίσεις, οι οποίες εξασφαλίζουν την επιβαλλομένη προσαρμογή στην παραπάνω Οδηγία και για τον ενδιάμεσο χρόνο και οι οποίες προβλέπουν την κατ' εξαίρεση και υπό τις εκεί αυστηρές προϋποθέσεις μετατροπή του ήδη απασχολουμένου με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου.
Έτσι με τη διάταξη του άρθρου 11 αυτού, η οποία ως εκ του μεταβατικού της χαρακτήρα τακτοποίησης εκκρεμών εργασιακών σχέσεων του Δημοσίου και φορέων του δημοσίου τομέα κρίθηκε συνταγματικά ανεκτή (Ολ ΑΠ 16/2017), ορίσθηκε στην παρ.1 ότι διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον 24 μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης 18 μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα 24 μηνών από την αρχική σύμβαση, (β) ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του εδ.
α' να έχει πράγματι διανυθεί στον ίδιο φορέα, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, όπως αναγράφεται στην αρχική σύμβαση, (γ) το αντικείμενο της σύμβασης να αφορά σε δραστηριότητες, οι οποίες σχετίζονται ευθέως και αμέσως με πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αντίστοιχου φορέα, όπως αυτές οριοθετούνται από το δημόσιο συμφέρον που υπηρετεί ο φορέας αυτός, (δ) ο, κατά τις προηγούμενες περιπτώσεις, συνολικός χρόνος υπηρεσίας πρέπει να έχει παρασχεθεί κατά πλήρες ή μειωμένο ωράριο εργασίας και σε καθήκοντα ίδια ή παρεμφερή με αυτά που αναγράφονται στην αρχική σύμβαση.
Με την παρ. 5 του ιδίου άρθρου συμπεριλήφθηκαν στη ρύθμιση της παρ.1 και οι συμβάσεις οι οποίες είχαν λήξει κατά το χρονικό διάστημα των τελευταίων τριών μηνών πριν την έναρξη ισχύος του διατάγματος, λογιζόμενες ως ενεργές (ΑΠ 538/2020, ΑΠ 788/2017, ΑΠ 280/2015). Εξ άλλου, με το άρθρο 4 παρ.2 του Ν. 1533/1950 (ΦΕΚ Α 243) η Σχολή Τεχνικών Υπαξιωματικών Αεροπορίας (ΣΤΥΑ) η οποία είχε ιδρυθεί με τον Α.Ν. 969/1946 (ΦΕΚ Α 57) κατατάχθηκε στην κατηγορία των Μέσων Τεχνικών Σχολών.
Ακολούθως με την παρ. 5 του άρθρου 11 του Ν. 1911/1990 (ΦΕΚ Α'166), που προστέθηκε με την παρ. 5 του άρθρου 19 του Ν. 2913/2001 (ΦΕΚ Α'102), ορίζεται ότι οι Σχολές Μονίμων Υπαξιωματικών, στις οποίες ανήκει και η Σχολή Τεχνικών Υπαξιωματικών Αεροπορίας (ΣΤΥΑ) ανήκουν στην ανώτερη βαθμίδα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Η οργάνωση και λειτουργία αυτής (ΣΤΥΑ) διέπεται από τον Κανονισμό Οργανώσεως και Λειτουργίας της που εγκρίθηκε με την με αριθμ.
Φ.070/ΑΔ.255440/3.1.1990 απόφαση του Υπουργού Εθνικής Άμυνας, (ΦΕΚ 36/Β/25.1.1990). Με το άρθρο 60 του ως άνω Κανονισμού ορίζεται ότι 1) το διδακτικό προσωπικό της Σχολής αποτελείται α) από καθηγητές με σύμβαση, απόφοιτους ανώτερης εκπαίδευσης και άνω, β) από απόφοιτους αξιωματικούς προέλευσης παραγωγικών σχολών Ενόπλων Δυνάμεων, γ) από στρατιωτικούς εκπαιδευτές, 2) από το διδακτικό προσωπικό ΣΤΥΑ που επιλέγεται και διορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν.
Στις επιτροπές επιλογής διδακτικού προσωπικού συμμετέχει ο Διοικητής της Σχολής και ο Διευθυντής Ακαδημαϊκής Εκπαίδευσης. Με τα άρθρο 61 του ιδίου Κανονισμού ορίζονται τα καθήκοντα των καθηγητών-στρατιωτικών εκπαιδευτών ως εξής : "1. Διδάσκουν τα μαθήματα που τους έχουν ανατεθεί, σύμφωνα με τα αναλυτικά προγράμματα εκπαίδευσης. 2) Προσέρχονται τις προγραμματισμένες ώρες για μάθημα, σε περίπτωση δε κωλύματος μεριμνούν για την έγκαιρη ενημέρωση του Τμήματος Διδακτικού Προσωπικού. 3) Εφαρμόζουν πλήρες σχέδιο μαθήματος. 4) Διδάσκουν σύμφωνα με τους σύγχρονους κανόνες και μεριμνούν για την έγκαιρη προετοιμασία των εργαστηριακών ασκήσεων και εποπτικών μέσων εφόσον απαιτούνται. 5) Αναφέρουν κάθε δυσχέρεια που αναφύεται κατά τη διεξαγωγή του μαθήματος και εισηγούνται τροποποιήσεις ή συμπληρώσεις στα αναλυτικά προγράμματα και εκπαιδευτικά βοηθήματα. 6) Καταβάλουν κάθε προσπάθεια για την προαγωγή της Εκπαίδευσης που παρέχεται και εισηγούνται στη Διοίκηση της Σχολής τη λήψη μέτρων που απαιτούνται γι' αυτό. 7) Αναγράφουν πριν την αναχώρησή τους από την αίθουσα διδασκαλίας, στο αντίστοιχο βιβλίο ύλης που δίδαξαν και υπογράφουν σ' αυτό. 8) Βαθμολογούν τους Δοκίμους με αντικειμενικότητα ανάλογα με την επίδοσή τους, σύμφωνα με τον παρόντα Κανονισμό και ενημερώνουν τον αντίστοιχο Επόπτη Εκπαίδευσης ειδικότητας για τυχόν υστερούντες δοκίμους, 9) Αναφέρουν εγγράφως στη Σχολή για κάθε απουσία τους.
Σε περίπτωση που διαπιστωθεί ασυνέπεια διδακτικού προσωπικού, η Σχολή προτείνει την απομάκρυνσή του. 10) Παίρνουν άδειες μόνο κατά τη διάρκεια των προβλεπομένων διακοπών της Σχολής, εκτός αν υπάρχει σοβαρή ανάγκη οπότε αποφασίζει ο Διοικητής της Σχολής. 11) Επιπλέον υποχρεώσεις των καθηγητών περιλαμβάνονται στη σύμβασή που υπογράφουν με την πρόσληψή τους στη Σχολή".
Συνακόλουθα με βάση τα προεκτεθέντα οι Σχολές Μονίμων Υπαξιωματικών των Ενόπλων Δυνάμεων ανήκουν στην ανώτερη βαθμίδα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, και συνεπώς οι ιδιώτες καθηγητές των σχολών αυτών ασκούν διδακτικό έργο στο πλαίσιο σχολής ανώτερης βαθμίδας της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και συμβάλλουν στην πραγματοποίηση της εκπαιδευτικής και στρατιωτικής αγωγής και τεχνικής κατάρτισης των σπουδαστών των ως άνω παραγωγικών στρατιωτικών σχολών υπαξιωματικών, κατά τρόπο ώστε να μην μπορεί να θεωρηθεί ότι η σχέση τους με τις σχολές αυτές είναι εκείνες της εξαρτημένης εργασίας (ΣτΕ 410/2015 και ΣτΕ1867/2017, ΣτΕ 3360/2015, κατά τις οποίες οι διατάξεις του άρθρου 11 του ΠΔ/τος 164/2004 δεν καταλαμβάνουν τους ωρομίσθιους καθηγητές της Σχολής Υπαξιωματικών Διοικητικών (Σ.Υ.Δ.) της Πολεμικής Αεροπορίας και της Σχολής Μονίμων Υπαξιωματικών Ναυτικού (Σ.Μ.Υ.Ν.) αντίστοιχα, πρβλ.
και ΣτΕ 1866/2017, ΣτΕ 3269/2011 ως προς τους ωρομίσθιους καθηγητές της Σχολής Ναυτικών Δοκίμων και της Σχολής Ικάρων, αντίστοιχα, που κατατάσσονται στα Ανώτατα Εκπαιδευτικά ιδρύματα σύμφωνα με το άρθρο 1 του Ν. 3187/2003). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ ΑΠ 1/2016, Ολ ΑΠ 2/2013).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 1281/2020, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση με την ένδικη από 19.12.2006 με αριθμ. κατάθεσης 225313/6508/2006 αγωγή του ο όγδοος ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, εξέθετε ότι προσλήφθηκε από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στις 1.10.1998 με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου προκειμένου να στελεχώσει ως διδακτικό προσωπικό την Σχολή Τεχνικών Υπαξιωματικών Αεροπορίας (ΣΤΥΑ), που είναι ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, ισότιμο με τα Πανεπιστήμια, που υπάγεται στο Γενικό Επιτελείο Αεροπορίας για να διδάξει ως καθηγητής στους δόκιμους υπαξιωματικούς στο μάθημα των ηλεκτρονικών.
Ότι αυτός εργάσθηκε στο εναγόμενο με την ως άνω ιδιότητα με αλλεπάλληλες διαδοχικές συμβάσεις χαρακτηριζόμενες ως συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου και συγκεκριμένα για τα χρονικά διαστήματα α) από 1.10.1998 έως 31.8.1999, β) από 1-10-1999 έως 31-8- 2000, γ) από 1-10-2000 έως 31-8-2001, δ) από 1-10-2001 έως 31-8-2002, ε) από 1-10-2002 έως 31-8-2003, στ) από 1-10-2003 έως 31-8-2004, ζ) από 1-10-2004 έως 31-8-2005 και η) από 1-10-2005 έως 31-8-2006.
Ότι η ως άνω απασχόλησή του είχε εξ' υπαρχής τα χαρακτηριστικά της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου καθότι κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου. Ζητούσε, δε, για τους σ' αυτή εκτιθέμενους λόγους να αναγνωρισθεί ότι συνδέεται με το εναγόμενο με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και ότι είναι άκυρη η από 31.8.2006 απόλυσή του από το εναγόμενο, ημερομηνία που έπαυσε να αποδέχεται τις υπηρεσίες του και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να συνεχίσει να τον απασχολεί με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στη θέση στην ειδικότητα και με τις αποδοχές που αντιστοιχούν στην υπηρεσιακή του ένταξη και εξέλιξη.
Επί της αγωγής αυτής, ως προς τον όγδοο ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο, εκδόθηκε αρχικά η υπ' αριθ. 1929/2014 μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που διέταξε την επανάληψη της συζήτησης της υπόθεσης για τους σ' αυτή εκτιθέμενους λόγους. Κατόπιν της από 10.1.2015 κλήσης του καλούντος-όγδοου ενάγοντος εκδόθηκε η με αριθμ. 180/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όπως διορθώθηκε με την με αριθμ. 2197/2017 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, με την οποία, όπως προεκτέθηκε, η ως άνω αγωγή έγινε δεκτή ως προς τον όγδοο ενάγοντα ως κατ' ουσία βάσιμη.
Κατά της ως άνω απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο άσκησε την από 15.2.2018 με αριθ. καταθ.17497/1171/22.2.2018 έφεσή του, η οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσία με την αναιρεσιβαλλομένη με αριθμ. 4312/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Το ως άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...Ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος) προσελήφθη στις 1.10.1998 με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου (με λήξη 31.8.1999) και έναντι ωριαίας αντιμισθίας, για να διδάξει στη Σχολή Τεχνικών Υπαξιωματικών Αεροπορίας (ΣΤΥΑ), ως καθηγητής στο μάθημα των Ηλεκτρονικών για το ακαδημαϊκό έτος 1998-1999.
Στη συνέχεια, με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου που υπέγραφε κατ' έτος, και συγκριμένα από 1.10.1999 έως 31.8.2000, από 1.10.2000 έως 31.8.2001, από 1.10.2001 έως 31.8.2002, από 1.10.2002 έως 31.8.2003, από 1.10.2003 έως 31.8.2004, από 1.10.2004 έως 31.8.2005 και από 1.10.2005 έως 31.8.2006, δίδαξε στη ΣΤΥΑ και για τα ακαδημαϊκά έτη 1999-2000, 2000-2001, 2001-2002, 2002-2003, 2003-2004, 2004-2005 και 2005-2006, ως ακολούθως:
Κατά το ακαδημαϊκό έτος 1998-1999, απασχολήθηκε καθόλη τη διάρκεια του έτους 678 διδακτικές ώρες, για το ακαδημαϊκό έτος 1999-2000, απασχολήθηκε καθόλη τη διάρκεια του έτους 573 διδακτικές ώρες, για το ακαδημαϊκό έτος 2000-2001, απασχολήθηκε καθόλη τη διάρκεια του έτους 569 διδακτικές ώρες, για το ακαδημαϊκό έτος 2001-2002, απασχολήθηκε καθόλη τη διάρκεια του έτους 722 διδακτικές ώρες, για το ακαδημαϊκό έτος 2002-2003, απασχολήθηκε καθόλη τη διάρκεια του έτους 600 διδακτικές ώρες, για το ακαδημαϊκό έτος 2003-2004, απασχολήθηκε καθόλη τη διάρκεια του έτους 467 διδακτικές ώρες, για το ακαδημαϊκό έτος 2004-2005, απασχολήθηκε καθόλη τη διάρκεια του έτους 520 διδακτικές ώρες, για το ακαδημαϊκό έτος 2005-2006, απασχολήθηκε καθόλη τη διάρκεια του έτους 430 διδακτικές ώρες.
Όπως προκύπτει από το από 22.12.2015 έγγραφο της ΣΤΥΑ και τους πίνακες κατανομής ωρών-μαθημάτων της Σχολής, ναι μεν οι ώρες διδασκαλίας και η διδακτέα ύλη των μαθημάτων στη ΣΤΥΑ μπορούν κατ' έτος να αναπροσαρμόζονται με απόφαση της Σχολής, πλην όμως το μάθημα των ηλεκτρονικών είναι σταθερά ενταγμένο στο διδακτικό πρόγραμμα της Σχολής, με διαφοροποιήσεις μόνο των ωρών διδασκαλίας κατά καιρούς.
Οι παραπάνω δε ανάγκες της Σχολής δεν είναι ούτε απρόβλεπτες, ούτε προσωρινές, αλλά μόνιμες και διαρκείς, η δε εργασία που προσέφερε ο ενάγων σκόπευε στην ικανοποίηση συνεχών αναγκών του εναγομένου (ήδη αναιρεσείοντος). Εξάλλου, δεν μπορεί να γίνει λόγος για κάλυψη παροδικών και έκτακτων αναγκών του εναγομένου, δεδομένου ότι οι συμβάσεις του ενάγοντος ανανεώνονται σταθερά με τέτοια συχνότητα και διάρκεια, από την οποία προκύπτει ότι πρόκειται για ανάγκες που συνδέονται με την ομαλή και κανονική λειτουργία της ΣΤΥΑ.
Μάλιστα, η από μέρους του εναγόμενου κάλυψη των προαναφερόμενων αναγκών βεβαιώνεται και από το Υπηρεσιακό Συμβούλιο Υπαλλήλων του Γενικού Επιτελείου Αεροπορίας (βλ. το 45/2004 πρακτικό-απόφαση του εν λόγω συμβουλίου). Επίσης η ορισμένη διάρκεια των συμβάσεων δεν δικαιολογείται από τη φύση, ή το είδος, ή το σκοπό της εργασίας που παρείχε ο ενάγων, ούτε από τις συνθήκες λειτουργίας της ΣΤΥΑ, αλλά ούτε και από κάποιο άλλο αντικειμενικό λόγο, όπως είναι η προσωρινή αναπλήρωση εργαζομένου, η εκτέλεση σωρευμένης ή παροδικού χαρακτήρα εργασίας ή κάποιο συμφέρον του εναγομένου.
Αντιθέτως, προκύπτει ότι η ορισμένη χρονική διάρκεια των αλλεπάλληλων συμβάσεων έγινε με πρόθεση καταστρατήγησης των διατάξεων του ν. 2112/1920, με συνέπεια να καθίσταται άκυρος ο όρος αυτών, ως προς το χρονικό περιορισμό της διάρκειάς των και το σύνολο των διαδοχικών συμβάσεων του ενάγοντος με το εναγόμενο να συνιστά μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, με έναρξη την ημερομηνία της αρχικής πρόσληψής του.
Έτσι, η επιλογή από το εναγόμενο της κατάρτισης διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου έγινε προσχηματικά, προς καταστρατήγηση των περί καταγγελίας διατάξεων του άρθρου 8 παρ. 1 του ν. 2112/1920, ώστε παρίσταται καταχρηστική, υπερβαίνουσα τα όρια του άρθρου 281 ΑΚ και ως εκ τούτου άκυρη. Προς άρση δε της καταχρηστικότητας πρέπει, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 8 παρ. 3 ν. 2112/1920, να γίνει δεκτό ότι από την αρχή της πρόσληψής του, δηλαδή από 1-10-1998, ο ενάγων συνδεόταν με το εναγόμενο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.
Η κρίση αυτή δεν προσκρούει στις διατάξεις των άρθρων 103 παρ. 7, 8 του Συντάγματος και 5, 6 του π.δ/τος 164/2004, δεδομένου ότι η αρχική σύμβαση του ενάγοντος και οι επόμενες δύο προαναφερθείσες συμβάσεις καταρτίσθηκαν διαδοχικώς και εκτελέσθηκαν, χωρίς διακοπή μεταξύ τους, πριν την έναρξη ισχύος των εν λόγω διατάξεων, ώστε η μετατροπή των συμβάσεων αυτών, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό τους, από συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου σε ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου δεν απαγορεύεται από τις διατάξεις αυτές, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, διότι οι εν λόγω συμβάσεις μεταξύ των διαδίκων είχαν προσλάβει ήδη πριν την έναρξη ισχύος των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, το χαρακτήρα της σύμβασης αορίστου χρόνου, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, παρά την απαγόρευση από το νόμο της σύναψής τους ως τέτοιων (αορίστου χρόνου), τον οποίο διατηρούν και μετά ταύτα, δηλαδή και μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων, ως ενιαία πλέον σύμβαση αορίστου χρόνου.
Εξάλλου, αναφορικά με την 4η , 5η και 6η διαδοχικές συμβάσεις εργασίας του ενάγοντος, με λήξη της τελευταίας στις 31.8.2004, πληρούνται οι προϋποθέσεις της μεταβατικής διάταξη του άρθρου 11 του π.δ/τος 164/2004, δεδομένου ότι η τελευταία διαδοχική σύμβαση ήταν ενεργής στις 19.7.2004, η συνολική χρονική διάρκειά τους υπερβαίνει του 24 μήνες, ενώ μεταξύ των συμβάσεων μεσολάβησε χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών (3) μηνών και, όπως προαναφέρθηκε, καλύπτονταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου.
Επομένως, η άρνηση του εναγομένου να αποδέχεται τις υπηρεσίες του ενάγοντος μετά τη "λήξη" της ως άνω τελευταίας χρονικά σύμβασής του, την 31.8.2006, συνιστά καταγγελία της σύμβασής του, η οποία, όμως, είναι άκυρη, αφού δεν έγινε εγγράφως και με καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης. Συνακόλουθα, η αγωγή έπρεπε να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και α) να αναγνωρισθεί ότι οι συμβάσεις που συνδέουν τον ενάγοντα με το εναγόμενο αποτελούν μια ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου β) να αναγνωρισθεί ότι η από 31.8.2006 καταγγελία αυτής είναι άκυρη και β) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να εξακολουθεί να απασχολεί τον ενάγοντα στη θέση, την ειδικότητα και τις αντιστοιχούσες στην υπηρεσιακή του ένταξη αποδοχές, με την απειλή χρηματικής ποινής 70 ευρώ για κάθε ημέρα άρνησης.
Η εκκαλουμένη απόφαση, η οποία έκρινε την ως άνω αγωγή νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 8 παρ.3 Ν. 2112/1920, 5, 11 του ΠΔ 164/2004, στη συνέχεια δε και ουσιαστικά βάσιμη, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω διατάξεις και εκτίμησε τις αποδείξεις που προσκομίσθηκαν και οι λόγοι της εφέσεως, οι οποίοι πλήττουν την εκκαλούμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι...".
Με βάση τις ως άνω παραδοχές το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε ότι η αγωγή του όγδοου ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου ήταν νόμιμη στηριζόμενη στις διατάξεις του άρθρου 8 παρ.3 Ν. 2112/1920 και των άρθρων 5 και 11 του Π.Δ/τος 164/2004 και βάσιμη κατ'ουσία και επικύρωσε, με απόρριψη των λόγων της έφεσης του εναγόμενου και ήδη αναιρεσείοντος, την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει ομοίως.
Στην προκειμένη περίπτωση το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με τον εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ μοναδικό λόγο αναίρεσης προσάπτει στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι με την κρίση της ότι οι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας που συνέδεαν αυτό (Ελληνικό Δημόσιο) με τον αναιρεσίβλητο αποτελούσαν μια ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ.3 Ν. 2112/1920 και των άρθρων 5 και 11 του Π.Δ/τος 164/2004 που δεν ήταν εφαρμοστές στην ένδικη υπόθεση για το λόγο ότι ο αναιρεσίβλητος, ως ωρομίσθιος καθηγητής της Σχολής Τεχνικών Υπαξιωματικών Αεροπορίας (Σ.Τ.Υ.Α.), ισότιμης με τις σχολές των ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, δεν τελούσε, υπό την ως άνω ιδιότητά του σε σχέση εξαρτημένης εργασίας, καθότι παρείχε διδακτικό και ερευνητικό έργο.
Ο ως άνω μοναδικός λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος. Και τούτο διότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με τις παραδοχές ότι οι διαδοχικές συμβάσεις που υπέγραφε κατ' έτος ο αναιρεσίβλητος, και συγκριμένα α) από 1.10.1999 έως 31.8.2000, β) από 1.10.2000 έως 31.8.2001, γ)από 1.10.2001 έως 31.8.2002, δ) από 1.10.2002 έως 31.8.2003, ε) από 1.10.2003 έως 31.8.2004, στ) από 1.10.2004 έως 31.8.2005 και ζ)από 1.10.2005 έως 31.8.2006, προκειμένου να διδάσκει ως καθηγητής με ωριαία αποζημίωση στη Σχολή Τεχνικών Υπαξιωματικών Αεροπορίας (ΣΤΥΑ) στο μάθημα της ειδικότητάς του για τα ακαδημαϊκά έτη 1999-2000, 2000-2001, 2001-2002, 2002-2003, 2003-2004, 2004-2005 και 2005-2006, ήταν συμβάσεις εξηρτημένης εργασίας που κάλυπταν μόνιμες και διαρκείς ανάγκες της ως άνω σχολής, ότι η επιλογή του εναγομένου Δημοσίου για κατάρτιση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου έγινε προς καταστρατήγηση των διατάξεων του άρθρου 8 παρ.1 του Ν. 2112/1920, ότι ο αναιρεσίβλητος από την αρχή της πρόσληψής του από 1.10.1998 και πριν από την έναρξη ισχύος των διατάξεων του άρθρου 103 παρ.7 και 8 του Συντάγματος και 5 και 6 του Π.Δ/τος 164/2004 συνδεόταν με το εναγόμενο με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και ότι σε κάθε περίπτωση με την τέταρτη, πέμπτη και έκτη των ως άνω διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, με λήξη της τελευταίας στις 31.8.2004, πληρούνταν οι προϋποθέσεις του άρθρου 11 του Π/Δτος 164/2004 και ότι για τους ως άνω λόγους οι συμβάσεις που συνέδεαν τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο με το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον αποτελούν μια ενιαία σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 8 παρ.3 του Ν. 2112/1920 και των άρθρων 5 και 11 του Π.Δ/τος 164/2004 τις οποίες εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε, ενώ δεν ήταν εφαρμοστέες.
Και τούτο διότι, υπό τα αναφερόμενα στην από 19.12.2006 αγωγή του όγδοου ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου δεδομένα, η σχέση που συνέδεε αυτόν με το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο δεν είναι αυτή της εξαρτημένης εργασίας ούτε υποκρυπτόταν τέτοια σχέση στις συμβάσεις που συνήπτε αυτός με τη Σχολή Τεχνικών Υπαξιωματικών Αεροπορίας (ΣΤΥΑ), για να διδάσκει ως καθηγητής με ωριαία αποζημίωση στο μάθημα της ειδικότητάς του, για κάθε ακαδημαϊκό έτος στα αναγραφόμενα στην αγωγή χρονικά διαστήματα, καθότι οι προαναφερθείσες διατάξεις (άρθρα 8 παρ.3 του Ν. 2112/1920 και 5, 11 του Π.Δ/τος 164/2004) εφαρμόζονται στο διοικητικό και εργατοτεχνικό προσωπικό που τελεί σε σχέση εξηρτημένης εργασίας και δεν έχουν πεδίο εφαρμογής σε όσους δεν παρέχουν έργο με εξαρτημένη εργασία, αλλά προσφέρουν διδακτικό και ερευνητικό έργο σε ανώτατα και ανώτερα εκπαιδευτικά ιδρύματα και στις ισότιμες με αυτά ανώτατες και ανώτερες στρατιωτικές σχολές που ανήκουν στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι με σύμβαση προσλαμβανόμενοι καθηγητές που προσλαμβάνονται με διαδικασία επιλογής κατόπιν προκήρυξης για πλήρωση θέσεων καθηγητών των ως άνω στρατιωτικών σχολών για κάθε ακαδημαϊκό έτος ως ωρομίσθιο διδακτικό προσωπικό, συμβάσεις που λύνονται αυτοδικαίως με τη λήξη του εκπαιδευτικού έτους, όπως ο όγδοος ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος στην ένδικη υπόθεση που παρείχε τις υπηρεσίες του στη Σχολή Τεχνικών Υπαξιωματικών Αεροπορίας ως ωρομίσθιος καθηγητής με συμβάσεις που συνάπτονταν κάθε ακαδημαϊκό (διδακτικό) έτος, και συνακόλουθα, κάλυπταν τις εκπαιδευτικές ανάγκες της σχολής αυτής για κάθε εκπαιδευτική περίοδο, που σημαίνει αφενός μεν ότι η σχέση του δεν είναι αυτή της εξηρτημένης εργασίας, αφετέρου δε ότι η πρόσληψή του ανά εκπαιδευτικό έτος, με την ως άνω διαδικασία, δικαιολογείτο από το είδος του προσφερόμενου έργου και από τις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της ως άνω Στρατιωτικής σχολής.
Επομένως το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την παραδοχή ότι η αγωγή του αναιρεσίβλητου ήταν νόμιμη στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 8 παρ.3 του Ν. 2112/1920 και 5 και 11 του Π.Δ/τος 164/2004 εσφαλμένα εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 1 εδ. α του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, καθότι η αγωγή του αναιρεσείοντος, με το προεκτεθέν περιεχόμενο, ήταν μη νόμιμη .Τέλος με τη διάταξη του άρθρου 267 της Συνθήκης Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) ορίζεται ότι το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποφαίνεται με προδικαστικές αποφάσεις ... (β) επί του κύρους και της ερμηνείας των πράξεων των θεσμικών ή λοιπών οργάνων ή οργανισμών της Ένωσης, επομένως και των Οδηγιών, και περαιτέρω ότι Δικαστήριο κράτους - μέλους, ενώπιον του οποίου ανακύπτει τέτοιο ζήτημα σε εκκρεμή υπόθεση και του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα του εσωτερικού δικαίου οφείλει να παραπέμψει το ζήτημα στο Δικαστήριο.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσίβλητος, με το από 15.10.2021 υπόμνημά του ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, υποβάλει αίτημα υποβολής προδικαστικού ερωτήματος προς το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), για το αν "1 Έχει η ρήτρα 5 της συμφωνίας πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου, που συνήφθη στις 18 Μαρτίου 1999 και περιλαμβάνεται στο Παράρτημα της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28ης Ιουνίου 1999, σχετικά με τη συμφωνία πλαίσιο που συνήφθη από την CES, UNICE και CEEP, την έννοια ότι μπορεί ένα κράτος μέλος να εξαιρεί από το πεδίο εφαρμογής της εθνικής νομοθεσίας που μετέφερε την Οδηγία στο εσωτερικό δίκαιο του κράτους αυτού διδακτικό προσωπικό δημοσίων σχολών το οποίο προσλαμβάνεται και ασκεί διδακτικά καθήκοντα δυνάμει συμβάσεων εργασίας; 2 Αποτελούν οι ανωτέρω περιγραφόμενοι όροι λειτουργίας της ΣΤΥΑ και απασχόλησης του διδακτικού προσωπικού της αντικειμενικούς λόγους κατά την έννοια της ρήτρας 5 σημείο Ι της συμφωνίας-πλαισίου, που θα μπορούσαν να δικαιολογούν την χωρίς κανένα χρονικό όριο ή άλλο περιορισμό ανανέωση συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου;".
Το ως άνω αίτημα είναι απορριπτέο, διότι η επικαλούμενη Οδηγία προϋποθέτει, για την εφαρμογή της, να διαπιστωθεί από το εθνικό δικαστήριο ότι η πρόσληψη του εργαζομένου έγινε προσχηματικά με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου για την κάλυψη έκτακτων και απρόβλεπτων αναγκών, στην πραγματικότητα όμως για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών στα πλαίσια σχέσης εξηρτημένης εργασίας, διαπίστωση που δεν συντρέχει εν προκειμένω, καθότι οι προαναφερθείσες συμβάσεις πρόσληψης του αναιρεσίβλητου ως ωρομισθίου καθηγητή της Σχολής Τεχνικών Υπαξιωματικών Αεροπορίας για κάθε ακαδημαϊκό έτος δεν είναι συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αλλά συμβάσεις παροχής διδακτικού έργου στην ως άνω στρατιωτική σχολή (πρβλ σχετ.
ΟλΑΠ 3/2021). Συνακόλουθα, πρέπει κατά παραδοχή του μοναδικού λόγου αναίρεσης του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου να αναιρεθεί στο σύνολό της η προσβαλλόμενη απόφαση Περαιτέρω, δε, και ενόψει του ότι η υπόθεση δεν χρήζει περαιτέρω διευκρίνησης πρέπει κατ' εφαρμογή του άρθρου 580 παρ. 3 εδ. α του ΚΠολΔ να κρατηθεί αυτή και δικασθεί από το παρόν αναιρετικό τμήμα και στη συνέχεια να γίνει δεκτή ως κατ' ουσία βάσιμη η από 15.2.2018 έφεση του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, να εξαφανισθεί στο σύνολό της η προσβαλλόμενη με αριθ. 180/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όπως διορθώθηκε με την με αριθμ.2197/2017 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, που δέχθηκε την αγωγή του ογδόου ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου ως νόμιμη και κατ' ουσία βάσιμη, κατά παραδοχή των λόγων της έφεσης του εναγόμενου-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος, που αναφέρονται στο νόμω αβάσιμο της αγωγής και να απορριφθεί η από 19.12.2006 αγωγή του όγδοου ενάγοντος-αναιρεσίβλητου, με την οποία ζητούσε να αναγνωρισθεί ότι συνδέεται με το εναγόμενο με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ως μη νόμιμη στο σύνολό της.
Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στα εν γένει δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ) των δύο βαθμών δικαιοδοσίας και της παρούσας αναιρετικής δίκης μειωμένα σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 22 παρ. 1 και 3 του Ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, σε συνδυασμό και με τα άρθρα 5 παρ. 12 του ν. 1738/1987 και 2 της ΚΥΑ 134423/1992 των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την με αριθμ. 4312/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Κρατεί την υπόθεση και δικάζει κατ' ουσίαν την από 15.2.2018 με αριθμ. καταθ. 17497/1171/2018 έφεση του εκκαλούντος-αναιρεσείοντος.
Δέχεται αυτήν κατ' ουσία.
Εξαφανίζει την με αριθμ. 180/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όπως διορθώθηκε με την με αριθμ.2197/2017 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου. Κρατεί την υπόθεση και δικάζει την από 19.12.2006 με αριθ. κατ.225313/6508/2006 αγωγή ως προς τον όγδοο ενάγοντα.
Απορρίπτει την αγωγή ως προς τον όγδοο ενάγοντα.
Καταδικάζει τον όγδοο ενάγοντα - εφεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του εναγομένου - εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, που ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ, και καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Δεκεμβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Ιανουαρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ