Legislator Case Law & Legislation
15/2020 AI generated

15/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 15/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Λουκά Μόρφη, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου και Θεόδωρο Μαντούβαλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

15/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ανεξαρτήτως όμως τούτου, που αποτελεί το πρωθύστερο, ο λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση του φακέλου της δικογραφίας (ΚΠολΔ 561 § 2), η επικαλούμενη επανέναρξη εν επιδικία της 2ετούς παραγραφής με την άσκηση της έφεσης στις 8-1-2015 δεν συμπληρώθηκε αφού στις 28-12-2016 δηλ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 15 / 2020 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 15/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Λουκά Μόρφη, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου και Θεόδωρο Μαντούβαλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΓΕΩΤΕΧΝΙΚΟ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" ή "ΓΕΩΤΕΧΝΙΚΟ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ" και το διακριτικό τίτλο "ΓΕΩΤ.Ε.Ε." που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φώτιο Παπαχρήστου, ο οποίος ανακάλεσε την από 18/9/2019 δήλωσή του κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., παραστάθηκε αυτοπροσώπως και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Ε. συζ. Ν. Π., το γένος ..., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αγγελική Πατεριανάκη, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/8/2011 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 245/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 255/2017 του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 22/03/2018 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 22-3-2018 και με αριθ. κατάθεσης 15/28-3-2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθ. 255/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Με την προσβαλλομένη απόφασή του το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού, κατά παραδοχή ως βάσιμης κατ' ουσία της από 8-1-2015 και με αριθ. κατάθ. 9/2015 έφεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, εξαφάνισε την εκκαλουμένη υπ' αριθ. 245/2015 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου που είχε δεχθεί εν μέρει την από 4-8-2011 και υπ' αριθ. κατάθ. 5400/ΕΓ/141/2011 αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης κατ' αυτού, στη συνέχεια, δικάζοντας την ως άνω αγωγή, δέχθηκε κατά ένα μέρος αυτήν, κατά μεν την καταβολή μισθών κατά την επικουρική της βάση ως αποζημίωση εξ αδικαιολογήτου πλουτισμού και ευθέως εκ του νόμου ως προς τα επιδόματα εορτών και άδειας, ως βάσιμη κατ' ουσία και επιδίκασε στην ενάγουσα αναγνωριστικά, τα αναφερόμενα σε αυτήν χρηματικά ποσά (συνολ. 8.008,95 €), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 § 3, 566 § 1, 144). Είναι συνεπώς παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 § 1) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (ΚΠολΔ 577 § 3).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Για το ορισμένο του ανωτέρω λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 48 § 3 ΝΔ 496/1974 "Περί Λογιστικού των ΝΠΔΔ" (που εφαρμόζεται στην υπό κρίση περίπτωση, ενόψει της ιδιότητας του αναιρεσείοντος εργοδότου ως ΝΠΔΔ, κατά τον κρίσιμο χρόνο της γένεσης και της επικαλούμενης συμπλήρωσης της παραγραφής των απαιτήσεων της αναιρεσίβλητης), ο χρόνος παραγραφής των κατά του ΝΠΔΔ αξιώσεων των υπαλλήλων τούτου των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου μετ' αυτού συνδεομένων, εκ καθυστερουμένων αποδοχών ή άλλων πάσης φύσεως απολαβών ή αποζημιώσεων εξ αδικαιολογήτου πλουτισμού είναι δύο ετών.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 51 περ. α' του ίδιου ΝΔ, η παραγραφή διακόπτεται μόνο δια της υποβολής της υποθέσεως στο αρμόδιο δικαστήριο ή σε διαιτητές, οπότε άρχεται εκ νέου η παραγραφή από της τελευταίας διαδικαστικής πράξεως των διατάξεων του δικαστηρίου ή των διαιτητών και τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 52 εδ.

τελ. του αυτού ΝΔ η παραγραφή λαμβάνεται υπ' όψη αυτεπαγγέλτως από τα δικαστήρια. Από τις προπαρατεθείσες διατάξεις του ΝΔ 496/1974, συνάγεται ότι η παραγραφή αξίωσης κατά του ΝΠΔΔ λαμβάνεται υπόψη και αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο της ουσίας, ενώ η διακοπή της παραγραφής αυτής, που συντελείται με έναν από τους αναφερόμενους στο άνω άρθρο 51 του ΝΔ 496/1974 τρόπους, συνιστά αντένσταση, την οποία πρέπει να προτείνει, παραδεκτώς και νομίμως, ο διάδικος που αποκρούει την παραγραφή, και δεν μπορεί να λάβει υπόψη του αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο (ΟλομΑΠ 11/2003, ΑΠ 593/2015).

Βέβαια η έννοια της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 52 εδ. τελ. είναι ότι για να λάβει το δικαστήριο υπόψη οίκοθεν, δηλαδή χωρίς την υποβολή σχετικού ισχυρισμού εκ μέρους του Δημοσίου, την παραγραφή της απαίτησης, η οποία κατάγεται σε δίκη από κάποιο δικαιούχο, πρέπει και αρκεί να έχουν τεθεί ενώπιον αυτού τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία συνάγεται αφ' ενός η γέννηση της αξίωσης και, εντεύθεν, η έναρξη του χρόνου παραγραφής κατά τις διακρίσεις που αναφέρονται στην προηγούμενη σκέψη και αφ' ετέρου η συμπλήρωση του χρόνου παραγραφής, που είναι ζήτημα απλής εφαρμογής του εν χρήσει ημερολογίου, πριν από την άσκηση της αξίωσης (ΑΠ 533/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, το αναιρεσείον ΝΠΔΔ αιτιάται την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, διότι παρά την υποχρέωση του Δικαστηρίου να εξετάσει αυτεπαγγέλτως τη διετή παραγραφή των αγωγικών αξιώσεων της αναιρεσίβλητης, που δέχθηκε κατ' ουσία, και αφορούσαν το χρονικό διάστημα από 16-12-2009 έως 30-6-2010, καθότι η έφεση κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου στις 8-1-2015 και μέχρι το χρόνο της επόμενης διαδικαστικής πράξης ήτοι της κοινοποίησης αυτής στην αντίδικό του στις 11-7-2017, είχε παρέλθει διετία και συνεπώς οι αξιώσεις της αντιδίκου του παραγράφηκαν εν επιδικία και η αγωγή της έπρεπε να απορριφθεί στο σύνολό της, παρέλειψε να το πράξει.

Με το περιεχόμενο αυτό, ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος και ως εκ τούτου απαράδεκτος, διότι στο δικόγραφο της αναίρεσης δεν αναφέρεται ότι τέθηκαν υπόψη ενώπιον του Εφετείου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, τα ως άνω πραγματικά περιστατικά από τα οποία συνάγεται η επικαλούμενη παραγραφή εν επιδικία.

Ανεξαρτήτως όμως τούτου, που αποτελεί το πρωθύστερο, ο λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση του φακέλου της δικογραφίας (ΚΠολΔ 561 § 2), η επικαλούμενη επανέναρξη εν επιδικία της 2ετούς παραγραφής με την άσκηση της έφεσης στις 8-1-2015 δεν συμπληρώθηκε αφού στις 28-12-2016 δηλ.

πριν τη συμπλήρωση της 2ετίας, ακολούθησε από την αναιρεσίβλητη η επίδοση της έφεσης στο αναιρεσείον, με την πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 26-9-2017 (οπότε και συζητήθηκε) (βλ. 2760Ε'/28-12-2-16 έκθεση επίδοσης του δικ. επιμελητή της περιφέρειας Α. Κρήτης Ν. Δ.).

Από το άρθρο 904 ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου, έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, προκύπτει, ότι στοιχείο του πραγματικού κάθε απαιτήσεως αδικαιολογήτου πλουτισμού, είναι, εκτός άλλων και η ανυπαρξία ή η ελαττωματικότητα της αιτίας, βάσει της οποίας έγινε η περιουσιακή μετακίνηση και επήλθε ο πλουτισμός του λήπτη.

Αν λείπει το στοιχείο αυτό, δηλαδή η ως άνω αιτία δεν είναι ανύπαρκτη ή ελαττωματική, δεν στοιχειοθετείται απαίτηση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού η απαίτηση αυτή προϋποθέτει έλλειψη αξιώσεως από την αιτία. Αν η βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό σωρεύεται, κατά δικονομική επικουρικότητα (ΚΠολΔ 219), υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απορρίψεως της κύριας βάσεως της αγωγής από σύμβαση, αρκεί για την πληρότητα της πιο πάνω επικουρικής βάσεως, να γίνεται απλή επίκληση της ακυρότητος της συμβάσεως, χωρίς να απαιτείται να αναφέρονται και οι λόγοι στους οποίους οφείλεται η ακυρότητα.

Και τούτο διότι, στην τελευταία περίπτωση, η επικουρική βάση της αγωγής θα εξετασθεί μόνο, αν η στηριζόμενη στην έγκυρη σύμβαση, κύρια βάση της αγωγής, απορριφθεί μετά παραδοχή της ακυρότητος της συμβάσεως για ορισμένο λόγο, ο οποίος, είτε κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα, είτε κατ' ένσταση του εναγομένου, αποτέλεσε ήδη αντικείμενο της δίκης.

Έτσι πληρούται με τον τρόπο αυτό ο σκοπός της διατάξεως του άρθρου 216 ΚΠολΔ, η οποία απαιτεί τη σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν την αγωγή. Επομένως, στη δικονομικώς ενιαία εκδίκαση της επικουρικής βάσεως της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, δεν είναι αναγκαία η επίκληση από τον ενάγοντα του λόγου της ακυρότητος της συμβάσεως, που διαγνώσθηκε ήδη δικαστικώς στην ίδια δίκη και είναι έτσι δεδομένος κατά την εξέταση της ως άνω επικουρικής βάσεως (ΟλομΑΠ 22/2009, ΟλομΑΠ 23/2003, ΑΠ 1151/2017, 438/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, με την αγωγή της η ενάγουσα - αναιρεσίβλητη ισχυρίστηκε ότι εργάστηκε στο εναγόμενο - αναιρεσείον ΝΠΔΔ με άτυπη προφορική σύμβαση εργασίας ως διοικητική υπάλληλος, πλην το τελευταίο αρνείται να της καταβάλει τις δεδουλευμένες αποδοχές της και τα επιδόματα εορτών και άδειας.

Ζήτησε δε να αναγνωριστεί η υποχρέωση του εναγομένου να της καταβάλει τα μεν δεδουλευμένα κύρια από τη σύμβαση και επικουρικά, αν η σύμβαση θεωρηθεί άκυρη, ως αποζημίωση κατά το ίδιο ποσό, σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, αφού το τελευταίο, το ποσό αυτό θα κατέβαλε αν προσλάμβανε άλλον υπάλληλο με έγκυρη σύμβαση εργασίας για την παροχή της ίδιας εργασίας υπό τις ίδιες συνθήκες και ωφελήθηκε χωρίς νόμιμη αιτία σε βάρος της περιουσίας της, τα δε επιδόματα εορτών και άδειας ευθέως εκ του νόμου, ήτοι των άρθρων 1 Ν. 1089/1980, 1, 3, 10 της 19040/1981 ΚΥΑ Υπουργών Εργασίας και Οικονομικών για τα επιδόματα εορτών και 2, 3, 5 ΑΝ 539/1945 όπ.

τροπ. με άρθ. 1 Ν 1346/1983 για τα επιδόματα και αποδοχές άδειας. Έτσι, σωρευόταν με την κύρια βάση από τη σύμβαση ως προς τα δεδουλευμένα, κατά δικονομική επικουρικότητα, βάση αδικαιολόγητου πλουτισμού, η οποία και μόνο, ομού με την ευθεία εκ του νόμου αξίωση της ενάγουσας για τα επιδόματα εορτών και άδειας, μεταβιβάστηκε στο Εφετείο με την ασκηθείσα από το εναγόμενο - αναιρεσείον έφεση, απορριφθείσης πρωτοδίκως της κύριας βάσης εκ της συμβάσεως ελλείψει εγγράφου τύπου, σύμφωνα με το άρθρο 84 εδ.

α', γ' και δ' του ΝΔ 321/1929 περί Κώδικος Δημοσίου Λογιστικού. Η επικουρική αυτή βάση εκ του αδικαιολόγητου πλουτισμού, η οποία σωρεύεται παραδεκτά υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απόρριψης της κύριας αγωγικής βάσης, από τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας της ενάγουσας και στην οποία εκτίθεται η ακυρότητα καθεαυτή, ως προϋπόθεση εφαρμογής του πραγματικού των διατάξεων περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, είναι επαρκώς ορισμένη και νόμιμη, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην προηγούμενη νομική σκέψη, δεδομένου ότι στο αγωγικό δικόγραφο αναφέρεται ότι υπό το παραπάνω καθεστώς, το εναγόμενο οφείλει στην ενάγουσα κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού εκείνα τα ποσά που θα κατέβαλε σε άλλον υπό καθεστώς έγκυρης συμβάσεως εργασίας, δεν είναι δε αναγκαία η αναφορά του λόγου ακυρότητας της συμβάσεως αφού διαγνώσθηκε ήδη δικαστικώς στην ίδια δίκη και είναι έτσι δεδομένος κατά την εξέταση της ως άνω επικουρικής βάσεως.

Επίσης δεν απαιτείται να αναφέρεται στην αγωγή ο εκπρόσωπος του εναγομένου με τον οποίο συνεβλήθη η ενάγουσα ή αν η απασχόλησή της προέκυψε από παράνομες πράξεις, του αρμόδιου για την πρόσληψη προσωπικού, οργάνου του εναγομένου, αλλά αρκεί η περιεχόμενη σ' αυτή (αγωγή) αναφορά της απασχόλησής της στο εναγόμενο από την οποία το τελευταίο ωφελήθηκε, οπότε κατέστη πλουσιότερο σε βάρος της περιουσίας της, αφού θα ήταν υποχρεωμένο να καταβάλει τα ίδια ποσά σε άλλον εργαζόμενο για την παροχή της ίδιας εργασίας υπό τις ίδιες συνθήκες με έγκυρη σύμβαση και οφείλει να της αποδώσει την ωφέλεια που αποκόμισε.

Κατά συνέπεια, η παραπάνω επικουρική βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, είναι ορισμένη και νόμιμη στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 904 επ. ΑΚ και ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος αναιρέσεως εκ των αριθ. 14 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη την ένσταση και το λόγο εφέσεως απαραδέκτου της αγωγής λόγω αοριστίας που πρόβαλε το αναιρεσείον και παρά το νόμο έκρινε αυτή ορισμένη πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Με τη διάταξη του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΟλομΑΠ 25/2003, ΟλομΑΠ 3/1997, ΟλομΑΠ 11/1996).

Υπό την έννοια δε αυτή, πράγμα αποτελεί και ο λόγος της έφεσης που περιέχει παράπονο κατά της κρίσης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου περί κακής εκτίμησης των αποδείξεων, αφού αποτελεί παράπονο κατά της πρωτοβάθμιας κρίσεως που θεμελιώνει την έφεση (ΑΠ 1640/2009). Δεν αποτελούν "πράγματα" η άρνηση αιτιολογημένη ή όχι αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως ή τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου που αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων και που δεν έχουν "αυτοτέλεια" (ΟλομΑΠ 469/1984, ΑΠ 1299/2009, ΑΠ 625, 701/2008), έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης.

Τούτο διότι το "πραγματικό επιχείρημα", δεν έχει αυτοτελή ύπαρξη, αλλά τείνει απλώς σε επίρρωση ή απόκρουση απόδειξης του πραγματικού ισχυρισμού, αναφερόμενο στο οντολογικό μέρος του. Ούτε αποτελούν πράγματα οι νομικοί ισχυρισμοί που αφορούν στην ερμηνεία και εφαρμογή των κανόνων δικαίου, ούτε και η επιχειρηματολογία του διαδίκου (ΟλομΑΠ 3/1997, ΑΠ 701/2008).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τους τρίτο και έβδομο αναιρετικούς λόγους, από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, το αναιρεσείον μέμφεται το Εφετείο ότι προς θεμελίωση της κρίσης του ότι η ενάγουσα εξακολουθούσε να προσφέρει τις υπηρεσίες της σ' αυτό δέχθηκε ως αποδεδειγμένα ότι το εναγόμενο αποδεχόταν σιωπηρά τις προσφερόμενες από την ενάγουσα υπηρεσίες και ότι η λειτουργία του καταστήματός του εξαρτάτο από την εργασία της ενάγουσας η οποία ήταν η μοναδική υπάλληλος, οι οποίοι ισχυρισμοί δεν προτάθηκαν (3ος λόγος εκ του άρθρου 559 αρ. 8 περ.

α'), και ότι δεν εξέτασε τον υπ' αριθμ. 6 λόγο έφεσης αυτού ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε ότι δεν αμφισβητείται ο βασικός μισθός που αναφέρει στην αγωγή της η αναιρεσίβλητη, ενώ το ίδιο με τις προτάσεις του το αμφισβήτησε (7ος λόγος εκ του άρθρου 559 αρ. 8 περ. β'). Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν θεμελιώνουν ένσταση κατά του δια της αγωγής της αναιρεσίβλητης ασκηθέντος δικαιώματος προς επιδίκαση αποζημίωσης εξ αδικαιολογήτου πλουτισμού για την εξ ακύρου συμβάσεως εργασία της στο αναιρεσείον, αλλά συνιστούν άρνηση της αγωγής και πραγματικά επιχειρήματα του Δικαστηρίου που αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων και επομένως οι άνω λόγοι αναιρέσεως (3ος και 7ος), είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.

Ο προβλεπόμενος με το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, μετά την κατάργηση της δεύτερης περίπτωσης, που προέβλεπε τη δυνατότητα αναίρεσης, αν το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά "χωρίς να διατάξει περί αυτών απόδειξη", με το άρθρο 17 § 2 του ν. 2915/2001, όπως και μετά την κατάργηση της διατάξεως του άρθρου 341 ΚΠολΔ για τη δυνατότητα έκδοσης προδικαστικής αποφάσεως και την εφαρμογή του άρθρου 270 ΚΠολΔ σε όλες τις υποθέσεις, με το άρθρο 14 § 1 του ίδιου νόμου, έχει περιορισμένη εφαρμογή στην περίπτωση που "το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη", δηλαδή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη ή δεν έχει προσαχθεί καμιά απόδειξη (ΑΠ 104/2014, ΑΠ 273/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα της ενάγουσας και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι. Επομένως η προσβαλλόμενη απόφαση δεν δέχθηκε χωρίς απόδειξη ότι το αναιρεσείον ΓΕΩΤ.Ε.Ε.

από 1-12-2008 αποδεχόταν σιωπηρά τις προσφερόμενες από την αναιρεσίβλητη υπηρεσίες της και ότι από την εργασία της τελευταίας εξαρτάτο η λειτουργία του, τα δε αντίθετα υποστηριζόμενα από το αναιρεσείον είναι αβάσιμα και πρέπει ο τέταρτος από το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως να απορριφθεί.

Με τους πέμπτο και έκτο αναιρετήριους λόγους, το αναιρεσείον αποδίδει πλημμέλεια στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση εκ των αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί (5ος λόγος) δεν εξέτασε το στοιχείο της εξάρτησης της αναιρεσίβλητης από το αρμόδιο για την πρόσληψη του προσωπικού του όργανο δηλ. το Διοικητικό του Συμβούλιο, το οποίο ουδέποτε άσκησε επ' αυτής έλεγχο και εποπτεία και (6ος λόγος) περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες επί του ζητήματος της αποδοχής των υπηρεσιών της αναιρεσίβλητης. Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν ασκούν ουσιαστική επίδραση στην έκβαση της δίκης, διότι όπως προαναφέρθηκε, προκειμένου περί αξιώσεως εξ αδικαιολογήτου πλουτισμού ενδιαφέρει μόνο ο εναγόμενος να πλούτισε από την εργασία της ενάγουσας, ασχέτως της γνώσεως της διοικήσεώς του και επομένως οι λόγοι είναι αλυσιτελείς και απορριπτέοι.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Τοιούτος κανόνας είναι και η διάταξη του άρθρου 7 § 2 ΝΔ 496/1974 "Περί Λογιστικού των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου", στην οποία ορίζεται ότι "Ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος κάθε οφειλής του νομικού προσώπου ανέρχεται σε 6% ετησίως, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά με σύμβαση ή με ειδικό νόμο, και αρχίζει από της επιδόσεως της αγωγής".

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 522 ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, με την άσκηση της εφέσεως η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μόνο κατά τα προσβαλλόμενα "κεφάλαια". "Κεφάλαιο" θεωρείται η αυτοτελής αίτηση δικαστικής προστασίας, που δημιουργεί χωριστό αντικείμενο δίκης (στο πλαίσιο της ίδιας διαφοράς) και εκκρεμοδικίας και για την οποία (αίτηση) εκδόθηκε χωριστή διάταξη της απόφασης.

Ως εκ τούτου, οι τόκοι, που αποτελούν "παρεπόμενη" σε σχέση με την κύρια απαίτηση αξίωση και δεν είναι επιτρεπτή η επιδίκασή τους, χωρίς σχετική αίτηση, αποτελούν χωριστό "κεφάλαιο" και είναι ζήτημα εκτίμησης του δικογράφου της έφεσης, που υπόκειται, κατά το άρθρο 561 § 2 του ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αν με αυτή προσβάλλεται και το κεφάλαιο των τόκων.

Και ναι μεν το κεφάλαιο των τόκων συνέχεται αναγκαστικά με το κεφάλαιο για την κύρια απαίτηση, η έννοια όμως του "αναγκαστικά συνεχόμενου κεφαλαίου" [που προβλέπεται μόνο επί πρόσθετων λόγων έφεσης (ΚΠολΔ 520 § 2) και αντέφεσης (ΚΠολΔ 523)] δεν αφορά, κατά το άρθρο 522 ΚΠολΔ και το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης (ΑΠ 579/2018, 207/2017, 132/2004).

Τέλος, κατά το άρθρο 562 § 2 περ. β' ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση.

Εν προκειμένω, από την εκτίμηση του δικογράφου της έφεσης προκύπτει ότι η απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου πλήττεται συνολικά κατά το μέρος που έγινε δεκτή η αγωγή της αναιρεσίβλητης και, συνεπώς, και ως προς το κεφάλαιο των τόκων που επιδικάστηκαν, καθόσον, ειδικότερα, με τους σχετικούς λόγους, έστω και αν αναφέρονται στην απαίτηση, προσβάλλεται και η επιδίκαση επ' αυτής τόκων, καθόσον ζητείται η απόρριψη της αγωγής της αναιρεσίβλητης στο σύνολό της.

Έτσι η υπόθεση μεταβιβάστηκε με την έφεση του αναιρεσείοντος - εκκαλούντος - εναγομένου στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, όσον αφορά και τους τόκους. Το τελευταίο ωστόσο, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και δίκασε την αγωγή, επιδίκασε στην αναιρεσίβλητη αναγνωριστικά, το ποσό των 8.008,95 € με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, αντί του επιτοκίου 6% που ισχύει για τα ΝΠΔΔ, όπως είναι και το αναιρεσείον, όπως ορίζει το ως άνω άρθρο 7 § 2 ΝΔ 496/1974 "Περί Λογιστικού των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου".

Επομένως, συντρεχούσης της περιπτώσεως του άρθρου 562 § 2 περ. β' ΚΠολΔ, γιατί πρόκειται για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, πρέπει ο όγδοος και τελευταίος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η Εφετειακή απόφαση εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ για παραβίαση του άνω άρθρου 7 § 2 ΝΔ 496/1974 να κριθεί παραδεκτός, αν και στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και περαιτέρω να γίνει δεκτός και ως βάσιμος και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος, που αφορά το περί τόκων της κυρίας απαίτησης κεφάλαιο.

Μετά ταύτα, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά το μέρος που αφορά τη διάταξή της περί τόκων, ενόψει δε του ότι η υπόθεση δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, πρέπει να κρατηθεί και να δικασθεί από το παρόν Δικαστήριο κατά το προαναφερθέν μέρος που αναιρείται η προσβαλλόμενη απόφαση, ήτοι κατά τη διάταξή της που αφορά το περί τόκων της κυρίας απαίτησης κεφάλαιο (ΚΠολΔ 580 § 3 εδ. α'), καθώς και κατά τη διάταξή της περί δικαστικών εξόδων (ΑΠ 469/2018) και να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγομένου να καταβάλει στην ενάγουσα το επιδικασθέν με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ποσό των 8.008,95 € (κατά το οποίο η αναίρεση απορρίφθηκε) με επιτόκιο 6% από την επίδοση της αγωγής. Τα δικαστικά έξοδα και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του εναγομένου λόγω της ήττας του και κατά την έκταση αυτής (ΚΠολΔ 178 § 1, 183, 189 § 1, 191 § 2). Τέλος πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος της παρούσας αναιρετικής δίκης, που έχει καταθέσει και προτάσεις, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του τελευταίου (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 § 2), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την 255/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης και δη κατά τη διάταξή της που αφορά το περί τόκων της κυρίας απαίτησης κεφάλαιο, καθώς και κατά τη διάταξή της περί δικαστικών εξόδων.

Κρατεί και δικάζει την υπόθεση κατά το μέρος αυτό.

Αναγνωρίζει την υποχρέωση του εναγομένου να καταβάλει στην ενάγουσα το αναγνωρισθέν με την προσβαλλόμενη απόφαση ποσό κεφαλαίου (των 8.008,95 €) με επιτόκιο 6% από την επίδοση της αγωγής.

Επιβάλλει σε βάρος του εναγομένου μέρος της δικαστικής δαπάνης της ενάγουσας και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, την οποία ορίζει σε χίλια (1.000) ευρώ.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος της προκειμένης δίκης, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Νοεμβρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Ιανουαρίου 2020.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ