15/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή, Λάμπρο Καρέλο, εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated15/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Full text
Απόφαση 15 / 2019 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 15/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή, Λάμπρο Καρέλο, εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 10 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Λ. χας Ν. Λ., το γένος Γ. Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Παπαγεωργίου.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Δ. Π., κατοίκου ... και 2) Λ. - Μ. Δ. Π., κατοίκου ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Σιάμο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-12-2009 αγωγή των αναιρεσιβλήτων στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 454/2013 του παραπάνω Δικαστηρίου και 140/2017 του Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 23-3-2018 αίτησή της, η συζήτηση της οποίας ορίστηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά εγγραφής της στο πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως αναφέρεται παραπάνω και ο πληρεξούσιος δικηγόρος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων της στη δικαστική της δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση αίτηση στρέφεται κατά της 140/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου. Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτή, αντιμωλία των διαδίκων, έφεση των αναιρεσιβλήτων κατά της 454/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χίου, που είχε απορρίψει ως αβάσιμη διεκδικητική ακινήτου αγωγή τους κατά της αναιρεσείουσας και, αφού εξαφανίστηκε η απόφαση αυτή, έγινε δεκτή η παραπάνω αγωγή τους. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
I. Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, ήτοι από την ανάγνωση μόνο της απόφασης, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί και, μάλιστα, νόμιμα στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Εξάλλου, το ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπάγγελτα υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, δεν έχει σημασία, διότι, στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως, λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις παραπάνω εξαιρέσεις.
Και στις περιπτώσεις, όμως, αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, που προτείνεται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται, να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής.
Επομένως, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ενώ πρέπει να αναφέρεται και ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Το απαράδεκτο αυτό αφορά όλους τους λόγους αναίρεσης (ΑΠ 1059/17).
Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αν το Δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια της αγωγής, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του ασκουμένου δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα.
Η ποιοτική δε αοριστία, η επίκληση, δηλαδή, των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά περιστατικών και η ποσοτική αοριστία, ήτοι η μη αναφορά όλων των στοιχείων που απαιτούνται κατά το νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχονται από τους αρ. 8 και 14, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα που δεν αναφέρονται σ' αυτή ή, αντίθετα, την έκρινε αόριστη μη λαμβάνοντας υπόψη τέτοια γεγονότα (ΑΠ 45/16).
Σε κάθε, όμως, περίπτωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, που προαναφέρθηκε, για να δημιουργηθεί λόγος αναίρεσης, πρέπει η αοριστία του δικογράφου της αγωγής να είχε προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας, δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους, οι οποίοι, κατ' εξαίρεση, λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικώς δεν αφορά τη δημόσια τάξη.
Επίσης, ο ισχυρισμός για αοριστία της αγωγής, είτε προτείνεται είτε επαναφέρεται στο Εφετείο, δεν αρκεί να αναφέρει ότι η αγωγή είναι αόριστη, αλλά πρέπει να αναφέρει τις συγκεκριμένες αοριστίες σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά που είναι απαραίτητα για τη στήριξη του αγωγικού δικαιώματος, εξαιτίας των οποίων δεν παρέχεται στον εναγόμενο η δυνατότητα να αμυνθεί (ΑΠ 571/04).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ, για την επαναφορά ισχυρισμών που προβλήθηκαν σε προηγούμενη συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, αρκεί η επανυποβολή τους με σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης, που τους περιέχουν και που προσκομίζονται απαραίτητα σε επικυρωμένο αντίγραφο.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η επίκληση με τις προτάσεις, που υποβάλλονται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδίδεται η προσβαλλόμενη απόφαση, ισχυρισμών με γενική αναφορά στις πρωτόδικες προτάσεις, το κείμενο των οποίων ενσωματώνεται στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου, δεν αρκεί, ούτε είναι νόμιμη, αλλά απαιτείται και σύντομη περίληψη των ισχυρισμών και αναφορά στις σελίδες των πρωτόδικων προτάσεων που τους περιέχουν (ΑΠ 1346/12).
Εν προκειμένω, από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και των προτάσεων της αναιρεσείουσας στο πρωτοβάθμιο και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, προκύπτει, ότι η αναιρεσείουσα, κατά την εκδίκαση της υπόθεσης, δεν υπέβαλε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χίου ισχυρισμό περί αοριστίας της αγωγής, καθόσον δεν έχει καταχωρηθεί στα 454/2013 πρακτικά του εν λόγω Δικαστηρίου τέτοιος ισχυρισμός. Στις από 26-2-2013 προτάσεις της στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο περιέχεται η φράση "αποκρούω την αγωγή ως αόριστη", χωρίς εξειδίκευση της εν λόγω αοριστίας, ενώ στις από 12-3-2017 προτάσεις της στο Εφετείο, χωρίς οποιαδήποτε αναφορά σε αοριστία, έχει επισυνάψει τις πρωτόδικες προτάσεις της. Σύμφωνα με τα παραπάνω, η αναιρεσείουσα δεν πρότεινε, ούτε επανέφερε παραδεκτά στο Εφετείο ισχυρισμό για αοριστία της αγωγής και, επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης από το άρθ. 559 αριθ. 14 ΚπολΔ όπως εκτιμάται, με τον οποίο προβάλλεται αιτίαση για εσφαλμένη μη απόρριψη της αγωγής ως αόριστης, χωρίς, μάλιστα, αναφορά παραδεκτής πρότασής του στο αναιρετήριο, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
II. Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 368 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η διάταξη πραγματογνωμοσύνης για συγκεκριμένο ζήτημα απόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που δεν ελέγχεται αναιρετικά και το οποίο εκτιμά ελεύθερα την ανάγκη χρήσης του αποδεικτικού αυτού μέσου, με εξαίρεση την περίπτωση που κάποιος απ' τους διαδίκους ζητήσει τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης και το δικαστήριο κρίνει ότι χρειάζονται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, κρίση, που, επίσης, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.
Επομένως, αν δεν υπάρχει παραδοχή του δικαστηρίου ότι πρόκειται να κριθούν ζητήματα που απαιτούν, για να γίνουν αντιληπτά, ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, η μη λήψη υπόψη ισχυρισμού του διαδίκου για τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης ή η απόρριψη, ρητά ή σιωπηρά, σχετικού αιτήματός του, δεν δημιουργεί λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 559 ΚΠολΔ, όπου οι λόγοι αυτοί απαριθμούνται περιοριστικά (ΑΠ 1533/17).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, δηλ. χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν δεν εκθέτει στην απόφασή του από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.
Ο λόγος, όμως, αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, όταν από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει, ότι το δικαστήριο κατέληξε στην κρίση του για την ουσία της υπόθεσης με βάση τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται σ' αυτή (ΑΠ 76/13). Εξάλλου, ως "πράγματα", κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση και όχι οι ισχυρισμοί που συνιστούν άρνηση της αγωγής ή της ένστασης, ούτε εκείνοι που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 247/12).
Εν προκειμένω, με το δεύτερο, από το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι "με τις παραδοχές αυτές επί της ουσίας το δικαστήριο δέχτηκε χωρίς να διατάξει την αναγκαιούσα κατ' άρθρον 368 ΚΠολΔ επ. πραγματογνωμοσύνη καθόσον διά των άνω παραδοχών που απαιτούν ιδιαίτερες γνώσεις τέχνης και επιστήμης εφήρμοσε ανεπίτρεπτα επί της εκτάσεως του επιδίκου τα δύο προαναφερθέντα τοπογραφικά διαγράμματα, ήτοι του από Μαΐου 2006 μηχανικού Γ.
Μ. για εμβαδόν 4.018,67 τ.μ. όπου κατά τον τίτλο κτήσεως εγκαταστάθηκαν οι αντίδικοι την 30.4.2007 και αντιστοίχως το από Φεβρουάριος 2009 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Σ. Κ. εμβαδού 5.018,75 τ.μ., για να διαπιστώσει, όπως διαλαμβάνει εσφαλμένη περιγραφή κατά την έκταση και τα όρια που διορθώθηκε 2,5 έτη μετά την εγκατάσταση των αντιδίκων στο επίδικο, χωρίς να αναφέρει εκ ποίου αποδεικτικού μέσου συνάγει, δέχεται και θεωρεί ως αληθή την ταύτιση των δύο αυτών εκτάσεων που εμφανίζουν τα υστερόχρονα τοπογραφικά και περιγραφές.
Αναγκαίο λογικό προηγούμενο που θα οδηγούσε στην παραδοχή της απόκτησης κυριότητας, νομής και κατοχής στο επίδικο είναι το ότι το μεταβιβασθέν ακίνητο στις αντίδικες την 30.4.2007 εντός του οποίου εγκαθίστανται(...)είναι το ίδιο με αυτό που περιγράφουν, διορθώνουν και αξιώνουν δικαστικά στις 6.11.2009, με μοναδική λανθασμένη κατ' αυτές, την απόφαση και τους επικαλούμενους τίτλους τους υφιστάμενη την λανθασμένη καταμέτρηση.
Ήτο αναγκαίο κατά δεσμευτική κρίση του Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου όπως διατάξει πραγματογνωμοσύνη, με τις παραδοχές που διαλαμβάνει στο σκεπτικό της αποφάσεώς του καθώς και τους ισχυρισμούς και αποδεικτικά μέσα των αντιδίκων ως αυτοί περιλαμβάνονται στην αναιρεσιβαλομένη απόφαση". Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν υπάρχει παραδοχή του Εφετείου, ότι για το παραπάνω ζήτημα απαιτούνται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης και, συνεπώς, η διάταξη πραγματογνωμοσύνης εναπόκειτο στη διακριτική του ευχέρεια, ενώ το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του ως προς το ουσιώδες ζήτημα της απόκτησης της συγκυριότητας του επιδίκου από τις αναιρεσίβλητες με τους αναφερόμενους παράγωγο και πρωτότυπο (έκτακτη χρησικτησία) τρόπους από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρει στην απόφασή του, ήτοι από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, από τα έγγραφα που νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι και από τα διδάγματα της κοινής πείρας.
III. Εξάλλου, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, έτσι, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε, στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 1/99).
Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που, κατά το νόμο, είναι αναγκαία είτε για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, ενώ αντιφατικότητα των αιτιολογιών υπάρχει, όταν, εξ αιτίας της, δεν προκύπτει από την απόφαση ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό της απόφασής του, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, αν σωστά εφάρμοσε το νόμο, αν, δηλαδή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 12/16, ΑΠ 509/13).
Η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση που έχει διατυπωθεί για τη στήριξη του διατακτικού της, δηλαδή από τις παραδοχές της για ζητήματα που ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες, ως αναγκαίες, κατέληξε το δικαστήριο στην κρίση του για παραδοχή ή απόρριψη της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης.
Συνεπώς, δεν συνιστούν ζητήματα, κατά την παραπάνω έννοια, τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη, η αντιφατικότητα ή η ανεπάρκεια της αιτιολογίας δεν ιδρύει τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης, γιατί το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα στην κρίση του αυτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 112/16).
Εν προκειμένω, με τον τρίτο, από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες, επειδή δέχτηκε, ότι στις 30.4.2007 ο δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων τους μεταβίβασε, με τα αναφερόμενα συμβόλαια γονικής παροχής, (το μεγαλύτερο) ακίνητο 4.018,67 τετ.
μέτρων και, εν συνεχεία, στις 6.11.2009, ενώ είχε ήδη αποξενωθεί από τις 30.4.2007 (λόγω της τότε μεταβίβασής του) από κάθε δικαίωμά του στο παραπάνω ακίνητο, με τη διόρθωση των ανωτέρω συμβολαίων ως προς την περιγραφή και την έκταση του μεταβιβασθέντος ακινήτου, φέρεται να τους μεταβιβάζει, με τα αναφερόμενα διορθωτικά συμβόλαια, ακίνητο 5.018,75 τετ.
μέτρων. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφενός μεν διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, ήτοι στο ότι με τη διόρθωση, ως προς τα παραπάνω στοιχεία, των αρχικών συμβολαίων γονικής παροχής, μεταβιβάστηκε στις αναιρεσίβλητες από το δικαιοπάροχό τους ακίνητο που αυτός δεν είχε κατά το χρόνο της διόρθωσης, κρίση, όμως, την οποία, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, δεν διατύπωσε το Εφετείο, αφετέρου δε διότι, ενόψει των παραπάνω σφαλμάτων των αρχικών συμβολαίων και του επισυναφθέντος σ' αυτά τοπογραφικού διαγράμματος ως προς την έκταση και τα όρια του μεταβιβασθέντος ακινήτου, που ανέλεγκτα δέχτηκε το Εφετείο, έγκυρα χώρησε διόρθωση των παραπάνω συμβολαίων ως προς τα ανωτέρω στοιχεία μεταξύ των αρχικώς συμβληθέντων στα συμβόλαια γονικής παροχής.
Τέλος, αβάσιμος είναι ο παραπάνω λόγος, διότι και με την παραδοχή των ανωτέρω απόψεων της αναιρεσείουσας, αν ο δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων είχε αποξενωθεί με τα συμβόλαια γονικής παροχής από κάθε δικαίωμά του στο ακίνητο, η αποξένωση αυτή αφορούσε το τότε (30.4.2007) μεταβιβασθέν ακίνητο των 4.018,67 τετ.
μέτρων, όχι, όμως και το επιπλέον τμήμα των 1.000,08 τετ. μέτρων, που, με τη διόρθωση, κατά τις απόψεις της αναιρεσείουσας, μεταβιβάστηκε (στις 6.11.2009) στις αναιρεσίβλητες.
Μετά απ' αυτά, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, αφού ηττάται, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, κατά παραδοχή του σχετικού νομίμου αιτήματος αυτών (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23-3-2018 αίτηση της Λ. χήρας Ν. Λ., το γένος Γ. Μ., για αναίρεση της 140/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε η αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που ορίζει σε δυο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Νοεμβρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Ιανουαρίου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ