15/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated15/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Το δικαίωμα της επιλογής πρέπει να ασκηθεί εντός τριών (3) μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος, διαφορετικά εξακολουθεί να ισχύει η ρύθμιση. Ποσά που έχουν καταβληθεί μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος δεν αναζητούνται. Υποχρεώσεις του Ελληνικού Δημοσίου που έχουν αναληφθεί στο πλαίσιο ρύθμισης χρεών προς την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος με διάταξη νόμου δεν θίγονται".
Full text
Απόφαση 15 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 15/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Μ. Κ. ΚΑΙ Κ. Κ. ΟΕ" με τον διακριτικό τίτλο "ΚΗΠΕΥΤΙΚΗ ΠΡΕΒΕΖΗΣ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, 2.M. Κ. του Β., κατοίκου ... και 3. Κ. Κ. του Β., κατοίκου ..., από τους οποίους η πρώτη και δεύτερος εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευανθίας Στεφανέα, με δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο δε τρίτος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Του αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας που τελεί υπό εκκαθάριση, με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-8-2007 ανακοπή και 21-7-2008 πρόσθετη παρέμβαση, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πρέβεζας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 83/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 322/2010 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18-12-2012 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι πρώτοι και δεύτερος αναιρεσείοντες, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου, ανέγνωσε την από 1-10-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αίτησης
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις υπ' αριθ. 4163/20-2-2014 και 5271/6-8-2014 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Δ. Λ., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως, με την κάτω από αυτήν Πράξη του Προέδρου του Α2 Τμήματος του Αρείου Πάγου περί ορισμού δικασίμου, καθώς και κλήση για συζήτηση της υποθέσεως, επιδόθηκε, νομότυπα και εμπρόθεσμα, με επιμέλεια των παρισταμένων δύο πρώτων αναιρεσειόντων, στην αναιρεσίβλητη υπό εκκαθάριση τελούσα εταιρία με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." και στον τρίτο των αναιρεσειόντων Κ. Κ., αντίστοιχα. Η επίδοση στον τελευταίο έγινε με θυροκόλληση (άρθρο 128 παρ. 4 α' ΚΠολΔ), τηρήθηκαν δε οι διατυπώσεις περί παραδόσεως του θυροκολληθέντος εγγράφου στον Διοικητή του αρμοδίου αστυνομικού τμήματος και ταχυδρόμησης στον διάδικο έγγραφης ειδοποίησης περί της θυροκολλήσεως. Κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο δεν εμφανίστηκαν ο τρίτος των αναιρεσειόντων και η αναιρεσίβλητη, ούτε αυτοί παραστάθηκαν με δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που έχει εφαρμογή και στην κατ' αναίρεση δίκη (άρθρο 573 παρ.1 ΚΠολΔ). Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
ΑΠ 7/2006, 4/2005). Εξάλλου, με το άρθρο 30 του ν. 2789/2000 "Προσαρμογή του ελληνικού δικαίου προς την οδηγία αριθ. 98/26/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου", όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 42 παρ.1 και 3 ν. 2912/2001, ορίζονται στις παραγράφους 1, 2 εδ. α` και 8 εδ. τελευταίο τα εξής: "1. Κατ` εξαίρεση των κειμένων διατάξεων, η υφιστάμενη συνολική οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, που έχουν συνομολογηθεί με πιστωτικά ιδρύματα και οι σχετικές συμβάσεις έχουν καταγγελθεί ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, έχουν κλείσει οριστικά ή, αν δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση, η απαίτηση έχει καταστεί εν όλω ή εν μέρει ληξιπρόθεσμη και απαιτητή κατά τη σύμβαση ή το νόμο, μέχρι 31.12.2000 δεν δύναται να υπερβεί τα παρακάτω πολλαπλάσια του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου ή του αθροίσματος κεφαλαίων των περισσοτέρων δανείων ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής όπως αυτή διαμορφώθηκε ένα (1) έτος μετά τη λήψη του ποσού της τελευταίας πιστώσεως δανείου, προσαυξημένων των ποσών αυτών με συμβατικούς τόκους μέχρι το 50% του ληφθέντος κεφαλαίου κατ' ανώτατο όριο.
Προκειμένου για τον καθορισμό της βάσης υπολογισμού της οφειλής μετά την προσαύξηση των συμβατικών τόκων, τυχόν υπερβάλλον ποσό πέραν του 50% του ληφθέντος κεφαλαίου δεν υπολογίζεται πριν πολλαπλασιασθεί κατά περίπτωση : α) το τετραπλάσιο, εάν οι σχετικές συμβάσεις έχουν συναφθεί μέχρι τις 31.12.1985 ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, η λήψη της τελευταίας πιστώσεως δανείου έγινε μέχρι την ημερομηνία αυτήν, β) το τριπλάσιο, εάν τα άνω περιστατικά συνέβησαν μετά την υπό (α) ημερομηνία και μέχρι τις 31.12.1990, γ) το διπλάσιο, εάν συνέβησαν μετά την υπό (β) ημερομηνία και μέχρις τις 31.12.2000.
Σε κάθε περίπτωση, στο ποσό που λαμβάνεται ως βάση, σύμφωνα με τα παραπάνω, δεν υπολογίζονται τόκοι εξ ανατοκισμού". 2 εδ. α`: " Όλες οι καταβολές που έχουν γίνει οποτεδήποτε ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, μετά από τη λήψη ποσού της οφειλής όπως αυτή διαμορφώθηκε ένα (1) έτος μετά τη λήψη του ποσού της τελευταίας πιστώσεως δανείου, υπό των οφειλετών ή τρίτων χάριν αυτών, αφαιρούνται από τη συνολική οφειλή, όπως αυτή θα προσδιορισθεί σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος". 8 εδ.
τελευταίο: "Κατ` εξαίρεση, προκειμένου περί οφειλών κατά κύριο επάγγελμα αγροτών προς την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε., που έχουν ρυθμισθεί με οποιονδήποτε τρόπο και οι ρυθμίσεις αυτές εξακολουθούν να ισχύουν κατά τη δημοσίευση του παρόντος, παρέχεται η ευχέρεια στους οφειλέτες, με γραπτή δήλωση τους προς την Τράπεζα, να επιλέξουν είτε την εξακολούθηση εφαρμογής της υφιστάμενης ρύθμισης είτε την υπαγωγή τους στην παράγραφο 1 του παρόντος.
Το δικαίωμα της επιλογής πρέπει να ασκηθεί εντός τριών (3) μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος, διαφορετικά εξακολουθεί να ισχύει η ρύθμιση. Ποσά που έχουν καταβληθεί μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος δεν αναζητούνται. Υποχρεώσεις του Ελληνικού Δημοσίου που έχουν αναληφθεί στο πλαίσιο ρύθμισης χρεών προς την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος με διάταξη νόμου δεν θίγονται".
Ακολούθως, σχετικά με την ανωτέρω τρίμηνη προθεσμία για την άσκηση του δικαιώματος επιλογής, με το άρθρο 42 παρ. 4 ν. 2912/2001 ορίσθηκε, ότι " Η προβλεπομένη στην παράγραφο 8 του παραπάνω άρθρου προθεσμία για την άσκηση του δικαιώματος επιλογής εκ μέρους των κατά κύριο επάγγελμα αγροτών παρατείνεται αφότου έληξε μέχρι 30-9-2001".
Ακολούθησε ο ν. 3259/2004, ο οποίος στις παραγράφους 1, 2, 3, 5, 6 και 12 του άρθρου 39 ορίζει τα εξής : "1. Η συνολική ληξιπρόθεσμη οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, οι οποίες συνομολογούνται ή έχουν συνομολογηθεί πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με πιστωτικά ιδρύματα, δεν δύναται να υπερβαίνει το τριπλάσιο του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου εκάστου δανείου ή πίστωσης ή του αθροίσματος των ληφθέντων κεφαλαίων περισσότερων δανείων ή πιστώσεων ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού, με την επιφύλαξη των παραγράφων 4 και 5 του παρόντος άρθρου. 2.
Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να αναπροσαρμόσουν το ύψος των απαιτήσεων τους σύμφωνα με τη διάταξη της προηγούμενης παραγράφου του παρόντος άρθρου. Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να μην προχωρήσουν σε έναρξη διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης για την είσπραξη τους ούτε σε συνέχιση διαδικασιών που έχουν ήδη αρχίσει, μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2004 ή εφόσον εκκρεμεί η αίτηση του επόμενου εδαφίου για τη συνομολόγηση της ρύθμισης ή για όσο χρόνο ο οφειλέτης είναι ενήμερος.
Μέχρι την 31η Οκτωβρίου 2004 οι οφειλέτες ή οι εγγυητές πρέπει να υποβάλουν στα πιστωτικά ιδρύματα αίτηση για την υπαγωγή τους στη ρύθμιση 3. Παρέλευση της προθεσμίας της προηγούμενης παραγράφου άπρακτης ή καθυστέρηση στην εξόφληση δόσης που έχει συμφωνηθεί με τη ρύθμιση πέραν των ενενήντα (90) ημερών παρέχει το δικαίωμα στο πιστωτικό ίδρυμα να αρχίσει ή να συνεχίσει τις διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης για την είσπραξη της ανεξόφλητης οφειλής, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί σύμφωνα με τα ανωτέρω.
Στην περίπτωση αυτή η οφειλή θα εκτοκίζεται με το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο υπερημερίας από την πρώτη ημέρα καθυστέρησης. 5. Προκειμένου περί οφειλών κατά κύριο επάγγελμα αγροτών σχετικών με την επαγγελματική τους αυτή δραστηριότητα, που υπάγονται στις διατάξεις του άρθρου 30 του Ν. 2789/2000, όπως ισχύει, το συνολικό ύψος τους δεν δύναται να υπερβαίνει το διπλάσιο του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου, ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, το διπλάσιο του ποσού της οφειλής, όπως διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση.
Για δάνεια που χορηγήθηκαν πριν από το έτος 1990, εφόσον δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία των οφειλών αυτών για την ανεύρεση του αρχικού κεφαλαίου η συνολική οφειλή δεν δύναται να υπερβαίνει ποσοστό 150% του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε στην τελευταία προ του έτους 1990 ρύθμιση. Τα πιστωτικά ιδρύματα υποχρεούνται να υπολογίζουν το ύψος της οφειλής της παρούσας παραγράφου, να τη γνωστοποιούν στον οφειλέτη και να συνομολογούν τη ρύθμιση εντός προθεσμίας ενενήντα (90) ημερών από την υποβολή της σχετικής αίτησης, η οποία πρέπει να υποβληθεί μέχρι την 31η Οκτωβρίου 2004 το αργότερο.
Και ως προς τις οφειλές αυτές ισχύουν οι λοιπές διατάξεις του παρόντος άρθρου... 6. Οι ρυθμίσεις του παρόντος άρθρου πρέπει να συνομολογούνται από τα πιστωτικά ιδρύματα εντός προθεσμίας ενενήντα (90) ημερών από την εμπρόθεσμη υποβολή της αίτησης, εφαρμοζόμενης και στην περίπτωση αυτή της διάταξης της παρ. 3 του άρθρου 47 του Ν. 2873/2000, όπως ισχύει. ... 12.
Κατά τα λοιπά ισχύουν αναλόγως οι διατάξεις του άρθρου 30 του Ν. 2789/2000, όπως ισχύει ". Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει σαφώς ότι, οι ρυθμίσεις του άρθρου 39 παρ. 5 του Ν. 3259/2004, είναι ευνοϊκότερες για τους κατά κύριο επάγγελμα αγρότες, έναντι των άλλων οφειλετών, για τις ληξιπρόθεσμες οφειλές τους απέναντι στα πιστωτικά ιδρύματα, ενόψει δε της διατυπώσεως της διατάξεως αυτής, ανακύπτει το ζήτημα αν ως αγρότες θεωρούνται και τα νομικά πρόσωπα, που είναι κατά κύριο επάγγελμα αγρότες, όπως και τα φυσικά πρόσωπα, ήτοι τόσο οι προσωπικές, όσο και οι κεφαλαιουχικές εταιρείες ή οι αγροτικοί συνεταιρισμοί κλπ.
και επομένως αν καταλαμβάνει και τα νομικά πρόσωπα αγρότες, η ως άνω προνομιακή ρύθμιση.
Σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 2520/1997, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 8 του άρθρου 13 του Ν. 2601/1998, "Ως αγρότες θεωρούνται οι ασχολούμενοι με τη γεωργία, κτηνοτροφία, πτηνοτροφία, μελισσοκομία, σηροτροφία, αλιεία και δασοπονία. Επίσης και όσοι από αυτούς ασχολούνται συμπληρωματικά και με τον αγροτουρισμό, αγροτοβιομηχανία, παραδοσιακή βιοτεχνία και προστασία του φυσικού χώρου, εφόσον οι δραστηριότητες αυτές ασκούνται στα όρια της αγροτικής εκμετάλλευσης και στα πλαίσια του εγκεκριμένου προγράμματος του Υπουργείου Γεωργίας".
Στη συνέχεια, με την υπ` αριθ. 3374/23-10-1998 (ΦΕΚ Β`1108/23-10-1998) κοινή Απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών Δημοσίας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομικών και Γεωργίας, "για την εφαρμογή του Ν. 2520/1997, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 13 του Ν. 2601/1998" ορίστηκε ότι, ως αγροτική εκμετάλλευση νοείται η μονάδα παραγωγής προς πώληση ενός ή περισσοτέρων προϊόντων των κλάδων του αγροτικού τομέα, υπό ενιαία διοίκηση και διαχείριση.
Στις δραστηριότητες της αγροτικής εκμετάλλευσης (αγροτικές δραστηριότητες) εκτός από τις δραστηριότητες της πρωτογενούς παραγωγής, περιλαμβάνοντα και οι εξής δραστηριότητες: αα) η διοίκηση, μεταφορά, τυποποίηση, συσκευασία, μεταποίηση, αποθήκευση μέχρι του σταδίου της χονδρικής πώλησης αποκλειστικά των προϊόντων που παράγει η εκμετάλλευση, ββ) οι αγροτουριστικές αγροτοβιοτεχνικές, δασικές δραστηριότητες και οι δραστηριότητες παραδοσιακής βιοτεχνίας και διατήρησης του φυσικού χώρου, γγ) η λιανική ή χονδρική πώληση των προϊόντων της πρωτογενούς παραγωγής και της πρώτης μεταποίησης.
Ακολούθως, ως κλάδοι του αγροτικού τομέα, σύμφωνα με την ως άνω κοινή Υπουργική Απόφαση, νοούνται: αα) η γεωργία και ως γεωργία νοείται: η φυτική παραγωγή, ζωϊκή παραγωγή, η οποία περιλαμβάνει την κτηνοτροφία κλπ, η υδατοκαλλιέργεια σε δεξαμενές ξηράς, εφόσον ασκείται από αγρότες στα όρια της αγροτικής εκμετάλλευσης, ββ) η δασοπονία, γγ) η αλιεία κλπ.
Από τις διατάξεις αυτές με τις οποίες γίνεται ο προσδιορισμός, μέσω των ανωτέρω αγροτικών δραστηριοτήτων, είτε σε προσωπικό, είτε σε συμμετοχικό επίπεδο, των αγροτών, οι οποίοι, με την ιδιότητα αυτή, υπήχθησαν στις ευνοϊκές, ρυθμίσεις του άρθρου 39 παρ. 5 του Ν. 3259/2004 συνάγεται ότι τα νομικά πρόσωπα θεωρούνται αγρότες μόνο εάν α) από την ιδρυτική (συστατική) τους πράξη, μετά την τήρηση των διατυπώσεων των άρθρων 61 επ., 741 επ.
Α.Κ., των αντίστοιχων του Εμπορικού Νόμου και των νόμων 3190/1955, 2190/1920 και 2169/1993, προκύπτει ότι η κύρια δραστηριότητα τους είναι η άσκηση της γεωργίας, με τις ειδικότερες εκφάνσεις της αγροτικής δραστηριότητας που προαναφέρθηκαν, β) είναι κάτοχοι αγροτικής εκμετάλλευσης με νομική προσωπικότητα, από την άσκηση της οποίας αντλούν τα εισοδήματα τους, και γ) η πλειοψηφία του μετοχικού (εταιρικού) κεφαλαίου, ανήκει σε γεωργούς κατά κύρια απασχόληση.
Αντίθετη άποψη, ότι δηλαδή δικαιούχοι των προβλεπόμενων από την διάταξη του άρθρου 39 παρ. 5 του Ν. 3259/2004 προνομίων, σχετικά με την ειδική ρύθμιση ως προς τον υπολογισμό των οφειλών όσων είναι "κατά κύριο επάγγελμα αγρότες", είναι μόνο τα φυσικά πρόσωπα αγρότες, δεν συνάγεται από την εν λόγω διάταξη, αφού η διάταξη αυτή δεν καθορίζει ότι στην έννοια αγρότες περιλαμβάνονται μόνο φυσικά πρόσωπα και όχι νομικά, σε αντίθεση με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 2520/1997, στην οποία, για τους σκοπούς του νόμου αυτού, που είναι η προσέλκυση και ενίσχυση νέων κυρίως αγροτών στη συστηματική εκμετάλλευση γεωργικών καλλιεργειών, σαφώς ορίζεται ότι "επαγγελματίας αγρότης είναι το ενήλικο φυσικό πρόσωπο που έχει δικαίωμα εγγραφής στο Μητρώο Αγροτών και Αγροτικών Εκμεταλλεύσεων....".
Εξάλλου, η άποψη ότι οι αγρότες φυσικά πρόσωπα είναι μόνο δικαιούχοι του ως άνω προνομίου, ενώ αποκλείονται αυτού οι αγρότες νομικά πρόσωπα, είτε πρόκειται για προσωπικές είτε για κεφαλαιουχικές εταιρίες κλπ, που έχουν συσταθεί από φυσικά πρόσωπα, που είναι κατά κύριο επάγγελμα αγρότες και η κύρια δραστηριότητα τους συνίσταται, πράγματι, στην άσκηση γεωργικών εργασιών, σχετικών με συγκεκριμένη αγροτική εκμετάλλευση, από την οποία και αντλούν τα εισοδήματα τους, οδηγεί σε ανεπιεική αποτελέσματα, που δεν συνάγονται από το σκοπό του νόμου, αφού έτσι ωφελούνται τελικά μόνο τα φυσικά πρόσωπα αγρότες, όχι δε τα και τα νομικά πρόσωπα αγρότες, στην σύσταση των οποίων προβαίνουν φυσικά πρόσωπα αγρότες, για την επιτυχέστερη εκμετάλλευση της αγροτικής δραστηριότητας τους, ως αναγκαίου όρου για να τύχουν επιδοτούμενου επιτοκίου και χρηματικών επιχορηγήσεων από το Ελληνικό Δημόσιο ή άλλους φορείς της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Σε τούτο συνηγορεί και το γεγονός ότι, με την υπ` αριθ. 451/394927/5332/5-9-2001 Κοινή Υπουργική απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών Δημοσίας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και Γεωργίας, με θέμα τα "καθεστώτα ενισχύσεων του Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης 2000-2006 για επενδύσεις στις γεωργικές εκμεταλλεύσεις" η οποία εκδόθηκε στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Ένωσης, προσδιορίζονται στο Παράρτημα Ι αυτής, με στοιχεία Α και Β, τόσο ο γεωργός κατά κύρια απασχόληση, με όλα τα περί αυτού χαρακτηριστικά γνωρίσματα που προαναφέρθηκαν, όσο και τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα που πρέπει να έχει ένα νομικό πρόσωπο για να αποκτήσει την ιδιότητα του κατά κύρια απασχόληση γεωργού, τα οποία συμπίπτουν με τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις.
Συνεπώς, σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες διατάξεις, εφόσον και τα νομικά πρόσωπα είναι αγρότες, είτε πρόκειται για προσωπικές, είτε κεφαλαιουχικές εταιρείες ή αγροτικούς συνεταιρισμούς κλπ, συγκεντρώνουν τις προρρηθείσες προϋποθέσεις, κατά το χρόνο κατάρτισης των δανειακών συμβάσεων κλπ με τα πιστωτικά ιδρύματα, ώστε να θεωρούνται "κατά κύριο επάγγελμα αγρότες", για τον επανακαθορισμό της οφειλής τους από τις συμβάσεις αυτές θα ληφθεί υπόψη ο συντελεστής 2 και όχι 3, κατά τη ρητή διάταξη του άρθρου 39 παρ. 5 του Ν. 3259/2004 και συγκεκριμένα, η βάση του υπολογισμού της οφειλής τους από τις δανειακές τους συμβάσεις θα προκύψει από το άθροισμα του ποσού του ληφθέντος κεφαλαίου εκάστης, χωρίς να υπολογίζονται οφειλές από τόκους και έξοδα, το άθροισμα δε αυτό θα πολλαπλασιαστεί με συντελεστή 2 και ακολούθως από το γινόμενο που θα προκύψει θα αφαιρεθούν οι οποτεδήποτε γενόμενες καταβολές εκ μέρους τους, για να εξαχθεί η τελική οφειλή αυτών προς τα πιστωτικά ιδρύματα (Ολ.
Α.Π.4/2014). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο Ιωαννίνων με την προσβαλλόμενη 322/2010 απόφαση του, έκρινε ότι η διάταξη του άρθρου 39 παρ. 5 του ν 3259/2004, η οποία προβλέπει ευεργετική υπέρ των αγροτών ρύθμιση και επιβάλλει για τον επανακαθορισμό της ληξιπρόθεσμης οφειλής τον υπολογισμό της με το συντελεστή 2, αντί του ισχύοντος για τους λοιπούς οφειλέτες συντελεστή 3, αναφέρεται αποκλειστικά στους αγρότες φυσικά πρόσωπα και όχι και στα νομικά πρόσωπα.
Σε συνέπεια της κρίσεώς του αυτής απέρριψε ως αβάσιμο τον λόγο της ανακοπής των αναιρεσειόντων, που επαναφέρθηκε με λόγο έφεσης, ότι για τον επανακαθορισμό της ληξιπρόθεσμης οφειλής της δανειολήπτριας πρώτης των ανακοπτόντων-εκκαλούντων-αναιρεσειόντων ομόρρυθμης εταιρίας, την εξόφληση της οποίας εγγυήθηκαν οι λοιποί ανακόπτοντες, ομόρρυθμοι εταίροι αυτής, θα ληφθεί υπόψη ο συντελεστής 3 και όχι ο μειωμένος συντελεστής 2, καθόσον πρόκειται για οφειλέτη νομικό πρόσωπο και όχι για αγρότη φυσικό πρόσωπο, χωρίς να ερευνήσει αν πράγματι η ανακόπτουσα κατά το χρόνο συνάψεως του δανείου ήταν "κατά κύριο επάγγελμα αγρότης".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 39 παρ. 5 του ν. 3259/2004, κατά τον βάσιμο μοναδικό από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η συγκρότηση του οποίου από άλλους δικαστές είναι εφικτή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί η απόδοση του παραβόλου στους αναιρεσείοντες, αφού η αίτησή τους γίνεται δεκτή (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, όπως η παρ. 4 προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ.2 του ν. 4055/2012). Τα δικαστικά έξοδα των παραστάντων αναιρεσειόντων πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσίβλητης, λόγω της ήττας της (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 322/2010 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου στους αναιρεσείοντες.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των παραστάντων αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων ( 3.000 ) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Νοεμβρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Ιανουαρίου 2015.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ