15/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated15/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Την υλοποίηση της μελέτης και την επιστασία των εργασιών είχε αναλάβει η εναγομένη στην πραγματικότητα όμως η ενάγουσα παρείχε και εργασίες επίβλεψης και επιστασίας του έργου, κατόπιν εντολής της εναγομένης ... Από το έργο αυτό της καταβλήθηκε τότε η συμφωνηθείσα αμοιβή για τη σύνταξη της αρχιτεκτονικής μελέτης και της έρευνας αγοράς ...
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 15 / 2014 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 15/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Μ. Π. του Θ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Μίχο.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΜΑΚΟΧΑ - ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗΣ ΕΣΤΙΑΤΟΡΙΩΝ", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-7-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 174/2006, όπως αυτή διορθώθηκε με την 235/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 7064/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 25-7-2008 αίτησή της και τους από 2-2-2009 πρόσθετους λόγους αυτής. Εκδόθηκε η 1105/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Εκδόθηκε η 2124/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21-2-2013 αίτησή της και τους από 24-9-2013 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Στυλιανή Γιαννούκου διάβασε την από 25-10-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της από 21-2-2013 αίτησης, για αναίρεση της 2124/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, όπως διαμορφώθηκε με τους από 24-9-2013 πρόσθετους λόγους.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από την αναιρεσείουσα, υπ' αριθμ. 5719Γ'/3-9-2013 και 5879Γ'/30-9-2013 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Πειραιώς ..., προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως, στο τέλος της οποίας είναι συνημμένη η πράξη, με την οποία ορίστηκε δικάσιμος για τη συζήτησή της η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας, καθώς και κλήση για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή, ως και ακριβές αντίγραφο των από 24-9-2013 πρόσθετων λόγων αναίρεσης, στο τέλος του οποίου είναι συνημμένη η πράξη καταθέσεως αυτών, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη, με επιμέλεια της αναιρεσείουσας, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση της υποθέσεως αυτής. Η αναιρεσίβλητη δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου της, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., η συζήτηση όμως θα προχωρήσει παρά την απουσία της (άρθρ. 576 παρ. 2 εδ. α' και γ' Κ.Πολ.Δ.).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης, ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999).
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 861/1984). Στην προκειμένη υπόθεση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα διαδικαστικά έγγραφα, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, με την από 6-7-2005 αγωγή της εξέθεσε, μεταξύ άλλων, ότι: "Είναι αρχιτέκτονας - μηχανικός ...
Το καλοκαίρι του 2001 της ανατέθηκε από τον τότε πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο της εναγομένης το έργο της σύνταξης αρχιτεκτονικής μελέτης εσωτερικής διαρρύθμισης και κατασκευής εστιατορίου με το διακριτικό τίτλο "..." στη ... που εκμεταλλευόταν η εναγομένη. Ότι η εργασία της στο εν λόγω κατάστημα "συνίστατο στην εκπόνηση αρχιτεκτονικών μελετών για την ανακατασκευή του καταστήματος και την εσωτερική διαρρύθμιση αυτού και παράλληλα στην έρευνα αγοράς προκειμένου να υποβάλλει πλήρεις προτάσεις για την προμήθεια του εξοπλισμού του καταστήματος και τη διαμόρφωση της ιδιαίτερης φυσιογνωμίας του ...
Την υλοποίηση της μελέτης και την επιστασία των εργασιών είχε αναλάβει η εναγομένη στην πραγματικότητα όμως η ενάγουσα παρείχε και εργασίες επίβλεψης και επιστασίας του έργου, κατόπιν εντολής της εναγομένης ... Από το έργο αυτό της καταβλήθηκε τότε η συμφωνηθείσα αμοιβή για τη σύνταξη της αρχιτεκτονικής μελέτης και της έρευνας αγοράς ...
χωρίς να της καταβληθεί η αμοιβή της για την επίβλεψη και επιστασία του έργου, που ανέρχεται στο ποσό των 16.418,17 ευρώ υπολογιζομένου επί προϋπολογισμού 250.467.81 ευρώ ...". Ακολούθως παρέθεσε στην αγωγή πίνακα για τις "αμοιβές επίβλεψης" ανερχόμενες στο εν λόγω ποσό των 16.418,17 ευρώ με την κάτωθι αυτού σφραγίδα του Τεχνικού επιμελητηρίου στην οποία αναγράφεται ότι "Βεβαιώνεται, ότι με βάση τα στοιχεία, που παραθέτει ο υπογράφων Μηχανικός στην παρούσα σελίδα, τα ποσοστά των αμοιβών είναι τα νόμιμα ...", προσέθεσε περαιτέρω ότι "η εναγομένη εταιρία παρά τις αντίθετες ρητές διαβεβαιώσεις της περί καταβολής του ποσού αυτού δεν το έχει καταβάλει μέχρι σήμερα" και κατέληξε ότι η εναγομένη της οφείλει το ποσό αυτό "για την επίβλεψη και επιστασία του έργου που πραγματοποίησε και η οποία αμοιβή της είναι η νόμιμα προβλεπόμενη και προκύπτει όπως ανωτέρω αναλυτικά εξέθεσε ...", με βάση τα οποία, κατά την κύρια βάση της αγωγής ζήτησε να της επιδικασθεί το ποσό αυτό "για την επίβλεψη και επιστασία των εργασιών στο κατάστημα της εναγομένης στη ...", δια μέσου του Τεχνικού Επιμελητηρίου της Ελλάδος.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 174/2006 απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, όπως αυτή διορθώθηκε με την 235/2006 του ίδιου δικαστηρίου, που δέχθηκε την αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσία, επί ασκηθείσας δε εφέσεως της εναγομένης η 7064/2007 απόφαση του Εφετείου, που απέρριψε κατ' ουσία την αγωγή και επί ασκηθείσας από την ενάγουσα αιτήσεως αναιρέσεως, όπως διαμορφώθηκε με πρόσθετους λόγους, η 1105/2009 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού που αναίρεσε εν μέρει, για λόγο από το άρθρο 559 αρ. 11γ' Κ.Πολ.Δ., την άνω απόφαση, κατά το κεφάλαιό της, με το οποίο η ενάγουσα ζήτησε την καταψήφιση της εναγομένης "στο ποσό των 16.418,17 ευρώ ..." και παρέπεμψε την υπόθεση, ως προς το αναιρούμενο κεφάλαιο, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Ακολούθως, το Εφετείο δικάζοντας ως δικαστήριο παραπομπής, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, τα ακόλουθα: "Η εναγομένη εταιρεία (σημ: εδώ αναιρεσίβλητη) συστήθηκε ... με σκοπό τη λειτουργία και εκμετάλλευση καταστημάτων υγειονομικού ενδιαφέροντος με το διακριτικό τίτλο "..." το πρώτο των οποίων στη ... ...
Διευθύνων Σύμβουλος ... ήταν ο Μ.Φ. ... ο οποίος.... με την προαναφερόμενη ιδιότητά του το καλοκαίρι του 2001 ανέθεσε προφορικά στην ενάγουσα να συνεργαστεί με τον επίσης αρχιτέκτονα - μηχανικό Σ. Β. για την εκπόνηση της αρχιτεκτονικής μελέτης εσωτερικής διαρρύθμισης του καταστήματος ... Η ίδια η ενάγουσα ... στην ένδικη αγωγή της ...
συνομολογεί ότι την υλοποίηση της μελέτης και επιστασίας των παραπάνω εργασιών είχε αναλάβει η ίδια η εναγομένη, αλλά στην πραγματικότητα τις συγκεκριμένες εργασίες εκτέλεσε η ίδια (η ενάγουσα) ... Για τις συμφωνηθείσες όμως και εκτελεσθείσες υπηρεσίες της, αυτή (ενάγουσα) έλαβε από την εναγομένη στις 9-4-2002, λίγες ημέρες δηλαδή μετά την έναρξη λειτουργίας του συγκεκριμένου καταστήματος (3-4-2002) την οφειλόμενη αμοιβή της εκ ποσού 16.471, 48 ευρώ όπως αποδεικνύεται και από τη σχετική με αριθμ. 49/9-4-2002 διπλότυπη απόδειξη παροχής υπηρεσιών, που εξέδωσε η ίδια (ενάγουσα), χωρίς καμία επιφύλαξη ή αναφορά ότι η καταβολή αυτή της εναγομένης υπήρξε καταβολή "έναντι" οφειλής της με βάση την αξιούμενη με την ένδικη αγωγή αξίωσή της.
Επομένως, η προαναφερόμενη απόδειξη θεωρείται εξοφλητική της αμοιβής της ενάγουσας, όπως βάσιμα ισχυρίστηκε η εναγομένη στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ισχυρισμό τον οποίον επαναφέρει ... ως αυτοτελή λόγο της έφεσής της ... . Κατ' ακολουθία τούτων κρίνεται απορριπτέα ως αβάσιμη κατ' ουσία η ένδικη αγωγή, κατά το μέρος που η ενάγουσα αξιώνει την καταβολή ποσού 16.418,17 ευρώ ...
ως αμοιβή της για εργασίες επίβλεψης και επιστασίας κατά την εκτέλεση των εργασιών εσωτερικής διαρρύθμισης και κατασκευής του καταστήματος της εναγομένης στη ... ...".
Υπό τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, προέβη σε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών - που αναιρετικώς ανέλεγκτα έκρινε αποδεδειγμένα - στις διατάξεις των άρθρων 681, 682 επ. 694, 416 ΑΚ που εφάρμοσε, τις οποίες και δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή. Διέλαβε δε στον υπαγωγικό συλλογισμό σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των νομικών αυτών κανόνων και δη:
α) ως προς τη βασιμότητα του αγωγικού ισχυρισμού ότι για τις συμφωνηθείσες και εκτελεσθείσες από την ενάγουσα υπηρεσίες επίβλεψης και επιστασίας, στο κατάστημα της εναγομένης στη ..., η οφειλόμενη αμοιβή της ανέρχεται στο ποσό των 16.418,17 ευρώ, το οποίο, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του δικογράφου της ένδικης αγωγής, που αναφέρθηκε στην αρχή της παρούσας, απετέλεσε μόνο αίτημα αυτής (καθόσον αφορά το εν λόγω κατάστημα), αφού μ' αυτή ζήτησε την "αμοιβή της για την επίβλεψη και επιστασία του έργου που ανέρχεται στο ποσό των 16.418,17 ευρώ, υπολογιζόμενου επί προϋπολογισμού 250.467,81 ευρώ" και για το οποίο, αφενός το Τεχνικό Επιμελητήριο βεβαίωσε, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή ότι "τα ποσοστά των αμοιβών είναι τα νόμιμα" αφετέρου η ίδια η ενάγουσα στο ίδιο δικόγραφο εξέθεσε ότι η αμοιβή της αυτή (16.418,17 ευρώ) "για την επίβλεψη και επιστασία του έργου που πραγματοποίησε είναι η νόμιμα προβλεπόμενη και προκύπτει όπως αναλυτικά εξέθεσε" στον παρατιθέμενο σ' αυτό πίνακα, β) για τη βασιμότητα της προβληθείσας περαιτέρω, εκ μέρους της εναγομένης ένστασης εξοφλήσεως, με την παραδοχή ότι η ίδια η ενάγουσα εξέδωσε την 49/9-4-2002 διπλότυπη απόδειξη παροχής υπηρεσιών για το άνω ποσό "με βάση την αξιούμενη με την ένδικη αγωγή αξίωσή της".
Κατ' ακολουθία: 1) ο πρώτος λόγος της κύριας αίτησης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι "το Εφετείο όφειλε να εφαρμόσει αυτεπάγγελτα το σύνολο των διατάξεων του ΠΔ 696/1974, για να εξακριβώσει αν, για το σύνολο των υπηρεσιών (σύνταξη αρχιτεκτονικής μελέτης, έρευνας αγοράς, επίβλεψης/επιστασίας κ.λπ.) που προσέφερε (η ενάγουσα) στην εναγομένη τα εισπραχθέντα απ' αυτήν (ενάγουσα) 16.471,48 ευρώ αποτελούν ή όχι σωρευτικά την κατά νόμο εξόφλησή της τόσο για την αρχιτεκτονική μελέτη και για την έρευνα αγοράς, όσο και για την επίβλεψη κι' επιστασία... (και) αν διαπίστωνε ότι το ανωτέρω καταβληθέν χρηματικό ποσό δεν επαρκούσε για την κατά το ΠΔ 696/1974 αμοιβή ...
όφειλε περαιτέρω να κηρύξει άκυρη τη (δήθεν) παραίτησή της (ή άφεση χρέους) από τα ελάχιστα νόμιμα ποσά αμοιβής", είναι απορριπτέος ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως θεμελιούμενος, ενόψει του προεκτεθέντος περιεχομένου και αιτήματος της αγωγής, αλλά και της σαφούς παραδοχής που περιέχεται σ' αυτήν (αγωγή), ότι "καταβλήθηκε (στην ενάγουσα) η συμφωνηθείσα αμοιβή για τη σύνταξη της αρχιτεκτονικής μελέτης και της έρευνας αγοράς ...", ώστε, ελλείπει και η επικαλούμενη απ' αυτήν συνδρομή στην προκειμένη περίπτωση, "σωρευτικού" συνυπολογισμού αμοιβής για το σύνολο των υπηρεσιών που προσέφερε και δη ήδη εξοφληθείσας, μη προσδιοριζομένης και μη αποτελούσας αντικείμενο της αγωγής (για σύνταξη αρχιτεκτονικής μελέτης και έρευνας αγοράς) με την ένδικη αξίωσή της για επίβλεψη και επιστασία, η αμοιβή για την οποία και μόνο αποτέλεσε αντικείμενο της αγωγής. 2) Οι πέμπτος λόγος της κύριας αίτησης και δεύτερος πρόσθετος λόγος (κατά την αρίθμηση του δικογράφου των πρόσθετων λόγων 7ος λόγος) εκ του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι στερείται νομίμου βάσεως, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Με τις λοιπές δε διαλαμβανόμενες στους λόγους αυτούς αιτιάσεις και υπό την επίφαση των ρηθεισών αναιρετικών πλημμελειών, πλήττεται απαραδέκτως η ανεπίδεκτη αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας. Τα περαιτέρω αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι: "Η βασιμότητα εξ άλλου, του ισχυρισμού αυτού (σημ:
περί εξοφλήσεως) θεμελιώνεται επί πλέον και στο γεγονός ότι, αν και, όπως αποδείχτηκε, μετά την ανακατασκευή και λειτουργία του καταστήματος της εναγομένης στη ..., η ενάγουσα ανέλαβε τη σύνταξη των αρχιτεκτονικών μελετών και την κατασκευή του ετέρου καταστήματος αυτής, στη Λεωφόρο ..., εργασίες για τις οποίες, όπως ρητά συνομολογεί στην ένδικη αγωγή, καταβλήθηκε σ' αυτή η συμφωνημένη αμοιβή της, η ίδια ούτε πριν από την ανάληψη των εργασιών του δευτέρου αυτού καταστήματος, αλλά ούτε και κατά την παράδοσή του και την εξόφλησή της γι' αυτό, προέβαλε έναντι της εναγομένης τη φερόμενη ως υφισταμένη απαίτησή της για τα το προηγούμενο κατάστημα, έστω με επιφύλαξη, αλλά αντίθετα, όπως πάλι η ίδια αναφέρει στην αγωγή της ανέλαβε, σχεδόν πριν από τη λειτουργία του καταστήματος της Λεωφ. ...
και τις εργασίες που σχετιζόνταν με το τρίτο κατάστημα της εναγομένης στον ..., χωρίς και πάλι να αξιώσει την προηγούμενη εξόφλησή της για τη σχετική με το κατάστημα της ... απαίτησή της", αποτελούν επιχείρημα από τις αποδείξεις και διατυπώθηκαν κατά την πορεία του δικανικού συλλογισμού, προς άντληση επί πλέον επιχειρήματος, υπέρ της παραδοχής της ένστασης εξοφλήσεως και επομένως δεν λήφθηκαν υπόψη ως ομολογία της ενάγουσας και δεν ιδρύουν λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αρ. 11 β' Κ.Πολ.Δ., κατά την επιτρεπτή νοηματική απόδοση του δεύτερου λόγου της κύριας αίτησης αναίρεσης.
Κατ' ακολουθία, τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από την αναιρεσείουσα με το λόγο αυτό είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 559 αρ. 20 και 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι ο θεσπιζόμενος με την πρώτη των διατάξεων αυτών, λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, υποπίπτει σε διαγνωστικό σφάλμα (λάθος στην ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου), όταν δηλαδή αποδίδει σε αποδεικτικό, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 - 465 Κ.Πολ.Δ., έγγραφο, περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από εκείνο που πράγματι έχει, ακολούθως δε, καταλήγει, στηριζόμενο σε τούτο μόνον, ή κυρίως σε αυτό, σε περίπτωση συνεκτιμήσεως του με άλλα αποδεικτικά μέσα, σε επιζήμιο για το διάδικο - αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση κατά την οποίαν το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο, που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση η οποία είναι σχετική με την εκτίμηση των πραγμάτων, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της κύριας αίτησης αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ., αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της υπ' αριθμ. 49/9-4-2002 απόδειξης παροχής υπηρεσιών που εξέδωσε η αναιρεσείουσα, δεχθέν "αυθαίρετα, άκριτα και καταχρηστικά την ένσταση εξοφλήσεως της εναγομένης εταιρείας, σε προφανή αναντιστοιχία με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων τρείς ένορκες βεβαιώσεις ...
στις οποίες αναφέρεται αναλυτικά το περιεχόμενο των υπηρεσιών που προσέφερε στην εναγομένη". Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι υπό την επίφαση της ρηθείσας αναιρετικής πλημμέλειας, πλήττεται η προσβαλλόμενη για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση των πραγμάτων.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το Νόμο έλαβε υπ' όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση, και συνεπώς θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής.
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό γεγονός που συμβαίνει και όταν οι παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας είναι αντίθετες με τον φερόμενο ως μη ληφθέντα υπόψη ισχυρισμό. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της κύριας αίτησης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι, η προσβαλλόμενη απόφαση έλαβε υπόψη αυτοτελή ισχυρισμό ("πράγμα") που δεν προτάθηκε, ότι δηλαδή η ενάγουσα συνομολόγησε δήθεν αποχή από την επίβλεψη του έργου ή ότι το αίτημά της περιέχει αντιφάσεις.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο διότι από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης και δη εκείνης κατά την οποία "... αλλά στην πραγματικότητα τις συγκεκριμένες εργασίες εκτέλεσε η ίδια η ενάγουσα" και "... η ενάγουσα έλαβε από την εναγομένη ... την οφειλόμενη αμοιβή της εκ ποσού 16.471,48 ευρώ ...
με βάση την αξιούμενη με την ένδικη αγωγή αξίωση της" προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατ' αρχή την ένδικη αξίωση της ενάγουσας, δηλαδή την οφειλόμενη αμοιβή της εκ ποσού 16.471,48 ευρώ, "για τις συμφωνηθείσες και εκτελεσθείσες υπηρεσίες της" την οποία στη συνέχεια, κατά παραδοχή της προβληθείσας ένστασης εξόφλησης, απέρριψε κατ' ουσίαν.
Ο από τον αριθμό 18 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται για παραβίαση της δεσμευτικότητας της απόφασης του Αρείου Πάγου, από το δικαστήριο της παραπομπής, μετ' αναίρεση. Η δέσμευση αφορά τα κριθέντα νομικά ζητήματα, ουσιαστικής ή δικονομικής φύσης, ενώ αντίθετα, το δικαστήριο της παραπομπής δεν δεσμεύεται από τις διαπιστώσεις της αναιρεθείσας, ως προς την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών. Συνακόλουθα, ο πρώτος πρόσθετος λόγος (κατά την αρίθμηση του δικογράφου προσθέτων λόγων έκτος λόγος) σύμφωνα με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια, εκ του άρθρου 559 αρ. 18 Κ.Πολ.Δ., κατά την επιτρεπτή νοηματική του απόδοση, διότι δεν συμμορφώθηκε με την αναιρετική απόφαση, με την αιτίαση ότι αναπαρήγαγε αυτολεξεί τμήματα της αναιρεθείσας 7064/2007 αποφάσεως, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και κατά τούτο "δεν συμμορφώθηκε με την αναιρετική απόφαση που διέταξε νέα κρίση της υπόθεσης", είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, αφού, για την ίδρυση του ρηθέντος αναιρετικού λόγου (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 18 ΚΠολΔ), απαιτείται μη συμμόρφωση του δικαστηρίου της παραπομπής στα κριθέντα από τον Άρειο Πάγο νομικά ζητήματα ουσιαστικής και δικονομικής φύσεως (ΑΠ 79/1998, 1663/2008). Κατά συνέπεια, πρέπει η κρινόμενη αίτηση, όπως διαμορφώθηκε με τους από 24-9-2013 πρόσθετους λόγους ν' απορριφθεί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-2-2013 αίτηση και τους από 24-9-2013 πρόσθετους λόγους της Μ. Π., για αναίρεση της 2124/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Δεκεμβρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Ιανουαρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ