15/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 15 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Legislator headnote
AI generatedFull text
Απόφαση 15 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Οι αναιρεσείοντες, εργαζόμενοι στην ΔΕΥΑΛ, δεν δικαιούνται τα έξοδα κίνησης, με βάση τις διατάξεις που ισχύουν για τους ΟΤΑ, την αρχή της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης. Η διαφορετική νομοθετική ρύθμιση δικαιολογείται από γενικότερους λόγους κοινωνικού συμφέροντος, ενόψει του ότι, ως εργαζόμενοι σε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, ανήκουν σε διαφορετική κατηγορία από εκείνη των υπαλλήλων των ΟΤΑ, και των λοιπών Ν.Π..Δ.Δ., στους οποίους χορηγείται η επίμαχη παροχή.
Αριθμός 15/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Β. Π. του Γ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Ρουπακιώτη.
Της αναιρεσίβλητης: Κοινωφελούς Επιχείρησης Υποστήριξης Δήμου Τρίπολης (ΚΕΥΔΗΤ), όπως μετατράπηκε και μετονομάστηκε η Δημοτική Επιχείρηση Ανάπτυξης Δήμου Τρίπολης (ΔΕΑΔΗΤ), που εδρεύει στην Τρίπολη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-6-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Τρίπολης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 13/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 278/2010 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27-1-2011 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 4-11-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι, από τον αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρώτος (στο σύνολό του) και τέταρτος (κατά το πρώτο μέρος του), λόγοι αιτήσεως αναιρέσεως και να απορριφθούν οι υπόλοιποι.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη έκθεση επιδόσεως, υπ' αριθμ. 2350Γ'/2-6-2011, του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Τριπόλεως ..., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, (15-11-2011), επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, με την επιμέλεια της αναιρεσείουσας, στην αναιρεσίβλητη. Επομένως, εφ' όσον αυτή δεν εμφανίσθηκε, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου, ούτε υπέβαλε την, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, δήλωση μη παράστασης στο ακροατήριο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669, 672 ΑΚ προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και τον σκοπό της εργασίας. Αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής µέχρις ορισμένου χρονικού σηµείου ή µέχρις την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βεβαίου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, µετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βεβαίου γεγονότος ή του χρονικού σηµείου, παύει να ισχύει αυτοδικαίως. Εποµένως, η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε, ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και τον σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα µέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σηµείο της λήξης της. Η σύμβαση αυτή παύει αυτοδικαίως όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημίωσης. Εξάλλου, ο χαρακτηρισμός μιας σχέσεως ως συμβάσεως εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό που δίνουν σ' αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθ. 26§3 και 87§2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στην συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ακριβή (ορθό) νομικό χαρακτηρισμό στην σύμβαση, κρίση η οποία στην συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ. Η δυνατότητα του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης, ως σύμβασης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου, δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του δημόσιου (και του ευρύτερου δημόσιου) τομέα (ΟλΑΠ 18/2006). Περαιτέρω, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999 (που δημοσιεύθηκε την 10-7-1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10-7-2001) έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την λήψη από τα κράτη μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής, η Οδηγία δε αυτή ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με τα ΠΔ 81/2003 και 164/2004, που εφαρμόζεται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον δημόσιο τομέα, η ισχύς των οποίων άρχισε από την δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης την 2-4-2003 και 19-7-2004 αντίστοιχα. Ανεξάρτητα από την Οδηγία αυτή, στην ελληνική έννομη τάξη η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους, με την προσχηματική επιλογή της σύμβασης έργου ή εργασίας ορισμένου αντί αορίστου χρόνου, αντιμετωπιζόταν µε το άρθ. 8§3 ν. 2112/1920 (σε συνδυασµό µε τα άρθ. 281, 671 ΑΚ, 25§§ 1 και 3 του Συντάγματος), το οποίο εφαρµόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συµβάσεων ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή δηµόσιο τοµέα, και ορίζει ότι οι διατάξεις του νόµου αυτού εφαρμόζονται και επί συµβάσεων εργασίας µε ορισμένη χρονική διάρκεια, αν ο καθορισµός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από τη φύση της σύμβασης, αλλά τέθηκε σκόπιμα προς καταστρατήγηση των διατάξεων του ίδιου νόµου περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής σύμβασης. Η διάταξη αυτή, ενώ αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από την µη τήρηση εκ µέρους του εργοδότη των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την απόλυση ο ν. 2112/1920, αξιοποιήθηκε γενικότερα για τον ορθό νοµικό χαρακτηρισμό των συµβάσεων εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, µε πληρέστερη μάλιστα προστασία έναντι εκείνης της μεταγενέστερης ως άνω κοινοτικής Οδηγίας, εφόσον πρόκειται για διαδοχικές συµβάσεις έργου ή εργασίας ορισμένου χρόνου, που καλύπτουν πραγματικά πάγιες και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες της υπηρεσίας, και τούτο διότι ο ορθός νοµικός χαρακτηρισµός ορισμένης σχέσης, κατά την προαναφερθείσα έννοια, και δη της σύμβασης έργου ή εργασίας ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου, αποτελεί κατεξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, ανεξάρτητα από τον εκ του νόµου χαρακτηρισμό της συµβατικής σχέσης ως ορισμένου χρόνου (ΑΕΔ 3/3001, Ολ.ΑΠ 6/2001, 7 και 8/2011), χωρίς παράλληλα ο ορθός αυτός νοµικός χαρακτηρισµός εκ µέρους του δικαστηρίου, όταν συντρέχουν οι προαναφερθείσες ουσιαστικές προϋποθέσεις των καλυπτομένων αναγκών, να συνιστά ανεπίτρεπτη "μετατροπή" του ισχύοντος νοµικού καθεστώτος απασχόλησης από ορισμένου χρόνου σε αόριστου (Ολ.ΑΠ 18/2006). Συνάγεται, περαιτέρω, από τα προαναφερθέντα, ότι επί διαδοχικών συµβάσεων έργου ή εργασίας ορισμένου χρόνου, που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο κλπ. πριν από την έναρξη ισχύος (1) της ως άνω Οδηγίας 1999/70/ ΕΚ, (2) των παραγράφων 7 και 8 του άρθ. 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001, ισχύουν από 18-4-2001 (ΦΕΚ Α' 85/2001) και απαγορεύουν την, ακόμη και από το νόμο, μονιμοποίηση του προσλαμβανομένου ως άνω προσωπικού ή την μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, ακόμη και σε περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου και (3) των άρθ. 5 και 11 του ΠΔ 164/2004, που άρχισε να ισχύει από 19-7- 2004 και διαγράφει τις προϋποθέσεις μετατροπής των, κατά την έναρξη της ισχύος του, ενεργών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου, συνεχίζονται δε και είναι ενεργές κατά τον χρόνο έναρξης της ισχύος τους και μετά ταύτα και καλύπτουν κατά την φύση τους πάγιες και διαρκείς ανάγκες, δεν εφαρμόζονται οι ως άνω διατάξεις, διότι αυτές (συμβάσεις έργου ή εργασίας) είχαν προσλάβει ήδη κατά τον χρόνο που εκτείνεται η έννομη σχέση και το αντικείμενό της, δηλ. και πριν την έναρξη ισχύος των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, τον χαρακτήρα της σύμβασης αορίστου χρόνου, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο της σύναψής τους ως τέτοιων ( αορίστου χρόνου), τον οποίο διατηρούν και μετά ταύτα, δηλ. και μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων, ως ενιαίες πλέον συμβάσεις αορίστου χρόνου. Ενόψει όλων των ανωτέρω, αν η πρόσληψη του προσωπικού της αναιρεσίβλητης Δημοτικής Επιχείρησης Ανάπτυξης Δήμου Τρίπολης, με διαδοχικές συμβάσεις, διαρκώς ανανεούµενες, που καταρτίστηκαν πριν την ισχύ των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, έγινε προσχηματικά, στην πραγματικότητα όμως για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών, η άσκηση του διευθυντικού αυτού δικαιώματος, ως εργοδότη, εκ μέρους των οργάνων του γίνεται προς καταστρατήγηση των από το άρθρο 8 παρ. 1 του Ν. 2112/1920 δικαιωμάτων των εργαζομένων, που απορρέουν από τις διατάξεις για την υποχρεωτική καταγγελία της υπαλληλικής σύμβασης (με την έννοιά τους που προαναφέρθηκαν), κατά προφανή υπέρβαση από μέρους του εργοδότη των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του διευθυντικού αυτού δικαιώματος και ως εκ τούτου είναι καταχρηστική (άρθρο 281 ΑΚ), ακόμη και αν, κατά την πρόσληψη ή την κατάρτιση των συµβάσεων, παραβιάσθηκαν οι διατάξεις τις κείμενης νοµοθεσίας, που διέπει την πρόσληψη ή την κατάρτιση της συµβάσεως, των ΠΥΣ 236/94 (ΦΕΚ 115 Α') και 55/98 (ΦΕΚ 292 Α'), καθώς και οι διατάξεις του άρθρου 21 του Ν. 2190/1994 (ΦΕΚ 28 Α') και του άρθρου 6 του Ν. 2527/1997. Εξάλλου, από το συνδυασµό των διατάξεων ΑΚ 376, 648, 653 και 680, προκύπτει ότι ο μισθωτός δικαιούται να αξιώσει την καταβολή ολόκληρου του μισθού, που καθορίζεται µε την οικεία συλλογική σύμβαση ή διαιτητική απόφαση, για πλήρη απασχόληση και αν ο εργοδότης, για λόγους που αφορούν αυτόν, δε χρησιμοποιεί τις υπηρεσίες του μισθωτού, που τίθενται στη διάθεση του για όλο το χρονικό όριο εργασίας, που ορίζεται από το νόµο ή από τη σύμβαση, εκτός αν ρητώς ή σιωπηρώς συμφωνήθηκε να εργάζεται αυτός κάθε ηµέρα λιγότερες ώρες του νοµίµου ωραρίου µε αντίστοιχη μείωση του μισθού του. Από τη διάταξη δε του άρθρου 7 του ν. 2112/1920, κατά την οποία "πάσα μονομερής μεταβολή των όρων της υπαλληλικής συμβάσεως βλάπτουσα τον υπάλληλον θεωρείται ως καταγγελία ταύτης, δι' ην ισχύουν οι διατάξεις του παρόντος νόμου" συνάγεται ότι η γενομένη από τον εργοδότη μονομερής και βλαπτική για τον εργαζόμενο μεταβολή των όρων της συμβάσεως του, δεν επιφέρει την λύση αυτής, αλλά παρέχει σε αυτόν το δικαίωμα, είτε να αποδεχθεί τη μεταβολή και να συνεχίσει να παρέχει την εργασία του υπό τους όρους αυτής, είτε να θεωρήσει την μεταβολή ως άτακτη καταγγελία της συμβάσεως και αποχωρώντας από την εργασία του, να ζητήσει την νόμιμη αποζημίωση, είτε να αποκρούσει την μεταβολή και να προσφέρει την εργασία του υπό τους αρχικούς όρους αξιώνοντας την τήρησή τους, οπότε αν ο εργοδότης εμμείνει στην μεταβολή και αποκρούσει την προσφερόμενη από τον εργαζόμενο παροχή των υπηρεσιών περιέρχεται σε υπερημερία και οφείλει τις γι' αυτήν αποδοχές, τις οποίες δεν δικαιούται ν' αξιώσει ο μισθωτός, από μόνο το γεγονός της ανωτέρω μεταβολής. Περαιτέρω, με το άρθρο 2 του ν. 2639/1998 αντικαταστάθηκε το άρθρο 38 του Ν. 1892/1990 και ορίστηκε στην παράγραφο 1, ότι κατά τη σύσταση της συμβάσεως εργασίας, ή κατά τη διάρκειά της, ο εργοδότης και ο μισθωτός μπορούν με έγγραφη ατομική σύμβαση να συμφωνήσουν, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ημερήσια ή εβδομαδιαία ή δεκαπενθήμερη ή μηνιαία εργασία, η οποία θα είναι μικρότερης διάρκειας από την κανονική (μερική απασχόληση) και ότι η συμφωνία αυτή, εφόσον μέσα σε δεκαπέντε (15) ημέρες από την κατάρτισή της, δεν γνωστοποιηθεί στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας, τεκμαίρεται ότι καλύπτει σχέση εργασίας με πλήρη απασχόληση. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι, για την κατάρτιση της συμβάσεως μερικής απασχολήσεως, απαιτείται κατά το νόμο έγγραφος τύπος, ο οποίος είναι συστατικός, η δε μη τήρηση αυτού συνεπάγεται, κατά το άρθρο 159 ΑΚ, την ακυρότητα του συγκεκριμένου όρου της σχετικής συμβάσεως. Αναφορικά δε με τα αποτελέσματα της ακυρότητας της παραπάνω ρήτρας (όρου της σύμβασης που αφορά τη μερική απασχόληση), που είναι απόλυτη κατ άρθρο 159 ΑΚ και λαμβάνεται υπόψη αυτεπάγγελτα, εφόσον η μερική απασχόληση συμφωνήθηκε, ενώ προϋπάρχει σύμβαση πλήρους απασχόλησης, τότε, αν η συμφωνία αυτή είναι άκυρη, επειδή δεν είναι έγγραφη και εκτελεσθεί, η μεταβολή από τον εργοδότη των όρων της εργασιακής συμβάσεως, δια της μειώσεώς των ωρών της κανονικής ημερησίας εργασίας του και του αντικειμένου αυτής και καταβολή μειωμένου μισθού, έστω και με την συναίνεση του μισθωτού (πολύ δε περισσότερο χωρίς αυτή), χωρίς την τήρηση εγγράφου τύπου, δεν συνιστά έγκυρη σύμβαση μερικής απασχολήσεως και επομένως ο εργοδότης οφείλει το μισθό για την πλήρη απασχόληση (παραίτηση από την ελαχίστων νομίμων ορίων του οποίου δεν είναι έγκυρη), ακόμη και αν ο μισθωτός αποδέχθηκε μετά ταύτα την άτυπη μεταβολή και συνέχισε την παροχή της εργασίας του υπό τους όρους αυτής. Τέλος, οι αναιρετικοί λόγοι των αριθμών 1 εδ. α και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύονται, ο μεν πρώτος, αν το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών διαπιστώσεων του στο εννοιολογικό περιεχόμενο του εν λόγω κανόνα, ο δε δεύτερος, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, όχι όμως όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από αυτές και με σαφήνεια διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος. Η θεμελίωση του τελευταίου λόγου προϋποθέτει ελλείψεις σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όπως είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που συνθέτουν την ιστορική βάση και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχθηκε, ότι με την 10/15.10.1999 απόφαση της εκκαλούσας-εναγομένης αποφασίστηκε η πρόσληψη διευθυντικών στελεχών, εξωτερικών συνεργατών και εργατοτεχνικού προσωπικού για τη λειτουργία του παιδικού σταθµού ... του Δήµου Τρίπολης, µε συµβάσεις ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου διάρκειας δύο ετών, µε δυνατότητα ανανέωσης, αποκλειόμενης σε κάθε περίπτωση της αναγνώρισης των συµβάσεων αυτών ως συµβάσεων αορίστου χρόνου. Ειδικότερα, πέραν των άλλων ειδικοτήτων, αποφασίστηκε η πρόσληψη μαγείρισσας ή μάγειρα, µε σύμβαση ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου και μερικής απασχόλησης (τετράωρη καθημερινή απασχόληση), υπεύθυνου για το μαγειρείο και την επιμελημένη και έγκαιρη προετοιμασία του φαγητού, σύμφωνα με το καθορισμένο διαιτολόγιο του παιδικού σταθμού. Ακολούθως, με την 448/31.12.1999 απόφαση του προέδρου της εκκαλούσας-εναγομένης προσελήφθη η εφεσίβλητη- ενάγουσα ως μαγείρισσα για τη λειτουργία του παιδικού σταθμού. Στην ανωτέρω απόφαση γίνεται αναφορά της 10/99 απόφασης με την οποία αποφασίστηκε η πρόσληψη μάγειρα ή μαγείρισσας για τετράωρη καθημερινή απασχόληση. Αργότερα, στις 13.10.2000, έγινε αναγγελία της πρόσληψης της εφεσίβλητης- ενάγουσας με καθεστώς μερικής απασχόλησης, χωρίς όμως να προσδιορίζεται το ωράριο εργασίας της, στην Επιθεώρηση Εργασίας, όπως απαιτείται από το άρθρο 38 παρ. 1 του ν. 1892/1990, το οποίο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του ν. 2639/1998. Στις 11.6.2001 καταρτίστηκε η με αριθμό πρωτ. 777/11.6.2001 σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου με την οποία αρχικά προσελήφθη η εφεσίβλητη-ενάγουσα για το χρονικό διάστημα από 1.6.2001 μέχρι 31.12.2001. Περαιτέρω, επακολούθησαν διαδοχικές συμβάσεις μεταξύ των διαδίκων και ειδικά οι από 11.6.2001, 2.1.2002, 29.11.2002 και 2.1.2004 έγγραφες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου για τα χρονικά διαστήματα 1.6.2001 έως 31.12.2001, 2.1.2002 έως 1.1.2003, 2.1.2003 έως 31.12.2003 και 2.1.2004 έως 31.12.2004, αντίστοιχα, χωρίς ρητή πρόβλεψη περί μειωμένης απασχόλησης. Η εφεσίβλητη-ενάγουσα απασχολούνταν καθημερινά για ένα τετράωρο και συγκεκριμένα από 10.00' έως 14.00', δηλαδή, ακολουθούσε τους όρους της απόφασης πρόσληψης της για μερική καθημερινή τετράωρη απασχόληση, όπως αυτό αποδεικνύεται τόσο από τα αποσπάσματα του βιβλίου παρουσίας προσωπικού του παιδικού σταθμού, όσο και από την κατάθεση του μάρτυρα που εξετάστηκε με επιμέλεια της εκκαλούσας-εναγομένης. Εξάλλου και η εφεσίβλητη- ενάγουσα αποδέχεται ότι ακολουθούσε το επιβληθέν από την εκκαλούσα- εναγομένη, όπως εκθέτει, ωράριο εργασίας. Επομένως, με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα περιστατικά, προκύπτει ότι η εφεσίβλητη-ενάγουσα εμπίπτει στις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004 και πλέον οι διαδοχικές συμβάσεις, που κατάρτισε με την εκκαλούσα-εναγομένη και οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του ανωτέρω προεδρικού διατάγματος και είναι ενεργείς έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, καθόσον η συνολική χρονική διάρκεια των διαδοχικών αυτών συμβάσεων είναι τουλάχιστον 24 μηνών έως την έναρξη ισχύος του παραπάνω π.δ/τος, ο συνολικός αυτός χρόνος υπηρεσίας, που παρασχέθηκε σε μειωμένο ωράριο εργασίας, έχει πράγματι διανυθεί στον ίδιο φορέα, με την ίδια ειδικότητα και με τους ίδιους όρους και το αντικείμενο της σύμβασης αφορά δραστηριότητες που σχετίζονται ευθέως και άμεσα με πάγιες και διαρκείς ανάγκες. Εξάλλου και το Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (ΑΣΕΠ) με την 1559/28.12.2005 απόφαση του έκρινε ότι στο πρόσωπο της εφεσίβλητης ενάγουσας συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή στις διατάξεις του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004, επικυρώνοντας έτσι και την 478/23.11.2004 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου Τρίπολης. Περαιτέρω, και όσον αφορά τον αγωγικό ισχυρισμό περί πλήρους απασχόλησης και όχι μερικής. Σύμφωνα με τα ίδια ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία, προκύπτει ακυρότητα της σύμβασης, καθόσον δεν τηρήθηκε αρχικά ο έγγραφος τύπος, που αποτελεί συστατικό στοιχείο της σύμβασης για μερική απασχόληση, αφετέρου δε δεν αναγγέλθηκε η πρόσληψη στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας. Τα αποτελέσματα της ακυρότητας της παραπάνω ρήτρας (όρου της σύμβασης που αφορά τη μερική απασχόληση), ακυρότητα που είναι απόλυτη (ΑΚ 159) και λαμβάνεται υπόψη αυτεπάγγελτα, δεδομένου ότι η μερική απασχόληση συμφωνήθηκε χωρίς να προϋπάρχει σύμβαση πλήρους απασχόλησης, δεν μπορεί να οδηγήσει σε κρίση ότι από αυτήν γεννάται αυτόματα έγκυρη σύμβαση πλήρους απασχόλησης, όπως ισχυρίζεται η εφεσίβλητη- ενάγουσα, αφού τέτοια δεν υπήρξε, αλλά σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα πρόταση, λόγω της ακυρότητας της σύμβασης της μερικής απασχόλησης, θεωρείται ότι υπάρχει απλή σχέση εργασίας μερικής απασχόλησης, με συνέπεια να δικαιούται η εφεσίβλητη - ενάγουσα αποζημίωση για την παροχή της εργασίας της αυτής κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού (ΑΚ 904 επ.), την οποία και έλαβε τουλάχιστον μέχρι και τον Αύγουστο 2006, αρνούμενη στη συνέχεια, απαιτώντας αποδοχές που δικαιούνται οι εργαζόμενοι στην ίδια ειδικότητα, με καθεστώς πλήρους απασχόλησης, παρόλο που η εκκαλούσα προσέφερε και προσφέρει τις νόμιμες αποδοχές της για μερική τετράωρη καθημερινή απασχόληση. Στη συνέχεια κατέληξε στην κρίση ότι η εκκαλούμενη απόφαση έσφαλε, κρίνοντας ότι μεταξύ των διαδίκων καταρτίστηκε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, σε καθεστώς πλήρους απασχόλησης, δεχόμενη ακολούθως και τις αξιώσεις της εφεσίβλητης ενάγουσας περί καταβολής δεδουλευμένων ως εργαζόμενης σε καθεστώς πλήρους απασχόλησης. Με τις παραδοχές αυτές, δέχθηκε την έφεση της εναγομένης, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και απέρριψε την αγωγή, ως προς τα όλα τα αιτήματα της. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, παρεβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις προπαρατεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, διότι, αν και δέχεται ότι δεν τηρήθηκε ο έγγραφος τύπος, που αποτελεί συστατικό στοιχείο της σύμβασης για μειωμένη απασχόληση και ακόμη ότι δεν αναγγέλθηκε η με μειωμένη απασχόληση πρόσληψη της αναιρεσείουσας στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας, όμως κατέληξε στην κρίση ότι, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, δεν επήλθε βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας της, ως προς το καθεστώς της απασχόλησης της, διότι η αναιρεσείουσα δεν συνδεόταν με την αναιρεσίβλητη με έγκυρη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, πλήρους απασχόλησης, αφού τέτοια σύμβαση δεν μπορούσε να καταρτιστεί εγκύρως, μεταξύ των διαδίκων. Και τούτο, αν και έγινε δεκτό, ότι η αναιρεσείουσα προσλήφθηκε, αρχικά, την 1-6-2000 και συνεπώς η αρχική σύμβαση καταρτίστηκε πριν την ισχύ των συνταγματικών διατάξεων που προαναφέρθηκαν. Ακόμη, διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, που δεν επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των διατάξεων αυτών. Επομένως, οι, εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ., πρώτος, (στο σύνολο του) και τέταρτος, (κατά το πρώτο μέρος του), λόγοι αναιρέσεως είναι βάσιμοι. Μετά από αυτά, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων της αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από δικαστές, άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την άνω απόφαση (580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθρ.183, και 176 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την με αριθμό 278/2010 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου.
Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Δεκεμβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Ιανουαρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ