15/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Βαρδαβάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεώργιο Ναυπλιώτη, Δημήτριο Κιτρίδη-Εισηγητή, Αθανάσιο Μπρίλλη και Φώτιο Καϋμενάκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated15/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνακόλουθα η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων Ν. Α. του Ι. στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 του ΚΠΔ).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 15 / 2006 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 15/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Βαρδαβάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεώργιο Ναυπλιώτη, Δημήτριο Κιτρίδη-Εισηγητή, Αθανάσιο Μπρίλλη και Φώτιο Καϋμενάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Δεκεμβρίου 2005, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων, κατοίκου 1. Γ. Β. του Δ., κατοίκου ... και 2. Ν. Α. του Ι., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Θωμά, για αναίρεση της 1102/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, με πολιτικώς ενάγοντα τον Α. Α. του Χ., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Στρίμπερη.
Το Τριμελές Εφετείο Πατρών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Οκτωβρίου 2004 αίτησή τους, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1867/2004.
Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους των διαδίκων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά το άρθρο 474 παρ.1 του ΚΠΔ το ένδικο μέσο της αναιρέσεως ασκείται με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση ή στο γραμματέα του ειρηνοδικείου ή στον προϊστάμενο της προξενικής αρχής που βρίσκεται στο εξωτερικό και στην περιφέρεια των οποίων κατοικεί ή διαμένει προσωρινά ο δικαιούμενος.
Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής για να ασκηθεί το ένδικο μέσο με δήλωση στο γραμματέα του ειρηνοδικείου, πρέπει εκείνος που δικαιούται στην άσκηση αυτού να κατοικεί ή να διαμένει προσωρινά κατά το χρόνο της ασκήσεως, στην περιφέρεια ή την έδρα του ειρηνοδικείου αυτού, γεγονός το οποίο πρέπει να αναφέρεται στη σχετική έκθεση του ενδίκου μέσου.
Εάν το ένδικο μέσο ασκηθεί στο γραμματέα του ειρηνοδικείου, χωρίς τη συνδρομή της ως άνω προϋποθέσεως τότε θεωρείται ότι τούτο ασκήθηκε χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του και απορρίπτεται, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ.1 και 513 παρ.1 του ΚΠΔ. Στην προκειμένη περίπτωση η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως του Ν.
Α. του Ι. κατά της υπ'αριθμ. 1102/2004 αποφάσεως του τριμελούς Εφετείου Πατρών, με την οποία αυτός καταδικάσθηκε για ψευδή ανώμοτη κατάθεση σε ποινή φυλακίσεως επτά μηνών, ασκήθηκε από τον ως άνω αναιρεσείοντα, κάτοικο ..., στη γραμματέα του ειρηνοδικείου Αρήνης Αγγελική Δρακοπούλου, χωρίς να αναφέρεται στη σχετική έκθεση ασκήσεως της εν λόγω αναιρέσεως ή να προκύπτει ότι ο αναιρεσείων αυτός, κατά το χρόνο ασκήσεώς της, διέμενε στην περιφέρεια του ειρηνοδικείου Αρήνης.
Συνακόλουθα η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων Ν. Α. του Ι. στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 του ΚΠΔ).
Επειδή η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτή με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Εξάλλου εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σ'αυτή έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή της, όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον 'Αρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Τριμελές Εφετείο Πατρών, που την εξέδωσε, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη ουσιαστική του κρίση, ότι από τα αναφερόμενα κατ'είδος αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Το έτος 1993, επί προεδρίας Α. Α., η κοινότητα Σχίνων Ολυμπίας ανέθεσε εργολαβικών στον Κ.
Γ. την επισκευή και συντήρηση του οδικού της δικτύου, στο οποίο περιλαμβανόταν και αγροτική οδός πλάτους 4 μ., που διέρχεται πλησίον της ιδιοκτησίας του Ν. Α. και φθάνει στην παραλία. Η οδός αυτή είχε διανοιχθεί πριν από το έτος 1993 μέσα σε δημόσια έκταση, χωρίς να καταλάβει τμήμα της παρακείμενης ιδιοκτησίας του Ν.
Α., το δε επ'αυτής εκτελούμενο έργο περιοριζόταν σε εργασίες συντηρήσεως, κατά την συντέλεση των οποίων δεν θίγηκαν οι παρακείμενες ιδιοκτησίες. Παρά ταύτα ο Ν. Α., με μήνυσή του κατά των Α. Α. και Α. Κ. ζήτησε την ποινική δίωξη αυτών για αγροτική φθορά, που προκλήθηκε σε βάρος της ιδιοκτησίας του, κατά τη συντήρηση της πιο πάνω αγροτικής οδού.
Με βάση τη μήνυση αυτή ασκήθηκε εναντίον των προαναφερόμενων ποινική δίωξη για την ανωτέρω πράξη και εκείνοι παραπέμφθηκαν για να δικασθούν στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο Zαχάρως, που συνεδρίαζε την 20-3-1998. Κατά τη δικάσιμο αυτή ενώπιον του παραπάνω δικαστηρίου, που ήταν αρμόδια αρχή να ενεργεί ένορκη εξέταση, εξετάσθηκε ενόρκως ως μάρτυρας ο αναιρεσείων Γ.
Β., ο οποίος κατέθεσε τα ακόλουθα: "Ο αγροτικός δρόμος διέσχιζε την ιδιοκτησία του Ν. Α. και ότι έγινε διαπλάτυνση κατά τέσσερα μέτρα σε βάθος, καταλαμβάνοντας έκταση από το κτήμα του". Τα κατατεθέντα όμως αυτά περιστατικά ήταν ψευδή, αφού η αλήθεια είναι ότι δεν έγινε καμία διαπλάτυνση της κοινοτικής οδού, η δε οδός που προϋπήρχε είχε διανοιγεί με δημόσια έκταση, χωρίς να καταλάβει μέρος της παρακείμενης ιδιοκτησίας του Ν.
Α., ο κατηγορούμενος δε και ήδη αναιρεσείων Γ. Β. τελούσε σε γνώση της αναλήθειας των όσων κατέθεσε περιστατικών. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο κήρυξε ένοχο ψευδορκίας μάρτυρος τον αναιρεσείοντα Γ. Β. και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως πέντε μηνών, την οποια μετέτρεψε σε χρηματική προς 4,40 ευρώ ημερησίως. 'Ετσι κρίνοντας το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ανωτέρω αξιόποινης πράξεως, για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε αυτά καθώς και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα προαναφερθέντα περιστατικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 224 παρ.2 του ΠΚ, την οποία ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε.
Ειδικότερα εκτίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση τα πραγματικά περιστατικά, που ο αναιρεσείων κατέθεσε ενόρκως ως μάρτυρας, το ψευδές των πραγματικών τούτων περιστατικών και η γνώση του αναιρεσείοντος ως προς το ψευδές αυτών. Ούτε δε ήταν απαραίτητο για την πληρότητα της αιτιολογίας να εκτίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση τι προέκυψε από το κάθε αποδεικτικό μέσο, ούτε να γίνεται συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, αλλά αρκεί ότι αναφέρονται αυτά γενικώς κατά το είδος τους και ότι όλα λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν από το δικαστήριο, για το σχηματισμό της δικανικής πεποιθήσεώς του.
Από το γεγονός ότι στην απόφαση εξαίρονται ορισμένες αποδείξεις δεν μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα, ότι αγνοήθηκαν οι λοιπές, αφού βεβαιώνεται σ'αυτή ότι όλα τα αποδεικτικά μέσα λήφθηκαν υπόψη. Περαιτέρω η ειδικότερη αιτίαση του αναιρεσείοντος, κατά την οποία οι παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που σχετίζονται με τις ιδιοκτησίες, μέσω των οποίων διέρχεται η ως άνω αγροτική οδός της Κοινότητας Σχίνων, είναι αντιφατικές, γιατί ενώ στην αρχή του σκεπτικού της δέχεται ότι η ιδιοκτησία του Ν.
Α. συνορεύει με τον κοινοτικό αγροτικό δρόμο, στη συνέχεια αναφέρει ο δρόμος αυτός είχε διανοιχθεί μέσα σε δημόσια έκταση, με συνέπεια εξ αιτίας αυτής της αντιφάσεως να στερείται η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το σημείο της αυτό, ειδικής αιτιολογίας, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, γιατί πουθενά στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν αναφέρεται ότι η ιδιοκτησία του Ν.
Α. συνόρευε με τον κοινοτικό δρόμο, αλλά μόνο ότι ήταν παρακείμενη, ευρισκόμενη κοντά σ'εκείνον. Κατ'ακολουθίαν των προεκτεθέντων οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ και Ε' σχετικοί λόγοι της υπό κρίση αιτήσεως του Γ. Β. πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Τέλος ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Η' του ΚΠΔ τρίτος και τελευταίος λόγος της ίδιας αιτήσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων επικαλείται ότι το δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, υπερέβη την εξουσία του, γιατί αυτό το ίδιο έλυσε προκαταρκτικό ζήτημα, υπαγόμενο στα πολιτικά δικαστήρια, κρίνοντας ότι η κυριότητα των παρακειμένων του ως άνω αγροτικού δρόμου εδαφικών λωρίδων ανήκει στο δημόσιο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 60 και 61 του ΚΠΔ το ποινικό δικαστήριο έχει την εξουσία να εξετάζει παρεμπιπτόντως κάθε ζήτημα που έχει σχέση με την ποινική δίκη, ακόμη και όταν υπάγεται στα πολιτικά δικαστήρια, με εξαίρεση τα αναφερόμενα στα άρθρα 329, 339 παρ.3 και 355 του ΠΚ ζητήματα, περί των οποίων δεν πρόκειται εν προκειμένω.
Μετά ταύτα αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων Γ. Β. στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).
Επειδή οι αναιρεσείοντες Ν. Α. και Γ. Β. πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος ως πολιτικώς ενάγοντος Α. Α. (άρθρα 176 και 183 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25-10-2004 αίτηση των Ν. Α. του Ι. και Γ. Β. του Δ., για αναίρεση της υπ'αριθμ.1102/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια δέκα (210) ευρώ για τον καθένα και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος Α. Α., που ορίζεται σε πεντακόσια (500) ευρώ για αμφότερους.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2005.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Ιανουαρίου 2006.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ