Legislator Case Law & Legislation
159/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal claiming distortion of complaint document as procedural papers do not qualify under Article 559.20 of Civil Procedure Code.

Case Number 159/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the First Instance Court's decision. The appellant argued that the Court of First Instance distorted the content of the initial complaint, specifically regarding the agreed monthly fee, to justify a different ruling. The court rejected this claim because procedural documents like the complaint are not considered evidence subject to distortion under Article 559, paragraph 20 of the Civil Procedure Code. Consequently, the appeal was found inadmissible, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the opposing party.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, paragraph 20; 339, 432 et seq. of the Civil Procedure Code: A ground for cassation based on the distortion of the content of a document is established only for evidentiary documents defined by law, not for procedural documents such as the complaint, which do not constitute evidence.

Keywords

AI generated
cassation appeal distortion of document procedural documents evidentiary documents inadmissible appeal legal costs Civil Procedure Code

Cited Legislation

AI generated
Article 576, paragraph 2, letters a and g of the Code of Civil Procedure
Article 260, paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 20 of the Code of Civil Procedure
Articles 339 and 432 et seq. of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189, paragraph 1, and 191, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 159 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 159/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νικόλαο Πουλάκη - Εισηγητή και Νίκη Κατσιαούνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 31 Οκτωβρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν. Ν. του Δ., κατοίκου Μυκόνου Κυκλάδων. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Κοντογιάννη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1.Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Α.. Μ. & Σ. Ο..Ε.." που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, και 2. Α. Μ. του Θ., με την ιδιότητα του διαχειριστή, ομόρρυθμου εταίρου και νομίμου εκπροσώπου της ως άνω ομόρρυθμης εταιρείας, που εδρεύει στην περιοχή .... Η πρώτη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παντελή Δαβερώνα, ο οποίος ανακάλεσε την από 6-10-2023 δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., παραστάθηκε αυτοπροσώπως, δήλωσε ότι η ως άνω εταιρεία μετετράπη σε ετερόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "P.C.M. Ε.Ε." και το διακριτικό τίτλο "P. C. M." και κατέθεσε προτάσεις. Ο δεύτερος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-2-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σύρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 120 ΕΙΔ./2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 25/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28-12-2020 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της πρώτης αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική της δαπάνης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.-Με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 εδάφια α και γ του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 260 παρ. 4 του ΚΠολΔ, όπως η παρ. 4 προστέθηκε και το άρθρο 260 διαμορφώθηκε και ισχύει από 1.1.2022 σύμφωνα με τα άρθρα 16 και 120 του Ν. 4842/2021 (ΦΕΚ Α'190), [που εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς υποθέσεις, σύμφωνα με την παρ. 1β του άρθρου 116 του αυτού νόμου (4842/2021), όπως η τελευταία παράγραφος διορθώθηκε με το άρθρο 65 παρ. 1 του Ν. 4871/2021 (ΦΕΚ Α'246/10.12.2021)], "4.

Όταν οι υποθέσεις που είναι γραμμένες στο πινάκιο δεν εισάγονται προς συζήτηση συνεπεία λόγων ανώτερης βίας ορίζεται αυτεπαγγέλτως, με πράξη του διευθύνοντος το δικαστήριο, ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο σε σύντομη κατά το δυνατόν δικάσιμο. Η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο, το οποίο μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά, γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.

Με πρωτοβουλία του γραμματέα μπορεί να γνωστοποιείται η νέα δικάσιμος με αποστολή ηλεκτρονικού μηνύματος στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των διαδίκων ή με ανάρτηση στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων solon.gov.gr για όσα δικαστήρια και διαδικασίες έχουν ενταχθεί στο εν λόγω σύστημα". Στην προκειμένη περίπτωση, η από 28.12.2020 και με αριθμό κατ. 8/27.4.2021 αίτηση αναίρεσης προσδιορίσθηκε προς συζήτηση, με την επιμέλεια του αναιρεσείοντος, για τη δικάσιμο της 13ης Δεκεμβρίου 2022.

Κατά την ανωτέρω αρχική δικάσιμο (13.12.2022), αναβλήθηκε η συζήτηση της αίτησης, με αίτηση του αναιρεσείοντος, για τη δικάσιμο της 23ης Μαΐου 2023, για το λόγο ότι δεν είχε κοινοποιήσει στους αναιρεσίβλητους την αίτηση αναίρεσης. Από την υπ` αριθ 2040/14.3.2023 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αιγαίου, με έδρα το Πρωτοδικείο Σύρου, Μαρίας Αικατερίνης Καρακώστα, την οποία επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της ανωτέρω αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού ως αρμοδίου του ανωτέρω Β2 τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου την 13η Δεκεμβρίου 2022, καθώς και της από 1.3.2023 βεβαίωσης αναβολής της Γραμματέως του Αρείου Πάγου (Τμήμα Πολιτικό και Αρχείου), Αγγελικής Ανυφαντή, με την οποία βεβαιώνεται ότι η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, που ορίστηκε για τις 13.12.2022, αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 23ης Μαΐου 2023, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, με την επιμέλεια αυτού (αναιρεσείοντος), προς τον δεύτερο αναιρεσίβλητο, Α.

Μ.. Κατά τη δικάσιμο αυτή δεν εισήχθησαν προς συζήτηση οι εγγεγραμμένες στο πινάκιο αναιρέσεις, λόγω διενέργειας των βουλευτικών εκλογών της 21ης Μαΐου 2023. Στη συνέχεια, η Πρόεδρος του Β2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, έχοντας υπόψη το άρθρο 260 παρ. 4 του ΚΠολΔ, όπως ήδη ισχύει και το υπ' αριθμ. πρωτ. 22079 οικ./2.5.2023 έγγραφο του Υπουργείου Δικαιοσύνης για αναστολή λειτουργίας δικαστηρίων και εισαγγελιών της χώρας ενόψει των βουλευτικών εκλογών της 21ης Μαΐου 2023, όρισε αυτεπαγγέλτως δικάσιμο για την εκδίκαση της παρούσης υποθέσεως την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας (31.10.2023).

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στην τελευταία δικάσιμο, οπότε αυτή εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο πινάκιο, δεν εμφανίσθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ο δεύτερος αναιρεσίβλητος Α. Μ..

Συνεπώς, πρέπει, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα παραπάνω στη μείζονα σκέψη, παρά την απουσία του, να προχωρήσει το δικαστήριο στη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και ως προς αυτόν, εφόσον η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο, από τη γραμματέα ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων (άρθρο 260 παρ. 4, ως ισχύει). 2.- Με την παρ. 1 του άρθρου 83 του Ν. 4790/2021 (Α` 48) ορίζεται ότι: "Το χρονικό διάστημα από τις 7.11.2020 έως και την ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της χώρας, δυνάμει της κοινής υπουργικής απόφασης του άρθρου 11 της από 11.3.2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Α` 55), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 2 του ν. 4682/2020 (Α 76), δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων, καθώς και στις προθεσμίες παραγραφής των συναφών αξιώσεων.

Μετά τη λήξη του χρονικού διαστήματος του πρώτου εδαφίου, οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Οι προθεσμίες που ανεστάλησαν κατά τα προηγούμενα εδάφια, δεν συμπληρώνονται, εάν δεν παρέλθουν επιπλέον δέκα (10) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους" και τέλος με την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 4792/2021 (A` 54) ορίζεται ότι "Κατά την αληθή έννοια του άρθρου 83 του Ν. 4790/2021 (Α` 48), ως ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των πολιτικών δικαστηρίων της χώρας για τον υπολογισμό των νόμιμων και δικαστικών προθεσμιών, λογίζεται η ημερομηνία άρσης της αναστολής των προθεσμιών, η οποία επήλθε με τη λήξη ισχύος της υπό στοιχεία Δ1α/Γ.Π.οικ.18877/26.3.2021 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης και Επενδύσεων, Προστασίας του Πολίτη, Εθνικής Άμυνας, Παιδείας και Θρησκευμάτων, Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, Υγείας, Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Πολιτισμού και Αθλητισμού, Δικαιοσύνης, Εσωτερικών, Μετανάστευσης και Ασύλου, Ψηφιακής Διακυβέρνησης, Υποδομών και Μεταφορών, Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό "Έκτακτα μέτρα προστασίας της δημόσιας υγείας από τον κίνδυνο περαιτέρω διασποράς του κορονοϊού COVID-19 στο σύνολο της Επικράτειας για το διάστημα από τη Δευτέρα 29 Μαρτίου 2021 και ώρα 6:00 έως και τη Δευτέρα, 5 Απριλίου 2021 και ώρα 6:00" (Β` 1194), ήτοι η 6.4.2021" (ΑΠ 23/2023, ΑΠ 987/2022).

Στην προκειμένη περίπτωση με την από 28.12.2020 και με αριθμό κατ. 8/27.4.2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 25/10.2.2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών - εργατικών διαφορών, επί της από 3.12.2018 και με αριθμό κατ. 121/5.12.2018 έφεσης των εναγομένων - εκκαλούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, κατά της εκδοθείσας κατά την ίδια διαδικασία (περιουσιακών - εργατικών διαφορών), με αριθμό 120ΕΙΔ/20.9.2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή, ως ουσιαστικά βάσιμη, η από 13.2.2017 και με αριθμό κατ. 84/15.2.2017 αγωγή του Ν.

Ν. (ήδη αναιρεσείοντος) και υποχρεώθηκαν οι εναγόμενοι, εις ολόκληρο ο καθένας, να καταβάλουν στον ενάγοντα 18.408,89 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Η προαναφερόμενη έφεση έγινε τυπικά και ουσιαστικά δεκτή με την προσβαλλόμενη με αριθμό 25/10.2.2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου και αφού εξαφανίσθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, κρατήθηκε η υπόθεση από το δικαστήριο αυτό, το οποίο δικάζοντας επί της αγωγής, δέχθηκε εν μέρει αυτή και υποχρέωσε τους εναγόμενους, εις ολόκληρο τον καθένα, να καταβάλουν στον ενάγοντα 2.043,96 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Η ένδικη αίτηση αναίρεσης του ενάγοντος - εφεσίβλητου και ήδη αναιρεσείοντος Ν. Ν. (N. N.), που ασκήθηκε με την κατάθεσή της στις 27.4.2021 στη Γραμματεία του Εφετείου Αιγαίου, έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα εντός τριάντα (30) ημερών από την επίδοση της απόφασης (άρθρο 564 παρ. 1 του ΚΠολΔ), δεδομένου ότι από την επομένη της επίδοσης της απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου (22.12.2020 - βλ.

υπ' αριθμ. 2619Β/21.12.2020 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Δημητρίου Πολυζώη, την οποία προσκομίζουν και επικαλούνται οι αναιρεσίβλητοι, από την οποία προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπ' αριθμ. 25/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου επιδόθηκε προς το δικηγόρο Αθηνών Ηλία Κοντογιάννη, ο οποίος εκπροσώπησε τον αναιρεσείοντα, ως πληρεξούσιος δικηγόρος αυτού στη δευτεροβάθμια δίκη, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση - άρθρα 126 παρ. 1 και 143 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως η παρ. 1 του άρθρου 143, αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο πρώτο παρ. 2 του Ν. 4335/2015), θα άρχιζε να τρέχει η ως άνω τριακονθήμερη προθεσμία, η οποία χωρίς την προσωρινή αναστολή της λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας, θα έληγε 20.1.2021, λόγω, όμως, της ως άνω αναστολής και του εξ αυτής μη υπολογισμού του χρονικού διαστήματος από 7.11.2020 έως 6.4.2021, σύμφωνα με την προεκτεθείσα διάταξη του άρθρου 83 παρ. 1 εδ.

α' του Ν. 4790/2021, η προθεσμία αυτή άρχισε να τρέχει από 7 Απριλίου 2021 και δεν είχε συμπληρωθεί αυτή (30νθήμερη προθεσμία) κατά την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης ενώπιον του Εφετείου Αιγαίου στις 27.4.2021. Συνακόλουθα, η ως άνω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ.1-2 και 144 του ΚΠολΔ).

Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ). 3. Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 36 του Ν. 4842/2021 (ΦΕΚ Α 190), και εφαρμόζεται και επί εκκρεμών ενδίκων μέσων, κατ' άρθρο 116 παρ.2 εδ. β του ως άνω νόμου, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη ή το δεδικασμένο.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, αν δεν συντρέχει μία από την ως άνω διάταξη εξαιρετικές περιπτώσεις, είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση ακόμη και αν έπρεπε να ληφθεί υπ' όψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 43/1990, ΑΠ 911/2019, ΑΠ 179/2019).

Ειδικότερα, αν προσβάλλεται για τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρο 240 του ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρο 527 του ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο (ΑΠ 309/2020, ΑΠ 720/2019, ΑΠ 159/2018, ΑΠ 605/2015).

Εάν τα ανωτέρω δεν παρατίθενται στο αναιρετήριο, ο σχετικός αναιρετικός λόγος είναι αόριστος και κατά συνέπεια απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 362/2022, ΑΠ 309/2020, ΑΠ 199/2017). Το απαράδεκτο αυτό αφορά όλους τους λόγους αναίρεσης (ΑΠ 216/2019, ΑΠ 1059/2017). Στη συγκεκριμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα η αιτίαση ότι το δικαστήριο παρά το νόμο δεν απέρριψε ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, την ένσταση εξοφλήσεως (ορθότερα καταλογισμού στις υπέρτερες αποδοχές που καταβάλλονταν στον αναιρεσείοντα) που πρότειναν οι εναγόμενοι τόσο στο πρωτόδικο όσο και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος και ως εκ τούτου απαράδεκτος, κατ` άρθρο 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., καθόσον, προκειμένης διαφοράς εκδικαζόμενης κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, ο αναιρεσείων δεν επικαλείται στον οικείο αναιρετικό λόγο, παραδεκτή προβολή του εν λόγω περί αοριστίας ισχυρισμού του, ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, είτε με καταχώρησή του στα πρακτικά συνεδριάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου είτε με τις προτάσεις του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ή την προσθήκη σε αυτές, προς αντίκρουση της ένστασης εξόφλησης (καταλογισμού) των εναγομένων και επαναφορά του, κατά νόμιμο τρόπο ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, κατά τα προεκτεθέντα, ούτε επικαλείται το πρώτον προβολή αυτού με τις προτάσεις του ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, ως υπεράσπιση κατά της κατ' αυτού ασκηθείσας έφεσης των αναιρεσιβλήτων, αναφέροντας τον τρόπο και χρόνο πρότασης αυτής, ούτως ώστε να ιδρύεται παραδεκτά ο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ σχετικός αναιρετικός λόγος.

4. Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 του KΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας για να σχηματίσει την κρίση του σχετικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι προς απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτών.

Η παράβαση δε της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ` KΠολΔ λόγο αναίρεσης, για την στοιχειοθέτηση του οποίου αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών ως προς τη λήψη υπόψη συγκεκριμένου αποδεικτικού μέσου (Ολ ΑΠ 2/2008, ΑΠ 168/2022, ΑΠ 1306/2021, ΑΠ 303/2020, ΑΠ 947/2014). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 352, 335 και 339 KΠολΔ συνάγεται ότι δικαστική ομολογία, η οποία αποτελεί πλήρη απόδειξη, είναι η ομολογία που γίνεται, προφορικά ή γραπτά, ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει τη συγκεκριμένη δίκη.

Ομολογία δε είναι η παραδοχή της αλήθειας ενός ουσιώδους πραγματικού γεγονότος, επιβλαβούς για τον ομολογούντα, με την επίκληση και απόδειξη του οποίου βαρύνεται ο αντίδικός του, η οποία πρέπει να είναι σαφής και συγκεκριμένη και πρέπει να γίνεται με πρόθεσή του προς αναγνώριση του επιβλαβούς αυτού γεγονότος.

Απόδειξη δηλαδή δεν αποτελεί κάθε ομολογία, αλλά μόνον η γενόμενη με σκοπό αποδοχής του αμφισβητούμενου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος (ΑΠ 1306/2021, ΑΠ 168/2022, ΑΠ 1187/2015). Οι ομολογίες που γίνονται ενώπιον άλλου δικαστηρίου, καθώς και εκείνες που περιέχονται σε άλλα έγγραφα που εκδίδονται από το διάδικο, αποτελούν εξώδικες ομολογίες που εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 761/2020, ΑΠ 1187/2015).

Εξάλλου, ο λόγος αυτός για τη μη λήψη υπόψη της δικαστικής ή εξώδικης ομολογίας, ιδρύεται εφόσον ο αναιρεσείων επικαλείται νόμιμα με τις προτάσεις του ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας τόσο την ύπαρξη του αποδεικτικού αυτού μέσου, όσο και του εγγράφου στο οποίο περιέχεται (ΑΠ 1306/2021, ΑΠ 1291/2019, ΑΠ 33/2014). Για την επίκληση αυτή πρέπει να γίνει ρητή αναφορά στο αναιρετήριο, αλλιώς ο λόγος αναίρεσης κρίνεται αόριστος και απαράδεκτος (ΑΠ 168/2022, ΑΠ 1306/2021, ΑΠ 339/2021, ΑΠ 81/2020, ΑΠ 1291/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η από τον αριθμό 11 περ. γ` του άρθρου 559 KΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του κατά το σχηματισμό του πορίσματός του, την περιεχόμενη στα πρακτικά συνεδριάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία αυτοκινητικών διαφορών της συνεδρίασης της 3ης Νοεμβρίου 2017), δικαστική ομολογία των αναιρεσιβλήτων, σύμφωνα με τα οποία ο δεύτερος των αναιρεσιβλήτων κατέθεσε ότι ο μισθός που έπαιρνε αυτός (ενάγων) ήταν 1.520 ευρώ, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί στην εσφαλμένη κρίση ότι "μεταξύ των δύο πλευρών συμφωνήθηκε ότι οι υπέρτερες αυτές αποδοχές των 1200 ευρώ μηνιαίως καλύπτουν εκτός από το μισθό, την υπερεργασία και τα επιδόματα δώρων εορτών και μπορεί να συμψηφιστούν με τις αξιώσεις μου".

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος και ως εκ τούτου απαράδεκτος, κατ` άρθρο 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., καθόσον, προκειμένης διαφοράς εκδικαζόμενης κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, ο αναιρεσείων δεν επικαλείται στον οικείο αναιρετικό λόγο, παραδεκτή προβολή του εν λόγω αποδεικτικού αυτού μέσου (ομολογίας), ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, με τις προτάσεις του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ή με την προσθήκη του σε αυτές, προς αντίκρουση της ένστασης εξόφλησης των εναγομένων και επανυποβολή του, κατά νόμιμο τρόπο ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, κατά τα προεκτεθέντα, ούτε επικαλείται το πρώτον προβολή αυτού με τις προτάσεις του ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, ως υπεράσπιση κατά της κατ' αυτού ασκηθείσας έφεσης των αναιρεσιβλήτων, ούτως ώστε να ιδρύεται παραδεκτά ο από τον αριθμό 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ σχετικός αναιρετικός λόγος.

Σημειώνεται ότι από την επισκόπηση των προτάσεων του αναιρεσείοντος ως εφεσιβλήτου στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο προκύπτει ότι δεν είχε γίνει επίκληση δικαστικής ομολογίας. Σε κάθε, όμως, περίπτωση ο ίδιος ως άνω λόγος είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, δεδομένου ότι τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται, δεν συνιστούν δικαστική ομολογία, κατά την έννοια του άρθρ. 352 ΚΠολΔ, αλλά εξώδικη ομολογία, η οποία εκτιμάται ελευθέρως από το δικαστήριο της ουσίας, αφού αυτή δεν δόθηκε ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει τη συγκεκριμένη δίκη, αλλά στα πλαίσια άλλης δίκης, που εκδικάστηκε με τη διαδικασία των αυτοκινητικών διαφορών. 5.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του KΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α` του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση, πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος, από αυτή, λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται, καθόλου, πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (Ολ ΑΠ 2/2022, Ολ ΑΠ 1/1999).

Για να είναι όμως, ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίον αποδίδεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην της αναφοράς της διάταξης του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και μάλιστα ενάριθμα, του προταθέντος ουσιώδους αυτοτελούς ισχυρισμού και των θεμελιούντων αυτόν πραγματικών περιστατικών, το μεν να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το δε να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις, που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 57/2022, ΑΠ 81/2020, ΑΠ 1184/2015).

Επομένως, η έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες (άρθρο 559 αριθ. 19 του KΠολΔ), πρέπει να προκύπτουν από τη διατυπωθείσα, προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης, ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, επί των ζητημάτων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση, τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 57/2022, ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλόμενου στο αναιρετήριο, σχετικού λόγου αναίρεσης(ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 57/2022, 81/2020).

Μεμονωμένες και αποσπασματικές, παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, κατ` επιλογή του αναιρεσείοντος, δεν αρκούν για το ορισμένο αυτών των αναιρετικών λόγων, αφού έτσι δεν είναι δυνατή η στοιχειοθέτησή τους με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου (ΟλΑΠ 28/1998, ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 1620/2022, ΑΠ 57/2022). Στη συγκεκριμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 άρθρου 559 KΠολΔ και ειδικότερα αποδίδεται στο Εφετείο ότι, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα α) περί του είδους της εργασίας που παρείχε στους εναγόμενους και ήδη αναιρεσίβλητους και β) περί του συμφωνηθέντος ύψους των μηνιαίων αποδοχών του, υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι διέλαβε στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, αναφορικά με τα ζητήματα αυτά.

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, η οποία καθιστά, εν προκειμένω, ανέφικτο τον αναιρετικό του έλεγχο. Τούτο δε διότι, για τη θεμελίωση του λόγου αυτού, και σύμφωνα με τις προαναφερθείσες νομικές σκέψεις της παρούσας, δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο οι συγκεκριμένες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκαν, ούτε διαλαμβάνονται, όπως είναι αναγκαίο παρά μόνο αποσπασματικά, οι κρίσιμες παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης.

Σε κάθε περίπτωση δεν συνιστά αντίφαση η παραδοχή ότι για το από 1.7.2013 έως 10.3.2016 χρονικό διάστημα, ο αναιρεσείων αναλάμβανε με συμβάσεις έργου τις επισκευές ξυλίνων κουφωμάτων, επίπλων κλπ στην επιχείρηση ξενοδοχείου του δευτέρου αναιρεσίβλητου αντί εργολαβικής αμοιβής για κάθε έργο που αναλάμβανε και ότι σε μεταγενέστερο χρόνο από 11.3.2016 προσελήφθη ως εργάτης γενικών καθηκόντων με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και απασχολήθηκε στο κατάστημα και το ξενοδοχείο με μεταφορές παραθεριστών από το λιμάνι ή το αεροδρόμιο στο ξενοδοχείο, επισκευή και βάψιμο ξύλινων κουφωμάτων και λοιπές χειρονακτικές εργασίες, όπως και στο κατάστημα απορρυπαντικών, αφού πρόκειται για διαφορετικές έννομες σχέσεις που ίσχυσαν σε διακριτά χρονικά διαστήματα.

Ούτε συνιστά αντίφαση η κατά την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας παραδοχή ότι οι μηνιαίες αποδοχές του αναιρεσείοντος ανέρχονταν στο ποσό των 1200 ευρώ μηνιαίως με το ότι κατά τον οικείο αναιρετικό λόγο ο δεύτερος αναιρεσίβλητος σε άλλη δίκη είχε ομολογήσει διαφορετικό ύψος αποδοχών. Επομένως, ο ως άνω τρίτος λόγος αναίρεσης από τον αρ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

6. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 20 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το Δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το Δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς με άλλα αποδεικτικά μέσα, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτικού γεγονότος.

Κατά την έννοια της άνω διάταξης ως έγγραφα, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων ιδρύει λόγο αναιρέσεως, θεωρούνται τα από τις διατάξεις των άρθρων 339 και 432 επ. ΚΠολΔ προβλεπόμενα αποδεικτικά έγγραφα. Τα διαδικαστικά δικόγραφα της ενεστώσας δίκης, όπως το δικόγραφο της αγωγής, ανταγωγής, έφεσης ή των προτάσεων, δεν αποτελούν έγγραφα (ΑΠ 155/2022, ΑΠ 955/2021, ΑΠ 189/2019, ΑΠ 1105/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης προβάλλει την αιτίαση από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ειδικότερα ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της ένδικης αγωγής του, δεχόμενο διαφορετικά γεγονότα από αυτά που πράγματι αναφέρονται σε αυτή και συγκεκριμένα ότι το ύψος της αμοιβής του, που συνομολογήθηκε κατά την πρόσληψή του, ανέρχονταν στο ποσό των 1200 ευρώ μηνιαίως.

Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος, δεδομένου ότι η ένδικη αγωγή είναι διαδικαστικό και όχι αποδεικτικό έγγραφο και ως εκ τούτου από την αναφερόμενη παραμόρφωση του περιεχομένου αυτής δεν ιδρύεται ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης. 7. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της πρώτης αναιρεσίβλητης, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

Σημειώνεται, ότι δεν επιδικάζονται δικαστικά έξοδα υπέρ του δεύτερου αναιρεσίβλητου, ως προς τον οποίο, επίσης, απορρίπτεται η αίτηση αναίρεσης, διότι αυτός λόγω της ερημοδικίας του στην αναιρετική δίκη, δεν υποβλήθηκε σε δικαστικά έξοδα.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 28.12.2020 και με αριθ. κατάθεσης 8/27.4.2021 αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθμ. 25/10.2.2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της πρώτης αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.- ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Δεκεμβρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Ιανουαρίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ