Legislator Case Law & Legislation
159/2022 AI generated

Supreme Court annuls Athens Court of Appeal decision and retains case for substantive review.

Case Number 159/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Allowed / Granted

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the Court of Appeal's decision and retained the case for substantive review. The appellant argued the lower court lacked legal basis, while the appellee contested this claim. The court found the appeal valid and ordered a new hearing to adjudicate the merits directly.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 para. 1, Art. 580 para. 3 of the Code of Civil Procedure; If the Supreme Court annuls a decision for any reason other than jurisdictional errors, it may retain the case and adjudicate it substantively without remitting it.

Keywords

AI generated
retention of case substantive review annulment of decision Code of Civil Procedure Supreme Court jurisdiction remittal prohibition second remittal ban

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 para. 19 of the Code of Civil Procedure
Art. 579 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 570 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Art. 580 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Art. 495 para. 3 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 159 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 159/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο - Εισηγητή, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα και Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Δεκεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας με την επωνυμία "Ε. Β. Κ. Ψ. Δ. Α. Ε." και διακριτικό τίτλο "D. P. H. A.E." (πρώην "O. C. Α. Ε. Ε. Κ. Α. Κ. Π. Ψ. Δ." με διακριτικό τίτλο "O. C. Α.Ε.", πρώην "O. C. Α. Ε. Ε. Κ. Α.", πρώην "D. P. H. A.E."), που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Παναγιώτη Γιαννόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και Στυλιανό Σταματόπουλο, που ανακάλεσε την από 12/11/2020 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Εταιρείας με την επωνυμία "K. P. N.V.", (πρώην "K. P. E. N.V.") που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Γούσιο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 30/5/2006 και 10/3/2011 αγωγές της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5251/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 441/2016 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 28/3/2016 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 1589/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 441/2016 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 2196/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29/8/2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο παραστάς στο ακροατήριο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Παραβιάζεται δε ο κανόνας αυτός αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνετρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν πρέπει, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα (ΑΠ Ολομ. 7/2006, 4/2005). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της αποφάσεως τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της (ΑΠ Ολομ. 1/1999).

Έξαλλου, από τις διατάξεις των παραγράφων 1, 3, 4 και 5 του άρθρου 5 του ν. 1733/1987 προκύπτει ότι θετικές ουσιαστικές προϋποθέσεις για τη χορήγηση έγκυρου διπλώματος ευρεσιτεχνίας είναι το "νέο" της εφεύρεσης, η εφευρετική δραστηριότητα ως περιεχόμενο αυτής και η επιδεκτικότητα της εφεύρεσης προς βιομηχανική εφαρμογή.

Νέα κρίνεται, μια εφεύρεση αν δεν ανήκει στη στάθμη της τεχνικής και ως τέτοια νοείται κάθε τι που είναι γνωστό οπουδήποτε στον κόσμο (αρχή της οικουμενικότητας) από γραπτή ή προφορική περιγραφή ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο, πριν από την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης για τη χορήγηση διπλώματος ευρεσιτεχνίας.

Έτσι, το στοιχείο του "νέου" θεωρείται ότι υπάρχει, όταν πρόκειται μεν για παραγωγή προϊόντος, αν το προϊόν αυτό διαφέρει από τα ομοειδή του προϊόντα με ουσιώδη νέα χαρακτηριστικά, όταν πρόκειται δε για παραγωγή αποτελέσματος, αν εμφανίζει αξιόλογη βελτίωση ήδη γνωστού αποτελέσματος, ανεξαρτήτως του αν η βελτίωση αφορά μόνο στον τρόπο παραγωγής ή μόνο στο αποτέλεσμα ή στη μείωση της δαπάνης παραγωγής του ή και όλα μαζί και δεν εμφανίζεται σαν απλή προσαρμογή στοιχείων μεθόδων που είναι ήδη γνωστά, χωρίς αξιόλογο αποτέλεσμα ή βελτίωση ή σαν απλή νέα χρήση ενός μέσου που είναι γνωστό σε αντικείμενα άλλα, από εκείνα στα οποία είχε χρησιμοποιηθεί προηγουμένως, κατά τον ίδιο τρόπο κατά τον οποίο πάντοτε γινόταν η χρησιμοποίησή του, για να επιτευχθεί το ίδιο αποτέλεσμα (ΑΠ 1589/2017, ΑΠ 1654/2013, ΑΠ 1344/2012, ΑΠ 545/1996, ΑΠ 1588/1991).

Μία επινόηση θεωρείται ότι εμπεριέχει εφευρετική δραστηριότητα αν, κατά την κρίση του μέσου ειδικού, δεν προκύπτει με προφανή τρόπο από την υπάρχουσα, στάθμη της τεχνικής. Δηλαδή, ο μέσος ειδικός να μη μπορούσε, αξιοποιώντας τη στάθμη της τεχνικής, να φθάσει στην επίλυση του τεχνικού προβλήματος ή όπως ορίζεται στην παρ. 4 του άρθρου 5, η εφεύρεση, κατά την κρίση του ειδικού, να μη προκύπτει κατά προφανή τρόπο από την υπάρχουσα στάθμη της τεχνικής.

Πρέπει δηλαδή η λύση του τεχνικού προβλήματος να μη βρίσκεται μέσα στις δυνατότητες του μέσου ειδικού, ούτε να παρίσταται ως ένας από τους κρίκους στην αλυσίδα της τεχνολογικής προόδου, αλλά να εμφανίζεται ως κάτι που υπερβαίνει την ομαλή τεχνολογική πρόοδο και αποτελεί άλμα προόδου, επίτευγμα που είναι πέρα από το προβλεπτέο μέτρο για το μέσο ειδικό.

Η μεταφορά μιάς λύσης ήδη γνωστής σε άλλο τεχνικό πρόβλημα αποτελεί εφεύρεση, μόνο αν η λύση του προβλήματος τεχνικά δεν αναμενόταν. Ακόμη, ο συνδυασμός περισσοτέρων τεχνικών μέσων ή διαδικασιών για την επίλυση ενός τεχνικού προβλήματος με τρόπο ενιαίο αποτελεί εφεύρεση, μόνο αν ο συνδυασμός δεν είναι προφανής για μέσο ειδικό.

Η εφαρμογή ισοδύναμων μέσων ενός ήδη λυμένου τεχνικού προβλήματος αποτελεί εφεύρεση, μόνο αν το ισοδύναμο μέσο δεν είναι γνωστό στο μέσο ειδικό. Μία εφεύρεση, τέλος, θεωρείται επιδεκτική βιομηχανικής εφαρμογές αν το αντικείμενό της μπορεί να παραχθεί ή να χρησιμοποιηθεί σε οποιανδήποτε τομέα παραγωγικής δραστηριότητας.

Εξάλλου, κατά θεμελιώδη αρχή του δικαίου της ευρεσιτεχνίας, που εξαγγέλλεται από το άρθρο 1 του ανωτέρω νόμου, διπλώματα ευρεσιτεχνίας παραχωρούνται μόνο σε εφευρέσεις που πληρούν τις ουσιαστικές προϋποθέσεις προστασίας που προβλέπει ο νόμος. Όμως, η ύπαρξη των στοιχείων της εφεύρεσης και η συνδρομή των ουσιαστικών προϋποθέσεων προστασίας αυτής με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, ελέγχονται σε περιορισμένη έκταση πριν από την παραχώρηση του διπλώματος ευρεσιτεχνίας.

Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τα άρθρα 7 και 8 του ανωτέρω νόμου, ελέγχονται μόνο οι τυπικές προϋποθέσεις της αίτησης και οι αρνητικές ουσιαστικές προϋποθέσεις χορήγησης του διπλώματος ευρεσιτεχνίας, με συνέπεια τη δυνατότητα χορήγησης του σχετικού διπλώματος χωρίς να συντρέχουν οι κατά το νόμο όροι έκδοσης αυτού και τη δημιουργία, περαιτέρω, νομίμου τεκμηρίου, περί συνδρομής των ουσιαστικών προϋποθέσεων για τη χορήγηση διπλώματος ευρεσιτεχνίας.

Το τεκμήριο νομιμότητας του διπλώματος ευρεσιτεχνίας ως διοικητικής πράξης ανατρέπεται και το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας μπορεί να κηρυχθεί άκυρο με δικαστική απόφαση του αρμόδιου δικαστηρίου, είτε διότι έλειπε μία από τις άνω ουσιαστικές θετικές προϋποθέσεις χορήγησής του είτε για κάποιον από τους λοιπούς λόγους, που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 15 του άνω νόμου.

Η ακυρότητα δε αυτή μπορεί να προβληθεί όχι μόνο με αγωγή ή ανταγωγή, αλλά και με ένσταση. Έτσι ο επικαλούμενος την ακυρότητα του διπλώματος ευρεσιτεχνίας ως ενάγων ή ενιστάμενος οφείλει να επικαλεστεί και αποδείξει τους λόγους ακυρότητας του διπλώματος, ότι η εφεύρεση δεν είναι νέα, αλλά ανήκει στη στάθμη της τεχνικής, με την έννοια που προαναφέρθηκε, πριν από την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης για τη χορήγηση του διπλώματος ευρεσιτεχνίας, είτε ότι δεν εμπεριέχει εφευρετική ιδέα, είτε ότι δεν είναι επιδεκτική βιομηχανικής εφαρμογής.

Μετά την τελεσίδικη αναγνώριση της ακυρότητας ανατρέπεται το τεκμήριο νομιμότητας που συνοδεύει το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, λόγω δε της φύσεως αυτού ως διοικητικής πράξεως ισχύει έναντι πάντων, αν και δεν δημιουργεί δεδικασμένο. Μετά την τελεσιδικία της αποφάσεως που κηρύσσει άκυρο το δίπλωμα οι δίκες, που έχουν ανοιχθεί και είχαν ως αίτημα την παράλειψη προσβολής του διπλώματος ή την αποζημίωση του δικαιούχου, δεν συνεχίζονται (ΑΠ 1589/2017, ΑΠ 1654/2013).

Με τον υπό στοιχείο 3.3 λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεως του άρθρου 5 ν. 1733/1987 η προσβαλλομένη απόφαση απέρριψε ως αβάσιμη ουσιαστικά την προς απόκρουση των ένδικων αγωγών της αναιρεσιβλήτου προταθείσα από την αναιρεσείουσα ένσταση του άρθρου 15 ν. 1733/1987 περί ακυρότητος των αναφερομένων σ' αυτήν (αγωγή) ευρωπαϊκών διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας λόγω μη συνδρομής των από το άρθρο 5 ν. 1733/1987 προβλεπομένων ουσιαστικών προϋποθέσεων χορηγήσεως αυτών, δεχθείσα, με ελλιπή αιτιολογία της ελάσσονος προτάσεως του νομικού συλλογισμού που αναφέρεται στο πραγματικό (μείζονα πρόταση) του παραπάνω κανόνα δικαίου, τη συνδρομή των επικαλουμένων ως ελλειπουσών προϋποθέσεων παρόλο που τα ως αποδειχθέντα, γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά απέκλειαν την κρίση αυτή επιβάλλοντα την παραδοχή της ενστάσεως.

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή (αρθ. 561 § 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι αυτή, μετ' εκτίμηση των προσκομισθεισών από τους διαδίκους αποδείξεων, δέχθηκε, αναφορικά με το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ως άνω ζήτημα, τα ακόλουθα: "... Η ενάγουσα είναι ανώνυμη εταιρεία, η οποία εδρεύει στην ..., έχει ως αντικείμενό της την εφεύρεση, την ανάπτυξη, την παραγωγή και την εμπορία ηλεκτρικών και ηλεκτρονικών συσκευών και συναφών προϊόντων.

Είναι κάτοχος δύο Ευρωπαϊκών Διπλωμάτων Ευρεσιτεχνίας που της έχουν απονεμηθεί από το Ευρωπαϊκό Γραφείο Διπλωμάτων Ευρεσιτεχνίας, που εδρεύει στο Μονάχο της Γερμανίας και συγκεκριμένα: α) του υπ' αριθμ. ... Ευρωπαϊκού Διπλώματος Ευρεσιτεχνίας με χρονική διάρκεια ισχύος του από 1-2-1995 έως 2-2-2015, το οποίο έχει αποκτήσει ισχύ στην Ελλάδα, δυνάμει του υπ αριθμ. ...

πιστοποιητικού "κατάθεσης μετάφρασης Ευρωπαϊκού Διπλώματος Ευρεσιτεχνίας" που της έχει χορηγηθεί από τον Ο.Β.Ι. (βλ. την με επίκληση προσκομιζόμενη με ημερομηνία 21-2-2005 και αριθμ. πρωτ. ... βεβαίωση του 0.6.Ι.) και β) του υπ' αριθμ. ... Ευρωπαϊκού Διπλώματος Ευρεσιτεχνίας, με χρονική διάρκεια ισχύος του από 26-8-1996 έως 27-8-2016, το οποίο έχει αποκτήσει ισχύ στην Ελλάδα δυνάμει του υπ' αριθμ. ...

πιστοποιητικού "κατάθεσης μετάφρασης Ευρωπαϊκού Διπλώματος Ευρεσιτεχνίας" που της έχει χορηγηθεί από τον Ο.Β.Ι. (βλ. την με επίκληση προσκομιζόμενη με ημερομηνία 9-1-2006 και αριθμ. πρωτ. … βεβαίωση του Ο.Β.Ι.). Το πρώτο από τα προαναφερθέντα διπλώματα Ευρωπαϊκό Δίπλωμα Ευρεσιτεχνίας, το οποίο έχει τίτλο "Μέθοδος μετατροπής μιας σειράς λέξεων πληροφοριών τι-μπιτ σε ένα διαμορφωμένο σήμα, μέθοδος παραγωγής ενός φορέα στοιχείων πληροφορίας, συσκευή κωδικοποίησης, συσκευή αποκωδικοποίησης, συσκευή καταχώρησης, συσκευή ανάγνωσης, σήμα, καθώς και ένας φορέας στοιχείων πληροφορίας" αφορά εφεύρεση μεθόδου, της οποίας εφευρέτης είναι ο Schouhamer Ιmmink Komeliw Αntonie.

Συγκεκριμένα, η ως άνω εφεύρεση αναφέρεται: 1) σε μία μέθοδο για τη μετατροπή μιας σειράς λέξεων πληροφοριών των m δυαδικών ψηφίων (m-μπιτ) σε ένα διαμορφωμένο σήμα, όπου το m είναι ένας ακέραιος, στην οποία μέθοδο μία λέξη κώδικα των n δυαδικών ψηφίων (η μπιτ) παρέχεται για κάθε λαμβανόμενη λέξη πληροφορίας, όπου το n είναι ένας ακέραιος μεγαλύτερος του m και οι παραδιδόμενες λέξεις κώδικα μετατρέπονται στο διαμορφωμένο σήμα, που αντιστοιχεί να ικανοποιεί ένα προκαθορισμένο κριτήριο, 2) μία μέθοδο διάθεσης ενός φορέα στοιχείων πληροφορίας επί του οποίου γίνεται η καταχώρηση ενός σήματος σύμφωνα με τη μέθοδο αυτή, 3) σε μία συσκευή κωδικοποίησης για την εκτέλεση της μεθόδου όπως αυτή αξιώνεται, η οποία συσκευή περιλαμβάνει έναν m προς n μετατροπέα, για την μετατροπή των λέξεων πληροφοριών των m - μπιτ σε λέξεις κώδικα των n μπιτ, και μέσο για την μετατροπή των λέξεων κώδικα των n μπιτ σε ένα διαμορφωμένο σήμα, 4) σε μία συσκευή καταχώρησης στην οποία χρησιμοποιείται μία συσκευή κωδικοποίησης του τύπου αυτού, 5) σε ένα σήμα, 6) σε ένα Φορέα στοιχείων πληροφορίας, επί του οποίου είναι καταχωρημένο το σήμα 7) σε μία συσκευή αποκωδικοποίησης για τη μετατροπή του σήματος σε μία σειρά λέξεων πληροφοριών των m - bit, η οποία συσκευή περιλαμβάνει μέσο μετατροπής για την μετατροπή του σήματος σε μία σειρά δυαδικών ψηφίων από bits, που έχουν πρώτη ή δεύτερη λογική τιμή, η οποία σειρά δυαδικών ψηφίων περιλαμβάνει λέξεις κώδικα των n που αντιστοιχούν στα τμήματα του σήματος πληρoφορίας και όπου η συσκευή αυτή περιλαμβάνει μέσο μετατροπής για τη μετατροπή των σειρών λέξεων κώδικα σε σειρές λέξεων πληροφοριών, ενώ καταλογίζεται μία λέξη πληροφορίας εξαρτημένη από λέξη κώδικα για κάθε προς μετατροπή λέξη κώδικα και 8) σε μία συσκευή ανάγνωσης, στην οποία χρησιμοποιείται μια συσκευή αποκωδικοποίησης του τύπου αυτού.

Το ως άνω δεύτερο Ευρωπαϊκό Δίπλωμα Ευρεσιτεχνίας, το οποίο έχει τίτλο "Μέθοδος για τη μετατροπή μιας σειράς, λέξεων πληροφοριών των m bιt σε ένα διαμορφωμένο σήμα, μέθοδος για την παραγωγή ενός φορέα αρχείου, συσκευή κωδικοποίησης, συσκευή καταχώρησης σήματος, καθώς επίσης ένας φορέας αρχείου, αφορά εφεύρεση μεθόδου, της οποίας εφευρέτης είναι, επίσης, ο πιο πάνω εφευρέτης του πρώτου Ευρωπαϊκού Διπλώματος Ευρεσιτεχνίας.

Αυτή η εφεύρεση αναφέρεται: 1) σε μία μέθοδο για την μετατροπή μιας σειράς λέξεων πληροφοριών των m-bit σε ένα διαμορφωμένο σήμα, όπου το n είναι ένας ακέραιος, στην οποία μέθοδο αποδίδεται μία λέξη κώδικα των n - bit για κάθε λαμβανόμενη λέξη πληροφοριών, όπου το n είναι ένας ακέραιος μεγαλύτερος του m και οι απoδιδόμενες λέξεις κώδικα μετατρέπονται στο διαμορφωμένο σήμα, και στην οποία σειρά των λέξεων πληροφοριών μετατρέπεται σε μία σειρά λέξεων κώδικα σύμφωνα με τους κανόνες μετατροπής, έτσι ώστε το αντίστοιχο διαμορφωμένο σήμα να ικανοποιεί ένα προκαθορισμένο κριτήριο, και στην οποία οι λέξεις κώδικα εκτείνονται σε τουλάχιστο μία ομάδα ενός πρώτου τύπου και τουλάχιστο μία ομάδα ενός δεύτερου τύπου, ενώ η απόδοση καθεμίας των λέξεων κώδικα που ανήκουν στην ομάδα του πρώτου τύπου εγκαθιστά μία πρώτου τύπου κατάσταση κωδικοποίησης που προσδιορίζεται από τη συναφή ομάδα, η απόδοση καθεμιάς των λέξεων κώδικα, που ανήκουν στην ομάδα του δεύτερου τύπου εγκαθιστά μία δευτέρου τύπου κατάσταση κωδικοποίησης, που προσδιορίζεται από την συναφή ομάδα και από τη λέξη πληροφοριών, την συναφή προς την αποδοθείσα λέξη κώδικα και, όταν μία από τις λέξεις κώδικα έχει εκχωρηθεί προς τη ληφθείσα λέξη πληροφοριών επιλέγεται αυτή η λέξη κώδικα από ένα σύνολο λέξεων κώδικα που εξαρτάται από την εγκατασταθείσα κατάσταση κωδικοποίησης, όταν είχε αποδοθεί η προηγούμενη λέξη κώδικα, ενώ τα σύνολα των λέξεων κώδικα που ανήκουν στις καταστάσεις κωδικοποίησης του δεύτερου τύπου, δεν περιέχουν καθόλου λέξεις κώδικα από κοινού, στην οποία ομάδα του δεύτερου τύπου περιλαμβάνει τουλάχιστο μία λέξη κώδικα που είναι συναφής με πολλές λέξεις πληροφοριών, μεταξύ των οποίων η αντίστοιχη λέξη πληροφοριών μπορεί να αναγνωριστεί ανιχνεύοντας το αντίστοιχο σύνολο του οποίου είναι μέλος η ακολουθούσα λέξη κώδικα, 2) σε μία μέθοδο για την παραγωγή ενός φορέα αρχείου, στον οποίο καταχωρείται ένα σήμα που λαμβάνεται σύμφωνα με την εν λόγω μέθοδο, 3) σε μία συσκευή κωδικοποίησης για την εκτέλεση της μεθόδου όπως αξιώνεται, η οποία συσκευή περιλαμβάνει ένα μετατροπέα από m-bit προς n-bit για την μετατροπή των λέξεων πληροφοριών των m-μπιτ σε λέξεις κώδικα των n-μπιτ και μέσα για την μετατροπή των λέξεων κώδικα των n-bit σε ένα διαμορφωμένο σήμα, 4) σε μία συσκευή καταχώρησης στην οποία χρησιμοποιείται μία συσκευή κωδικοποίησης αυτού του τύπου, 5) σε ένα σήμα και 6) σε ένα φορέα αρχείου, στον οποίο καταχωρείται το σήμα.

Τα ως άνω διπλώματα ευρεσιτεχνίας της ενάγουσας αναφέρονται στην μέθοδο κωδικοποίησης των λέξεων πληροφορίας (δεδομένων) που αποθηκεύονται σε οπτικούς ψηφιακούς δίσκους DVD, με σκοπό την ικανοποίηση τεχνικών χαρακτηριστικών αναγνωσιμότητας των δεδομένων αυτών από τις συσκευές ανάγνωσης DVD. Δηλαδή, οι εφευρέσεις στις οποίες βασίζονται οι ευρεσιτεχνίες, αφορούν τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα ενός οπτικού συστήματος αποθήκευσης.

Το μέχρι τότε γνωστό σύστημα αποθήκευσης, ήταν το σύστημα συμπαγούς δίσκου (CD). Οι άνω εφευρέσεις εφαρμόζονται στο σύστημα αποθήκευσης DVD, το οποίο έχει σημαντικά μεγαλύτερη πυκνότητα αποθήκευσης δεδομένων. Πριν τα προς αποθήκευση δεδομένα αποθηκευθούν στον οπτικό δίσκο DVD, κωδικοποιούνται με πλήθος βημάτων.

Η κωδικοποίηση πρέπει να είναι εκ νέου ανακτήσιμη. Η αποκωδικοποίηση, πραγματοποιείται με τα ίδια βήματα, όπως η κωδικοποίηση αλλά με αντίστροφη σειρά. Οι επίδικες εφευρέσεις ασχολούνται με τη λεγόμενη διαμόρφωση διαύλου. Πρόκειται για ένα βήμα κωδικοποίησης που εκτελείται πριν την αποθήκευση δεδομένων.

Με τη διαμόρφωση διαύλου λύνονται, σε σχέση με την στάθμη της τεχνικής (μέθοδος EFM, η οποία εφαρμόζεται σε συμπαγή δίσκο {CD}) τα ακόλουθα ζητήματα: ο κώδικας λαμβάνει δομή η οποία δίνει τη δυνατότητα να αποθηκεύεται η συνολική πληροφορία, σε μικρότερο χώρο απ' ότι η διαμορφωμένη πληροφορία και ταυτόχρονα επιτυγχάνεται ο αποκλεισμός ορισμένων χαμηλών συχνοτήτων στο διαμορφωμένο σήμα, ήτοι, επιτρέπει εγγραφή δεδομένων με μεγάλη πυκνότητα, την εγγραφή και αναπαραγωγή τους με μεγάλη ταχύτητα, χωρίς θόρυβο και με μεγάλη μείωση των σφαλμάτων και οδήγησε στο ποιοτικό άλμα που διέκρινε τους δίσκους DVD από τους παλαιότερους δίσκους CD.

Η άνω μέθοδος διαμόρφωσης, ονομάσθηκε ΕFΜ+. Οι αξιώσεις των επίδικων ευρεσιτεχνιών προστατεύουν τόσο τη μέθοδο κωδικοποίησης, τη συσκευή κωδικοποίησης, το κωδικοποιημένο σήμα, το δίσκο με το αντιστοίχως διαμορφωμένο σήμα, τον αποκωδικοποιητή που αποκωδικοποιεί το σήμα, όσο και τη συσκευή αναπαραγωγής που έχει ένα τέτοιο αποκωδικοποιητή.

Από τις εταιρείες Philips, Hitachi Matsushita, Mitsubishi, Pioneer, Sony Thomson, Time Warner, Toshiba, και Victor Company οf Japan έχει εκδοθεί ένα σύνολο προδιαγραφών, με τίτλο DVD specifications for Read-Only Disc" (Προδιαγραφές DVD για δίσκο μόνο ανάγνωσης), οι οποίες ορίζουν τα φυσικά χαρακτηριστικά, τη μορφοποίηση δεδομένων και τη μέθοδο διαμόρφωσης των δίσκων DVD, προκειμένου ένας δίσκος DVD να είναι αναγνώσιμος από οποιαδήποτε συσκευή ανάγνωσης DVD.

Η μέθοδος διαμόρφωσης που καθορίζεται στις προδιαγραφές αυτές, ονομάσθηκε EFM+ και είναι πλήρως συμβατή με τα δύο παραπάνω διπλώματα ευρεσιτεχνίας (βλ. την από 7-1-2008 τεχνική έκθεσή του ορισθέντος με απόφαση του ΤΕΕ, κατόπιν αίτησης της ενάγουσας, στα πλαίσια άλλης δίκης με διάδικο την ενάγουσα και αντικείμενο τα επίδικα διπλώματα ευρεσιτεχνίας, πραγματογνώμονα Φ.-Α.

Μ., Διπλωματούχου Ηλεκτρολόγου Μηχανικού του Ε.Μ.Π και την … τεχνική έκθεση του Ο. Α., Ηλεκτρολόγου Μηχανικού και Μηχανικού Η/Υ ΕΜΠ, που διορίσθηκε ως πραγματογνώμονας από το δικαστήριο, στα πλαίσια άλλης δίκης με διάδικο την ενάγουσα και αντικείμενο τα επίδικα διπλώματα ευρεσιτεχνίας). Η εναγόμενη, ισχυρίζεται ότι η μέθοδος κωδικοποίησης "EFM+", που εμπεριέχουν τα ως άνω διπλώματα ευρεσιτεχνίας της ενάγουσας στερείται εφευρετικής δραστηριότητας και της ιδιότητας του νέου (αρθρ. 15 ν. 1733/1987) και συνεπώς τα διπλώματα αυτά...είναι άκυρα.

Ο ισχυρισμός της αυτός, τον οποίο επαναφέρει με τον τέταρτο λόγο της έφεσης και συνιστά ένσταση, δεν αποδείχτηκε βάσιμος στην ουσία του. Και τούτο διότι σύμφωνα με την ως άνω, με αριθμό ... έκθεση πραγματογνωμοσύνης, του πραγματογνώμονος Ο. Α. η περιγραφόμενη μέθοδος (εφεύρεση) στο πρώτο επίδικο ευρωπαϊκό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, με αριθμό ... (ΕΔΕ1), επιλύει ένα πρόβλημα της τεχνικής και συγκεκριμένα αυτό της εξεύρεσης μεθόδου κωδικοποίησης, η οποία να δέχεται ως είσοδο οποιαδήποτε δυαδική ακολουθία και να δίνει ως έξοδο δυαδική ακολουθία υπό τους αναφερόμενους περιορισμούς καθώς και της εξεύρεσης αντίστοιχης μεθόδου αποκωδικοποίησης, η οποία θα εκτελεί την αντίστροφη μετατροπή.

Για το πρόβλημα αυτό υπήρχαν γνωστές λύσεις (πχ η μέθοδος EFM ), πλην όμως η λύση που προτείνεται στο δίπλωμα αυτό, έχει διαφορές στη μεθοδολογία από τις προηγούμενες και επιτυγχάνει αποτελέσματα τα οποία δεν μπορούσαν να επιτευχθούν από τις, έως τότε γνωστές μεθόδους, οπότε αποτελεί βήμα τεχνικής προόδου.

Συνιστά, δηλαδή σε σχέση με τα αποτελέσματα, αξιόλογη βελτίωση της μεθόδου EFM που αποτελούσε την πλησιέστερη μέχρι τότε μέθοδο στη στάθμη της τεχνικής, η οποία χρησιμοποιείται για την καταχώρηση πληροφοριών σε συμπαγείς οπτικούς δίσκους CD, διότι πέτυχε αύξηση του ρυθμού των δεδομένων της τάξης του 6%, αύξηση της χωρητικότητας του οπτικού μέσου (DVD) και καλύτερες επιδόσεις στον τομέα του περιορισμού των χαμηλών συνιστωσών φάσματος (DC).

Οι καινοτομίες που εισάγονται με το άνω ευρωπαϊκό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας και συγκεκριμένα η κατασκευή συγκεκριμένου γράφου καταστάσεων και ο διαχωρισμός αυτών, η κατασκευή κύριου και εναλλακτικού πίνακα και η προσθήκη λέξεων συγχρονισμού δεν ήταν (στο σύνολό τους) προβλεπόμενες από το μέσο ειδικό (σελ. 61, β' παράγραφος της με αριθμό ...

ως άνω έκθεσης πραγματογνωμοσύνης), έπρεπε δε, να επινοηθούν η μια μετά την άλλη για να φθάσουμε στη μέθοδο του άνω διπλώματος. Επιπλέον, η άνω μέθοδος έχει, όπως προαναφέρθηκε το στοιχείο του <νέου> διότι με βάση το υλικό για τη στάθμη της τεχνικής που συγκεντρώθηκε και τη σχετική έρευνα που διεξήχθη, δε βρέθηκε άλλη περιγραφή της εφεύρεσης που να ήταν δημοσιευμένη (ή γνωστή στο κοινό γενικότερα) πριν την 1-2-1995, οπουδήποτε στον κόσμο.

Επομένως, συνιστά εφεύρεση, κατά τα αναφερόμενα στην υπό στοιχ.

ΙΙ νομική σκέψη εφόσον πληρεί τις προϋποθέσεις του <νέου>, της εφευρετικής δραστηριότητας και είναι δεκτική βιομηχανικής εφαρμογής. Περαιτέρω, η μέθοδος που περιγράφεται στο δεύτερο ως άνω υπ' αριθμ. ... δίπλωμα ευρεσιτεχνίας (ΕΔΕ2) αποτελεί επανάληψη της μεθόδου του πρώτου (ΕΔΕ1) με αξιόλογες βελτιώσεις που εξασφαλίζουν ανώτερες επιδόσεις οπότε συντελεί βήμα τεχνικής προόδου, καθώς οι επιδόσεις, που παρέχει η εφεύρεση δεν μπορούσαν να επιτευχθούν από καμία άλλη γνωστή μέθοδο έως την 26-8-1996 (βλ.

σελ. 62 παρ. 7.4 της με αριθμό ... ως άνω έκθεσης πραγματογνωμοσύνης). Συγκεκριμένα, πρόκειται για μια μέθοδο που χρησιμοποιεί πάλι αυτόματο πεπερασμένων καταστάσεων στην κωδικοποίηση, έγινε όμως αλλαγή των πινάκων κωδικοποίησης σε σχέση με το ΕΔΕ1 που συνίσταται στη διαφορετική αντιστοίχιση λέξεων πληροφορίας και κωδικών λέξεων, όμως ο γράφος καταστάσεων είναι ίδιος.

Η αναδιάταξη αυτή οφείλεται στη δυνατότητα χρήσης εναλλάξ των κωδικών λέξεων με αρχική κατάσταση την 1 ή την 4. Για να χρησιμοποιηθεί αυτή η δυνατότητα πιο αποτελεσματικά για τον περιορισμό της DC συνιστώσας, έγιναν αλλαγές ώστε οι λέξεις που θα σχηματίζουν τα εναλλακτικά "ζευγάρια" (δηλαδή αυτές που θα αντιστοιχούν στην ίδια λέξη πληροφορίας) να έχουν αντίθετη επίδραση στη συνιστώσα DC.

Η εν λόγω καινοτομία επέφερε αξιόλογη βελτίωση του ρυθμού των δεδομένων σε σχέση με την ανταγωνιστική μέθοδο του ΕΔΕ1, διότι είναι απαλλαγμένη από μειονεκτήματα, εμφανίζει μεγαλύτερη καταπίεση των χαμηλών συνιστωσών, δεν ήταν δε, προφανής επιλογή από το μέσο ειδικό. Μάλιστα οι πίνακες του ΕΔΕ2 χρησιμοποιήθηκαν στο πρότυπο DVD (βλ.

ως άνω πραγματογνωμοσύνη Ο. Α.). Επιπλέον, η άνω μέθοδος έχει, όπως προαναφέρθηκε το στοιχείο του <νέου> διότι με βάση το υλικό για τη στάθμη της τεχνικής που συγκεντρώθηκε και τη σχετική έρευνα που διεξήχθη, δε βρέθηκε άλλη περιγραφή της εφεύρεσης που να ήταν δημοσιευμένη (ή γνωστή στο κοινό γενικότερα) πριν την 26-8-1996, οπουδήποτε στον κόσμο.

Επομένως συνιστά εφεύρεση...εφόσον πληρεί τις προϋποθέσεις του <νέου>, της εφευρετικής δραστηριότητας και είναι δεκτική βιομηχανικής εφαρμογής.... Η εναγομένη προβάλλει αντιρρήσεις ως προς την ακριβή οριοθέτηση από τον ανωτέρω πραγματογνώμονα, Ο. Α. της έννοιας <μέσος ειδικός> για την αντίληψη του εφευρετικού βήματος οι εν λόγω αντιρρήσεις είναι αβάσιμες, καθώς, όπως αναφέρεται στις σελίδες 25 και 26 της έκθεσής του, για τον καθορισμό της έννοιας του "μέσου ειδικού", στον οποίο προσδίδεται μία μέτρια, ευφυΐα και ικανότητα λήψης πρωτοβουλίας, έλαβε υπόψη τις οδηγίες που δίνονται προς τους εξεταστές του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Διπλωμάτων Ευρεσιτεχνίας σε ότι αφορά τον ορισμό του εφευρετικού βήματος.

Ως εκ τούτου η σχετική οριοθέτηση της έννοιας του "μέσου ειδικού" δεν έγινε αυθαίρετα από τον ανωτέρω πραγματογνώμονα, όπως αβασίμως ισχυρίζεται η εναγόμενη. Επίσης, τα ανωτέρω αναφερόμενα, περί του ότι ο μέσος ειδικός δεν θα είχε ωθηθεί στις επίδικες εφευρέσεις με βάση την στάθμη της τεχνικής, δεν αναιρούνται από την από 20-1-2012 γνωμοδότηση του Ι.

Κ. και την από 22-11-2011 έκθεση του Z. Z., που προσκομίζει και επικαλείται η εναγομένη, οι οποίοι δημιούργησαν μεθόδους εγγραφής δεδομένων σε οπτικούς δίσκους, βασιζόμενοι όμως στη γνώση και τις αξιώσεις των επιδίκων διπλωμάτων καθώς και της επιστήμης στο χρόνο σύνταξής τους και απαντούν στο ερώτημα αν θα έφτανε ο μέσος ειδικός στις επίδικες εφευρέσεις και όχι στο αν θα είχε ωθηθεί, όπως απαιτείται να ερευνάται, σύμφωνα και με τα προαναφερόμενα, στις επίδικες εφευρέσεις με βάση τη στάθμη της τεχνικής.

Πρέπει να σημειωθεί ότι ο Ο. Α., σύμφωνα με την ως άνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης του, έλαβε υπόψη του, κατά τη διεξαχθείσα έρευνά του για τα επίδικα διπλώματα ευρεσιτεχνίας σχετικώς με τη στάθμη της τεχνικής και τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας με αριθμό USPΤO 5729224 της ΤΟSΗΙΒΑ (το οποίο έχει ημερομηνία προτεραιότητας την 12-4-1995, και ημερομηνία δημοσίευσης της αίτησης την 11-10-1996) και με αριθμό USPTO 5818367 της SΟΝΥ (το οποίο έχει ημερομηνία προτεραιότητας την 8-7-1994 και δημοσίευσης της αίτησης την 7-1-1996), (βλ.

σχετικά στην εν λόγω έκθεση σελ. 95, παράρτημα

ΙΙΙ Κατάλογος διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας, όπου τα άνω διπλώματα ευρεσιτεχνίας αναφέρονται μεταξύ των ανταγωνιστικών διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας που λήφθηκαν υπόψη) και επιπλέον εξέτασε και διπλώματα ευρεσιτεχνίας τα οποία δημοσιεύτηκαν μετά τις ως άνω αντίστοιχες ημερομηνίες των επιδίκων διπλωμάτων, αλλά η αρχική τους ημερομηνία (ημερομηνία κατάθεσης ή προτεραιότητας) ήταν προγενέστερη της αντίστοιχης των επιδίκων διπλωμάτων (σελ. 22-23 της ιδίας έκθεσης), απορριπτουμένου του αντιθέτου ισχυρισμού της εναγομένης ως αβάσιμου.

Επομένως, ο τέταρτος λόγος της έφεσης περί ακυρότητος των επίδικων διπλωμάτων πρέπει ν' απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος...". Ετσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση υπέπεσε στην αποδιδόμενη με τον παραπάνω αναιρετικό λόγο πλημμέλεια [από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ] καθόσον απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμη, την από την αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση μη συνδρομής των από την ως άνω διάταξη (5 ν. 1733/1987) προβλεπομένων ουσιαστικών προϋποθέσεων χορηγήσεως των ένδικων διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας (ελλείψη στοιχείων του νέου και του εφευρετικού ύψους) προταθείσα ένσταση ακυρότητος αυτών, δεχθείσα τη συνδρομή των ως άνω επικληθεισών, ως ελλειπουσών ουσιαστικών προϋποθέσεων, με την ελλιπή (για τους παρακάτω εκτιθεμένους λόγους) αιτιολογία:

Σχετικά με το πρώτο δίπλωμα (...), το Εφετείο: 1) Ενώ δέχεται ότι η μέθοδος ΕFΜ+ επιλύει ένα "πρόβλημα της τεχνικής" και συγκεκριμένα αυτό της εξεύρεσης μεθόδου κωδικοποίησης, η οποία να δέχεται ως είσοδο οποιαδήποτε δυαδική ακολουθία και να δίνει ως έξοδο δυαδική ακολουθία υπό τους αναφερόμενους περιορισμούς, καθώς και της εξεύρεσης αντίστοιχης μεθόδου αποκωδικοποίησης, η οποία θα εκτελεί την αντίστροφη μετατροπή, εντούτοις, ταυτόχρονα, αναγνωρίζει ρητά ότι για το πρόβλημα αυτό υπήρχαν ήδη γνωστές λύσεις, μια εκ των οποίων μόνον ήταν η μέθοδος EFM, αναφέροντας, συγκεκριμένα: "υπήρχαν γνωστές λύσεις (πχ η μέθοδος EFM). 2) Ενώ δέχεται ότι η λύση του ΕFΜ+ "έχει διαφορές στη μεθοδολογία από τις προηγούμενες και επιτυγχάνει αποτελέσματα τα οποία δεν μπορούσαν να επιτευχθούν από τις, έως τότε γνωστές μεθόδους, όμως, δεν αναφέρει με ποιες μεθόδους συγκρίνει τη λύση του ΕFΜ+, ούτε ποια μεθοδολογία ακολουθούσαν οι προϋφιστάμενες "ως τότε γνωστές μέθοδοι", ούτε ποια ακριβώς "αποτελέσματα" επέτυχε το EFM+, τα οποία δεν μπορούσαν να επιτευχθούν με τις ως τότε διαθέσιμες μεθόδους. 3) Ενώ δέχεται η αναιρεσιβαλλόμενη πως η μέθοδος ΕFΜ+ συνιστούσε "βήμα τεχνικής προόδου" με την αιτιολογία ότι συνιστά "βελτίωση" έναντι της μεθόδου EFM "που αποτελούσε την πλησιέστερη μέχρι τότε μέθοδο στη στάθμη της τεχνικής, η οποία χρησιμοποιείται για την καταχώρηση πληροφοριών σε συμπαγείς οπτικούς δίσκους CD", παραλείπει να τη συγκρίνει τόσο προς την επίδικη ΕFΜ+ αλλά και προς στην αρχική EFM, ώστε να αιτιολογήσει την υπεροχή της EFM έναντι των υπολοίπων ήδη γνωστών μεθόδων και τη "βελτίωση" του ΕFΜ+ σε σύγκριση προς το EFM. 4) Αιτιολογεί το αξιόλογο της βελτίωσης της ένδικης μεθόδου, αναφέροντας ότι με αυτή επήλθε "αύξηση του ρυθμού των δεδομένων της τάξης του 6%", πέραν τούτου, όμως, παραλείπει την αναφορά οποιουδήποτε ποιοτικού ή ποσοτικού στοιχείου και τη σύγκριση της ένδικης μεθόδου με τις ανωτέρω, μέχρι τότε υπάρχουσες, ώστε να αιτιολογήσει το εν λόγω πόρισμά του, καθώς και την παραδοχή του περί επίτευξης "καλύτερων επιδόσεων" στον περιορισμό των χαμηλών συνιστωσών φάσματος. 5) Αναφέροντας ότι "Οι καινοτομίες που εισάγονται με το άνω ευρωπαϊκό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας και συγκεκριμένα η κατασκευή συγκεκριμένου γράφου καταστάσεων και ο διαχωρισμός αυτών, η κατασκευή κύριου και εναλλακτικού πίνακα και η προσθήκη λέξεων συγχρονισμού δεν ήταν (στο σύνολό τους) προβλεπόμενες από το μέσο ειδικό..., έπρεπε δε, να επινοηθούν η μια μετά την άλλη για να φθάσουμε στη μέθοδο του άνω διπλώματος", περιγράφει μόνο σχηματικά, χωρίς καμία απολύτως εξατομίκευση του αναφερομένου "γράφου καταστάσεων", του "διαχωρισμού καταστάσεων" και της "προσθήκης λέξεων συγχρονισμού", ώστε σε σύγκριση με τις μέχρι τότε γνωστές μεθόδους να αιτιολογήσει τις "καινοτομίες" του ενδίκου διπλώματος.

Τέλος, 6) ενώ δέχεται ότι "η άνω μέθοδος έχει, όπως προαναφέρθηκε το στοιχείο του "νέου" διότι με βάση το υλικό για τη στάθμη της τεχνικής που συγκεντρώθηκε και τη σχετική έρευνα που διεξήχθη, δε βρέθηκε άλλη περιγραφή της εφεύρεσης που να ήταν δημοσιευμένη (ή γνωστή στο κοινό γενικότερα) πριν την 1-2-1995, οπουδήποτε στον κόσμο", δεν αναφέρει τα συγκεκριμένα στοιχεία της "σχετικής έρευνας" αναφορικά με το υλικό και τη στάθμη της τεχνικής, που υπήρχαν και ήταν γνωστά οπουδήποτε στον κόσμο, μέχρι τον επίμαχο χρόνο της κρινόμενης "εφεύρεσης", ώστε από τη σύγκρισή τους να μπορεί να εξαχθεί το ανωτέρω πόρισμά του και δη ότι "...δε βρέθηκε άλλη περιγραφή της εφεύρεσης που να ήταν δημοσιευμένη (ή γνωστή στο κοινό γενικότερα) πριν την 1-2-1995, οπουδήποτε στον κόσμο...".

Ως προς το δεύτερο επίδικο δίπλωμα (...), το Εφετείο: 1) Ενώ δέχεται ότι "αποτελεί επανάληψη της μεθόδου του πρώτου (ΕΔΕ1) με αξιόλογες βελτιώσεις που εξασφαλίζουν ανώτερες επιδόσεις οπότε αποτελεί βήμα τεχνικής προόδου, καθώς οι επιδόσεις που παρέχει η εφεύρεση δεν μπορούσαν να επιτευχθούν από καμία άλλη γνωστή μέθοδο έως την 26-8-1996", δεν αναφέρει σε τι, ειδικότερα, συνίστανται οι "ανώτερες επιδόσεις" που παρέχει το δίπλωμα.

Σημειουμένου, ότι η έλλειψη της σχετικής αιτιολογίας δεν συμπληρώνεται από την περαιτέρω παραδοχή της αναιρεσιβαλλομένης ότι "πρόκειται για μια μέθοδο που χρησιμοποιεί πάλι αυτόματο πεπερασμένων καταστάσεων στην κωδικοποίηση, έγινε όμως αλλαγή των πινάκων κωδικοποίησης σε σχέση με το ΕΔΕ1 που συνίσταται στη διαφορετική αντιστοίχιση λέξεων πληροφορίας και κωδικών λέξεων, όμως ο γράφος καταστάσεων είναι ίδιος.

Η αναδιάταξη αυτή οφείλεται στη δυνατότητα χρήσης εναλλάξ των κωδικών λέξεων με αρχική κατάσταση την 1 ή την 4. Για να χρησιμοποιηθεί αυτή η δυνατότητα πιο αποτελεσματικά για τον περιορισμό της DC συνιστώσας, έγιναν αλλαγές ώστε οι λέξεις που θα σχηματίζουν τα εναλλακτικά "ζευγάρια" (δηλαδή αυτές που Θα αντιστοιχούν στην ίδια λέξη πληροφορίας) να έχουν αντίθετη επίδραση στη συνιστώσα DC", καθόσον από τα ανωτέρω, δεκτά γενόμενα συνάγεται ότι το δεύτερο ένδικο δίπλωμα ταυτίζεται κατά τα ουσιώδη σημεία του με το πρώτο, πλην, όμως, δεν εκτίθενται περαιτέρω κρίσιμα στοιχεία για την κατάφαση της πρωτοτυπίας του και δη συγκεκριμένα δεν εξειδικεύονται, συγκρινόμενες, μεταξύ τους, οι επιμέρους διαφορές των δύο διπλωμάτων, προκειμένου να κριθεί αν το δεύτερο πληρεί τις νόμιμες προϋποθέσεις να αναγνωρισθεί ως εφεύρεση. 3) Ενώ αναφέρει ότι: "Η εν λόγω καινοτομία επέφερε αξιόλογη βελτίωση τον ρυθμού των δεδομένων σε σχέση με την ανταγωνιστική μέθοδο του ΕΔΕ1, διότι είναι απαλλαγμένη από μειονεκτήματα, εμφανίζει μεγαλύτερη καταπίεση των χαμηλών συνιστωσών, δεν ήταν προφανής επιλογή από το μέσο ειδικό.

Μάλιστα οι πίνακες του ΕΔΕ2 4 χρησιμοποιήθηκαν στο πρότυπο DVD...". Δεν αναφέρει τα "μειονεκτήματα" της προηγούμενης μεθόδου, ούτε ποσοτικά και ποιοτικά στοιχεία, ώστε να δικαιολογήσει την κρίση του ότι πράγματι το επίδικο "εμφανίζει μεγαλύτερη καταπίεση των χαμηλών συνιστωσών", ούτε αναφέρεται πως χρησιμοποιήθηκαν οι πίνακες του ενδίκου διπλώματος στο πρότυπο DVD και ποια ήταν εν τέλει η λειτουργία τους, ούτε και εξειδικεύει, όπως και στο προηγούμενο δίπλωμα, τα χαρακτηριστικά του "γράφου καταστάσεων", ο οποίος, κατά τις ίδιες παραδοχές του παραμένει ο ίδιος. 4) Ενώ αναφέρει ότι "η άνω μέθοδος έχει, όπως προαναφέρθηκε το στοιχείο του "νέου" διότι με βάση το υλικό για τη στάθμη της τεχνικής που συγκεντρώθηκε και τη σχετική έρευνα που διεξήχθη, δε βρέθηκε άλλη περιγραφή της εφεύρεσης που να ήταν δημοσιευμένη (ή γνωστή στο κοινό γενικότερα) πριν την 26-8-1996, οπουδήποτε στον κόσμο", δεν αναφέρει, ειδικώς, τα συγκεκριμένα στοιχεία της "σχετικής έρευνας" για το υλικό και τη στάθμη της τεχνικής, που υπήρχαν και ήταν γνωστά οπουδήποτε στον κόσμο, μέχρι τον επίμαχο χρόνο της κρινόμενης "εφεύρεσης", ώστε από τη σύγκρισή τους να μπορεί να εξαχθεί, το ανωτέρω πόρισμά του, καθώς και αν αυτά (τα στοιχεία) είχαν δημοσιευθεί στον επιστημονικό τύπο ή άλλως είχαν καταστεί προσβάσιμες δημοσίως άλλες επιστημονικές ή τεχνικές μέθοδοι πριν την ημεροχρονολογία αυτή, οι οποίες απέληγαν σε συγκρίσιμα αποτελέσματα σε σχέση με το ένδικο δίπλωμα.

Υπό τις ανεπαρκείς ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής των πιο πάνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου και ευρίσκει έρεισμα εφαρμογής η προβαλλόμενη από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αιτίαση και, επομένως, ο σχετικός περί τούτου λόγος αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος και, εφόσον η αναιρετική του εμβέλεια εκτείνεται στο σύνολο της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, παρέλκει, ως αλυσιτελής, η έρευνα των λοιπών λόγων.

Συνακόλουθα, μετά την παραδοχή της βασιμότητας του ανωτέρω αναιρετικού λόγου της κρινόμενης αίτησης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, η επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα, όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΙΙ. Κατά το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 παρ. 4 ν. 4055/2012: "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (για υπέρβαση δικαιοδοσίας και για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα), μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να ασχοληθεί με την εκδίκασή της, ιδίως αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση.

Στην αντίθετη περίπτωση παραπέμπει την υπόθεση ... για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο, αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές. Αν όμως αναιρεθεί η απόφαση του τελευταίου αυτού δικαστηρίου, δεν γίνεται δεύτερη παραπομπή, αλλά ο Άρειος Πάγος δικάζει αυτός την ουσία της υποθέσεως".

Εξάλλου, κατά το άρθρο 579 παρ. 1 ΚΠολΔ, "Αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε ...", κατά δε το άρθρο 570 παρ. 2 ΚΠολΔ, "Νέοι ισχυρισμοί των διαδίκων και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο μετά την αναίρεση υποβάλλονται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για τα δικαστήρια της ουσίας".

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για την εφαρμογή της πρώτης τούτων (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) πρέπει πρώτα να γίνεται η συζήτηση και να εκδίδεται απόφαση επί της αιτήσεως αναιρέσεως και εφόσον αυτή γίνει δεκτή, να ακολουθεί δεύτερη συζήτηση ενώπιον του αναιρετικού τμήματος, με κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων, κατά την οποία θα συζητείται η υπόθεση κατ' ουσίαν και θα εκδίδεται η αντίστοιχη απόφαση.

Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη 2196/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών εκδόθηκε μετά την 1589/2017 απόφαση του παρόντος (Α1) Τμήματος του Αρείου Πάγου, με την οποία, αφού αναιρέθηκε η 441/2016 απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου, παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αλλά με άλλη σύνθεση. Εφόσον λοιπόν, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν παραπάνω, αναιρείται η απόφαση του δικαστηρίου της παραπομπής, δεν γίνεται δεύτερη παραπομπή, αλλά ο Άρειος Πάγος με κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων προς περαιτέρω συζήτηση θα δικάσει αυτός την ουσία της υποθέσεως, όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την 2196/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

ΔΙΑΚΡΑΤΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω συζήτηση ενώπιόν του σε δικάσιμο που θα ορισθεί με κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2021.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ (και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου) ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Φεβρουαρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ