Legislator Case Law & Legislation
159/2020 AI generated

159/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 159/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Του προσθέτως παρεμβαίνοντος: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία με τη επωνυμία "..." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Όλγα Σαββίδου και κατέθεσε προτάσεις.

Legislator headnote

AI generated

159/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω, σύμφωνα με την ίδια διάταξη, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 68 ΚΠολΔ, αναγκαίος όρος για την άσκηση προσθέτου παρεμβάσεως είναι η ύπαρξη αμέσου εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο του παρεμβαίνοντος. Άμεσο έννομο συμφέρον προς παρέμβαση υφίσταται, όταν με αυτήν μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία εις βάρος του νομικής υποχρεώσεως.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 159 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 159/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Ιωάννη Μπαλιτσάρη - Εισηγητή και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Δεκεμβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας με την επωνυμία "... - ΤΕΧΝΙΚΗ - ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Δεληκωστόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Θεμιστοκλή Σκούρα και Νικόλαο Ανδρικόπουλο και κατέθεσε προτάσεις τόσο για την αναιρεσείουσα όσο και για το προσθέτως παρεμβαίνων.

Του προσθέτως παρεμβαίνοντος: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία με τη επωνυμία "..." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Όλγα Σαββίδου και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/7/2016 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών.

Εκδόθηκε η 778/2017 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27/2/2017 αίτησή της και το προσθέτως παρεμβαίνων με την από 30/3/2017 παρέμβασή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας και του προσθέτως παρεμβαίνοντος ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Φέρονται προς συζήτηση ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, η από 27-2-2017 αίτηση αναιρέσεως κατά της εκδοθείσης, κατά την οριζόμενη υπό του άρθρου 898 ΚΠολΔ διαδικασία των περιουσιακών διαφορών των άρθρων 614 επ. του αυτού Κώδικα, αντιμωλία των διαδίκων υπ' αριθμ. 778/2017 τελεσιδίκου αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και η από 30-3-2017, με αυτοτελές δικόγραφο ασκηθείσα, πρόσθετη υπέρ της αναιρεσειούσης παρέμβαση του συνιστώντος κοινωφελές ίδρυμα, νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου υπό την επωνυμία "...", που πρέπει να συνεκδικαστούν, λόγω της μεταξύ τους συνάφειας (αρθρ. 246 ΚΠολΔ).- Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η εκδοθείσα κατά την οριζόμενη υπό του άρθρου 898 ΚΠολΔ διαδικασία των περιουσιακών διαφορών των άρθρων 614 επ.

του αυτού Κώδικα, αντιμωλία των διαδίκων, υπ' αριθ. 778/2017 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε ως απαράδεκτη, λόγω εκπροθέσμου ασκήσεώς της, την στρεφομένη κατά της ήδη αναιρεσιβλήτου από 14-7-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσειούσης, με την οποία η τελευταία ζήτησε, για τους αναφερομένους σ' αυτήν λόγους, την ακύρωση, της υπ' αριθμ. 14/2016 αποφάσεως του Διαιτητικού Δικαστηρίου, το οποίον είχε ορισθεί με συμφωνία των διαδίκων για την επίλυση των ανακυπτουσών από την εκτέλεση του μεταξύ τους συμφωνηθέντος έργου και με την οποίαν (διαιτητική απόφαση), αφού συνεκδικάσθησαν, απερρίφθη η από 3-3-2015 διαιτητική ανταγωγή της αναιρεσειούσης, έγινε εν μέρει δεκτή η από 31-12-2013 διαιτητική αγωγή της αναιρεσιβλήτου και υποχρεώθηκε η αναιρεσείουσα, να καταβάλει στην τελευταία το ποσό των 1.741.933,63 ευρώ, πλέον νομίμων τόκων.

Η υπό κρίση αίτηση, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι επομένως παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).- Κατά τη διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι "Αν, σε δίκη που εκκρεμεί μεταξύ άλλων, τρίτος έχει έννομο συμφέρον να νικήσει κάποιος διάδικος, έχει δικαίωμα, έως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση για να υποστηρίξει το διάδικο αυτόν", η πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να ασκηθεί για πρώτη φορά και ενώπιον του Αρείου Πάγου.

Περαιτέρω, σύμφωνα με την ίδια διάταξη, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 68 ΚΠολΔ, αναγκαίος όρος για την άσκηση προσθέτου παρεμβάσεως είναι η ύπαρξη αμέσου εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο του παρεμβαίνοντος. Άμεσο έννομο συμφέρον προς παρέμβαση υφίσταται, όταν με αυτήν μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία εις βάρος του νομικής υποχρεώσεως.

Πρέπει, όμως αυτά είτε να απειλούνται από τη δεσμευτικότητα ή την εκτελεστότητα της αποφάσεως που θα εκδοθεί, είτε να υπάρχει κίνδυνος προσβολής τους από τις αντανακλαστικές συνέπειές της. Δηλαδή κριτήριο του εννόμου συμφέροντος είναι οι δυσμενείς εις βάρος του παρεμβαίνοντος συνέπειες της απόφασης, ήτοι του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας και να μπορεί να εξακριβωθεί χωρίς να διαταχθούν αποδείξεις διότι η διάταξη αποδείξεων είναι ασυμβίβαστη με τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου ως ακυρωτικού δικαστηρίου (ΟλΑΠ 5/2003).

Ως εκ τούτου, για την άσκηση προσθέτου παρεμβάσεως δεν αρκεί το ότι σε δίκη, εκκρεμή μεταξύ άλλων, πρόκειται να λυθεί νομικό ζήτημα που θα ωφελήσει ή θα βλάψει τον προσθέτως παρεμβαίνοντα, επειδή υφίσταται ή ενδέχεται να ανακύψει σε άλλη δίκη μεταξύ αυτού και κάποιου από τους διαδίκους ή τρίτου, αλλά απαιτείται η έκβαση της δίκης, στην οποία παρεμβαίνει, να θίγει ευθέως, από την άποψη του πραγματικού και νομικού ζητήματος, τα έννομα συμφέροντά του (ΟλΑΠ 14/2008, ΑΠ 691/2014).

Η έλλειψη του εννόμου συμφέροντος, συνεπάγεται την απόρριψη της προσθέτου παρεμβάσεως ως απαράδεκτης (ΟλΑΠ 5/2003, ΟλΑΠ 8/1998). Εξ άλλου η έλλειψη της επιδόσεως, παρά το ότι συνιστά έλλειψη όρου του υποστατού της αγωγής, της παρεμβάσεως κλπ, δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, αλλά πρέπει να προτείνεται και συνεπάγεται ακυρότητα τότε μόνο, αν κατά την κρίση του δικαστηρίου, επέφερε στον προτείνοντα διάδικο βλάβη, που δεν μπορεί να επανορθωθεί διαφορετικά παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας (άρθρ. 159 περ.

γ και 160 παρ. 1 ΟλΑΠ 1/1996, ΑΠ 1343/2015). Στην προκειμένη περίπτωση, παρεμβαίνει προσθέτως υπέρ της αναιρεσείουσας, το πρώτον ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, με την από 30-3-2017 πρόσθετη παρέμβαση της, που ασκήθηκε με ιδιαίτερο δικόγραφο, το οποίο κατατέθηκε στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου, το νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, και ον κοινωφελές ίδρυμα, με την επωνυμία "...", και ζητεί, να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση και να αναιρεθεί η ως άνω υπ' αριθμ. 778/2017 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, επικαλούμενο ως έννομο συμφέρον του, που δικαιολογεί την παρέμβασή του αυτή, το ότι η υπό της αναιρεσειούσης καταβολή στην αναιρεσίβλητη του επιδικασθέντος στην τελευταία με την προαναφερομένη διαιτητική απόφαση ποσού, θα οδηγήσει την υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση αναιρεσείουσα, σε αδυναμία να τηρήσει τις υποχρεώσεις της, που απορρέουν από την μεταξύ αυτής, ως μισθώτριας και του ιδίου (παρεμβαίνοντος) ως εκμισθωτού, σύμβαση μισθώσεως του κτιρίου, το οποίον αφορά το έργο, από το οποίο προέκυψε η διαφορά, επί της οποίας έκρινε με την ως απόφασή του το Διαιτητικό Δικαστήριο, την ακύρωση της οποίας ζήτησε η αναιρεσείουσα και επ' αυτής απεφάνθη η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση.

Η παρέμβαση αυτή δεν προκύπτει ότι επιδόθηκε προς τους διαδίκους, από το παρεμβαίνον, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται την έλλειψη αυτή και συνακόλουθα, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη η πρόσθετη παρέμβαση θεωρείται παρά την έλλειψη αυτή, νομίμως ασκηθείσα και πρέπει να συνεκδικασθεί με την αναίρεση, ένεκα της σχέσης τους ως κυρίας και παρεπομένης δίκης αντιστοίχως.

Πλην όμως, ενόψει των εκτεθέντων το προσθέτως παρεμβαίνον δεν δικαιολογεί έννομο συμφέρον για την έκβαση της δίκης υπέρ της αναιρεσειούσης, διότι οι υπ' αυτού επικαλούμενες συνέπειες από την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως, από την άποψη του πραγματικού και νομικού ζητήματος, δεν θίγουν ευθέως τα έννομα συμφέροντά του, τα οποία συνεπώς δεν απειλούνται από το δεδικασμένο ή την εκτελεστότητα της αποφάσεως, που θα εκδοθεί, ούτε τίθενται σε διακινδύνευση από άλλες, αντανακλαστικές συνέπειες αυτής.

Συνεπώς, ελλείψει η εννόμου συμφέροντος, η πρόσθετη αυτή παρέμβαση είναι απαράδεκτη και εξ αυτού του λόγου πρέπει να απορριφθεί, καταδικαζομένου του προσθέτως παρεμβαίνοντος στα δικαστικά της καθ' ης πρόσθετη παρέμβαση, κατά το βάσιμο περί τούτου αίτημα αυτής (άρθρ. 176 και 182 παρ.1 ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 6 παρ. 1 της από 4-11-1950 Ευρωπαϊκής Συμβάσεως της Ρώμης "για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών" (ΕΣΔΑ), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν.δ. 53/1974, "παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεση του δικασθεί δικαίως, δηλαδή δημόσια και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερόληπτου δικαστηρίου νομίμως λειτουργούντος το οποίο θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του αστικής φύσεως είτε επί του βάσιμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως...".

Με το ανωτέρω άρθρο, καθ' ο μέρος θεσπίζεται, ότι οι υποθέσεις δικάζονται από αμερόληπτα, ανεξάρτητα και νόμιμα λειτουργούντα δικαστήρια α) δίκαια, β) δημόσια και γ) εντός λογικής προθεσμίας, θεσπίζονται αντίστοιχα ουσιαστικά δικαιώματα των προσώπων, στα οποία αφορά η σύμβαση και τα οποία δικαιούνται να αξιώσουν να τύχουν της κατά τα ανωτέρω δικαστικής προστασίας.

Με τη διάταξη αυτή, καθορίζεται ποια δικαιώματα δίδονται για την απονομή της δικαιοσύνης. Πρόκειται, συνεπώς, για διάταξη ουσιαστικού δικαίου και η παραβίαση της εμπίπτει στο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 2/2008). Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 52 παρ. 1 περ. στ' του ΚΠολΔ και 6 παρ.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε από την Ελλάδα αρχικά με το Ν. 2329/1953 και εκ νέου με το Ν. 53/1974, οι οποίες υπηρετούν πρωτίστως την αμεροληψία των δικαστηρίων, σαφώς προκύπτει ότι οι δικαστές μπορούν να προτείνουν την εξαίρεσή τους ή να εξαιρεθούν από οποιοδήποτε διάδικο, αν προκαλούν υπόνοιες μεροληψίας, περίπτωση η οποία συντρέχει και όταν σε ζήτημα που τίθεται ενώπιόν τους, έχουν εκφέρει γνώμη σε άλλη δίκη, η οποία είχε ως αντικείμενο της το ίδιο βιοτικό συμβάν μεταξύ των αυτών διαδίκων με τη δικαζόμενη υπόθεση (ΑΠ 138/2018, ΑΠ 1029/2011, ΑΠ 2127/2009, ΑΠ 728/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής: Βάσει του υπ' αριθμ. 53 παρ. 1 όρου, της μεταξύ της αναιρεσειούσης και της αναιρεσιβλήτου ισχυούσης συμβάσεως εκτελέσεως του αναφερομένου σ' αυτήν έργου, με τον οποίον είχε συμφωνηθεί ρήτρα διαιτησίας προς επίλυση των μεταξύ τους ανακυπτουσών διαφορών, η αναιρεσίβλητη, αξιούσα την αμοιβή της ως εργολάβος, την καταβολή της οποίας ηρνείτο η αναιρεσείουσα ως εργοδότης, προσέφυγε στην διαιτησία και με την κατά της τελευταίας (αναιρεσειούσης) από 31-12-2013 αγωγή της ενώπιον του Διαιτητικού Δικαστηρίου.

ζήτησε την καταβολή της (αμοιβής της). Επί της αγωγής αυτής και της από 3-3-2015 ανταγωγής, που άσκησε η αναιρεσείουσα κατά της αναιρεσιβλήτου, το Διαιτητικό Δικαστήριο, εξέδωσε την υπ' αριθμ. 14/2016 απόφασή του, με την οποία απέρριψε την ανταγωγή, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και υπεχρέωσε την αναιρεσείουσα, να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 1.741.933,63 ευρώ, πλέον νομίμων τόκων και εξόδων.

Κατά της αποφάσεως αυτής, την εκτέλεση της οποίας επέσπευσε η εν μέρει νικήσασα αναιρεσίβλητη, η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα άσκησε κατά της ενάγουσας και ήδη αναιρεσιβλήτου την, ενώπιον του Εφετείου Αθηνών απευθυνομένη, από 14-7-2016 αγωγή της, με την οποία και για τους αναφερομένους σ' αυτήν λόγους, ζήτησε, την ακύρωσή της και την απόρριψη της ως άνω διαιτητικής αγωγής της αντιδίκου της.

Εν όψει δε της επισπευδομένης σε βάρος της αναγκαστικής εκτελέσεως, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, ως δικαστηρίου στο οποίο εκκρεμούσε η ακυρωτική της διαιτητικής αποφάσεως αγωγή της, άσκησε, ως κατά το άρθρο 899 παρ. 3 ΚΠολΔ είχε δικαίωμα, κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσιβλήτου, αίτηση με την οποία ζήτησε την αναστολή εκτελέσεως της διαιτητικής αποφάσεως μέχρι της εκδόσεως τελεσιδίκου επ' αυτής αποφάσεως.

Την αίτηση αυτή αναστολής το ως άνω Δικαστήριο εξεδίκασε την 29-9-2016 και επ' αυτής εξέδωσε την υπ' αριθμ. 2369/2016 απόφασή του, με την οποία την απέρριψε ως αβάσιμη, πιθανολογώντας, όπως δέχθηκε, ότι η ακυρωτική της διαιτητικής αποφάσεως αγωγή της θα απορριφθεί, κυρίως ως απαράδεκτη λόγω εκπροθέσμου ασκήσεώς της, δεχόμενο, ειδικότερα, ότι κατά τον χρόνο καταθέσεώς της, ήτοι την 14-7-2016, είχε παρέλθει η κατά το άρθρο 899 παρ. 2 ΚΠολΔ τρίμηνη αποκλειστική προθεσμία από την γενομένη κατά την 7-4-2016 και λογιζομένη ως επίδοσή της, παράδοση από την γραμματέα του Διαιτητικού Δικαστηρίου Αγγελική Καπίρη, επικυρωμένου αντιγράφου της στον κατά την διαιτητική δίκη πληρεξούσιο δικηγόρο της εναγούσης και ήδη αναιρεσειούσης Σπυρίδωνα Σταμάτη.

Ενώ σε κάθε περίπτωση, όπως δέχθηκε περαιτέρω το ανωτέρω Δικαστήριο, δεν επιθανολείτο η ευδοκίμηση αγωγικού λόγου και ήταν απορριπτέα, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και εξ αυτού του λόγου η αίτηση αυτή. Περαιτέρω, το Εφετείο, επιληφθέν της ενώπιόν του εκκρεμούσης, ως άνω, ακυρωτικής αγωγής εξέδωσε επ' αυτής την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, με την οποία την απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω εκπροθέσμου ασκήσεώς της, με την αυτή ακριβώς κύρια αιτιολογία, συντιθέμενη από τα ίδια ακριβώς περιστατικά, βάσει της οποίας απέρριψε ως ουσία αβάσιμη την ως άνω αίτηση αναστολής εκτελέσεως της διαιτητικής αποφάσεως, δηλαδή, ότι κατά τον ανωτέρω χρόνο καταθέσεώς της (7-4-2016) και αυθημερόν επιδόσεώς της στην εναγομένη αναιρεσίβλητη, είχε παρέλθει η εν λόγω τρίμηνη αποκλειστική προθεσμία ασκήσεώς της από της γενομένης κατά την 7-4-2016, παραδόσεώς της υπό της γραμματέως του Διαιτητικού Δικαστηρίου Αγγελικής Καπίρη, στον κατά την διαιτητική δίκη πληρεξούσιο της εναγούσης και ήδη αναιρεσειούσης Σπυρίδωνα Σταμάτη.

Όπως δε προκύπτει από την επισκόπηση τόσον της ανωτέρω υπ' αριθμ. 2369/2016 αποφάσεως (επί της αιτήσεως αναστολής), όσον και της αναιρεσιβαλλομένης, στην σύνθεση του εκδόσαντος αυτές Εφετείου Αθηνών μετείχαν, ως μέλη του και οι δικαστές Κ. Π., Πρόεδρος Εφετών, ως Πρόεδρος αυτού και Δ. Π. Εφέτης, ως Εφέτης Εισηγητής, και μάλιστα υπό την αυτή ιδιότητα, ήτοι του Προέδρου του Δικαστηρίου ο πρώτος και του Εφέτη -Εισηγητή, ο δεύτερος.

Η τοιαύτη όμως συμμετοχή των δικαστών αυτών στην σύνθεση του δικαστηρίου που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, ενόψει της συμμετοχής τους και της εκφοράς της δικαιοδοτικής κρίσεώς τους, για το ίδιο ακριβώς θέμα στην προηγηθείσα δίκη της αναστολής εκτελέσεως της προσβαλλομένης διαιτητικής αποφάσεως, προκαλεί αντικειμενικώς υπόνοιες μεροληψίας, αφού είναι ως εκ τούτου ενδεχόμενο να δημιουργηθεί στους εν προκειμένω διαδίκους η εντύπωση ότι θα οδηγηθούν σε κρίση με βάση τη γνώμη που έχουν εκφέρει στην προηγουμένη υπόθεση, γεγονός που επιφέρει κατ' ανάγκη δυσπιστία ως προς το αμερόληπτο της κρίσεώς τους (βλ.

κ' ΑΠ 1751/2007), δεδομένου μάλιστα ότι υπό την ισχύ της διατάξεως του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ επεκράτησε στην νομολογία ή άποψη ότι η άσκηση διαδοχικώς δικαιοδοτικών καθηκόντων από τον ίδιο δικαστή στην ίδια υπόθεση, παραβιάζει την αρχή της αμεροληψίας του που διασφαλίζεται από τη διάταξη αυτή (αρθρ. 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ - ΑΠ 1029/2011).

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, το δικάσαν Εφετείο, ως συγκροτηθέν προς εκδίκαση και εκδόσαν την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση με την συμμετοχή των ανωτέρω δικαστών, οι οποίοι ήσαν εξαιρετέοι, παρεβίασε ευθέως με εσφαλμένη εφαρμογή την ως άνω διάταξη του άρθρου 6 παρ.1 ΕΣΔΑ και συνεπώς, ο τα αυτά υποστηρίζων πρώτος εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος της αιτήσεως, είναι βάσιμος.

Επομένως, κατά παραδοχή του λόγου αυτού αναιρέσεως, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών λόγων αυτής, πρέπει να γίνει δεκτή η υπό κρίση αίτηση, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων, οι οποίοι εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση, να διαταχθεί, συμφώνως προς το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ., η επιστροφή του παραβόλου στην καταθέσασα αυτό και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).-.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει, την από 27-2-2017 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "...-Τεχνική Διαχειριστική Εταιρεία" για αναίρεση της υπ' αριθμ. 778/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και την από 30-3-2017 πρόσθετη παρέμβαση του νομικού προσώπου με την επωνυμία "..." υπέρ της αναιρεσειούσης και κατά της αναιρεσιβλήτου.

Απορρίπτει την πρόσθετη παρέμβαση.

Καταδικάζει το προσθέτως παρεμβαίνον στα δικαστικά έξοδα της καθ' ης πρόσθετη παρέμβαση, τα οποία ορίζει στο ποσόν εξακοσίων (600) ευρώ.

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 778/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρεθείσα απόφαση.- Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην καταθέσασα αυτό.-

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαΐου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Φεβρουαρίου 2020.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ