Legislator Case Law & Legislation
159/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal claiming admissibility error regarding sworn statements exceeding statutory limits.

Case Number 159/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Second Instance Court's decision. The appellant argued that the appellate court improperly assigned evidentiary weight to sworn statements submitted by witnesses beyond the statutory limit of three, claiming this violated Article 559(12) of the Code of Civil Procedure. The court rejected this claim, ruling that such statements are inadmissible as evidence and cannot be considered even for forming judicial opinions, regardless of how the lower court utilized them.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559(12) KpolD; Art. 270(2)(c) KpolD: An appeal based on the violation of legal definitions regarding the probative force of evidence is inadmissible if it concerns evidence that is legally inadmissible and cannot be considered for any purpose.

Keywords

AI generated
admissibility of evidence sworn statements statutory limits cassation appeal probative force judicial opinion Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Art. 559(12) KpolD
Art. 270(2)(c) KpolD
Art. 176 KpolD
Art. 183 KpolD
Art. 191(2) KpolD
Art. 495(3) KpolD

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 159 / 2019 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 159/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή - Εισηγήτρια και Γεώργιο Παπανδρέου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 5η Δεκεμβρίου 2018 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Μ. του Θ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου Ευθύμιου - Ελευθέριου Γκολέμη Της αναιρεσίβλητης: Σ. χήρας Π. Κ., το γένος Θ. Φ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Αρετή Αλατά.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-1-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Τριπόλεως. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 106/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 261/2013 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων και εκδόθηκε η 1186/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεση την ως άνω απόφαση και παρέπεμψε την κρινόμενη υπόθεση προς συζήτηση ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου με άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε 303/2017 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16-2-2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος, δήλωσε ότι διορθώνει στο κείμενο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης στη 5η σελίδα και στους 7ο και 19ο στίχο, όπως αναφέρεται με τις προτάσεις του και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης. Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατ'αρθρ.559 αρ.12 ΚπολΔ αναίρεση επιτρέπεται, "αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων". Αποδεικτική δύναμη των διαφόρων αποδεικτικών μέσων είναι η επίδραση που έχει ή μπορεί να έχει κάποιο αποδεικτικό μέσο στο σχηματισμό της πεποιθήσεως του δικαστή και ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα μεγαλύτερη ή μικρότερη δύναμη αποδείξεως από εκείνην που δεσμευτικώς καθορίζει ο νόμος. Έτσι, ο εξεταζόμενος λόγος αναιρέσεως προϋποθέτει ότι είναι παραδεκτό το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να γίνεται αναφορά στο αναιρετήριο: 1)Στον ισχυρισμό, για τον οποίον έγινε επίκληση και προσκομιδή του σχετικού αποδεικτικού μέσου, καθώς και ποιά επίδραση θα ασκούσε ο ισχυρισμός αυτός στην έκβαση της δίκης, 2)στα αποδεικτικά μέσα και στην αποδοθείσα σε αυτά από την προσβαλλομένη απόφαση (αποδεικτική) δύναμη, διαφορετική από εκείνη που αποδίδει σε αυτήν ο νόμος, 3)στο που έγκειται ως προς το αποδεικτικό μέσο το σχετικό σφάλμα της προσβαλλομένης αποφάσεως και 4)στον διάδικο που προσήγαγε το αποδεικτικό αυτό μέσο.

ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 270 παρ.2 εδ.γ', δ ΚπολΔ (όπως ίσχυε μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 12 του ν.2915/2001 και πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 28 του ν.3994/2011) και έχει εφαρμογή στην προκειμένη υπόθεση, της οποίας ο χρόνος πρώτης συζητήσεως στο πρωτοβάθμιο ήταν η 7-5-2004 και εφαρμόζεται κατά το άρθρο 524 παρ.1α ΚπολΔ (όπως ίσχυε μετά την αντικατάστασή του με το άρθρ.16 παρ.3 του ν.2915/2001) και στην κατ'έφεση δίκη, ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου, λαμβάνονται υπόψη το πολύ τρεις για κάθε πλευρά και μόνον αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου, δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση και αν πρόκειται να δοθούν στην αλλοδαπή, οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από αυτήν, για δε την αντίκρουση ενόρκων βεβαιώσεων επιτρέπεται η προσκομιδή, μέσα, στην προθεσμία της παρ.3 του άρθρου 237, προσθέτων βεβαιώσεων, το πολύ ίσου αριθμού προς τις προσκομιζόμενες.

Με την διάταξη αυτήν εισήχθη στην τακτική διαδικασία, ενώπιον κάθε πρωτοβαθμίου ή δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, η χρήση από τους διαδίκους ενόρκων βεβαιώσεων ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμ/φού οι οποίες κατά την νομολογία θεωρούντο ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, (ενώ πλέον κατά το άρθρο 36 του ν.3994/13-7-2011 περιλαμβάνονται στα κατά το άρθρο 339 ΚπολΔ περιοριστικά αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα), εφόσον βέβαια για το αποδεικτέο θέμα επιτρέπονται μάρτυρες και τηρήθηκε η οριζόμενη από την διάταξη αυτήν προϋπόθεση, για την έγκυρη λήψη τους, δηλαδή η προηγούμενη, πριν από δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες κλήτευση του αντιδίκου του διαδίκου (ή οκτώ αν πρόκειται για την αλλοδαπή), που τις επικαλείται και τις προσκομίζει, παράλληλα δε τέθηκε όριο, ως προς τον αριθμό των ενόρκων βεβαιώσεων, που κάθε διάδικη πλευρά μπορεί να προσκομίσει και το δικαστήριο να λάβει υπόψη.

Το όριο των τριών ενόρκων βεβαιώσεων ισχύει αθροιστικά και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας και για το σύνολο των αντικειμένων της δίκης που κάθε διάδικο μέρος αποσκοπεί να υποστηρίξει ή να αποκρούσει με τις ένορκες βεβαιώσεις, όπως συμβαίνει στην περίπτωση της αντικειμενικής σώρευσης αγωγών (218 αρθρ.ΚΠολΔ) ή της ανταγωγής (άρθρ.268 ΚπολΔ), δηλαδή και στις περιπτώσεις αυτές τρείς συνολικά ένορκες βεβαιώσεις επιτρέπεται σε κάθε διάδικο μέρος να επικαλεσθεί και να προσκομίσει.

Αν προσκομισθούν από κάποιον διάδικο περισσότερες από τρείς ένορκες βεβαιώσεις λαμβάνονται υπόψη οι τρείς πρώτες, κατά τη σειρά της επικλήσεώς τους, γιατί οι πέραν αυτών προσκομιζόμενες ένορκες βεβαιώσεις αποτελούν ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο (αρθρ.270 παρ.2 εδ.γ', δ'ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν μετά τον ν.2915/2001 και εφαρμόζοντο κατ'αρθρ.524 παρ.1α ΚπολΔ στην κατ'έφεση δίκη) και ως τέτοιο δεν λαμβάνονται υπόψιν, ούτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.

Κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως το όριο των τριών ενόρκων βεβαιώσεων που μπορεί να ληφθεί υπόψιν για κάθε διάδικο μέρος αναφέρεται στον συνολικό αριθμό των τριών (κατά σειρά επικλήσεως) ενόρκων βεβαιώσεων των σε αυτές περιλαμβανομένων προσώπων και όχι στον συνολικό αριθμό των εκθέσεων ενόρκων βεβαιώσεων που συντάσσονται ενώπιον των αρμοδίων οργάνων, στις οποίες, ενδεχομένως, να περιλαμβάνονται ένορκες βεβαιώσεις περισσοτέρων των τριών προσώπων, οι οποίες, όπως προεκτέθηκε, αποτελούν ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο και δεν λαμβάνονται υπόψιν από το δικαστήριο ούτε για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.

Ο περιορισμός αυτός δεν έρχεται σε αντίθεση με τις διατάξεις των άρθρων 20 παρ.1 Συντ. Και 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ (κύρωση με Ν.Δ.53/1974), που κατοχυρώνουν μεν το δικαίωμα έννομης προστασίας στο πλαίσιο δίκαιης δίκης, δεν αποκλείουν όμως την θέσπιση περιορισμών στην απόδειξη, εφόσον αυτοί δεν καταστρατηγούν, αλλά διασφαλίζουν τις αρχές της δίκαιης δίκης, όπως ακριβώς συμβαίνει με τον περιορισμό των ενόρκων βεβαιώσεων, που στόχο έχει, εξαιτίας του επισφαλούς χαρακτήρα του αποδεικτικού αυτού μέσου, τη μεγαλύτερη δικαιϊκή ασφάλεια στις σοβαρές, κατά κανόνα, υποθέσεις της τακτικής διαδικασίας.

ΙΙΙ. Ο αναιρεσείων στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως εκθέτει τα ακόλουθα: Ότι κατά τις 106/2004 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τριπόλεως, (που είχε συνεδριάσει στις 7-5-2004) που είχε δεχθεί την εναντίον της αναιρεσίβλητης διεκδικητική αγωγή του, μετά από έφεση αυτής (εναγομένης), εκδόθηκε η 261/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, με την οποία, κατά παραδοχή της εφέσεως, εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση και απορρίφθηκε η αγωγή του.

Ότι με την 1186/2015 απόφαση του Α.Π. αναιρέθηκε η ανωτέρω απόφαση του Εφετείου και παραπέμφθηκε σε αυτό εκ νέου η υπόθεση. Περαιτέρω, ο αναιρεσείων με τον (μοναδικό) λόγο αναιρέσεως προσάπτει στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ότι κατά την μετ'αναίρεση συζήτηση (κατά τα ως άνω), της υποθέσεως, τούτο υπέπεσε στην κατ'αρθρ.559 αρ.12 ΚπολΔ πλημμέλεια, καθόσον ειδικότερα:

Κατά την εκ νέου συζήτηση της έφεσης της αναιρεσίβλητης στην δικάσιμο της 1-3-2017 προς απόδειξη της από 14/1/2002 αγωγής του και δη της κυριότητάς του, νομής και κατοχής αυτού και των δικαιοπαρόχων του επί του επιδίκου ακινήτου, προ του έτους 1964 και μέχρι τον Μάϊο του 2001 με συνεχείς και αδιατάρακτες πράξεις νομής, με καλή πίστη, νομικό τίτλο και διάνοια κυρίου, νομίμως και προσηκόντως επικαλέσθηκε και προσκόμισε:

α)την …7/1-10-2002 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Τριπόλεως των Α. Κ. και Γ. Χ. και β)την …1/6-5-2004 ένορκη βεβαίωση (ομοίως ενώπιον του Ειρηνοδίκη Τριπόλεως) των Ι. Γ., Ε. Μ. και Κ. Κ., βεβαιώσεις που είχαν ληφθεί μετά απο προηγούμενη νομότυπη κλήτευσή της, αντιδίκου. Εκθέτει δε ακόμη ο αναιρεσείων, οτι τελικώς το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου με την προσβαλλομένη, 303/2017, απόφασή του έλαβε υπόψη του τις καταθέσεις των μαρτύρων Ε.

Τ. (επί το ορθό Μ.) και Κ. Κ., όχι ως ένορκες βεβαιώσεις (προς άμεση απόδειξη), αλλά για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Ωστόσο, κατά τον αναιρεσείοντα, εάν το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου είχε λάβει υπόψη του τις άνω καταθέσεις (Ε..Μ. και Κ.Κ.) ως ένορκες βεβαιώσεις προς άμεση απόδειξη (και όχι ως δικαστικά τεκμήρια έμμεσης αποδείξεως) θα είχε οδηγηθεί σε διαφορετική κρίση, εν σχέσει προς το κρίσιμο θέμα της κυριότητας του επί του επιδίκου και της εκ μέρους αυτού και των δικαιοπαρόχων του ασκήσεως προ του έτους 1964 και έως τον Μάϊο του 2001 διακατοχικών υπό τις προεκτεθείσες προϋποθέσεις πράξεων και θα κατέληγε στην παραδοχή της αγωγής του.

Ο λόγος αυτός, με τον οποίον προσάπτεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι απέδωσε μικρότερη δύναμη αποδείξεως στις επίμαχες ένορκες βεβαιώσεις από εκείνη που καθορίζει ο νόμος, είναι απαράδεκτος, καθόσον αφορά σε απαράδεκτο αποδεικτικό μέσο, όπως είναι η προσκομιδή από κάθε διάδικο μέρος ενόρκων βεβαιώσεων πέραν των τριών (κατά σειρά επικλήσεως ατόμων) που προβλέπει η προαναφερόμενη διάταξη του αρθρ.270 παρ.2 εδ.γ'ΚΠολΔ, οι οποίες αποτελούν ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο και δεν λαμβάνονται υπόψιν ούτε για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, συμφώνως προς όσα.........

IV. Κατά συνέπεια, μη υπάρχοντος ετέρου λόγου αναιρέσεως προς διερεύνηση, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να επιβληθεί η δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, κατά παραδοχή του αιτήματός της, στον ηττώμενο αναιρεσείοντα (αρθρ.176, 183, 191 παρ.2, 495 παρ.3 ΚπολΔ) συμφώνως προς το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 16-2-2018 αίτηση του Γ. Μ. περί αναιρέσεως της 303/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του καταβληθέντος παραβόλου. Και Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα την δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, το ποσόν της οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια ευρώ (2700€)

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Ιανουαρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Φεβρουαρίου 2019.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ